26/8/07

Μίλα μου για γλώσσα

Ο Αύγουστος, αν και κανονικά μήνας διακοπών, είναι η εποχή κατά την οποία οι δάσκαλοι αρχίζουμε να σκεφτόμαστε τι θα διδάξουμε το επερχόμενο ακαδημαϊκό έτος και πώς. Επίσης προετοιμάζουμε το υλικό μας ή, στη χειρότερη περίπτωση, προσπαθούμε να το οργανώσουμε με συστηματικό και εύληπτο τρόπο ώστε τον Σεπτέμβριο να το παρουσιάσουμε στους φοιτητές και να το συζητήσουμε μαζί τους.

Εισαγωγικά μαθήματα

Οι πρωτοετείς φοιτητές είναι πάντα το πιο συναρπαστικό γκρουπ φοιτητών. Υπάρχουν ωστόσο δυσκολίες: οι πρωτοτετείς φοιτητές έρχονται στην ανώτατη εκπαίδευση από ένα σχολικό σύστημα το οποίο εν πολλοίς καταστέλλει την κριτική σκέψη (κακά τα ψέματα) ενώ δεν ενθαρρύνει καθόλου τον μαθητή (και μέλλοντα φοιτητή και πολίτη) να κάνει ερωτήσεις, να αμφιβάλλει, ενδεχομένως να αμφισβητεί. Πολλές φορές οι πρωτοτετείς φοιτητές διακατέχονται από ένα κάποιο μούδιασμα απέναντι στις αυξημένες απαιτήσεις της ύλης στο πανεπιστήμιο, αφού από το σχολείο έχουνε προετοιμαστεί να αντιλαμβάνονται τις ανώτατες σπουδές αποκλειστικά ως πρόσκτηση και αφομοίωση ύλης. Κατά συνέπεια, καμμιά φορά τους διακρίνει και μια προκαταβολική απαξίωση απέναντι στη γνώση (“τι μας χρειάζονται όλα αυτά, κύριε;” και ούτω καθεξής).

Όταν μάλιστα διδάσκει κανείς Εισαγωγή στη Γλωσσολογία σε πρωτοτετείς, αντιμετωπίζει ένα επιπλέον πρόβλημα: πρέπει να μιλήσει στους φοιτητές για ένα γνωστικό αντικείμενο το οποίο (δυστυχώς) δε διδάσκεται καθόλου στα σχολεία. Έτσι, η εικόνα που έχουν οι πρωτοετείς φοιτητές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για τη γλωσσολογία συνήθως είτε είναι ένας κενός καμβάς, είτε αποτελείται από ένα σκαρίφημα περί ετυμολογίας.

Γιατί λοιπόν πρόκειται για “συναρπαστικό γκρουπ” φοιτητών; Γιατί η διδασκαλία της Εισαγωγής στη Γλωσσολογία, που απευθύνεται συνήθως σε πρωτοτετείς, είναι το αγαπημένο μου μάθημα; Κατά κάποιο παράδοξο τρόπο, ακριβώς για τους παραπάνω λόγους!

Πρώτα από όλα, παρουσιάζοντας τη Γλωσσολογία, έχει κανείς την ευκαιρία να παρουσιάσει για σχεδόν πρώτη φορά ένα καινούργιο γνωστικό πεδίο στην ολότητά του και από την αρχή. Επιπλέον, δεν πρόκειται για ένα γνωστικό πεδίο με κάποιο μακρινό αντικείμενο, όπως λ.χ. η παλαιοντολογία ή με αντικείμενο δυσπρόσιτο και άπιαστο για πολλούς, όπως λ.χ. η μαθηματική ανάλυση ή η τοπολογία: η γλώσσα βρίσκεται παντού και με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο μάς αφορά όλους.

Πολλοί προορισμοί

Ένας άλλος λόγος που χαίρομαι πραγματικά να διδάσκω εισαγωγές στη Γλωσσολογία είναι το εύρος και ο πλούτος της. Δε θα ήταν υπερβολικό ίσως να αναπαραγάγω εδώ τον ισχυρισμό του Neil Smith ότι η γλωσσολογία μας βάζει στο κέντρο του κόσμου – ή, τουλάχιστον, στο κέντρο της ανθρώπινης εμπειρίας περί τον κόσμο. Σε μια εποχή αναγκαίας και αναπόφευκτης εξειδίκευσης, η Γλωσσολογία ανοίγει πολλές πόρτες και παράθυρα ταυτόχρονα σε ένα πλατύ και ποικίλο τοπίο γνώσης, αντίληψης και επιστημονικής εξήγησης.

