Σελίδες

19/10/22

Μεταφράζοντας αυτοσχέδια: υπάρχει λόγος σοβαρός;


Ομιλία μου στο πλαίσιο των εορτασμών της Παγκόσμιας Ημέρας Μετάφρασης, μετά από πρόσκληση της Πανελλήνιας Ένωσης Μεταφραστών και του Κέντρου Εκπαίδευσης Μεταφραστών meta|φραση την Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022.

9/4/22

Ζητήματα εκλαΐκευσης της γλωσσολογίας: Μέσα από τις λέξεις


Τηλεδιάλεξη ενταγμένη στον 3ο Κύκλο Τηλεδιαλέξεων με τίτλο «Γλώσσα, Λογοτεχνία, Γραμματισμοί» του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Ελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία» του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου (ΑΠΚΥ) στις 8 Απριλίου 2022.

21/3/22

Γιατί ασχολούμαστε με τη γλωσσολογία;

Μα επειδή η γλώσσα είναι πανανθρώπινη. Η γλώσσα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που μας κάνει ανθρώπους, όπως η ύφανση ιστών κάνει τις αράχνες και οι προβοσκίδες κάνουν τους ελέφαντες.Όντως η γλώσσα ως ζήτημα αφορά περισσότερο κόσμο απ’ ό,τι π.χ. η ιστορία, αφού όλοι οι άνθρωποι διαθέτουμε γλώσσα, ομιλούμενη ή νοηματική, ενώ το ιστορικό παρελθόν ίσως να μην απασχολεί κάποιους ανέμελους. Είναι αναπόφευκτο λοιπόν ότι όλοι σχεδόν θα έχουν απόψεις και γνώμες για τη γλώσσα, είτε είναι εργάτες του λόγου (π.χ. φιλόλογοι, μεταφραστές, επιμελητές, ποιητές, κ.ο.κ.) είτε όχι.

Επιπλέον, απόψεις και γνώμες για τη γλώσσα έχουν και πολλοί λόγιοι. Δυστυχώς οι περισσότεροι από αυτούς συνήθως εκφέρουν απόψεις και γνώμες βαρύγδουπα πατώντας πάνω σε παρωχημένες μελέτες για τη γλώσσα και αντλώντας αυτοπεποίθηση από την αυθεντία που τους χάρισαν γνωστικά αντικείμενα ξένα προς τη γλώσσα.

Εδώ λοιπόν χρειάζεται η γλωσσολογία: η επιστήμη της γλώσσας. Διοργανώνονται συνέδρια για τη γλώσσα χωρίς γλωσσολόγους, γνωμοδοτούν για τη γλώσσα μη γλωσσολόγοι, παραδίδονται μαθήματα και διαλέξεις για τη γλώσσα από εξέχοντες πλην άσχετους πανεπιστημιακούς, το γλωσσικό μάθημα απορρυθμίζεται ξανά και ξανά ερήμην στοιχειωδών ανακαλύψεων της γλωσσολογίας κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ.

O επιστημονικός λόγος για τη γλώσσα έχει δυστυχώς περιορισμένη διάδοση· επίσης, λίγο λόγω ελλιπούς ενημέρωσης, λίγο εξαιτίας του πόσο σέξι είναι οι ψευδογλωσσολογικές απόψεις για τη γλώσσα, ό,τι γνωρίζει ο μέσος άνθρωπος για τη γλωσσολογία είναι πιθανότατα λάθος. Όσο και αν επαναλαμβάνεται από τους γλωσσολόγους ότι η γλωσσολογία δεν είναι ετυμολογία, φιλολογία, σημειολογία, διόρθωση κ.λπ., διαρκώς κάτι τέτοια ακούει κανείς.

Χρειαζόμαστε λοιπόν και περισσότερη γλωσσολογία και να διαδοθεί όσο ευρύτερα γίνεται. Αυτό ισχύει όχι μόνο γιατί ούτως ή άλλως πρέπει η γνώση να βαθαίνει και να διαδίδεται, αλλά και για πρακτικούς λόγους.

