27/9/09

Λεξιπενία και δανεισμός

‘Ομιλείτε ελληνικά;’

Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον στον Πολίτη της 23ης Αυγούστου το άρθρο ‘Ομιλείτε ελληνικά;’ του κυρίου Ιάκωβου Χρίστου, φιλολόγου. Το κείμενο συζητάει την κατάσταση της ελληνικής γλώσσας σήμερα και είναι αντιπροσωπευτικό του πώς αυτή γίνεται αντιληπτή από μια μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης.

Η διαπραγμάτευση του θέματος διαπνέεται από έντονη ανησυχία για την ελληνική γλώσσα αλλά και από αγωνία για τις προοπτικές της ακόμα και να επιβιώσει. Βεβαίως, η μέριμνα για την καλλιέπεια, η καλλιέργεια της γλώσσας και η ακριβολογία βρίσκονται στην καρδιά των προβληματισμών κάθε προηγμένου πολιτισμού. Επίσης, αποτελούν αντικείμενο των φροντίδων κάθε φιλολόγου, αλλά και κάθε μορφωμένου ανθρώπου.

Διαβάζοντας το συγκεκριμένο άρθρο διαπίστωσα ότι ο συγγραφέας του έχει προβληματιστεί έντονα για κάποια θέματα γλωσσικής χρήσης. Ταυτόχρονα ωστόσο μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι, τουλάχιστον σε αυτήν την περίπτωση, οι ανησυχίες και η αγωνία του για την ελληνική γλώσσα ξεκινούν από παρανοήσεις και κάποιες παραναγνώσεις, όχι από εμπειρικά δεδομένα και χειροπιαστά γεγονότα. Έτσι, παρότι το πάθος για τη γλώσσα είναι έκδηλο, δυστυχώς δε δείχνει να συνοδεύεται από την ανάλογη εποπτεία των γλωσσικών επιστημών και από την απαραίτητη εμβάθυνση σε ζητήματα σχετικά με τη φύση της γλώσσας καθεαυτή.

Λεξιπενία;

Ο κύριος Χρίστου αισθάνεται ότι η ελληνική γλώσσα κινδυνεύει – θέμα με το οποίο ξανασχοληθήκαμε στη στήλη την 3η Ιουνίου 2007 με τίτλο, ακριβώς, ‘Κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα;’. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται στην «ψευδαίσθηση ότι κατέχουμε και μιλούμε τη μητρική μας γλώσσα». Η διατύπωση αυτή είναι τουλάχιστον ατυχής: η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων κατέχουν και μιλούν τουλάχιστον μία μητρική γλώσσα, αυτό δεν επιδέχεται καμμιά αμφισβήτηση. Εάν τώρα αυτή η γλώσσα διαφέρει από τις παλιότερες μορφές της ή από την επίσημη ή τη δόκιμη ποικιλία, αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα, κοινωνικό και πολιτικό εν τέλει. Γενικά, άγλωσσοι ή ολιγόγλωσσοι άνθρωποι δεν υπάρχουν, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις με βαρειές διαταραχές νευρολογικής φύσεως. Δε συνεχίζω γιατί θεωρώ ότι ο κύριος Χρίστου, ως φιλόλογος, γνωρίζει καλύτερα κι από μένα ότι λ.χ. γλωσσική ικανότητα και ευφράδεια βεβαίως και δεν ταυτίζονται, κ.ο.κ.

Αμέσως μετά γίνεται λόγος για την ‘αποψίλωση, υποβάθμιση, κακοποίηση και νόθευση’ της γλώσσας μας. Κρίνοντας από την παράθεση του (εντελώς ατεκμηρίωτου κι αβάσιμου) κλισέ περί ανθρώπων με λεξιλόγιο 200-300 λέξεων παρακάτω, ο κύριος Χρίστου ταυτίζει τις τέσσερις αυτές πληγές με την εικαζόμενη συρρίκνωση του λεξιλογίου της ελληνικής. Παρά τους σχετικούς ισχυρισμούς (πάντοτε ατεκμηρίωτους, αβάσιμους και χωρίς παραπομπές στην έρευνα) δεν υπάρχει καμμία απολύτως ένδειξη ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει. Άλλωστε, αν μη τι άλλο, ο ίδιος ο κ. Χρίστου δείχνει πώς η γλώσσα «των νέων» εμπλουτίζεται δραματικά (αν και μάλλον προσωρινά) με πάμπολλες αγγλικές λέξεις. Έτσι, ακόμα και αν τα λεξιλόγιά μας βρίθουν από λέξεις ‘λάθος’ προελεύσεως, πάντως με τίποτα δε συρρικώνονται. Για τη λεγόμενη λεξιπενία έγραψα αναλυτικά στο άρθρο της 29ης Οκτωβρίου 2006 ‘Λεξιπενία ή κειμενική δυσπραξία;’.

