<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866</id><updated>2012-02-16T13:23:23.179+02:00</updated><category term='Καθημερινή'/><title type='text'>Γλωσσογραφίες</title><subtitle type='html'>Κείμενα του Ευθ. Φοίβου Παναγιωτίδη από τον τύπο.</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>100</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-6869525548337193222</id><published>2012-02-06T13:36:00.001+02:00</published><updated>2012-02-06T13:36:17.782+02:00</updated><title type='text'>«Ευελφάλεια» εκ του πονηρού</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;Η αλλόκοτη λέξη μού κίνησε αμέσως το ενδιαφέρον. Ισως είναι η πρώτη φορά στα ελληνικά πράγματα που χρησιμοποιείται αμάλγαμα ως πολιτικός όρος. Βεβαίως έχουνε προηγηθεί παιδικά ανέκδοτα, που ωραιότατα παραδειγματίζουν τι είναι αμάλγαμα, για το προγατάκι (από το πρόβατο+γατάκι), τον τσιγκουίνο (από το τσίγκος+πιγκουίνος), το καρχαρίνι (από το καρχαρίας+καναρίνι), τη φεταλούδα (από το φέτα+πεταλούδα) κ.λπ. Επίσης υπάρχουν αμαλγάματα πιο ενήλικου προσανατολισμού, σαν αυτά που παραθέτει το &lt;a href="http://www.slang.gr/"&gt;www.slang.gr&lt;/a&gt; ή ο Λ. Καλαβυρνάς στο Πλαθολόγιό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ενδιαφέρον της ευελφάλειας βρίσκεται και στην πρωτιά του, αλλά και ότι είναι αμάλγαμα μοναδικά κακόηχο και κακοχυμένο. Αυτό δεν οφείλεται στους ίδιους τους φθόγγους ή στον συνδυασμό τους αλλά στο ότι η λέξη είναι κακοσχηματισμένη γραμματικά. Ενώ υποτίθεται ότι «ευελφάλεια» είναι η ευέλικτη ασφάλεια, είναι πολύ δύσκολο για τον φυσικό ομιλητή της ελληνικής να το αντιληφθεί αυτό χρησιμοποιώντας μόνο τη γλωσσική του ικανότητα, την υπόρρητη γνώση του της γλώσσας. Αυτή η δυσκολία οφείλεται τουλάχιστον στον εξής λόγο:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντίθετα με λ.χ. το προγατάκι ή τη φεταλούδα, στην ευελφάλεια δεν συμφύρονται μια ρίζα, όπως πρόβατ-ο και φέτ-α, με μια λέξη (γατάκι ή πεταλούδα). Αντίθετα, στην ευελ-φάλεια, από την ευ-ελιξ-ία συμπεριλαμβάνεται το πρόθημα ευ- και προστίθενται οι δύο πρώτοι φθόγγοι της αυθαίρετα διχοτομημένης ρίζας, ενώ από την ασφάλ-εια προσαρτώνται πάλι αυθαίρετα οι τρεις τελευταίοι φθόγγοι του ασφάλ-. Αποτέλεσμα: ένα γραμματικό τέρας του Φρανκενστάιν που καταστρατηγεί τους κανόνες της ελληνικής γλώσσας και το γλωσσικό αίσθημα του φυσικού ομιλητή της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ως θεωρητικός γλωσσολόγος θα σταματούσα εδώ. Ωστόσο, αναρωτήθηκα γιατί κάποιος να μπει στον κόπο να συμπήξει ένα τόσο κακοσχηματισμένο αμάλγαμα. Ηθελε άραγε να αποδώσει μονολεκτικά το αμερικανικό flexicurity για λόγους λιτότητας; Δε θα πειθόμουν: μάλλον σε βερμπαλισμό και ακυρολεξίες μας έχουνε συνηθίσει οι πολιτικοί μας, παρά σε φιλότιμες προσπάθειες να λακωνίσουν. Ο λόγος που σκαρώθηκε το «ευελφάλεια» βρίσκεται αλλού: είναι ευφημισμός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διάφοροι φορείς, με προφανέστερους αλλά όχι μοναδικούς την ιδεολογία και τη διαφήμιση, καταχρώνται τον ευφημισμό ως μηχανισμό για να πουν μισές αλήθειες, δηλαδή ψέματα, αφού η απόκρυψη συναφούς μέρους της αλήθειας αποτελεί ψέμα. Πιο αναλυτικά: όταν προσπαθώ με τον ευφημισμό να συσκοτίσω μέρος των συμφραζομένων με πρόθεση να μην τα αντιληφθεί και να μην τα εξετάσει ο ακροατής μου, τότε ψεύδομαι. Ετσι, ο όρος «παράπλευρες απώλειες» (από το αγγλικό «collateral damage») θα δήλωνε όσα αφανίζονται γύρω από έναν στρατιωτικό στόχο («παραπλεύρως») όταν αυτός πλήττεται. Ωστόσο, η αμερικανική στρατιωτική μηχανή προπαγάνδας τον πρωτοχρησιμοποίησε για να περιγράψει όχι, λόγου χάρη, το οδόστρωμα ή τα γήπεδα γύρω από στρατιωτικές εγκαταστάσεις του εκάστοτε εχθρού της, αλλά ανθρώπους, και μάλιστα αμάχους. Φυσικά οι περισσότεροι έχουμε πια ανακωδικοποιήσει τον όρο «παράπλευρες απώλειες» ως «θύματα μεταξύ αμάχων», όμως η ηπιότερη συνδήλωσή της (λόγω και του ότι δεν περιέχει λέξεις όπως «θύμα» ή «άμαχος») την καθιστά μιας μορφής ψέμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ετσι ένας ευφημισμός όπως «ευέλικτη ασφάλεια» σύντομα θα γινόταν αντιληπτός ως τέτοιος, κατά το «παράπλευρες απώλειες», και λόγω της υποκριτικής χρήσης του επιθέτου «ευέλικτος», αντί λ.χ. του ακριβέστερου «μερική». Το πακετάρισμα (προκρούστειο, έστω) των δύο όρων στο «ευελφάλεια» πιθανόν εκφράζει την επιθυμία του δημιουργού του να κατασκευάσει έναν όρο καινούργιο, αδιαφανή και χωρίς καθόλου συνδηλώσεις, να πάει πέρα από τον ευφημισμό και προς την κατεύθυνση της συσκότισης. Είναι πράγματι ίδιον των δογματικών ιδεολογιών (κομμουνισμού, νεοφιλελευθερισμού κ.λπ.) να φροντίζουν να επινοούν όρους νεολογικούς ή αρκούντως αδιαφανείς ώστε να ονομάζουν την πραγματικότητα κατά βούληση, ελπίζοντας να την ποδηγετήσουν. Μόνο που στην περίπτωση του «ευελφάλεια», το αμάλγαμα είναι σκάρτο και από γραμματική άποψη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;i&gt;Ευχαριστώ την Π. Σουλτάτου για τα σχόλιά της&lt;/i&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_05/02/2012_471395"&gt;στη στήλη Εξ Αφορμής&lt;/a&gt; της 5ης Φεβρουαρίου 2012]&amp;nbsp;&amp;nbsp;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-6869525548337193222?