15/4/07

Αληθώς ο Κύριος

Στο κλίμα των ημερών, θα ξεκινήσουμε από τον αναστάσιμο χαιρετισμό και την αντιφώνησή του, που ακούγονται την περίοδο του Πάσχα, και θα καταλήξουμε στο να ψηλαφήσουμε γραμματικές δομές που δεν προφέρονται αλλά είναι παρούσες και έχουν αντίκτυπο στην επικοινωνία.

Ελλειπτικοί χαιρετισμοί

Ο συγχωρεμένος ο παππούς μου ο Πολίτης, παρότι άθεος, ήταν «άθεος ηρέμα». Οπότε δεν είχε κανένα πρόβλημα να αντιφωνεί το «Χριστός Ανέστη» της Πασχαλιάς. Αντίθετα όμως με τα κρατούντα στην ελληνική πρωτεύουσα, δηλαδή αντί να αντιφωνεί «Αληθώς Ανέστη», απεναντίας απαντούσε στο «Χριστός Ανέστη» «Αληθώς ο Κύριος». Αυτό αποπροσανατόλιζε κάπως τη μητέρα μου, η οποία θεωρούσε το «Αληθώς ο Κύριος» ως ενός είδους υπεκφυγή (αφού δεν περιέχει το ρήμα «ανέστη»), άρα προϊόν απροθυμίας να αναγνωριστεί η Ανάσταση του Χριστού εκ μέρους του άθεου πεθερού της.

Φυσικά, όπως συμβαίνει πάρα πολλές φορές, η εξήγηση του γιατί ο παππούς χρησιμοποιούσε το λιγότερο σύνηθες «Αληθώς ο Κύριος» ήταν απλούστερη – και πάντως δεν αποτελούσε σε εκείνη την περίσταση δήλωση πίστης (ή, μάλλον, απιστίας): πρόκειται για μια εναλλακτική αντιφώνηση στο «Χριστός Ανέστη» που παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν από τους Έλληνες της Πόλης. Ο λαογράφος θα σταματούσε κάπου εδώ. Ένας θεωρητικός γλωσσολόγος όμως αναρωτιέται: τι απέγινε το ρήμα «ανέστη»; Είναι όντως πιο ασαφής η αντιφώνηση «Αληθώς ο Κύριος» από την αντιφώνηση «Αληθώς Ανέστη»;

Κατ’ αρχάς, και οι δύο αντιφωνήσεις αποτελούν ελλειπτικές προτάσεις, δηλαδή προτάσεις των οποίων κάποια συντακτικά συστατικά, όπως κάποιες λέξεις ή φράσεις, δεν προφέρονται. Για να το θέσουμε όπως θα το αναγνωρίσουν οι παλαιότεροι, και οι δύο είναι προτάσεις όπου «τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται». Έτσι, στο «Αληθώς Ανέστη» παραλείπεται το υποκείμενο «Χριστός» ενώ στο «Αληθώς ο Κύριος» παραλείπεται το ρήμα «ανέστη». (Για τη διευκόλυνση των αναγνωστών, θα βάζω σε παρενθέσεις το υλικό που απαλείφεται.) Για να δώσω ένα παράδειγμα, οι προτάσεις «Αληθώς Ανέστη» και «Αληθώς ο Κύριος» είναι συντακτικά ομόλογες με πιο καθημερινές και σαφώς μικρότερης σημασίας ανακοινώσεις όπως «Η επιταγή έφτασε» που μπορούν να σχολιαστούν με ελλειπτικές προτάσεις όπως «Επιτέλους ήρθε (η επιταγή)!», συντακτικώς αντίστοιχα με το «Αληθώς Ανέστη», ή «Επιτέλους (ήρθε) η σκασμένη!», συντακτικώς αντίστοιχα με το «Αληθώς ο Κύριος».