Ας δούμε ένα παράδειγμα της πρακτικής αυτής αναγκαιότητας: τη γλωσσική ρύθμιση, δηλαδή πώς θέλουμε να μιλάμε δημόσια και ποια μορφή θέλουμε να έχει η γλώσσα που χρησιμοποιείται δημόσια και διδάσκεται στα σχολεία. Όσο καλές και να είναι οι προθέσεις μας, π.χ. η απάλειψη ασαφειών ή η λείανση των κοινωνικών ανισοτήτων όπως καταγράφονται στη γλώσσα, η γλωσσική ρύθμιση δεν μπορεί να αντιστρατεύεται το γραμματικό σύστημα της γλώσσας και δεν μπορεί να πηγαίνει κόντρα στο πώς λειτουργεί η γλώσσα. Δεν πρόκειται να βελτιώσουμε τη γλώσσα παραβιάζοντας τους ενδιάθετους κανόνες της γραμματικής. Με άλλα λόγια, η ρύθμιση οφείλει να σέβεται τη γραμματική.

Δεν νομίζω ότι θα διαφωνούσαν πολλοί με τη διατύπωση «Η ρύθμιση οφείλει να σέβεται τη γραμματική». Πώς όμως θα διερευνήσουμε τη γραμματική; Η φαινομενικά απλή γραμματική πραγματικότητα, π.χ. του πώς λειτουργεί το γραμματικό γένος και τα υποκοριστικά ή ποια είναι η «ορθή» προφορά μιας λέξης, είναι απατηλά και μόνο απλή. Τις περισσότερες φορές απαιτούνται σύνθετες επιστημονικές αναλύσεις για να αναλυθεί και να ερμηνευθεί η γραμματική δομή. Συνεπώς, αν βασιζόμαστε σε επιδερμικές και επιπόλαιες περιγραφές των γλωσσικών φαινομένων, είμαστε καταδικασμένοι να τα ρυθμίσουμε με λάθος τρόπο και σίγουρα να τα διδάξουμε με λάθος τρόπο.

Άρα κάθε υπεύθυνη απόπειρα ρύθμισης της γλώσσας προϋποθέτει σοβαρή γλωσσολογική ανάλυση του φαινομένου που θέλουμε να ρυθμίσουμε.

Δημοσιεύτηκε στη στήλη Γλωσσοεπιστήμη της εφημερίδας Πολίτης.

31/1/22

Πόντκαστ της σειράς Science Talks του Πανεπιστημίου Κύπρου

 Συζήτηση με τη Μαρίζα Λαμπίρη. Την ακούτε εδώ ή εδώ.

Θέματα:

Γιατί ασχολούμαστε με τη γλώσσα. Εγγραμματισμός. Η αγωνία για την ορθότητα στη γλώσσα. Γλώσσα και ταυτότητα.

Μονογλωσσία, διάλεκτοι και νόρμα. Κυπριακά.

Το γλωσσικό μάθημα στα σχολεία.

Συντομογραφίες, γραφή και γλώσσα. Υπερδιόρθωση.

Γλωσσική κατάκτηση.

Ορθογραφία. Τυποποίηση. Ιστορική ορθογραφία. 

Ποιες νοητικές κατηγορίες γραμματικοποιούνται. Γένος και χρώμα. Γλωσσικός σεξισμός.


29/1/22

Συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Πουλή

 Την βλέπετε εδώ:


Κείμενο που περιλαμβάνει και απομαγνητοφώνηση μέρους της συζήτησης εδώ. Αποσπάσματα:


Για τα λάθη:

Εδώ υπάρχουν τρία διαφορετικά ερωτήματα. Το πρώτο είναι το τι είναι λάθος. Αυτό  το κοιτάμε λίγο στο Μίλα μου για γλώσσα, το παλιό βιβλίο. Δηλαδή υπάρχουν λάθη τα οποία είναι σαρδάμ, υπάρχουν άλλα που είναι γίνονται αντιληπτά ως λάθη γιατί είναι προϊόντα γλωσσικής αλλαγής, όπως το ουσιαστικό ο ασθενής, του ασθενή, που είναι μία άλλη ιστορία από το επίθετο ο επιεικής, του επιεική. Είναι σοκαριστικό πόσο λίγη πραγματική έρευνα υπάρχει σε αυτά τα θέματα.

