Πόσα ξέρει ο νοικοκύρης;
«Τα διαβολόπουλα, τόσον μικρά να μιλούν εγγλέζικα!» είναι η αντίδραση του Παπα Τρέχα, ήρωα του ομώνυμου αφηγήματος του Αδαμάντιου Κοραή, όταν ακούει δυο μικρά παιδιά να μιλούν μεταξύ τους την ξένη και ακατανόητη γι’ αυτόν γλώσσα. Η εσκεμμένα (από πλευράς συγγραφέα) γραφική κατάπληξη του Παπα Τρέχα δεν κείται όμως πάρα πολύ μακριά από τη δική μας μύχια αντίδραση όταν ακούμε ξενόγλωσσους, μικρούς ή μεγαλύτερους, να συνεννούνται και να ανταλλάσσουν σκέψεις και πληροφορίες χρησιμοποιώντας ένα νήμα από ήχους ακατάληπτο για εμάς. Η γλωσσολογία προσπαθεί να μεταφράσει την αντίδραση αυτή σε μια καίρια ερώτηση: «τι ακριβώς γνωρίζει ένας φυσικός ομιλητής από τη γλώσσα του;»
Η ανάπτυξη της γλωσσικής ικανότητας
Πράγματι, ο Παπα Τρέχας έχει δίκιο να θαυμάζει. Ο φυσικός ομιλητής μιας γλώσσας, εκείνος δηλαδή που την κατέκτησε μέσα στα πρώτα τρία με τέσσερα χρόνια της ζωής του με τον αβίαστο και ‘φυσικό’ τρόπο των βρεφών και των νηπίων ξεχωρίζει αμέσως. Μάλιστα, όλοι ξέρουμε πόσο δύσκολα μπορούμε να φτάσουμε και τη γραμματική ικανότητα και την πηγαία γλωσσική πραγμάτωση ενός φυσικού ομιλητή, ιδίως εάν – αντίθετα με τον Παπα Τρέχα – έχουμε μελετήσει και παλέψει να μάθουμε τη γλώσσα του ως μεγαλύτερα παιδιά ή ενήλικες. Η σύγχρονη γλωσσολογία επιβεβαιώνει αυτή μας την εμπειρική παρατήρηση και προσφέρει τα θεωρητικά εργαλεία να κατανοήσουμε τη διαφορά μεταξύ της κατάκτησης της μητρικής γλώσσας και της κατάκτησης-εκμάθησης μιας δεύτερης (ή τρίτης) γλώσσας. Δε θέλω όμως να σταθώ σε αυτό το θέμα σήμερα, πώς δηλαδή διαφέρει η κατάκτηση της μητρικής γλώσσας, που γίνεται γίνεται αυτόματα, ακούσια και άρτια, από την κατάκτηση-εκμάθηση άλλων, δεύτερων γλωσσών. Απεναντίας, θέλω να σταθώ σε όσα δεν ξέρει ένας φυσικός ομιλητής. Γι’ αυτό τον σκοπό θα ρίξουμε μια ματιά στη γνώση του λεξιλογίου της γλώσσας που έχει ένας φυσικός ομιλητής.
Σύνθετες λέξεις και διαφάνεια
Κάποιοι διατείνονται ότι η ελληνική γλώσσα είναι εκφραστικότερη, ακριβέστερη, σαφέστερη από τις άλλες για διάφορους λόγους, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγεται και το ότι το λεξιλόγιό της διαθέτει διαφάνεια. Σε απλά ελληνικά, αυτό μεταφράζεται ως εξής: τα ελληνικά, όπως τα γερμανικά, τα κινέζικα και οι περισσότερες φυσικές γλώσσες, έχουνε πολλές σύνθετες λέξεις, των οποίων η σημασία είναι διαφανής, μπορεί να μαντευτεί δηλαδή, εάν κάποιος γνωρίζει τα συνθετικά από τα οποία αποτελούνται.