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/6869525548337193222'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/6869525548337193222'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2012/02/blog-post.html' title='«Ευελφάλεια» εκ του πονηρού'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-3931062383948171645</id><published>2011-12-04T17:34:00.001+02:00</published><updated>2011-12-04T18:06:40.069+02:00</updated><title type='text'>Λογική και σημασιολογία</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;Ας σκεφτούμε ποιοι κλάδοι επιστημονικής γνώσης χρησιμοποιούνται κάποτε ως λοιδορίες: η φιλολογία και η φιλοσοφία, ιδίως στον πληθυντικό. Οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν με παρόμοιο τρόπο και το «semantics» (σημασιολογία), θεωρώντας ότι πραγματεύεται σχολαστικά και «φιλολογικά» (είδατε;) τις σημασίες των λέξεων, ότι πρόκειται για στρυφνή εξάσκηση στη διύλιση του κώνωπα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η σημασιολογία είναι η μελέτη της γλωσσικής σημασίας και, κατ’ επέκταση, της σχέσης της με τη νόηση. Οπως κάθε θεωρητικός κλάδος επιστημονικής γνώσης, έχει πρακτικές εφαρμογές μόνον εμμέσως. Ωστόσο, όπως κάθε θεωρητικός κλάδος επιστημονικής γνώσης, οι πρακτικές και εμπειρικές συνέπειές της είναι κεφαλαιώδους σημασίας, έστω και εμμέσως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα ξεκινήσω με μια εξιστόρηση, διαφωτιστική ελπίζω. Το 1995, όταν η Ευρώπη ήταν ακόμα και ιδεώδες, και όχι μόνον άθυρμα των «αγορών» ή σκακιέρα μικρών πολιτικών, πέντε φοιτητές από κάθε χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης στάλθηκαν στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών της Ρεν για να συμμετάσχουν σε σεμινάριο με θέμα τις προοπτικές καλής γειτονίας στην περιοχή, την εποχή αμέσως πριν από την ενδιάμεση συμφωνία με την περιφραστική γειτονική χώρα και μεσούσης της πολιορκίας του Σεράγεβο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενας από τους εισηγητές ήταν και ο φημισμένος Τυνήσιος ψυχαναλυτής Φετί Μπενσλαμά, ο οποίος, ανάμεσα στα άλλα, μας είπε ότι «ως γνωστόν, το αντίθετο του “όλοι” δεν είναι “κανείς”: το αντίθετο του “όλοι” είναι “όχι όλοι”». Προσωπικά, παρότι μόλις είχα αποφοιτήσει από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, είχα διδαχθεί ελάχιστη Σημασιολογία και καθόλου Λογική. Συνεπώς, εντυπωσιάστηκα και προβληματίστηκα από αυτή την απόφανση, που μου είχε φανεί βαθυστόχαστη και πρωτότυπη· κι ας αναρωτιόμουν πού να στηριζόταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολύ συχνά, όπως συνέχισε ο Μπενσλαμά, η πολιτική ρητορεία προσπαθεί να μας πείσει ότι το αντίθετο του «όλοι» είναι «κανείς» ή ότι το αντίθετο του «πάντοτε» είναι «ποτέ». Ενίοτε η πολιτική ρητορεία εκβιάζει τη συναίνεσή μας με αυτόν τον τρόπο: λ. χ,. προσπαθεί να μας πείσει πως αν δεν είναι αλήθεια ότι όλοι υποστηρίζουν την τάδε πολιτική, τότε κανείς δεν υποστηρίζει την τάδε πολιτική. Επίσης, και πάλι παραδείγματος χάρη, αν δεν είναι αλήθεια ότι πάντοτε συμβαίνει το δείνα γεγονός, τότε ποτέ δεν συμβαίνει το δείνα γεγονός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και όμως (όπως έμαθα αργότερα) οι αρχές της κατηγορικής λογικής, κλάδου της Λογικής και βασικού εργαλείου της Σημασιολογίας, μας δείχνουν ξεκάθαρα ότι η άρνηση, το «αντίθετο» αν θέλετε, του «όλοι», είναι το «όχι όλοι» και ότι η άρνηση, το «αντίθετο» αν θέλετε, του «πάντοτε» είναι το «όχι πάντοτε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί τα λέω αυτά. Πρώτον, γιατί η (τυπική) Λογική αποτελεί ουσιώδη γυμναστική για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης: μια έστω και στοιχειώδης εξοικείωση μαζί της θα μπορούσε να μας προστατέψει από λογικές πλάνες και λογικά άλματα που χρησιμοποιούνται στον δημόσιο λόγο, πλάνες και άλματα που αποσκοπούν στον πειθαναγκασμό και, ευρύτερα, στον έλεγχο της κοινής γνώμης. Το παράδειγμα που έφερα είναι σχετικά περιορισμένης εμβέλειας αλλά ενδεικτικό: αφθονούν τα δείγματα πολιτικής ρητορείας στα οποία η λογική καταστρατηγείται, ενώ βρίθουν από επικλήσεις στην «κοινή λογική». Δεύτερον, και γενικότερα, η εκλαΐκευση των θεωρητικών κλάδων της επιστήμης είναι δύσκολη υπόθεση και η εγγενής πολυπλοκότητά τους τις καθιστά μάλλον δύσπεπτες σε έναν κόσμο μπουχτισμένο από την πληροφορία και εθισμένο σε εύκολες εξηγήσεις και απλοϊκές ερμηνείες. Και όμως, όπως υπάρχει άρρηκτη σύνδεση μεταξύ των εξισώσεων της θεωρητικής φυσικής και του GPS στο αμάξι μας ή της μοριακής βιολογίας και των φαρμάκων μας, έτσι υπάρχει άρρηκτη σύνδεση μεταξύ Λογικής και πολιτικού λόγου, τελικά. Η Σημασιολογία μόνο περιττή δεν είναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;i&gt;Ευχαριστώ τους Γ. Βασιλάκη, Θ. Κάππα, Κ. Κωστάκο και Ι. Παπαδοπούλου για τη βοήθειά τους.