Αν κάποιος συναρπάζεται με τα αινίγματα του νου και της ανθρώπινης φύσης, π.χ. πώς ένα τόσο πολύπλοκο τυπικό σύστημα όπως η γλώσσα μπορεί να παράγεται στον ανθρώπινο εγκέφαλο με βάση λίγες αλλά σαφείς γενικές αρχές, θα βρει ενδιαφέρουσα τη Θεωρητική Γλωσσολογία και τα μυστικά της νοητικής γραμματικής. Αν κάποιος αισθάνεται δέος απέναντι στην ανάπτυξη του ανθρώπου, απέναντι στη μετάβασή του από άλαλο νήπιο σε παιδί που μιλάει ή νοηματίζει μέσα σε ένα διάστημα τριών-τεσσάρων χρόνων, αν θέλει να κατανοήσει και να βοηθήσει τα παιδιά με τυχόν γλωσσικές δυσκολίες, θα καταπιαστεί με την Εξελικτική Γλωσσολογία και τη μελέτη της γλωσσικής ανάπτυξης. Εάν κανείς προβληματίζεται για το πώς λειτουργεί η γλώσσα στις ανθρώπινες κοινωνίες και για τον κεντρικό ρόλο που παίζει η γλώσσα (η προφορά, η διάλεκτος, η αργκό…) όσον αφορά τη θέση του καθενός μας μέσα στην κοινωνία, θα στραφεί προς την Κοινωνιογλωσσολογία. Αν κάποιος είναι πιο ‘πειραματικός’ τύπος και επιθυμεί να φωτίσει το πώς παράγεται και γίνεται κατανοητή η ομιλία και ο γραπτός λόγος σε πραγματικό χρόνο, ίσως τότε να αφοσιωθεί περισσότερο στην Ψυχογλωσσολογία. Μπορεί κανείς πάλι, ενδεχομένως ομιλητής της ελληνικής, μιας γλώσσας με μακροχρόνια γραπτή παράδοση, να βρει γοητευτικό το πρόβλημα στο κέντρο της Ιστορικής Γλωσσολογίας: πώς και γιατί αλλάζουν οι ανθρώπινες γλώσσες με το πέρασμα του χρόνου.

Τα παραπάνω είναι λίγα μόνο από τα παράθυρα και τις πόρτες που μπορεί να ανοίξει ένα εισαγωγικό μάθημα στη Γλωσσολογία, και παρουσιάζονται ενδεικτικά (αλλά και ως ορεκτικά). Άλλωστε δε θα είχα σκοπό να δώσω εδώ έναν κατάλογο των πολλών κλάδων της Γλωσσολογίας ή των ακόμα περισσότερων περιοχών όπου συναντάει και συνδιαλέγεται με άλλα γνωστικά αντικείμενα, από τη μετάφραση μέχρι τους υπολογιστές, από την ανατομία μέχρι τα νομικά – και πάει λέγοντας. Εδώ θέλω απλώς να μοιραστώ τη χαρά του να ανοίγει κανείς πόρτες και παράθυρα στη μελέτη της γλώσσας. Φυσικά, η χαρά γίνεται μεγαλύτερη όταν τα πορτοπαράθυρα αυτά ανοίγονται για νέους ανθρώπους, και όχι μόνο για τους ‘λόγιους’ ή τους πολύ μελετηρούς: ακριβώς επειδή η γλώσσα είναι αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης, η μελέτη της, η Γλωσσολογία, έχει να προσφέρει κάτι και στους ‘θεωρητικούς’ και στους ‘πρακτικούς’.

Ακόμα καλύτερα, στη Γλωσσολογία θα βρούνε κάτι και εκείνοι οι νεανικοί νόες που τους απασχολούν οι γρίφοι, το πώς είναι φτιαγμένος ο κόσμος γύρω μας και το πώς δουλεύουνε τα πράγματα, αλλά και εκείνοι που κυρίως προβληματίζονται πάνω στην ανθρώπινη φύση και συμπεριφορά, την κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις. Με άλλα λόγια υπάρχει απήχηση στη Γλωσσολογία για εμάς, είτε είμαστε από αυτούς που διέλυαν ραδιόφωνα για να δούν από πού έρχεται η μουσική και που τους αρέσει να επιλύουν προβλήματα, είτε είμαστε από εκείνους που ονειρεύονται άλλες εποχές και κοινωνίες και που αναρωτιούνται για τη συμπεριφορά των ανθρώπων και τις διαφορές μεταξύ τους.

“Τι μας χρειάζονται όλα αυτά, κύριε;”

Δε μίλησα καθόλου για την πρακτική χρησιμότητα της Γλωσσολογίας και τις αναρίθμητες εφαρμογές της, ούτε για την επαγγελματική αποκατάσταση όσων τελικά επιλέγουν να τη σπουδάσουν. Άλλωστε, ακόμα και όταν διδάσκω εισαγωγικά μαθήματα, αφιερώνω πολύ λίγο χρόνο σε θέματα πρακτικών εφαρμογών και επαγγελματικών λύσεων. Δεν οφείλεται σε αμέλεια ή έλλειψη ρεαλισμού αυτή η παράλειψη, ούτε επειδή παραγνωρίζω τα πρακτικά προβλήματα των νέων ανθρώπων – και φυσικά το ζήτημα της εργασίας είναι ίσως το πιο σημαντικό από αυτά. Απλώς θέλω να πιστεύω ότι σπουδάζουμε για τον εαυτό μας και όχι για τον μέλλοντα εργοδότη μας, ότι επενδύουμε στον εαυτό μας και στη γνώση, προσπαθώντας – όσο γίνεται – να απαντήσουμε ερωτήσεις, να κατανοήσουμε τον κόσμο γύρω μας και να καλλιεργήσουμε τη δυνατότητά μας να συνεχίσουμε να κάνουμε ερωτήσεις. Η ανώτατη εκπαίδευση δεν είναι – και δεν μπορεί να είναι – ένα πολυετές σεμινάριο κατάρτισης προς απόκτηση πιστοποιητικών (α)καταλληλότητας για το ένα ή για το άλλο επάγγελμα. Αφήστε που σπάνια είναι ξεκάθαρο πότε και σε τι θα χρειαστεί κάτι που σπουδάζουμε στα είκοσί μας, ούτως ή άλλως…

Εύχομαι τέλος καλή σχολική και ακαδημαϊκή χρονιά σε όλους, είτε πρόκειται να διδαχθούν Γλωσσολογία, είτε όχι!

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 26ης Αυγούστου 2007]