Η διαφάνεια αυτή γίνεται φανερή σε παραδείγματα όπως ‘ταχυ-δρόμος’, ‘τροχο-νόμος’, ‘εικονο-φιλία’, ‘ανεβο-κατέβασμα’, ‘συν-εκμετάλλευση’, ‘ψαρο-μεζές’, ‘καντηλ-ανάφτης’, ‘λιπο-διάλυση’, και ούτω καθεξής. Παρομοίως, έχουμε ρήματα όπως ‘αυγο-κόβω’, ‘ξανα-βγάζω’, ‘ξε-βάφω’, ‘κακο-καρδίζω’, ‘μισο-τρώω’, ‘συν-δημιουργώ’ και τα λοιπά. Είναι όντως εύκολο να συναγάγει κανείς τη σημασία όλων αυτών των λέξεων άπαξ και γνωρίζει τι σημαίνουν τα δύο συνθετικά τους. Ωστόσο, κάποτε η εικόνα γίνεται πιο θαμπή, λιγότερο διαφανής: έτσι, ακόμα κι αν γνωρίζει ο φυσικός ομιλητής τι σημαίνει ‘ταχύς’ ή ‘εικόνα’ και τι σημαίνει αντίστοιχα ‘δρόμος’ και ‘φιλία’, δεν μπορεί να συναγάγει με ακρίβεια τι θα πει ‘ταχυδρόμος’ («γρήγορος δρόμος»; όχι βέβαια) ή ‘εικονοφιλία’. Τέλος, ενώ ‘λιπο-διάλυση’ είναι η διάλυση του λίπους κι ο ‘καντηλανάφτης’ αυτός που ανάβει καντήλια, ‘αυγοκόβω’ δε σημαίνει «κόβω αυγό» αλλά «κόβω με αυγό», όπου το «κόβω» χρησιμοποιείται ως κουζινικός τεχνικός όρος.
Ετυμολογίες, το μυαλό μου βασανίζουνε πολλές
Υπάρχουνε βεβαίως και σύνθετα σχεδόν εξ ολοκλήρου αδιαφανή στις διάφορες γλώσσες, και στα ελληνικά, σύνθετα που κληροδοτήθηκαν από παλιότερες γλωσσικές μορφές ως αδιάσπαστες μονάδες. Για παράδειγμα, η αγγλική λέξη ‘lord’ κατάγεται από το αρχαίο αγγλικό σύνθετο ‘hlaf-weard’ (που μετά έγινε ‘hlaford’), δηλαδή ‘αρτο-φύλακας’ (και άρα «νοικοκύρης»). Στα δικά μας τώρα: δύσκολα ένας φυσικός ομιλητής της ελληνικής χωρίς σπουδές και εξειδικευμένες γνώσεις ετυμολογίας θα συνέδεε το ‘εκμετάλλευση’ με το ‘μέταλλο’. Επίσης, ακόμα δυσκολότερα θα μάντευε τη σημασία του ‘δημιουργώ’, αν δεν την ήξερε ήδη: ακόμα κι αν εικάζαμε πως θα ήτανε σε θέση να αναλύσει το ρήμα στα αρχαία συνθετικά του ‘δήμος’ και ‘έργο’, η σημερινή σημασία της λέξης θα εξακολουθούσε να του διαφεύγει.
Με άλλα λόγια, ενώ οι φυσικοί ομιλητές της ελληνικής σχεδόν αυτόματα συσχετίζουν το ‘καντηλ-ανάφτης’, το ‘μισο-τρώω’ ή το ‘ανεβο-κατέβασμα’ με τα συνθετικά τους και έτσι μπορούν μαντέψουν τη σημασία τους επιτυχώς, υπάρχουν και άλλα σενάρια. Το δεύτερο σενάριο ισχύει όταν οι φυσικοί ομιλητές είναι σε θέση να συσχετίσουν το ‘ταχυδρόμος’, το ‘εικονοφιλία’ ή και το ‘συγγραφέας’ (που δεν είναι «αυτός που γράφει μαζί με κάποιον άλλο»!) με τα συνθετικά τους αλλά πρέπει ταυτόχρονα να γνωρίζουν ανεξαρτήτως τη σημασία της σύνθετης λέξης ώστε να αποφύγουν παρερμηνεύσεις. Τέλος, υπάρχουν (πρώην) σύνθετα λίγο έως πολύ αδιαφανή και ως προς την ανάλυσή τους και όσον αφορά τη σημασία τους, συνήθως κληρονομημένα από τα αρχαία, που γίνονται αντιληπτά ως αδιάσπαστες μονάδες. Έτσι έχουμε τα ‘εκμετάλλευση’, ‘δημιουργώ’, ‘εντελέχεια’, ‘ενέργεια’, ‘διάρκεια’, ‘εισιτήριο’: όλα ξεκίνησαν ως σύνθετα αλλά σήμερα χρειάζεται γνώση της ετυμολογίας τους για να αναλυθούν ως σύνθετα – περίπου όπως στην περίπτωση του αγγλικού ‘lord’. Για περισσότερη συζήτηση σε βάθος γύρω από αυτά τα ζητήματα, αλλά και για πολλά σχετικά θέματα, προτείνω το νέο βιβλίο του Νίκου Σαραντάκου «Γλώσσα μετ’ εμποδίων – συμβολή στη χαρτογράφηση του γλωσσικού ναρκοπεδίου».