&lt;/i&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_26/03/2011_436885"&gt;στη στήλη Εξ Αφορμής&lt;/a&gt; της 4ης Δεκεμβρίου 2011]&amp;nbsp;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-3931062383948171645?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3931062383948171645'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3931062383948171645'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2011/12/blog-post.html' title='Λογική και σημασιολογία'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-1037751457338085803</id><published>2011-03-27T14:35:00.003+03:00</published><updated>2011-03-27T14:53:18.739+03:00</updated><title type='text'>Το παρελθόν είναι ξένη χώρα</title><content type='html'>Δε χρειάζεται να εξηγήσει κανείς γιατί η αρχαία γλώσσα μας θεωρείται εθνικός θησαυρός, και μάλιστα αδαπάνητος και αναπαλλοτρίωτος: θα ήταν επίσης σπατάλη χώρου και αναγνωστικού χρόνου να εκθειάσει κανείς τη σημασία της ή το πόσο κεφαλαιώδη κείμενα γράφτηκαν σε αυτή. Αν αρμόζει η μεταφορά, η αρχαία ελληνική είναι μια θαυμαστή χώρα, όμορφη και συναρπαστική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο είναι ξένη χώρα. Προτού αγανακτήσει ο αναγνώστης ή ξεκινήσει να γράφει κάποια επιστολή διαμαρτυρίας, να εξηγηθώ: δε λέω ότι ανήκει στους ξένους, αλίμονο, άλλωστε την αποκάλεσα αναπαλλοτρίωτη πιο πάνω. Στο κάτω κάτω, οι γλώσσες στους ομιλητές τους ανήκουν τελικά. Την αποκαλώ ξένη από την άποψη του πόσο οικεία (δε) μας είναι: η Αρχαία μάς είναι απροσπέλαστη γραμματικά, εκτός και αν της αφιερώσουμε πολλή και κοπιώδη μελέτη, ενώ το λεξιλόγιό της κάποτε μας ξεγελάει, κάποτε κάτι μας θυμίζει, αλλά σπάνια μας είναι αναγνωρίσιμο χωρίς λεξικό. Όμως ας τα παραμερίσουμε όλα αυτά· ας αφήσουμε πίσω μας ακόμα κι ότι διαβάζουμε τα Αρχαία στην έντυπη εκδοχή της μικρογράμματης μορφής τους (καινοτομίας των βυζαντινών, αφού μέχρι τότε μόνον κεφαλαία υπήρχαν). Τουλάχιστον, η «τρομερή μας η λαλιά» θα μας ήταν οικεία σαν άκουσμα αν, παρά τις περικοπές στους πόρους για την Παιδεία, απορροφούσαμε ένα κονδύλιο για την κατασκευή μιας χρονομηχανής και μεταφερόμασταν στην Αθήνα του Σοφοκλέους, του Θουκυδίδου ή και του Αριστοτέλους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όχι. Δυστυχώς και εδώ, ιδίως εδώ, η Αρχαία θα μας ήταν αγνώριστη. Θα μας φαινόταν όχι μόνον ακατάληπτη στην προφορική της μορφή αλλά κι εντελώς ξενόφωνη. Τους χαρακτηριστικούς φθόγγους χ, γ, θ, δ, φ και β της νέας ελληνικής δε θα τους βρίσκαμε πουθενά, ο συνωστισμός μακρών φωνηέντων, βραχέων φωνηέντων και διφθόγγων (μερικών γνώριμων σε εμάς μόνον από ξένες γλώσσες) μέσα στα στόματα των ομιλητών θα μας ξένιζε οπωσδήποτε. Η κάπως σουηδόφωνη προσωδία της Αρχαίας με τα όντως μακρά και και τα όντως βραχέα αλλά και τους μουσικούς τόνους να ανεβαίνουν (οξεία) και να ανεβοκατεβαίνουν (περισπωμένη) θα μας έκανε να αναρωτιόμαστε μήπως η χρονομηχανή δε μας ταξίδεψε μόνο στον χρόνο αλλά και στον χώρο. Κα ποιος ξέρει τι άλλο, που χάθηκε μετά από 24 αιώνες σιωπής και μόνο γραπτής επιβίωσης της Αρχαίας. Μιας γλωσσικής ποικιλίας η οποία, μέσα από την Κοινή, διαμόρφωσε τη δική μας και, σε μεγάλο βαθμό, τον κόσμο όλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε θα μπορούσε όμως να έχει λειτουργήσει η καθαρεύουσα ως γέφυρα μεταξύ Αρχαίας και Νέας; Η καθαρεύουσα, αλλά και γενικά η προσέγγισή μας στην Αρχαία, ήταν βαθιά ανιστορική. Όπως μας δίδασκε η Μάρω Κακριδή-Φερράρι όταν ήμασταν φοιτητές, δε γίνεται να αναστήσεις τη μορφολογία και το συντακτικό μιας γλώσσας με τόσο διαφορετική προφορά από τη δική σου. Κοινώς, αν η καθαρεύουσα επικρατούσε, θα ήμασταν τουλάχιστον καταδικάσμένοι να μπερδεύουμε ημάς με υμάς. Παρόμοιες διαπιστώσεις έκαναν και οι λόγιοι που, ενώ ξεκίνησαν να αναβιώσουν τη βιβλική εβραϊκή στην Παλαιστίνη των αρχών του 20ου αιώνα, έγιναν κάποιοι από αυτούς μάρτυρες της δημιουργίας μιας καινούργιας ποικιλίας, της σύγχρονης εβραϊκής. Στη δική μας περίπτωση, η καθαρεύουσα ξεκίνησε ως πανελλήνιο διδακτικό πείραμα γλωσσικής αναβίωσης αλλά κατέληξε τροφοδότης λογαριασμός της σύγχρονης γλώσσας με λεξιλογικό πλούτο – αλλά και με πολλή επιπόλαια ή και επίπλαστη λογιοσύνη: τις ελληνικούρες. Δεν νομίζω πως θα μπορούσε να είχε γίνει κι αλλιώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γενικότερα, δεν πρέπει να μας ξεγελάει η σχετική αναγνωρισιμότητα που δίνει στην Αρχαία ο τρόπος γραφής της: η νέα ελληνική και η αρχαία ελληνική μοιάζουν και μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως δύο στάδια μιας αδιάσπαστης συνέχειας μόνο χάρη στη φιλολογική, στη γλωσσική και (τον τελευταίο ενάμισυ αιώνα) στη γλωσσολογική ανάλυση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και όπως πάντοτε, από την ξένη χώρα που λέγεται παρελθόν παίρνουμε βεβαίως ό,τι χρειαζόμαστε αλλά και μόνον ό,τι είμαστε σε θέση να πάρουμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_26/03/2011_436885"&gt;στη στήλη Εξ Αφορμής&lt;/a&gt; της 26ης Μαρτίου 2011]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-1037751457338085803?