3/10/10

Οι γλωσσολόγοι και οι Υoung Αmericans

Σε μια σειρά ομιλιών για το ευρύ κοινό που διοργάνωσε η εφημερίδα Πολίτης στη Λευκωσία, παρουσίασα τρεις διαλέξεις για τη γλώσσα: μια μικρή εισαγωγή στη Γλωσσολογία. Στις πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις που ακολούθησαν ξανακούστηκε η ένσταση ότι οι γλωσσολόγοι, αντίθετα με τους αυστηρούς φιλολόγους, ανεχόμαστε ό,τι να ’ναι στη γλώσσα: και τα «επέλεξε τι θες» και ένα σωρό άλλα τέτοια.

Προσπάθησα να εξηγήσω λοιπόν ότι οι γλωσσολόγοι μελετάμε το γλωσσικό φαινόμενο και τη γλωσσική αλλαγή, τα οποία προσπαθούμε να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε, όχι να τα ρυθμίσουμε (τουλάχιστον όχι συνήθως). Η περιγραφή και η επιστημονική ερμηνεία του γλωσσικού φαινομένου δε συνιστούν βεβαίως τον αντίποδα της γλωσσικής ρύθμισης, όπως καμμιά φορά εσφαλμένα λέμε στους φοιτητές, παρά πρόκειται για κάτι τελείως διαφορετικό. Να το πω κι έτσι: άλλη η δουλειά του βοτανολόγου και άλλη του γεωπόνου.

Ωστόσο, βεβαίως, κάθε μορφωμένος άνθρωπος προβληματίζεται για τα γλωσσικά θέματα. Το κείμενο του Νίκου Ξυδάκη «Το κόνσεπτ, το πρότζεκτ, το μπάτζετ» στην Κ της 19ης Σεπτεμβρίου μιλάει για τα αγγλικά στη σύγχρονη Ελλάδα με τρόπο που αναδεικνύει τη διάσταση της γλώσσας ως πολιτισμικής κατασκευής και της γλώσσας ως φυσικού αντικειμένου. Ο Ξυδάκης επισημαίνει σωστά ότι η αγγλόχρωμη αργκό των νέων είναι εφήμερη: «κάθε γενιά χρειάζεται τη δική της ιδιόλεκτο, μια μυητική αργκό, προσωρινή […]». Εδώ υπενθυμίζω και τις λόγιες γαλλικούρες του πρώτου μισού του 20ου αιώνα ή τα γαλλικά με τα οποία η ρωσική ελίτ επικοινωνούσε τον 19ο αιώνα (όπως αποτυπώνεται και στα μεγάλα ρωσικά μυθιστορήματα της εποχής).

Στη συνέχεια ο Ξυδάκης αναρωτιέται «Γιατί τα αγγλικά κατακλύζουν τον καθημερινό λόγο;». Θα συμπληρώσω τον προβληματισμό του με κάποιες δικές μου εικασίες. Στο άρθρο λοιπόν υπάρχει μια διατύπωση-κλειδί: «τα πλούσια, καλά ελληνικά είναι δύσκολα και σχεδόν ανώφελα οικονομικά-εργασιακά». Εδώ ταιριάζει ωραιότατα ο παραλληλισμός με τις ρωσικές ελίτ του 19ου αιώνα, οι οποίες ναι μεν ρητόρευαν και προβληματίζονταν συστηματικά για τη μοίρα της Ρωσίας στον κόσμο και για τη μεγάλη αποστολή της, όμως παράλληλα θα επιθυμούσαν (και ενίοτε το έπρατταν) να βρίσκονται κάπου αλλού και να είναι κάποιοι άλλοι. Υποθέτω λοιπόν ότι τα ελληνικά είναι ντεπασέ οικονομικά-εργασιακά, όχι λόγω της παγκοσμιοποίησης και της επικράτησης αγγλικής ορολογίας στον χώρο των επιχειρήσεων, ούτε βεβαίως επειδή υφίσταται ενδεχόμενο «εγκατάλειψης της μητρικής γλώσσας». Ο λόγος που ακούμε τόσα αγγλικά είναι επειδή οι ελίτ που τα μασουλάνε θα ήθελαν κατά βάθος να είναι αμερικάνοι ή και τα αμερικανάκια που πρόθυμα χλευάζουν: αμερικάνοι οικονομικά και πολιτικά, ίσως και κοινωνικά και πολιτισμικά. Κάπως έτσι συνέβη και με τα γαλλικά παλιότερα.

Ενδεχομένως να πλανώμαι, επαναλαμβάνω ότι εικασίες κάνω. Όμως, όπως τόνισα και στις διαλέξεις, η Γλωσσολογία μάς προπονεί στο να ξεχωρίζουμε τη γλώσσα ως πολιτισμική κατασκευή, συστατικό ταυτότητας και εργαλείο κοινωνικοπολιτικής χειραφέτησης ή εξουσιασμού, από τη γλώσσα ως φυσικό αντικείμενο, πανανθρώπινο κτήμα και φαινόμενο γνωστικού χαρακτήρα μέσα στην ποικιλότητά του. Έτσι, στο θέμα μας, πριν μελετήσουμε τους κοινωνικούς παράγοντες που ευνοούν τον δανεισμό και την προσφυγή στην εναλλαγή κωδίκων πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε τους ενδογλωσσικούς μηχανισμούς του δανεισμού και της εναλλαγής κωδίκων: «[αγγλικά ουσιαστικά] δεμένα με λίγα ελληνικά ρήματα», λέει ο Ξυδάκης. Συνήθως γουίθ στρονγκ γκρηκ άξεντ, επίσης.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 3ης Οκτωβρίου 2010]