Η έλλειψη ως συντακτικό φαινόμενο

Το φαινόμενο της έλλειψης, δηλαδή της απαλοιφής συντακτικών συστατικών που εννοούνται από τα συμφραζόμενα, απαντά σε όλες τις φυσικές γλώσσες. Ωστόσο, η γραμματική κάθε φυσικής γλώσσας περιορίζει το ποια συστατικά της πρότασης και σε ποιες περιπτώσεις μπορούνε να απαλειφθούν. Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον ότι σε καμμία γλώσσα δεν μπορούμε να παραλείψουμε ό,τι να ’ναι μόνο και μόνο επειδή εννοείται από τα συμφραζόμενα. Πρέπει να επιτρέπει και το συντακτικό σύστημα της γλώσσας την έλλειψή του, την απαλοιφή του συγκεκριμένου συστατικού δηλαδή. Για να δώσω ένα παράδειγμα, οι Ορθόδοξοι Άγγλοι χρησιμοποιούν τον πασχαλινό χαιρετισμό “Christ is risen”, του οποίου η αντιφώνηση είναι “He is risen indeed”. Παρότι η μορφή του ρήματος ‘is’ στο τρίτο πρόσωπο του ενικού και στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα δεν αφήνει αμφιβολία για το ποιος ανέστη, η παράλειψη του υποκειμένου, της αντωνυμίας ‘he’ δεν είναι ποτέ δυνατή στα αγγλικά (αντίθετα με ό.τι συμβαίνει στα ελληνικά). Ωστόσο πάλι, στα αγγλικά μπορούμε να έχουμε έλλειψη της ρηματικής φράσης και μόνο, λόγου χάρη στον εξής διάλογο: “I have brought charcoal” («Έχω φέρει κάρβουνα»), “Susan has (brought charcoal), too”. Όπως φαίνεται από την αντιγραμματικότητα στα ελληνικά της μετάφρασης, «*Και η Σούζαν έχει (φέρει κάρβουνα)», η έλλειψη της ρηματικής φράσης στην ελληνική γλώσσα είναι αδύνατη ακόμα και όταν ευκόλως εννοείται από τα συμφραζόμενα.

Όπως συμβαίνει πολλές φορές στις φυσικές γλώσσες, μια δομική δυνατότητα του γλωσσικού συστήματος όπως η έλλειψη, παρότι περιορίζεται από ενδοσυντακτικούς παράγοντες, μπορεί να έχει τεράστια επικοινωνιακή χρησιμότητα. Έτσι, η ύπαρξη της έλλειψης μάς επιτρέπει να βραχυλογούμε, να μην κουράζουμε δηλαδή τον αποδέκτη του γλωσσικού μηνύματός μας με πληκτικές επαναλήψεις. Φανταστείτε δηλαδή να μην υπήρχε η δυνατότητα της έλλειψης: ακόμα και όταν η αναγκαία πληροφορία είναι μόνο μια λέξη, π.χ. «δύο», θα έπρεπε ανελλιπώς να δίνουμε πληροφορίες υπό τη μορφή ολόκληρων, ακέραιων προτάσεων όπως «Οι φράουλες κοστίζουνε δύο λίρες το κιλό». Ωστόσο, η επικοινωνιακή διευκόλυνση της βραχυλογίας είναι εφικτή μόνο και μόνο επειδή την επιτρέπει το δομικό σύστημα της γλώσσας. Για να χρησιμοποιήσω μια αναλογία: επειδή τα αυτιά μας βρίσκονται εκεί που βρίσκονται μπορούμε να στηρίζουμε τα γυαλιά μας, όμως τα αυτιά μας δε βρίσκονται εκεί που βρίσκονται ούτως ώστε να στηρίζουμε τα γυαλιά μας...

Το «Αληθώς ο Κύριος» και πάλι

Γιατί όμως το «Αληθώς (ανέστη) ο Κύριος» σκανδάλιζε τη μητέρα μου; Παρότι είναι λιγότερο συνηθισμένο, είναι και λιγότερο σαφές από το «Αληθώς (Χριστός) Ανέστη»; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση μπορεί να δοθεί αφού λάβουμε υπόψη την πραγματολογική πλευρά της γλώσσας, δηλαδή το κομμάτι εκείνο της επικοινωνίας που πάει πέρα από το στεγνό γλωσσικό μήνυμα, πέρα από τη σκέτη εκτός συμφραζομένων πρόταση, δηλαδή.