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1037751457338085803'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1037751457338085803'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2011/03/blog-post.html' title='Το παρελθόν είναι ξένη χώρα'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-654841640212736409</id><published>2011-02-20T19:37:00.001+02:00</published><updated>2011-02-20T19:39:57.125+02:00</updated><title type='text'>(Δε) μαθαίνω αγγλικές λεξούλες με τους αγαπημένους μου ήρωες</title><content type='html'>Ο ανηψιός μου βλέπει πολλή τηλεόραση. Το γεγονός αυτό δε με ανησυχεί ιδιαίτερα, άλλωστε ανήκω στην πρώτη γενιά που μεγάλωσε με τηλεόραση στην Ελλάδα και όταν ήμουν μικρός δεν ξεκολλούσα από μπροστά της, ενώ ήξερα απ’ έξω τις διαφημίσεις, τα διάφορα σήριαλ, κτλ. Ωστόσο δε με έβλαψε ιδιαιτέρως η προσήλωσή μου στο χαζοκούτι, παρ’ όλα όσα θρυλούνταν τότε κι αργότερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ανηψιός μου, που θα κλείσει τα τρία τον Μάιο, είναι πάντως πιο τυχερός από εμένα, αφού σήμερα υπάρχουν πάρα πολλές παιδικές εκπομπές που απευθύνονται σε συγκεκριμένες ηλικίες και με σαφείς εκπαιδευτικούς σκοπούς: να αναπτύξουν την προσοχή, την εφευρετικότητα και την παρατηρητικότητα των παιδιών, να εξασκήσουν τις μουσικές δεξιότητές τους ή να τα εξοικειώσουν με μουσική πέρα από τον καθημερινό θόρυβο, να τους εμπλουτίσουν το λεξιλόγιο, να τους βοηθήσουν να μάθουν ξένες γλώσσες κ.ο.κ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας δούμε λίγο αυτό το τελευταίο. Πολλές παιδικές εκπομπές αφηγούνται ιστοριούλες των οποίων οι χαρακτήρες επαναλαμβάνουν πολλές από τις λέξεις-κλειδιά και στα αγγλικά. Στην αρχή νόμισα ότι παράκουσα, μετά ξενίστηκα, κατέληξα να δυσαρεστηθώ. Να εξηγήσω γιατί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας πούμε ότι σε αυτά τα εκπαιδευτικού χαράκτηρα κινούμενα σχέδια η μικρή εξερευνήτρια ή ο φιλόπονος μάστορας βλέπουν, λ.χ., έναν χιμπαντζή ή ένα σφυρί. Θα πουν αντίστοιχα «κοίτα! ένας χιμπαντζής» ή «να το σφυρί!», ή κάτι τέτοιο. Κι αμέσως μετά θα προσθέσουν «τσιμπανζή» και «χάμερ». Υποθέτω ότι ο σκοπός αυτής της παράθεσης των αγγλικών συνωνύμων μετά από μια καινούργια λέξη είναι να εξοικειωθούν τα ελληνόπουλα με το αγγλικό λεξιλόγιο. Κι ενώ αυτή η πρακτική δε βλάπτει τους μικρούς τηλεθεατές, είναι πάντως εν πολλοίς μάταιη για τουλάχιστον τρεις λόγους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτον, οι λέξεις δίνονται με ελληνικότατη προφορά (γι’ αυτό χρησιμοποίησα ελληνικά γράμματα για τα πιο πάνω παραδείγματα), άρα τα νήπια και τα παιδιά μάλλον αδυνατούν να τις ξεχωρίσουν από τις λέξεις της μητρικής τους γλώσσας: κανένα τρίχρονο δεν προβληματίστηκε αν η λέξη ‘μπιμπερό’ ή ‘ασανσέρ’ είναι γαλλικής καταγωγής…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεύτερον, η παράθεση «αγγλικών» λέξεων εκτός γλωσσικών συμφραζομένων, δηλαδή «να το σφυρί! χάμερ!» δεν οδηγεί απαραιτήτως τους μικρούς θεατές στο να συμπεράνουν ότι λ.χ. το ‘χάμερ’ θα μπορούσε να είναι συνώνυμο του ‘σφυρί’ σε μια ξένη γλώσσα. Πιθανότατα λοιπόν αγνοούν εντελώς αυτά τα παράξενα εκφωνήματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τρίτον, ακόμα και αν οι αγγλικές λέξεις δίνονταν με τις ορθές προφορές τους (π.χ. «chimpanzee» με παχύ ch στην αρχή, βραχύ ι και μακρό ι στο τέλος κτλ.), είναι πάρα πολύ αμφίβολο ότι ο μικρός τηλεθεατής ή η μικρή τηλεθεάτρια θα μπορούσαν να ταυτίσουν τη σημασία της με την προηγούμενη λέξη. Στην καλύτερη περίπτωση θα εξοικειώνονταν μόνο με την ύπαρξη μιας ξένης γλώσσας, της αγγλικής, αλλά αυτή η εξοικείωση πρέπει να είναι αυτονόητη σε σπιτικά που διαθέτουν τηλεόραση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γενικότερα, ούτε οι μικροί, αλλά ούτε καλά-καλά οι μεγάλοι, μαθαίνουμε λεξιλόγιο εκτός συμφραζομένων, πολλώ δε μάλλον με την κάπως μπακάλικη μέθοδο του να παρατίθεται η ξένη μετάφρασή της αμέσως μετά την ελληνική λέξη. Εάν οι μεταγλωττιστές (και, βεβαίως, οι παραγωγοί) των εκπαιδευτικών αυτών εκπομπών συμβουλεύονταν κάποιον ειδικό στη γλωσσική ανάπτυξη, ίσως θα είχαν αποφύγει να ακολουθούν και να εφαρμόζουν τέτοιες ατελέσφορες μεθόδους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_20/02/2011_433132"&gt;στη στήλη Εξ Αφορμής&lt;/a&gt; της 20ης Φεβρουαρίου 2011]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-654841640212736409?