Γλώσσα και σκέψη

Κατόπιν, όπως συμβαίνει πολύ συχνά, ο κ. Χρίστου επικαλείται το εκτός συμφραζομένων και ελαφρώς παραναγνωσμένο (αφού ο Βιτγκενστάιν μιλάει για τον φιλοσοφικό λόγο και τη φύση της γνώσης) παράθεμα του αυστριακού φιλοσόφου ότι τα όρια της γλώσσας συμπίπτουν με τα όρια του κόσμου. Το συνοδεύει μάλιστα με μια μαξιμαλιστική διατύπωση της ‘εικασίας του Whorf’, ότι δηλαδή η γλώσσα διαμορφώνει και περιορίζει τη σκέψη. Και ο αφορισμός του Βιτγκενστάιν και η εικασία του Whorf έχουν συζητηθεί επανειλημμένα και εκτενώς σε πλήθος εκλαϊκευτικών βιβλίων για τη γλώσσα, όπου έχουν τοποθετηθεί στις ορθές διαστάσεις τους, αν όχι αναιρεθεί. Αυτό θα έπρεπε να είναι γνωστό.

Σε αυτό το σημείο ομολογώ ότι με ανησυχεί το ότι γνώση που θα έπρεπε να αποτελεί κοινό κτήμα εδώ και τουλάχιστον τρεις δεκαετίες δεν φαίνεται να έχει υποπέσει στην αντίληψη ενός φιλολόγου. Αντιλαμβάνομαι ότι κάτι δυσάρεστο μάς λέει αυτό και για τις πανεπιστημιακές σχολές που παράγουν φιλολόγους αλλά και για τις αναιμικές προσπάθειες των Ελλήνων γλωσσολόγων για εκλαΐκευση και διάδοση των ανακαλύψεων της γλωσσικής επιστήμης.

Δανεισμός

Ένα τελευταίο σημείο: ο κ. Χρίστου αφιερώνει μεγάλο μέρος του άρθρου του στη σκιαγράφηση με ζωηρό και άμεσο τρόπο, αλλά και με αναπόφευκτη υπερβολή, κάποιων δανείων (‘παρεισφρήσεις’ τα ονομάζει) από τα αγγλικά στα ελληνικά. Ωστόσο, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας: όσα από αυτά επιζήσουν μέχρι την επόμενη δεκαετία (ποιος να θυμάται πια ξενισμούς όπως μπριγιόλ, σιλάνς, τζουστ κτλ. που μαράθηκαν όταν πέρασε η μόδα τους), θα ενσωματωθούν στη γλώσσα και θα προστεθούν στη χορεία μη-ελληνικών λέξεων στα ελληνικά όπως ‘παράδεισος’ από τα περσικά, ‘αμήν’ κι ‘οθόνη’ από τα εβραϊκά, ‘γλέντι’, ‘ταψί’ και ‘καφές’ από τα τούρκικα, ‘φουστάνι’ από τα αραβικά, ‘μπουγάδα’ από τα καταλανικά, ‘πιάτο’ και ‘πουκάμισο’ από τα ιταλικά – και ούτω καθεξής. Για να μην κουράζω τους αναγνώστες, σταματώ εδώ και παραπέμπω και πάλι σε παλιότερο άρθρο αυτής της στήλης με τίτλο ‘Δανεικά κι αγύριστα’, της 16ης Δεκεμβρίου 2007, όπου συζητιέται πιο διεξοδικά το θέμα του δανεισμού.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 27ης Σεπτεμβρίου 2009]

13/9/09

Τα μόρια της γλώσσας και η ζωή των λέξεων

Μορφήματα

Την προηγούμενη φορά είδαμε ότι οι περισσότερες λέξεις έχουν εσωτερική δομή, ότι δηλαδή διαιρούνται σε μικρότερα συστατικά, τα μορφήματα. Διακρίναμε τα μορφήματα σε όσα φέρουν κάποιο περιεχόμενο, τις ρίζες, όπως λ.χ. το βιδ- στο ‘βιδώνω’, και στα γραμματικά μορφήματα, που είναι φορείς γραμματικών χαρακτηριστικών όπως γένος, αριθμός, χρόνος, άρνηση, ποιόν ενεργείας κτλ. Σήμερα θα δούμε πώς συνδυάζονται οι ρίζες με τα γραμματικά μορφήματα και τι αινίγματα προκύπτουν από αυτή τη διαδικασία.