Ας υποθέσουμε ότι ο γραμματικός μηχανισμός που απαλείφει το υποκείμενο, όπως στο «Αληθώς (Χριστός) Ανέστη», είναι ο ίδιος με αυτόν που απαλείφει το ρήμα, όπως στο «Αληθώς (ανέστη) ο Κύριος». Ακόμα κι αν αυτή η παραδοχή είναι εσφαλμένη, οι δύο αντιφωνήσεις είναι γραμματικά μάλλον εξίσου απλές ή εξίσου πολύπλοκες. Πού έγκειται λοιπόν η διαφορά τους; Μα φυσικά στην επικοινωνιακή διάστασή τους. Πρώτα απ’ όλα, και οι δύο αντιφωνήσεις είναι πραγματολογικά εξίσου σαφείς και περιέχουν και οι δύο επιβεβαίωση του αναστάσιμου χαιρετισμού, με το «αληθώς». Ωστόσο, η πρώτη και πιο διαδεδομένη, το «Αληθώς (Χριστός) Ανέστη», επαναλαμβάνει ρητά την ουσία του πασχαλινού μηνύματος, όπως αυτή κωδικοποιείται στο ρήμα «ανέστη». Η δεύτερη αντιφώνηση, το «Αληθώς (ανέστη) ο Κύριος» θεωρεί την Ανάσταση δεδομένη και παραλείπει το ρήμα ενώ παράλληλα – πλεοναστικά θα έλεγε κανείς – ξαναδηλώνει το υποκείμενο της Ανάστασης, αλλά αυτή τη φορά με την ιδιότητα του Κυρίου. Ακριβώς επειδή ως επικοινωνιακά όντα απεχθανόμαστε τους πλεονασμούς, όταν το μήνυμα περιέχει πλεονασμούς, τείνουμε να τους εκλαβουμε ως το σημαντικό κομμάτι του μηνύματος, αυτό που δεν πρέπει να διαφύγει. Εν ολίγοις, το «Αληθώς (Χριστός) Ανέστη» τονίζει την Ανάσταση, το «Αληθώς (ανέστη) ο Κύριος» τη συνδέει με το ότι ο Χριστός είναι ο Κύριος.

Τι διαλέγουμε να (μην) πούμε

Πέρα από τον εθιμοτυπικό ή μη χαρακτήρα του αναστάσιμου χαιρετισμού και τις οποιεσδήποτε πεποιθήσεις των στενών συγγενών μου ή οποιουδήποτε άλλου, το μήνυμα αυτού του άρθρου είναι ότι η σύνταξη κάθε γλώσσας μάς προσφέρει ένα ρεπερτόριο από δομικές δυνατότητες, κάποιες από τις οποίες μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να καταστήσουμε την επικοινωνιακή πράξη πιο αποτελεσματική. Όμως – όπως είδαμε παλιότερα με αφορμή το τι μπορούμε να κάνουμε με τις ερωτήσεις, ασχέτως τι σημαίνουν – μεγάλο μέρος του επικοινωνιακού γεγονότος, ιδίως όσον αφορά τις πιο λεπτοφυείς λειτουργίες του, βασίζεται στο τι επιλέγουμε να απαλείψουμε, τι επιλέγουμε να επαναλάβουμε και με ποιον τρόπο. Σε αυτό το θέμα θα επανέρθουμε σε δυο εβδομάδες.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 15ης Απριλίου 2007]

1/4/07

Γράφονται τα κυπριακά;

Σε μια πρόσφατη τηλεοπτική συζήτηση κατά τη διάρκεια μιας ειδησεογραφικής-ενημερωτικής εκπομπής, ο παρουσιαστής ρωτούσε την καλεσμένη του αν γράφονται τα κυπριακά, βεβαιώνοντάς την παράλληλα ότι δε γράφονται και ότι είναι μια καθομιλουμένη διάλεκτος και μόνο. Είναι όμως αλήθεια ότι δε γράφονται τα κυπριακά; Γιατί όχι;

