5/12/10

Ξέρει ο πρωθυπουργός ελληνικά;

Δεν πρωτοτυπεί ο Στάθης της Ελευθεροτυπίας όταν διαγινώσκει ότι ο Γιώργος Παπανδρέου πάσχει από κάποιου είδους γλωσσική διαταραχή, και μάλιστα γλωσσική διαταραχή γραμματικού χαρακτήρα. Γράφει λοιπόν στην Ελευθεροτυπία της Δευτέρας 8 Νοεμβρίου ότι «ο εντολοδόχος πρωθυπουργός της Τρόικας Παπανδρέου άρχισε να κλίνει τη λέξη ‘πατριώτης’ σε όλες τις πτώσεις – τις δύο που γνωρίζει».

Παρόμοια σχόλια γράφονται και ακούγονται για τις γλωσσικές του επιδόσεις από τον καιρό που ο Παπανδρέου ήταν απλός υπουργός, ενώ στο παρελθόν διαγνώσεις γραμματικών διαταραχών έχουνε γίνει και για τον Κώστα Σημίτη, για τον Μιλτιάδη Έβερτ και για άλλους πολιτικούς. Δεδομένου ότι δεν είμαι κλινικός γλωσσολόγος (άρα δεν μπορώ να δώσω ασφαλείς γνωματεύσεις σε ζητήματα διαταραχών) ούτε έχω μελετήσει την περίπτωση Παπανδρέου προσεκτικά, απλώς θα τη χρησιμοποιήσω για αφορμή για να μιλήσω για τα γλωσσικά λάθη.

Πράγματι, ακούγοντας κανείς τον πρωθυπουργό, γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι σε κάποια σημεία δε μιλάει στρωτά και αβίαστα. Για παράδειγμα, πολλές φορές επαναλαμβάνει συλλαβές, ενίοτε κομπιάζει ή κάνει σαρδάμ· επιπλέον, σε κάποιες περιπτωσεις ακυρολεκτεί: όταν χρησιμοποίησε την έκφραση «μηδέν εις το πηλίκιο» (αντί για «μηδέν εις το πηλίκο»), χάλασε ο κόσμος. Κάτι που, παρεμπιπτόντως, μαρτυρεί ποιες είναι οι ευαισθησίες και προτεραιότητες μεγάλου μέρους του δημοσιογραφικού κόσμου.
Βεβαίως, αν η γλώσσα που παράγουμε είναι ενδεικτική της νόησής μας, τέτοιες ευαισθησίες και προτεραιότητες είναι δικαιολογημένες: αν η ευφράδεια είναι δείκτης ευφυίας και ευστροφίας, αν ο εκφραστικός πλούτος υποδηλώνει ανεξαιρέτως βάθος σκέψης και ικανότητα για σύνθετη συλλογιστική, ποιος θέλει στο τιμόνι κάποιον που «γνωρίζει μόνο δύο πτώσεις»;

Ωστόσο, οι περισσότεροι αντιλαμβανόμαστε ότι δυσκολία στην ομιλία και γλωσσικά λάθη δε μαρτυρούν απαραίτητα κάποιο νοητικό έλλειμμα. Λόγου χάρη, πολλοί από εμάς (ένα 5 με 10%), αν και με νοημοσύνη μέσα στα κανονικά πλαίσια, πάσχουν από κάποιας μορφής Ειδική Γλωσσική Διαταραχή. Ενδεχομένως εκεί θα αναζητούσαν κάποιοι την αιτία της – ας πούμε – βραδυγλωσσίας του κυρίου Παπανδρέου. Δε θα έσπευδα να συγκαταλεγώ ανάμεσά τους.

Απεναντίας, για λίγο καιρό υποψιαζόμουν ότι όντως οι γλωσσικές δυσκολίες του πρωθυπουργού πήγαζαν από το ότι – όπως ισχυρίζονται κάποιοι – τα ελληνικά δεν είναι ανάμεσα στις μητρικές του γλώσσες. Αυτό ωστόσο θα προϋπέθετε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου τού απευθυνόταν αποκλειστικά στα αγγλικά όταν ήταν παιδί, πράγμα δύσκολο να πιστέψει κανείς, δεδομένων και των αγγλικών του Ανδρέα: κάποια στιγμή θα κουραζόταν. Τέλος πάντων, έχοντας πρόσφατα πολλές ευκαιρίες να παρακολουθήσω ομιλίες του Γιώργου Παπανδρέου και στα ελληνικά και στα αγγλικά, για τους γνωστούς πολύ δυσάρεστους λόγους, παρατήρησα ότι επαναλαμβάνει συλλαβές, κομπιάζει και κάνει σαρδάμ ακόμα και όταν μιλάει στην αγγλική. Η οποία, μετά από πρόχειρη παρατήρηση, δε φαίνεται να είναι μία από τις μητρικές του γλώσσες. Αλλού φαίνεται να βρίσκεται η αιτία της τάσης του πρωθυπουργού να σκοντάφτει στην ομιλία του και να κάνει (σχετικά) συχνά γλωσσικά λάθη.

Όσοι γνωρίζουν βασικές αρχές γλωσσολογίας (ή, έστω, έχουν αυτό που λέμε κοινό νου) αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ γλωσσικής ικανότητας (της υπόρρητης γνώσης της γλώσσας που έχουμε όλοι) και γλωσσικής πραγμάτωσης. Και όλοι έχουμε πείρα πόσο το άγχος, το τρακ, η κόπωση κτλ. επηρεάζουν τη γλωσσική πραγμάτωση και μας κάνουν να υποπίπτουμε σε λάθη, ανακολουθίες, σαρδάμ κτλ. Αντιλαμβανόμαστε επίσης ότι πολλοί από εμάς, όπως υπαινίχθηκα πιο πάνω, απλώς έχουμε μια γενικότερη δυσκολία στη γλωσσική πραγμάτωση: δε γυρίζει η γλώσσα μας, που λέμε. Αυτή θα υποψιαζόμουν ότι είναι και η περίπτωση Παπανδρέου.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 5ης Δεκεμβρίου 2010]