Πάρα πολλοί που ξεκινάνε να ρυθμίσουν αυτά τα θέματα βασίζονται σε περιστασιακές παρατηρήσεις,  σε επιδερμικές αναλογίες.

Και φυσικά υπάρχουν και λάθη τα οποία είναι απλώς ίχνη μιας άλλης γλωσσικής ποικιλίας. Στη θεωρητική γλωσσολογία προτιμάμε τον όρο ποικιλία αντί για γλώσσα, διάλεκτος ή το ελληνικής επινόησης “ιδίωμα”, έτσι ώστε να μη χρειάζεται να παίρνουμε πολιτικές αποφάσεις για το τι είναι τι.

[…]

Το επόμενο ζήτημα είναι γιατί να χρησιμοποιούμε διορθωτές, αφού εμείς οι γλωσσολόγοι είμαστε χίπηδες, λύνουμε τις πλεξούδες μας και τρέχουμε στα λιβάδια της γλωσσικής ελευθερίας. Υπάρχουν κοινωνίες οι οποίες έχουν μία νόρμα. Νόρμα είναι πολύ απλά αυτή η κοινώς αποδεκτή γλώσσα που χρησιμοποιούμε όλοι για επίσημες χρήσεις. Αν, ας πούμε, πάτε στη Νορβηγία υπάρχουν δύο γραπτές νόρμες και βέβαια ο καθένας μιλάει όπως θέλει. Σε μας υπάρχει μία νόρμα η οποία είναι η κοινή νεοελληνική, που υποτίθεται ότι είναι η γλωσσική ποικιλία που απαιτείται από εμάς να χρησιμοποιούμε. Έλα όμως που η κοινή νεοελληνική δεν έχει ένα όργανο να τη ρυθμίζει. Γιατί οι νόρμες χρειάζονται ένα όργανο να τις ρυθμίζει.


Για τις ρίζες των λέξεων: μεταξύ κλαρίνου και γαμπρού

Αυτό είναι ένα πολύ λεπτό τεχνικό ζήτημα. Και μάλιστα τόσο λεπτό που έχει αρχίσει να γίνεται αντικείμενο καλύτερης κατανόησης τα τελευταία είκοσι χρόνια. Θα αφήσω τον κλαρινογαμπρό και θα πιάσω το ψαρονέφρι.

Το ψαρονέφρι έχει δύο ρίζες: ψαρ- και νεφρ-. Όπως όλοι ξέρουμε, δεν έχει σχέση με το ψάρι και δεν έχει σχέση με τα νεφρά.

Κάποιοι καρπενησιώτες προσπαθούν να μου εξηγήσουν ότι αυτό συμβαίνει διότι αυτό που λέτε εσείς ψαρονέφρι δεν είναι αυτό που λέμε εμείς ψαρονέφρι, αλλά δεν θέλω να μπω σε τέτοιες αντιδικίες.

Το ψαρονέφρι δεν είναι ούτε ψάρι ούτε νεφρό. Θα πει λοιπόν κάποιος, ιδίως αν είναι από αυτούς τους επιδερμικούς τύπους που περιέγραψα πριν, που νομίζουν ότι μπορούν να κατανοήσουν τα γλωσσικά φαινόμενα κοιτώντας επιδερμικά πέντε ή δέκα παραδείγματα:  Άρα τα σύνθετα μπορούν να σημαίνουν ό,τι να ‘ναι. Καλόγερος είναι το σπυρί που βγάζω όταν έχω μόλυνση ή εκεί που κρεμάμε το παλτό, ψαρονέφρι δεν έχει σχέση με το ψάρι, δεν είναι νεφρό, ασημόψαρο είναι αυτό που μπαίνει μέσα στα βιβλία δεν είναι ούτε ψάρι, ούτε καν ασημί δεν είναι. Όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, διότι δίπλα στο ψαρονέφρι υπάρχει το ψαροκόκκαλο. Δίπλα στο ψαρονέφρι υπάρχει το ψαροκέφαλο. Άρα η λεπτή διάκριση που έχουμε να κάνουμε είναι μεταξύ ρίζας και ρίζας που έχει κατηγορία, που είναι η ουσιαστικό ή ρήμα.