Η γραπτή μορφή

Το αν πρέπει να γράφεται μια γλωσσική ποικιλία καθώς και πώς πρέπει να γράφεται, δηλαδή με ποιο σύστημα γραφής, αποτελεί πολύ σημαντικό ζήτημα για πάρα πολλές γλώσσες, και μάλιστα όσες δεν έχουν επίσημο χαρακτήρα ή νομοθετική κατοχύρωση. Στην Τουρκία ισχύει ακόμη γενική απαγόρευση χρήσης των γραμμάτων q, w και x με το πρόσχημα ότι δεν υπάρχουν στην τουρκική γλώσσα (βεβαίως ‘τυχαίνει’ να χρησιμοποιούνται στη γραφή της κουρδικής). Τα παιχνίδια της ελληνικής κυβέρνησης με το σλαβομακεδονικό αλφαβητάριο τη δεκαετία του 1920 τα είδαμε συνοπτικά παλιότερα. Οι ομιλητές της αρβανίτικης και της αρωμουνικής (βλάχικης) για δεκαετίες ταλαντεύθηκαν ανάμεσα στο ελληνικό και το λατινικό αλφάβητο: το μεν ελληνικό απηχεί τις εθνικές και πολιτικές επιλογές αυτών των κοινοτήτων αλλά αποδίδει ελλιπώς τους φθόγγους των γλωσσών τους, το δε λατινικό αποδίδει καλύτερα τους φθόγγους αλλά παραπέμπει σε ανεπιθύμητα συγγενικές με τα αρβανίτικα και τα αρωμουνικά γλώσσες: την αλβανική και τη ρουμανική. Σήμερα πάντως η αρβανίτικη και η αρωμουνική γενικά δε γράφονται, εν μέρει και λόγω των διλημμάτων αυτών. Τέλος, η χίντι και η ούρντου, εξαιρετικά κοντινές μεταξύ τους γλώσσες της ινδικής υποηπείρου που κατάγονται από τη σανσκριτική, γράφονται με τελείως διαφορετικά συστήματα: η χίντι γράφεται με το συλλαβικό αλφάβητο ντεβανάγκαρι ενώ για την ούρντου χρησιμοποιείται τροποποιημένο το αραβικό αλφάβητο ώστε να γίνεται και οπτικά σαφής η πίστη των ομιλητών της ούρντου στο Ισλάμ.

Τα παραπάνω τα αναφέρω για να υπογραμμίσω ότι το αν θα γράφεται μια γλωσσική ποικιλία και πώς θα γράφεται είναι για άλλη μια φορά ζήτημα πολιτισμικό, πολιτικό και κοινωνικό – όχι γλωσσικό. Με άλλα λόγια, οποιαδήποτε γλώσσα μπορεί να γραφτεί: άλλωστε έχουν προταθεί συστήματα γραφής ακόμα και για τις νοηματικές γλώσσες, στις οποίες οι λέξεις δεν αρθρώνονται γραμμικά, όπως στις ομιλούμενες, αλλά πολλές φορές ταυτόχρονα η μία με την άλλη.

(Πώς) γράφεται η κυπριακή ελληνική;

Η απάντηση, για όποιον έχει περάσει από το κυπριακό σχολείο, είναι βεβαίως γνωστή. Η νεοελληνική διάλεκτος της Κύπρου γράφεται εδώ και αιώνες, πρόκειται μάλιστα για μία από τις πρώτες νεοελληνικές διαλέκτους από τις οποίες έχουμε γραπτά μνημεία. Αρκεί κανείς να θυμηθεί τις απαρχές, τα πετραρχικής εμπνεύσεως ερωτικά ποιήματα του 16ου αιώνα, και όλη τη συνακόλουθη γραμματεία, διερευνημένη ή μη, όπως συνεχίζεται τον 19ο αιώνα μέσω των Βασίλη Μιχαηλίδη, Δημήτρη Λιπέρτη – αλλά και άλλων πολλών – μέχρι και σήμερα, αναφέροντας δειγματοληπτικά τον ποιητή Κώστα Βασιλείου ή τα βιβλία του χαράκτη Χαμπή. Η κυπριακή ελληνική γράφεται λοιπόν εδώ και αιώνες.