Κανόνες και περιορισμοί

Τα μορφήματα συνδυάζονται μεταξύ τους με βάση μορφολογικούς κανόνες και οι συνδυασμοί τους υπόκεινται σε περιορισμούς. Ένα παράδειγμα του πώς λειτουργεί ένας μορφολογικός κανόνας είναι η συμπεριφορά του μορφήματος –ότητα, το οποίο μετατρέπει το στοιχείο πάνω στο οποίο κολλάει σε ουσιαστικό που δηλώνει ιδιότητα: ψυχρός-ψυχρότητα, πολικός-πολικότητα, κόσμιος-κοσμιότητα κτλ. Ωστόσο, το –ότητα κολλάει μόνο πάνω σε επίθετα. Έτσι, δεν έχουμε λ.χ. βιβλίο-*βιβλιότητα.

Βεβαίως, και οι λέξεις συνδυάζονται μεταξύ τους με βάση κανόνες, που λέγονται συντακτικοί, για να σχηματίσουν φράσεις και λέξεις. Και οι συντακτικοί κανόνες υπόκεινται σε ποικίλους περιορισμούς (αλλά δε θα μπούμε σε λεπτομέρειες εδώ). Το βασικό σημείο είναι ότι μπορούμε να κατασκευάσουμε λέξεις συνδυάζοντας μορφήματα, όπως, αντίστοιχα, συνδυαζουμε λέξεις για να κατασκευάσουμε φράσεις και προτάσεις. Μπορούμε δηλαδή να πούμε με άλλα λόγια ότι ο συνδυαστικός μηχανισμός που συναρμολογεί λέξεις είναι αντίστοιχος με αυτόν που συντάσσει προτάσεις. Ενδεχομένως να πρόκειται για τον ίδιο μηχανισμό κατά βάθος.

Κι εδώ ακριβώς ανακύπτει ένα σοβαρό ζήτημα.

Θέματα ερμηνείας

Ενώ λοιπόν ο μηχανισμός που φτιάχνει λέξεις από μορφήματα (η μορφολογία) μοιάζει πάρα πολύ με αυτόν που φτιάχνει φράσεις και προτάσεις από λέξεις (τη σύνταξη), υπάρχει μια πολύ σοβαρή διαφορά μεταξύ τους στην ερμηνεία όσων παράγουν.

Στη σύνταξη, η ερμηνεία της φράσης συντίθεται απευθείας από τις σημασίες των λέξεων που την απαρτίζουν. Έτσι, π.χ., για να καταλάβουμε τι σημαίνει ‘άσπρο κουνέλι’, αρκεί να ξέρουμε τι σημαίνουν οι δύο λέξεις ‘άσπρο’ και ‘κουνέλι’. Στη σημασιολογία αυτό λέγεται συνθετικότητα (compositionality): το όλον προκύπτει από τον συνδυασμό των μερών.

Τώρα, και στη μορφολογία έχουμε κάποτε συνδυαστικότητα στην κατασκευή λέξεων από μορφήματα: η σημασία του ξε-βιδώνω είναι ξεκάθαρη εάν ξέρουμε τη σημασία του ‘ξε-’ και του ‘βιδώνω’. Ωστόσο, στο χτίσιμο λέξεων η συνδυαστικότητα μοιάζει να είναι η εξαίρεση: έτσι, η σημασία των περισσότερων λέξεων δεν προκύπτει από τις σημασίες των μορφημάτων που την απαρτίζουν. Απλό παράδειγμα και η λέξη ‘σουβλάκι’: ενώ ξεκάθαρα απαρτίζεται από τη ρίζα σουβλ- και το υποκοριστικό –άκι, η σημασία της δεν είναι συνάρτηση της σημασίας των δύο μορφημάτων, αφού ‘σουβλάκι’ δε σημαίνει μικρή σούβλα ή μικρό σουβλί. Αντίστοιχα η λέξη ‘γαλατ-άκι’ στην Κύπρο, που σημαίνει ‘σοκολατούχο γάλα’ ή ‘γάλα με κακάο’.