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/654841640212736409'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/654841640212736409'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2011/02/blog-post.html' title='(Δε) μαθαίνω αγγλικές λεξούλες με τους αγαπημένους μου ήρωες'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-3966067773195469073</id><published>2010-12-05T12:50:00.001+02:00</published><updated>2010-12-05T12:57:15.094+02:00</updated><title type='text'>Ξέρει ο πρωθυπουργός ελληνικά;</title><content type='html'>Δεν πρωτοτυπεί ο Στάθης της Ελευθεροτυπίας όταν διαγινώσκει ότι ο Γιώργος Παπανδρέου πάσχει από κάποιου είδους γλωσσική διαταραχή, και μάλιστα γλωσσική διαταραχή γραμματικού χαρακτήρα. Γράφει λοιπόν στην Ελευθεροτυπία της Δευτέρας 8 Νοεμβρίου ότι «ο εντολοδόχος πρωθυπουργός της Τρόικας Παπανδρέου άρχισε να κλίνει τη λέξη ‘πατριώτης’ σε όλες τις πτώσεις – τις δύο που γνωρίζει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρόμοια σχόλια γράφονται και ακούγονται για τις γλωσσικές του επιδόσεις από τον καιρό που ο Παπανδρέου ήταν απλός υπουργός, ενώ στο παρελθόν διαγνώσεις γραμματικών διαταραχών έχουνε γίνει και για τον Κώστα Σημίτη, για τον Μιλτιάδη Έβερτ και για άλλους πολιτικούς. Δεδομένου ότι δεν είμαι κλινικός γλωσσολόγος (άρα δεν μπορώ να δώσω ασφαλείς γνωματεύσεις σε ζητήματα διαταραχών) ούτε έχω μελετήσει την περίπτωση Παπανδρέου προσεκτικά, απλώς θα τη χρησιμοποιήσω για αφορμή για να μιλήσω για τα γλωσσικά λάθη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πράγματι, ακούγοντας κανείς τον πρωθυπουργό, γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι σε κάποια σημεία δε μιλάει στρωτά και αβίαστα. Για παράδειγμα, πολλές φορές επαναλαμβάνει συλλαβές, ενίοτε κομπιάζει ή κάνει σαρδάμ· επιπλέον, σε κάποιες περιπτωσεις ακυρολεκτεί: όταν χρησιμοποίησε την έκφραση «μηδέν εις το πηλίκιο» (αντί για «μηδέν εις το πηλίκο»), χάλασε ο κόσμος. Κάτι που, παρεμπιπτόντως, μαρτυρεί ποιες είναι οι ευαισθησίες και προτεραιότητες μεγάλου μέρους του δημοσιογραφικού κόσμου.&lt;br /&gt;Βεβαίως, αν η γλώσσα που παράγουμε είναι ενδεικτική της νόησής μας, τέτοιες ευαισθησίες και προτεραιότητες είναι δικαιολογημένες: αν η ευφράδεια είναι δείκτης ευφυίας και ευστροφίας, αν ο εκφραστικός πλούτος υποδηλώνει ανεξαιρέτως βάθος σκέψης και ικανότητα για σύνθετη συλλογιστική, ποιος θέλει στο τιμόνι κάποιον που «γνωρίζει μόνο δύο πτώσεις»;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο, οι περισσότεροι αντιλαμβανόμαστε ότι δυσκολία στην ομιλία και γλωσσικά λάθη δε μαρτυρούν απαραίτητα κάποιο νοητικό έλλειμμα. Λόγου χάρη, πολλοί από εμάς (ένα 5 με 10%), αν και με νοημοσύνη μέσα στα κανονικά πλαίσια, πάσχουν από κάποιας μορφής Ειδική Γλωσσική Διαταραχή. Ενδεχομένως εκεί θα αναζητούσαν κάποιοι την αιτία της – ας πούμε – βραδυγλωσσίας του κυρίου Παπανδρέου. Δε θα έσπευδα να συγκαταλεγώ ανάμεσά τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απεναντίας, για λίγο καιρό υποψιαζόμουν ότι όντως οι γλωσσικές δυσκολίες του πρωθυπουργού πήγαζαν από το ότι – όπως ισχυρίζονται κάποιοι – τα ελληνικά δεν είναι ανάμεσα στις μητρικές του γλώσσες. Αυτό ωστόσο θα προϋπέθετε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου τού απευθυνόταν αποκλειστικά στα αγγλικά όταν ήταν παιδί, πράγμα δύσκολο να πιστέψει κανείς, δεδομένων και των αγγλικών του Ανδρέα: κάποια στιγμή θα κουραζόταν. Τέλος πάντων, έχοντας πρόσφατα πολλές ευκαιρίες να παρακολουθήσω ομιλίες του Γιώργου Παπανδρέου και στα ελληνικά και στα αγγλικά, για τους γνωστούς πολύ δυσάρεστους λόγους, παρατήρησα ότι επαναλαμβάνει συλλαβές, κομπιάζει και κάνει σαρδάμ ακόμα και όταν μιλάει στην  αγγλική. Η οποία, μετά από πρόχειρη παρατήρηση, δε φαίνεται να είναι μία από τις μητρικές του γλώσσες. Αλλού φαίνεται να βρίσκεται η αιτία της τάσης του πρωθυπουργού να σκοντάφτει στην ομιλία του και να κάνει (σχετικά) συχνά γλωσσικά λάθη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όσοι γνωρίζουν βασικές αρχές γλωσσολογίας (ή, έστω, έχουν αυτό που λέμε κοινό νου) αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ γλωσσικής ικανότητας (της υπόρρητης γνώσης της γλώσσας που έχουμε όλοι) και γλωσσικής πραγμάτωσης. Και όλοι έχουμε πείρα πόσο το άγχος, το τρακ, η κόπωση κτλ. επηρεάζουν τη γλωσσική πραγμάτωση και μας κάνουν να υποπίπτουμε σε λάθη, ανακολουθίες, σαρδάμ κτλ. Αντιλαμβανόμαστε επίσης ότι πολλοί από εμάς, όπως υπαινίχθηκα πιο πάνω, απλώς έχουμε μια γενικότερη δυσκολία στη γλωσσική πραγμάτωση: δε γυρίζει η γλώσσα μας, που λέμε. Αυτή θα υποψιαζόμουν ότι είναι και η περίπτωση Παπανδρέου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_05/12/2010_424482"&gt;στη στήλη Εξ Αφορμής&lt;/a&gt; της 5ης Δεκεμβρίου 2010]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-3966067773195469073?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3966067773195469073'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3966067773195469073'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/12/blog-post.html' title='Ξέρει ο πρωθυπουργός ελληνικά;'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-6664533376598042092</id><published>2010-10-03T11:21:00.001+03:00</published><updated>2011-02-13T01:47:51.672+02:00</updated><title type='text'>Οι γλωσσολόγοι και οι Υoung Αmericans</title><content type='html'>Σε μια σειρά ομιλιών για το ευρύ κοινό που διοργάνωσε η εφημερίδα Πολίτης στη Λευκωσία, παρουσίασα τρεις διαλέξεις για τη γλώσσα: μια μικρή εισαγωγή στη Γλωσσολογία. Στις πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις που ακολούθησαν ξανακούστηκε &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2007/03/blog-post.html"&gt;η ένσταση ότι οι γλωσσολόγοι, αντίθετα με τους αυστηρούς