Το ελληνικό σύστημα γραφής παγιώθηκε, όπως και η ιστορική ορθογραφία της ελληνικής γλώσσας, σε μια εποχή κατά την οποία η προφορά της γλώσσας μας ήταν πολύ διαφορετική από σήμερα. Έκτοτε η προφορά όλων των ελληνικών ποικιλιών έχει μεταβληθεί αισθητά. Χαρακτηριστικά αξίζει να θυμηθεί κανείς ότι έχουμε έξι τρόπους για να αποδώσουμε τον φθόγγο /i/ στη γραφή της νέας ελληνικής – με τα γράμματα ιώτα, ήτα και ύψιλον καθώς και με τα δίψηφα ‘ει’, ‘οι’ και ‘υι’ – ενώ καθένας από αυτούς τους τρόπους απέδιδε διαφορετικούς φθόγγους όταν παγιώθηκε η ορθογραφία. Η φωνολογική αυτή μεταβολή μοιραία οδήγησε στο να επινοηθούν νέοι τρόποι απόδοσης των «καινούργιων» φθόγγων. Έτσι, από την εποχή που το γράμμα δέλτα χρησιμοποιείται για να αποδώσει τον τριβόμενο φθόγγο στην αρχή του ‘δέμα’, στις περισσότερες ελληνικές διαλέκτους ο φθόγγος που απέδιδε παλιότερα σημειώνεται πλέον με ‘ντ’, ακόμα κι όταν δεν ακούγεται το νι, όπως λόγου χάρη στην ηχοποίητη λέξη ‘ντριν’ (τουλάχιστον στη διάλεκτο του γράφοντος).

Τώρα, μερικές διάλεκτοι (κάποιες βόρειες και μοραΐτικες διάλεκτοι και τα κυπριακά) ανέπτυξαν με το πέρασμα του χρόνου ένα φατνιακό συριστικό σύμφωνο, όπως στην αρχή του ‘σιύλλος’. Όταν γράφουμε τα κυπριακά, μπορούμε είτε να το αποδώσουμε με ‘σι’ (όπως έπραξα εδώ), είτε με κάποιο διακριτικό σημάδι πάνω από το σίγμα, όπως πράττουν πολλοί εδώ και δεκαετίες. Η επιλογή ανάμεσα στους δύο τρόπους ορθογράφησης μπορεί να αφεθεί και ελεύθερη, όμως επικρατεί η αντίληψη ότι η ορθογραφική ελευθερία, να γράφει δηλαδή ο καθένας όπως θέλει, προκαλεί σύγχυση και δυσχέρειες στη γραπτή επικοινωνία. Μια τέτοια δυσχέρεια οξύνεται μάλιστα εάν, όπως στην περίπτωση του φατνιακού συριστικού, ένας από τους δύο τρόπους θα απαιτούσε την εισαγωγή στη γραφή (και στην τυπογραφία) ενός καινούργιου διακριτικού σημαδιού. Η τελική απόφαση για αυτό και για άλλα ζητήματα ορθογράφησης ανήκει φυσικά στους χρήστες της κυπριακής ελληνικής.

Προσωπική μου πεποίθηση είναι ότι η τυποποίηση της ορθογραφίας της κυπριακής ελληνικής αποτελεί καθήκον του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, του οποίου άλλωστε ο ρόλος περιλαμβάνει και την προστασία και καλλιέργεια της ελληνικής κληρονομιάς στο νησί. Αυτό βεβαίως πρέπει να γίνει μετά από διάλογο και με τη συνδρομή φιλολόγων και ιστορικών γλωσσολόγων, καθώς και τεχνοκρατών που θα αποφανθούν κατά πόσο τα προτεινόμενα είναι εύχρηστα και εφαρμόσιμα. Γενικότερα, πρέπει να ανοίξει δημόσιος διάλογος στην Κύπρο για την καλλιέργεια και περαιτέρω ανάδειξη της ελληνικής κυπριακής ως εκφραστικού μέσου. Αυτό φυσικά αποτελεί έργο εθνικό το οποίο θα διαμορφωθεί και από την αναντικατάστατη συνδρομή των ειδικών και το οποίο θα κριθεί στην εφαρμογή του. Πάντως, σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί η τυποποίηση της ορθογραφίας της κυπριακής ή και η (επιθυμητή και δυνητικά πολλαπλώς ευεργετική) παράλληλη διδασκαλία της γραμματικής της κυπριακής ελληνικής δίπλα σε αυτήν της κοινής νεοελληνικής, να προκύψει από εσωτερικές διεργασίες διοικητικού χαρακτήρα.