Η σημασία των λέξεων

Με άλλα λόγια, η σημασία μιας λέξης δεν μπορεί συνήθως να προβλεφθεί από τα μορφήματα που τη συνθέτουν: η ταχυ-πληρωμή είναι η γρήγορη πληρωμή, αλλά ο ταχυ-δρόμος δεν είναι ο γρήγορος δρόμος, και ούτω καθεξής. Προσέξτε επίσης ότι σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα μιλάμε αποκλειστικά για κυριολεκτικές σημασίες των λέξεων, όχι για μεταφορές, όπου – υπό τα κατάλληλα συμφραζόμενα – σχεδόν οποιαδήποτε λέξη μπορεί να σημάνει σχεδόν οτιδήποτε.

Ενώ λοιπόν λέξεις και φράσεις χτίζονται με αντίστοιχους τρόπους, η δομή των φράσεων παίζει καθοριστικό ρόλο στην ερμηνεία τους ενώ η δομή των λέξεων πάρα πολλές φορές μας λέει ελάχιστα για τη σημασία τους: το ασημόψαρο δεν είναι ψάρι, είναι ένα μικρό έντομο (λέπισμα το αργυρόχρουν). Αντίστοιχα, ‘ξεσκάω’ δε σημαίνει ‘δεν σκάω’ ή ‘σκάω έξω’ ή ‘σκάω εντελώς’, το ‘θερμοκήπιο’ δεν είναι κήπος – και ούτω καθεξής.

Με άλλα λόγια, οι συντακτικές δομές, οι φράσεις και οι προτάσεις, ερμηνεύονται σχεδόν πάντα ως συνάρτηση της δομής τους και του τι σημαίνουν οι λέξεις τους. Αντίθετα, οι ίδιες οι λέξεις είναι σημασιολογικά αυτόνομες και έχουν, όπως λέει κι ο μεγάλος μορφολόγος Aronoff, τη δικιά τους ζωή. Συνεπώς, οι σημασίες τους μπορεί να είναι πάρα πολύ απομακρυσμένες από τη σημασία των μορφημάτων που τις απαρτίζουν. Ακριβώς γιατί συμβαίνει αυτό, είναι ένα ζήτημα που προσπαθεί να εξιχνιάσει η σύγχρονη γλωσσολογική έρευνα.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 13ης Σεπτεμβρίου 2009]

6/9/09

Οι λέξεις, τα ροδάκινα και τα πράγματα

Οι περισσότερες συζητήσεις για τη γλώσσα αφορούν αποκλειστικά λέξεις: συχνά αντιμετωπίζουμε τη γλώσσα σαν να αποτελείται από λέξεις και μόνο. Η έμφαση που τους δίνουμε δεν είναι ούτε τυχαία ούτε ανεξήγητη, αφού οι λέξεις ανταποκρίνονται σε νοητικές έννοιες: νοητικές αναπαραστάσεις πραγμάτων στον κόσμο γύρω μας (π.χ. ροδάκινο, ιδρώνω) ή αφηρημένες έννοιες (π.χ. υπάρχω, περιορισμός). Έτσι, οι λέξεις δεν αποτελούν ετικέτες των πραγμάτων, άλλωστε ποιος μπορεί να μας δείξει έναν περιορισμό όπως μπορεί να μας δείξει ένα ροδάκινο. Ωστόσο, ακόμα και φαινομενικά απλές λέξεις (και έννοιες) όπως ‘ροδάκινο’ κρύβουν πολυπλοκότητα: σκεφτείτε, για παράδειγμα, πόσο δύσκολο είναι να διατυπώσουμε τη διαφορά μεταξύ ροδάκινου, γιαρμά, βανίλιας, κορόμηλου και νεκταρινιού, ακόμα και για όσους τα τρώμε χρόνια.

