6/6/10

Το χρέος κι ο λεξικογράφος

Μεγάλωσα στου Γκύζη, το οποίο τις προάλλες είδα γραμμένο ‘Γκύζι’ πάνω στην πινακίδα του λεωφορείου 021. Βγαίνοντας στην Αλεξάνδρας αριστερά πηγαίναμε για Γουδί, το οποίο όμως έγινε Γουδή πριν κάποια χρόνια. Ακόμα και τώρα δεν ξέρω αν πρέπει να γράφω ‘κτήριο’ ή κτίριο’, ‘βρωμάω’ ή ‘βρομάω’. Στην περίπτωσή μου μάλιστα αυτός ο δισταγμός είναι πηγή αμηχανίας, αφού πολλοί θεωρούν εσφαλμένα ότι, ως γλωσσολόγος, θα έπρεπε να είμαι αυθεντία στο θέμα.

Μια στάνταρ απάντηση στο ερώτημα γιατί να υπάρχουν εναλλακτικές ορθογραφήσεις τόσων λέξεων δίνεται περίπου ως εξής: η ελληνική ορθογραφία είναι ιστορική, όπως και η αγγλική ή η ιρλανδική. Έτσι, γράφοντας τα ελληνικά, αποδίδουμε το πώς προφερόταν η γλώσσα πριν από αιώνες, εξού κι ότι έχουμε τόσους τρόπους να αποδίδουμε τον φθόγγο ‘ι’, κ.ο.κ. Η χρήση ιστορικής ορθογραφίας πάντως δεν είναι άσκηση εφαρμοσμένης αρχαιογνωσίας: σε μια γλώσσα με πλούσια μορφολογία, όπως η δική μας, η ιστορική ορθογράφηση διευκολύνει τον αναγνώστη λ.χ. να ξεχωρίζει με το μάτι το ‘τείχη’ από το ‘τοίχοι’, το ‘τύχη’ και το ‘τύχει’.

Η απάντηση στο ερώτημα γιατί να υπάρχει τόσο εκτενής ορθογραφική πολυτυπία συνεχίζει ως εξής: η ιστορική ορθογράφηση εγκιβωτίζει την ιστορία μιας λέξης, την ετυμολογία της. Έτσι, όταν εμπλουτίζεται ή διορθώνεται η επιστημονική γνώση, όταν π.χ. ανακαλύψουμε πώς η ‘ελαία’ έγινε ‘ελιά’ (κι όχι ‘εληά’) ή πώς ετυμολογείται το ρήμα ‘γλίτωνω’ (κι όχι ‘γλυτώνω’), τότε πρέπει να αλλάζει και η ορθογράφηση της λέξης – όπως στα παραδείγματα που μόλις παρέθεσα. Γι’ αυτό προκύπτει πολυτυπία.

Ωστόσο, πρέπει να γίνουν κάποιες διευκρινίσεις στα παραπάνω. Το πρώτο είναι προφανές: η ορθογράφηση μιας λέξης δεν είναι μόνο θέμα ετυμολογίας, είναι και θέμα κάποιων συμβατικών επιλογών. Πολύ χοντρικά, αποδίδουμε γραπτώς την ελληνική όπως προφερόταν στην ύστερη κλασσική εποχή – ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα, ενώ η αγγλική ορθογραφία είναι εικόνα του πώς προφερόταν η γλώσσα τον 15ο αιώνα. Επίσης, πάντοτε αποδίδουμε τον φθόγγο ‘j’ με ‘γι’, έστω κι αν ετυμολογικά το ‘γ’ εκείνο δε δικαιολογείται, όπως στη λέξη ‘γυαλί’ (δε γράφουμε ‘υαλί’) ή ‘γιαούρτι’. Με άλλα λόγια: και η πιο συνεπής ιστορική ορθογραφία εμπεριέχει ένα βαθμό συμβατικότητας που εξασφαλίζει την ομοιομορφία της γραπτής έκφρασης.

Πολλές φορές μάλιστα η σύμβαση καταστρατηγεί την ετυμολογία. Ένα γνωστό παράδειγμα είναι και το εξής: η λέξη ‘χρέος’ στα αγγλικά γραφόταν ‘dette’, αφού προέρχεται από την αντίστοιχη γαλλική (υπενθυμίζω ότι για δυόμισυ αιώνες επίσημη γλώσσα της Αγγλίας ήτανε τα γαλλικά). Το 1755 όμως ο Σάμιουελ Τζόνσον εκδίδει ένα μνημειώδες λεξικό της αγγλικής, με το οποίο σκόπευε να αποκαθάρει, να νομοθετήσει και να διορθώσει (κατά τις διακηρύξεις του) την αγγλική γλώσσα. Στο λεξικό του πρότεινε πολλες νέες ορθογραφήσεις λέξεων, οι οποίες θα απηχούσαν την ορθή ετυμολογία τους. Οι περισσότερες καθιερώθηκαν. Στην περίπτωση του ‘dette’ ο Τζόνσον πρότεινε το ‘debt’, με b, παρετυμολογώντας τη λέξη από το λατινικό ‘debitum’.

Κατόπιν έγινε αντιληπτό ότι ο τύπος ‘debt’ ήταν κάθε άλλο παρά ετυμολογικά ακριβής. Ωστόσο ο λανθασμένος αυτός τύπος κωδικοποιήθηκε και παρέμεινε μέχρι τις μέρες μας. Νομίζω ότι αυτό το παράδειγμα σκιαγραφεί το γεγονός ότι οι ορθογραφικές συμβάσεις ούτε μπορούν ούτε επιβάλλεται να ακολουθούνε συστηματικά και κατά πόδας την ετυμολογική έρευνα και τις εξελίξεις στην ιστορική γλωσσολογία. Ναι μεν η γραφή είναι ένα συμβατικό σύστημα που παρασιτεί πάνω στη φυσική γλώσσα και την αποδίδει οπτικά. Ταυτόχρονα όμως η ίδια η γραφή έχει τεράστια πολιτισμική αλλά και κοινωνική αξία και νομίζω ότι τελικά το ζητούμενο είναι να λειτουργεί ομαλά και να είναι προσιτή σε όλους.

Έτσι, ακόμα και για μια γλώσσα που ορθογραφείται ιστορικώς, η ετυμολογική πιστότητα και η ιστορική ακρίβεια δεν μπορούν να αποτελούν βασική προτεραιότητα, όταν μάλιστα το εγγράμματο μέρος του πληθυσμού είναι εξοικειωμένο με συγκεκριμένα οπτικά ινδάλματα για την τάδε ή τη δείνα λέξη. Πολλές φορές είναι καλύτερα να αφήνει κανείς το αυγό και το αυτί ως έχουν, κι ας μην έχει καμμιά θέση το ύψιλον μέσα τους, ετυμολογικά μιλώντας.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 6ης Ιουνίου 2010]