[…]

Τα ρήματα δεν είναι απαραίτητα αυτά που έχουν τις καταλήξεις. Ρήμα στα ελληνικά μπορεί να θεωρήσει κάνεις κάτι σαν κουρεύ-. Το θέμα κουρεύ- που περιέχει τη ρίζα κουρ, και αυτό το “ευ” που λέει “γεια σας είμαι ρήμα”, αυτό έχει μία σημασία, αυτό που κάνουμε στα μαλλιά μας. Αλλά αν πάρουμε τη ρίζα κουρ- θα δούμε ότι υπάρχει και ένα ρήμα κουράρω και υπάρχει και ένα ρήμα κουράζω.

Άρα η ίδια η ρίζα δεν φαίνεται να έχει περιεχόμενο. Σημασία αποκτά από τη στιγμή που η ρίζα γίνεται ρήμα ή ουσιαστικό. Και εκεί θεωρούμε στην τρέχουσα έρευνα ότι είναι η διαφορά μεταξύ της ρίζας που δεν έχει περιεχόμενο και ενός ρήματος που έχει.

[...]
 

Για τον κίνδυνο του αφανισμού της ελληνικής γλώσσας:

Οι γλώσσες χάνουν το παιχνίδι όταν παύουν να κατακτώνται μέσα στο σπίτι ως μητρικές γλώσσες. Αυτό συνέβη εν πολλοίς με τα αρβανίτικα στην Ελλάδα και συμβαίνει εδώ και δεκαετίες με τα αρμάνικα, τα βλάχικα. Εκεί χάνεται η μπάλα. Όταν ξεκινάει μία γενιά χωρίς να έχει κατακτήσει στο σπίτι, και εννοώ στην αυλή, στη γειτονιά, το χωριό, την παραδοσιακή γλώσσα. Εκεί πεθαίνουν οι γλώσσες. Το χαρακτηριστικό είναι ότι οι περισσότερες γλώσσες που πεθαίνουν, πεθαίνουν όχι διότι αντικαθίστανται από τα αγγλικά, όπως πιστεύουν κάποιοι, αλλά διότι αντικαθίστανται από ντόπιες εθνικές γλώσσες.

Υπάρχει και η άλλη όψη. Σε μία κοινωνία η οποία είναι βάναυσα μονόγλωσση και έντονα εθνικιστική, η οποία δεν προσφέρει μέσω της εκπαίδευσης τη δυνατότητα της πολυγλωσσίας, κάποια στιγμή αναγκάζεσαι να επιλέξεις.

Παραδείγματος χάρη, φανταστείτε ότι είμαι ένα πιτσιρίκι που έρχεται από τον Αμαζόνιο. Μιλάω κάποια γλώσσα του Αμαζονίου, ας πούμε τα χισκαριάνα, είπα μία τυχαία γλώσσα, και πρέπει να κάνω κάτι στη ζωή μου, ενδεχομένως φεύγοντας από το δάσος ή από το χωριό μου. Θα πρέπει να μάθω πορτογαλικά. (Το παράδειγμα είναι εικονικό.  Δεν έχω κάποιο παράπονο από το βραζιλιάνικο σχολείο.) Αν το βραζιλιάνικο σχόλιο δεν μου επιτρέπει να καλλιεργήσω τα χισκαριάνα ταυτόχρονα με τα πορτογαλικά, πού είναι η νόρμα στη Βραζιλία και η οποία θα μου ανοίξει πόρτες, θα μου βρει δουλειά, θα με βοηθήσει να κοινωνικοποιηθώ και πέρα από τη φατρία, τη φάρα, τη φυλή μου, θα πρέπει κάποια στιγμή να πάρω μία απόφαση. Θα γυρίσω πίσω στο χωριό στον Αμαζόνιο, στα κουνούπια ή θα πάω να πάω να ζήσω το όνειρο στο Σάο Πάολο; Το βάζω με όρους αστικοποιησης για να μη μιλήσω με ελληνικά παραδείγματα, τα οποία πονάνε περισσότερο, στα οποία όμως πάλι υπάρχει το στοιχείο της αστικοποίησης, ειδικά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60.

Έτσι πεθαίνουν οι γλώσσες. Το να λέμε ότι θα πεθάνουν τα ελληνικά είναι κωμικό.