Συγχύσεις και αναγκαίες διακρίσεις
Σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνει ένας αναγκαίος διαχωρισμός: από τη μια έχουμε την γνώση κάθε φυσικού ομιλητή της ελληνικής τι σημαίνει ‘ψαρο-μεζές’ και ‘κρεατο-μεζές’ (και πώς διαφέρουν από τον ‘ουζο-μεζέ’ ή τον ‘κρασο-μεζέ’), πώς χρησιμοποιείται και τι σημαίνει το στερητικό ‘α(ν)-’ ή το μόριο ‘ξε-’ και πώς μπορεί να χρησιμοποιήσει την κατάληξη ‘-(ι)τζής / -(ι)τζού’ για να δηλώσει τον δράστη. Τα παραπάνω είναι παραδείγματα της γλωσσικής ικανότητάς μας: της ασύνειδης γνώσης της γλώσσας. Υπάρχει ωστόσο και ένα δεύτερο είδος γνώσης, που έρχεται μέσα από τη σπουδή της ετυμολογίας και τη φιλολογική έρευνα, μέσα από τη μελέτη των κειμένων από παλιότερες μορφές της γλώσσας. Σε αυτή λοιπόν την περίπτωση μιλάμε για γνώση γύρω από τη γλώσσα.
Έτσι, χρειάζονται φιλολογικές γνώσεις για να γνωρίζει κάποιος ότι το ‘εν-’ στο ‘ενέργεια’ ή στο ‘εντελέχεια’ σήμαινε ‘μέσα, εντός’, κάτι το οποίο ωστόσο μάλλον ήτανε μέρος της ασύνειδης γνώσης της αρχαίας γλώσσας του ομιλητή Αριστοτέλη, ο οποίος έπλασε τις λέξεις αυτές. Ένας φυσικός ομιλητής της νέας ελληνικής σε καμμιά περίπτωση δε θα αντιλαμβανόταν τις λέξεις ‘ενέργεια’ ή ‘εντελέχεια’ ως σύνθετες μόνο βάσει της γλωσσικής του ικανότητας – αντίθετα με τις λέξεις ‘ξεβγάζω’, ‘ξεβάφω’ ή ‘ξεχωρίζω’.
Αυτή η διάκριση μεταξύ γλωσσικής ικανότητας, της ασύνειδης γνώσης της (μητρικής μας) γλώσσας, της νέας ελληνικής, και της επιστημονικής γνώσης γύρω από την ιστορία και τις παλιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας (μεσαιωνική, ελληνιστική κοινή, αρχαία, ομηρική) είναι θεμελιώδης. Όπως γίνεται κατανοητό, η σπουδαιότητά της δεν περιορίζεται όμως στη σφαίρα της θεωρητικής εποπτείας: όταν αποδίδουμε στον φυσικό ομιλητή μιας γλώσσας γνώση που δεν μπορεί να έχει, εφόσον στο μεταξύ η γλώσσα και οι κανόνες της έχουν αλλάξει, ανοίγουμε την πόρτα στη σύγχυση και στην παρανόηση. Πλανώνται λοιπόν όσοι νομίζουν πως ο σημερινός ομιλητής της αγγλικής από το Βανκούβερ ή το Σίδνεϋ ή το Μπαθ αντιλαμβάνεται, κάπως μεταφυσικά, την «ουσία» της λέξης ‘lord’ σαν να σημαίνει «κατά βάθος» ή «στην πραγματικότητα» «νοικοκύρης». Αντίστοιχα, αυταπατώμαστε φρονώντας ότι ο ομιλητής της ελληνικής έχει «γνησιότερη» ή «βαθύτερη» αντίληψη ή και κατανόηση της χορηγίας, της χορήγησης και της επιχορήγησης επειδή οι λέξεις αυτές ετυμολογούνται από τα ‘χορός’ και ‘άγω’, αφού πια δε γίνονται αντιληπτές ως σύνθετες. Βεβαίως, ακόμα κι αν γινόντουσαν αντιληπτές ως σύνθετες, μικρή σχέση έχουν πια οι ευγενείς χορηγίες των επιχειρήσεων, οι κρατικές επιχορηγήσεις και οι χορηγήσεις φαρμάκων με τους χορούς της αρχαίας τραγωδίας...
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 28ης Οκτωβρίου 2007]


Links to this post:
Δημιουργία Συνδέσμου
<< Home