Η ουσία του ζητήματος: το προνόμιο της διμορφίας

«Διμορφία» (diglossia) είναι ένας όρος που χοντρικά περιγράφει τη χρήση δύο γλώσσικών ποικιλιών σε μια γλωσσική κοινότητα με σχετικά διακριτούς ρόλους και πρόκειται για μια κατάσταση εξαιρετικά διαδεδομένη παγκοσμίως. Οι δύο ποικιλίες στην περίπτωση της ελληνοκυπριακής κοινότητας είναι, βεβαίως, η κοινή νεοελληνική και η κυπριακή ελληνική. Ο πραγματικός λόγος που τα κυπριακά δε γράφονται τόσο εκτενώς όσο θα ήτανε δυνατόν είναι επειδή επικρατεί η αντίληψη ότι η χρήση της κοινής για τη γραπτή επικοινωνία είναι αρκετή. Αυτός ο διακανονισμός σε πολύ γενικές γραμμές φαίνεται να λειτουργεί, ωστόσο αποστερεί από τον μέσο Ελληνοκύπριο τη δυνατότητα να εκφράζεται και γραπτώς στη μητρική γλωσσική ποικιλία του, με ό,τι συνέπειες μπορεί αυτό να έχει για τον γραμματισμό και την επαφή με τη γραφή και την ανάγνωση, είτε στο χαρτί είτε ηλεκτρονικώς.

Ας όμως δούμε τι συμβαίνει σε μια άλλη κοινωνία όπου επικρατεί γλωσσική διμορφία. Στη γερμανόφωνη Ελβετία βρίσκεται σε χρήση η επίσημη γερμανική και η καθομιλουμένη γερμανοελβετική. Όπως στην Κύπρο, στα κρατικά έγγραφα, ομοσπονδιακά και τοπικά, καθώς και για τις πιο τυπικές περιστάσεις χρησιμοποιείται η επίσημη γερμανική. Ωστόσο, η χρήση της γερμανοελβετικής είναι σαφώς εκτενέστερη από αυτή της κυπριακής ελληνικής στην Κύπρο, αφού χρησιμοποιείται και γράφεται ευρέως στα γερμανόφωνα μέσα ενημέρωσης της Ελβετίας. Έτσι, για παράδειγμα, ενώ οι πολιτικές και οικονομικές στήλες σε μια εφημερίδα είναι στην επίσημη γερμανική, οι στήλες που αφορούν την καθημερινή ζωή είναι στα γερμανοελβετικά. Το τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων εκφωνείται στην επίσημη γερμανική αλλά το δελτίο καιρού στα γερμανοελβετικά. Στην Κύπρο αρχίσε να διαφαίνεται ότι διαμορφώνεται μια ομόλογη κατάσταση πριν λίγα χρόνια, όταν τα κυπριακά δραπέτευσαν από τη μάντρα του φολκλόρ και της φαρσοκωμωδίας και πέρασαν σε ‘σοβαρές’ δραματικές σειρές που διαδραματίζονται στη σύγχρονη κυπριακή κοινωνία. Ταυτόχρονα, στο διαδίκτυο παρατηρείται άνθηση στα κυπριακά ιστολόγια όπου η ελληνική κυπριακή χρησιμοποιείται όχι μόνο για σάτιρα (παραδοσιακό ‘χώρο’ των διαλέκτων) αλλά και εκμυστηρεύσεις, πολιτικές αναλύσεις, αφηγήματα καθώς και διάλογο πάνω σε σύνθετα ζητήματα.

Για να κλείσω με μια μεταφορά, φρονώ πως αξίζει να προσβλέπουμε σε μια ελληνοκυπριακή κοινωνία όπου οι ομιλητές θα αισθάνονται άνετοι να ανοίξουν το «σπίτι τους» (τη μητρική κυπριακή ελληνική) σε περισσότερες χρήσεις, προφορικές και γραπτές, αλλά και επαρκώς καταρτισμένοι να κυκλοφορούν στο «δημόσιο χώρο» (την κοινή ελληνική).

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 1ης Απριλίου 2007]