φιλολόγους, ανεχόμαστε ό,τι να ’ναι στη γλώσσα&lt;/a&gt;: και τα «επέλεξε τι θες» και ένα σωρό άλλα τέτοια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προσπάθησα να εξηγήσω λοιπόν ότι οι γλωσσολόγοι μελετάμε το γλωσσικό φαινόμενο και τη γλωσσική αλλαγή, τα οποία προσπαθούμε να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε, όχι να τα ρυθμίσουμε (τουλάχιστον όχι συνήθως). Η περιγραφή και η επιστημονική ερμηνεία του γλωσσικού φαινομένου δε συνιστούν βεβαίως τον αντίποδα της γλωσσικής ρύθμισης, όπως καμμιά φορά εσφαλμένα λέμε στους φοιτητές, παρά πρόκειται για κάτι τελείως διαφορετικό. Να το πω κι έτσι: άλλη η δουλειά του βοτανολόγου και άλλη του γεωπόνου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο, βεβαίως, κάθε μορφωμένος άνθρωπος προβληματίζεται για τα γλωσσικά θέματα. Το κείμενο του Νίκου Ξυδάκη «&lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_19/09/2010_415205"&gt;Το κόνσεπτ, το πρότζεκτ, το μπάτζετ&lt;/a&gt;» στην Κ της 19ης Σεπτεμβρίου μιλάει για τα αγγλικά στη σύγχρονη Ελλάδα με τρόπο που αναδεικνύει τη διάσταση της γλώσσας ως πολιτισμικής κατασκευής και της γλώσσας ως φυσικού αντικειμένου. Ο Ξυδάκης επισημαίνει σωστά ότι η αγγλόχρωμη αργκό των νέων είναι εφήμερη: «κάθε γενιά χρειάζεται τη δική της ιδιόλεκτο, μια μυητική αργκό, προσωρινή […]». Εδώ υπενθυμίζω και τις λόγιες γαλλικούρες του πρώτου μισού του 20ου αιώνα ή τα γαλλικά με τα οποία η ρωσική ελίτ επικοινωνούσε τον 19ο αιώνα (όπως αποτυπώνεται και στα μεγάλα ρωσικά μυθιστορήματα της εποχής).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη συνέχεια ο Ξυδάκης αναρωτιέται «Γιατί τα αγγλικά κατακλύζουν τον καθημερινό λόγο;». Θα συμπληρώσω τον προβληματισμό του με κάποιες δικές μου εικασίες. Στο άρθρο λοιπόν υπάρχει μια διατύπωση-κλειδί: «τα πλούσια, καλά ελληνικά είναι δύσκολα και σχεδόν ανώφελα οικονομικά-εργασιακά». Εδώ ταιριάζει ωραιότατα ο παραλληλισμός με τις ρωσικές ελίτ του 19ου αιώνα, οι οποίες ναι μεν ρητόρευαν και προβληματίζονταν συστηματικά για τη μοίρα της Ρωσίας στον κόσμο και για τη μεγάλη αποστολή της, όμως παράλληλα θα επιθυμούσαν (και ενίοτε το έπρατταν) να βρίσκονται κάπου αλλού και να είναι κάποιοι άλλοι. Υποθέτω λοιπόν ότι τα ελληνικά είναι ντεπασέ οικονομικά-εργασιακά, όχι λόγω της παγκοσμιοποίησης και της επικράτησης αγγλικής ορολογίας στον χώρο των επιχειρήσεων, ούτε βεβαίως επειδή υφίσταται ενδεχόμενο «εγκατάλειψης της μητρικής γλώσσας». Ο λόγος που ακούμε τόσα αγγλικά είναι επειδή οι ελίτ που τα μασουλάνε θα ήθελαν κατά βάθος να είναι αμερικάνοι ή και τα αμερικανάκια που πρόθυμα χλευάζουν: αμερικάνοι οικονομικά και πολιτικά, ίσως και κοινωνικά και πολιτισμικά. Κάπως έτσι συνέβη και με τα γαλλικά παλιότερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενδεχομένως να πλανώμαι, επαναλαμβάνω ότι εικασίες κάνω. Όμως, όπως τόνισα και στις διαλέξεις, η Γλωσσολογία μάς προπονεί στο να ξεχωρίζουμε τη γλώσσα ως πολιτισμική κατασκευή, συστατικό ταυτότητας και εργαλείο κοινωνικοπολιτικής χειραφέτησης ή εξουσιασμού, από τη γλώσσα ως φυσικό αντικείμενο, πανανθρώπινο κτήμα και φαινόμενο γνωστικού χαρακτήρα μέσα στην ποικιλότητά του. Έτσι, στο θέμα μας, πριν μελετήσουμε τους κοινωνικούς παράγοντες που ευνοούν τον δανεισμό και την προσφυγή στην εναλλαγή κωδίκων πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε τους ενδογλωσσικούς μηχανισμούς του δανεισμού και της εναλλαγής κωδίκων: «[αγγλικά ουσιαστικά] δεμένα με λίγα ελληνικά ρήματα», λέει ο Ξυδάκης. Συνήθως γουίθ στρονγκ γκρηκ άξεντ, επίσης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_03/10/2010_417079"&gt;στη στήλη Εξ Αφορμής&lt;/a&gt; της 3ης Οκτωβρίου 2010]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-6664533376598042092?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/6664533376598042092'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/6664533376598042092'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/10/oung-mericans.html' title='Οι γλωσσολόγοι και οι Υoung Αmericans'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-5902743328227503262</id><published>2010-09-05T10:50:00.004+03:00</published><updated>2010-09-09T12:04:40.003+03:00</updated><title type='text'>Από την Καθολική Γραμματική στην εξαφάνιση των γλωσσών</title><content type='html'>Δεν άργησε να αναδημοσιευθεί στα ελληνικά (στο Βήμα της 22ης Αυγούστου 2010) &lt;a href="http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&amp;amp;artid=349805&amp;amp;ct=33&amp;amp;dt=22/08/2010"&gt;το άρθρο της Christine Kenneally&lt;/a&gt; που παρουσιάζει πρόσφατους ισχυρισμούς των Λέβινσον και Έβανς (βασισμένους σε ήδη γνωστά δεδομένα) σχετικά με τη μη ύπαρξη της Καθολικής Γραμματικής, δηλαδή των κοινών δομικών χαρακτηριστικών όλων των ανθρώπινων γλωσσών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για να μη μένουν με την απορία οι αναγνώστες της Κ και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς, η Καθολική Γραμματική ως ένας πυρήνας δομικών αρχών και περιορισμών που διέπουν όλες τις ανθρώπινες γλώσσες εξηγεί με επάρκεια την κατά βάθος ομοιoμορφία των ανθρώπινων γλώσσών. Παράλληλα, η γοητευτική αλλά περιορισμένη ποικιλομορφία τους οφείλεται σε δύο παράγοντες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτον, κάποιες αρχές της Καθολικής Γραμματικής (όχι όλες τους) διακρίνονται από μιας μορφής ελαστικότητα: έτσι, όλες ανεξαιρέτως οι ανθρώπινες γλώσσες έχουν δομικού χαρακτήρα κανόνες, όμως μόνο μερικές από αυτές έχουν υποχρεωτικά υποκείμενα στις προτάσεις τους. Δεύτερον, οι γλώσσες διαφέρουνε βεβαίως και εξαιτίας εξωγενών παράγοντων, τους οποίους με θέρμη επικαλούνται οι Λέβινσον και Έβανς και συζητάει η Kenneally στο άρθρο της: π.