Φυσικά, το στοκ των λέξεων που διαθέτει μία γλώσσα δεν παραμένει σταθερό και αναλλοίωτο, αφού λέξεις εκλείπουν ή προστίθενται στη γλώσσα κάποτε με δανεισμό (π.χ. ‘παράδεισος’ από τα περσικά, ‘γλέντι’ και ‘καφές’ από τα τούρκικα, ‘φουστάνι’ από τα αραβικά, ‘πιάτο’ από τα ιταλικά, ‘μπουγάδα’ από τα καταλανικά κτλ.), κάποτε με βάση γραμματικές διαδικασίες (π.χ. ‘αλατ-ο-πίπερο’, ‘κουκουναρό-σπορος’, ‘διαφορετικ-ότητα’) και κάποτε με αλλαγή της σημασίας (π.χ. ‘υπουργός’ – που σήμαινε ‘υπηρέτης’, ‘δουλεύω’, ‘αγαθός’).

Τι είναι λοιπόν γλώσσα πέρα από τις λέξεις; Αν οι λέξεις είναι δομικά υλικά, όπως τα τούβλα και οι πέτρες, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε πως όποιος έχει έναν σωρό από δομικά υλικά έχει μια συνοικία με κτήρια και δρόμους. Αυτό που θα έλειπε στην περίπτωσή μας είναι το σχέδιο, η τεχνική και ο συνδυασμός των υλικών, δηλαδή οι δομικοί κανόνες με βάση τους οποίους χτίζονται τοίχοι, όροφοι και κτήρια. Επομένως, (μία) γλώσσα είναι και οι γραμματικοί κανόνες που διέπουν τον συνδυασμό των λέξεων (η σύνταξη), οι γραμματικοί κανόνες σχηματισμού λέξεων (η μορφολογία) και οι γραμματικοί κανόνες για το πώς προφέρεται η γλώσσα (φωνολογία). Έτσι, γλώσσες με αρκετά συγγενές λεξιλόγιο, όπως τα αγγλικά και τα ολλανδικά, διαφέρουν ξεκάθαρα μεταξύ τους ακριβώς λόγω των διαφορετικών γραμματικών κανόνων τους. Συνοψίζοντας, γλώσσα = λέξεις + γραμματική.

Η σύγχρονη γλωσσολογία κατέληξε στο συμπέρασμα πως τα γραμματικά συστήματα των ανθρώπινων γλωσσών διαφέρουν μεταξύ τους πολύ λιγότερο από όσο νομίζουμε, ότι διέπονται από «καθολικές αρχές» – δηλαδή από γενικές δομικές αρχές. Αυτές οι καθολικές αρχές (περι)ορίζουν τη γραμματική όλων των γλωσσών και πραγματώνονται σε όλα τα γραμματικά συστήματα. Συνεπώς δεν υπάρχουν γραμματικά συνθετότερες και λιγότερο σύνθετες γλώσσες, ούτε γλώσσες με πλουσιότερα ή πληρέστερα γραμματικά συστήματα από άλλες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω είναι κι αυτό της Γουόλμπιρι (Warlpiri), μιας από τις πολλές γλώσσες των Αβορίγινων της Αυστραλίας. Η μορφολογία της Γουόλμπιρι και κάποια συντακτικά χαρακτηριστικά της μοιάζουν με αυτά κλασσικών γλωσσών όπως η σανσκριτική, η αρχαία ελληνική, η λατινική. Αυτό το γεγονός είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, αφού μέχρι την άφιξη των Ευρωπαίων, στα τέλη του 18ου αιώνα, οι αυστραλιανοί Αβορίγινες είχανε ζήσει ως τροφοσυλλέκτες με στοιχειώδη εργαλεία και σε πλήρη απομόνωση από την υπόλοιπη ανθρωπότητα για περίπου 40.000 χρόνια.

Όλα αυτά θα έπρεπε να βάλουν σε αμφιβολίες τους θιασώτες απόψεων κατά τις οποίες υπάρχουν γλώσσες πολυπλοκότερες ή εκφραστικότερες από άλλες λόγω της γραμματικής δομής τους, αφού ακόμα και η γλώσσα μιας κοινωνίας τροφοσυλλεκτών ή η άγραφη διάλεκτος μιας κοινότητας φτωχών νομάδων παρουσιάζουν δομή και οργάνωση εφάμιλλες και εξίσου σύνθετες με αυτές γλωσσών με μακρά γραπτή παράδοση.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ αφορμής, της 6ης Σεπτεμβρίου 2009]