χ. σε κοινωνίες όπως οι δικές μας στις οποίες οι γενεαλογίες και τα κοινωνικά δίκτυα είναι απλά και περιορισμένα, δεν υπάρχει μονολεκτικός όρος για τα ξαδέρφια εξ αγχιστείας, όπως τα παιδιά αδερφών συννυφάδων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προς τι λοιπόν το ενδιαφέρον του άρθρου; Κατ’ αρχήν στο ότι, αν και κακογραμμένο και μπερδεμένο, είναι λιγότερο ανακριβές απ’ ό,τι ένα μέσο άρθρο του επιστημονικού ρεπορτάζ. Αυτό βεβαίως δεν είναι και ιδιαίτερα παρήγορο, αφού το λεγόμενο επιστημονικό ρεπορτάζ αποτελεί παγκοσμίως συνεπή πηγή αφάνταστης διαστρέβλωσης και ενίοτε σουρεαλιστικής παραπληροφόρησης για επιστημονικά ζητήματα – ρωτήστε τους φυσικούς ή τους γιατρούς…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεύτερον, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει της μόδας να δημοσιεύονται εκτενή άρθρα για τη γλώσσα που διαλαλούν την πτώση της θεωρίας της Καθολικής Γραμματικής, την τελική αναίρεση της θεωρίας της Γενετικής Γραμματικής, τη διάψευση του Τσόμσκυ και άλλα παρόμοια. Το άρθρο της Kenneally εντάσσεται σε αυτήν την τάση. Φυσικά είναι αναγκαίο να αμφισβητούνται επιστημονικές θεωρίες και να επανεξετάζονται οι προβλέψεις και οι ισχυρισμοί τους. Έτσι, οι πρόσφατες προτάσεις του Μάικλ Τομαζέλλο (τον οποίο το Βήμα αναφέρει ως ‘Τομασίνο’) ότι η γλωσσική κατάκτηση των ρηματικών συνόλων μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά ως γενίκευση συγκεκριμένων μοτίβων έδωσε πολύτιμη ώθηση στις γλωσσικές σπουδές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό που καταντάει κουραστικό στον χώρο του επιστημονικού ρεπορτάζ γύρω από τη γλώσσα είναι ότι οι συντάκτες του ενδιαφέρονται κυρίως να υπερασπίσουν α πριόρι κάποιες πολιτικές ή ιδεολογικές θέσεις παρά να μιλήσουν για γλωσσολογικές ανακαλύψεις ή θεωρητικές προτάσεις για τη γλώσσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι, ούτε λίγο ούτε πολύ, το επιχείρημα της Kenneally πάει ως εξής: πρέπει να εγκαταλείψουμε τη θεωρία της Καθολικής Γραμματικής γιατί, αν όλες οι γλώσσες διέπονται κατά βάθος από τις ίδιες δομικές αρχές, τότε δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για τη μαζική εξαφάνιση γλωσσών: όλες ίδιες είναι στο κάτω-κάτω. Οι Λέβινσον και Έβανς είναι μόνο η αφορμή. Βεβαίως, η αντίληψη ότι θα πρέπει να διασώσουμε τις γλώσσες υπό εξαφάνιση μόνον αν αποτελούν ριζικά διαφορετικές λύσεις σε επικοινωνιακά προβλήματα μέσα σε συγκεκριμένα πολιτισμικά συμφραζόμενα, και όχι εάν αποτελούν παραλλαγές σε ένα γενετικά καθορισμένο θέμα, είναι σχεδόν παιδαριώδης. Άλλωστε αναιρείται και από την ίδια τη συντάκτρια στο τέλος του άρθρου της: οφείλουμε να διασώσουμε τις απειλούμενες με εξαφάνιση γλώσσες επειδή κάθε μία από αυτές «περιλαμβάνει ένα ολόκληρο ράφι βιβλιοθήκης με εθνολογικές πληροφορίες το οποίο κινδυνεύει να χαθεί χωρίς ποτέ να μάθουμε τι βιβλία περιείχε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Στη μνήμη του αγαπητού συναδέλφου Παύλου Παύλου που χάσαμε νεώτατο στις 22 Αυγούστου, χτυπημένο από καρκίνο.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_05/09/2010_413670"&gt;στη  στήλη Εξ Αφορμής&lt;/a&gt; της 5ης Σεπτεμβρίου  2010]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-5902743328227503262?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/5902743328227503262'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/5902743328227503262'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/09/blog-post.html' title='Από την Καθολική Γραμματική στην εξαφάνιση των γλωσσών'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-6082106100485842322</id><published>2010-07-18T17:40:00.002+03:00</published><updated>2010-07-22T17:44:44.248+03:00</updated><title type='text'>Γλωσσική κατάκτηση και κοινωνικός αποκλεισμός στο Γκάζι</title><content type='html'>Πριν λίγο καιρό η Τίνα Σταύρου των Δρόμων Ζωής μου μιλούσε για το αθόρυβο και ζωτικό έργο της εθελοντικής οργάνωσης, που ασχολείται με τα παιδιά από τη Θράκη που ζουνε στο Γκαζοχώρι. Ενώ συζητούσαμε, μου είπε για μια αξιοσημείωτη αλλαγή που συνέβη στη γειτονιά τα τελευταία χρόνια. Δε μιλάμε φυσικά για τη μετατροπή της γειτονιάς από άβατη φτωχογειτονιά σε μέγα διασκεδαστήριο, αλλά για ένα φαινόμενο πολύ πιο καθοριστικό για τη ζωή των κατοίκων της: ένα φαινόμενο όπου η πολιτική συναντάει τη γλωσσική ανάπτυξη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προτού προχωρήσω στην ουσία, μια διευκρίνιση για τους τύπους: η μειονότητα που ζούσε κι ακόμα ζει στο Γκαζοχώρι μιλάει τούρκικα και προέρχεται από τη Θράκη. Αντιλαμβάνομαι ότι από τη δεκαετία του ’80 και μετά γίναμε στην Ελλάδα θιασώτες των τύπων και των διατυπώσεων της συνθήκης της Λωζάννης, οπότε είτε ονομάζουμε τους μειονοτικούς της Θράκης αποκλειστικά «μουσουλμάνους», είτε διυλίζουμε τον κώνωπα σχετικά με την εθνοτική σύνθεση της μειονότητας (κατά το τριμερές σχήμα Τούρκοι-Πομάκοι-Ρομ), είτε καταφεύγουμε σε άλλους πατερναλιστικούς όρους. Θα παραμερίσω όλα τα παραπάνω γιατί συνιστούν μορφές εθελοτυφλίας, γλωσσικής αδικίας ή και γλωσσικής καταστολής (αφου ασκούμε εξουσία σε ό,τι ονομάζουμε μονομερώς).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν λοιπόν το κουλ Γκάζι ήταν απλώς το Γκαζοχώρι, τα μικρά παιδάκια από τη Θράκη μιλούσαν τη μητρική, και γλώσσα της κοινοτητάς τους, τουρκική αλλά και ελληνικά, τα οποία μάθαιναν από τη συναναστροφή τους με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς. Η συναναστροφή αυτή συντελούνταν και στην προσχολική ηλικία, σε μια παιδική χαρά στην οδό Βουτάδων, και στο δημοτικό σχολείο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δύο γεγονότα άλλαξαν αυτή την κατάσταση: η παιδική χαρά αντικαταστάθηκε από το αναίτια θηριώδες ορθομαρμαρωμένο μαυσωλείο που λειτουργεί ως ο σταθμός του Κεραμεικού. Έτσι μειώθηκαν δραματικά οι ευκαιρίες κοινωνικής (και άρα γλώσσικής) επαφής με ελληνόφωνα παιδακια. Παράλληλα, τα όρια της περιφερείας του δημοτικού σχολείου στο Γκάζι συρρικνώθηκαν, με αποτέλεσμα οι μαθητές του σχολείου να είναι πια στη συντριπτική πλειοψηφία τους τουρκόπουλα. Έτσι, τα παιδιά του σχολείου έχουνε πια πολύ λιγότερες ώρες επαφής με τα ελληνικά εκτός μαθήματος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το αποτέλεσμα είναι ότι τα μικρότερα τουρκόπουλα στο Γκάζι, οι καινούργιες γενιές, μιλάνε πια λιγότερα και ατελέστερα ελληνικά, πράγμα το οποίο επηρεάζει τη σχολική τους επίδοση, πράγμα το οποίο επηρεάζει τις μελλοντικές προοπτικές τους και την κοινωνικοποίησή τους έξω από την κοινότητά τους – με ό,τι αυτά συνεπάγονται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην πράξη λοιπόν βλέπουμε τις συνεπειες ενός εμπειρικά θεμελιωμένου κοινού τόπου στη Γλωσσολογία: κατακτούμε με ευκολία και ευχέρεια (και) τη γλωσσική ποικιλία που μιλούν οι συνομήλικοί μας όταν είμαστε περίπου 4 με 10 ετών. Αυτό είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης νόησης και βιολογίας: μέσα σε μια κρίσιμη ηλικία εντυπωνόμαστε (και) τη γλωσσική ποικιλία των συνομηλίκων, όχι μόνον των γονέων μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν λοιπόν κάποιοι συνομήλικοι αυτών των παιδιών μιλούσαν ελληνικά, τα τουρκόπουλα στο Γκάζι κατακτούσαν τη γλώσσα και γινόντουσαν δίγλωσσα, όπως π.χ. τα παιδιά μεταναστών ανά τον κόσμο, που κατακτούν τη γλώσσα της χώρας υποδοχής ξεπερνώντας τους γονείς τους σε γλωσσική ικανότητα. Λιγότερα ελληνόφωνα παιδιά στον κοινωνικό περίγυρο των παιδιών αυτών στην προσχολική και στην πρώτη σχολική ηλικία συνεπάγεται την αποτυχία τους να κατακτήσουν την ελληνική σε επίπεδο μητρικής ή σχεδόν μητρικής γλώσσας. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι προφανή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_18/07/2010_408073"&gt;στη  στήλη Εξ Αφορμής&lt;/a&gt; της 18 Ιουλίου  2010]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-6082106100485842322?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/6082106100485842322'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/6082106100485842322'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/07/blog-post.html' title='Γλωσσική κατάκτηση και κοινωνικός αποκλεισμός στο Γκάζι'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-1286718680180520449</id><published>2010-06-06T12:48:00.002+03:00</published><updated>2010-06-06T12:59:36.240+03:00</updated><title type='text'>Το χρέος κι ο λεξικογράφος</title><content type='html'>Μεγάλωσα στου Γκύζη, το οποίο τις προάλλες είδα γραμμένο ‘Γκύζι’ πάνω στην πινακίδα του λεωφορείου 021. Βγαίνοντας στην Αλεξάνδρας αριστερά πηγαίναμε για Γουδί, το οποίο όμως έγινε Γουδή πριν κάποια χρόνια. Ακόμα και τώρα δεν ξέρω αν πρέπει να γράφω ‘κτήριο’ ή κτίριο’, ‘βρωμάω’ ή ‘βρομάω’. Στην περίπτωσή μου μάλιστα αυτός ο δισταγμός είναι πηγή αμηχανίας, αφού πολλοί θεωρούν εσφαλμένα ότι, ως γλωσσολόγος, θα έπρεπε να είμαι αυθεντία στο θέμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια στάνταρ απάντηση στο ερώτημα γιατί να υπάρχουν εναλλακτικές ορθογραφήσεις τόσων λέξεων δίνεται περίπου ως εξής: η ελληνική ορθογραφία είναι ιστορική, όπως και η αγγλική ή η ιρλανδική. Έτσι, γράφοντας τα ελληνικά, αποδίδουμε το πώς προφερόταν η γλώσσα πριν από αιώνες, εξού κι ότι έχουμε τόσους τρόπους να αποδίδουμε τον φθόγγο ‘ι’, κ.ο.κ. Η χρήση ιστορικής ορθογραφίας πάντως δεν είναι άσκηση εφαρμοσμένης αρχαιογνωσίας: σε μια γλώσσα με πλούσια μορφολογία, όπως η δική μας, η ιστορική ορθογράφηση διευκολύνει τον αναγνώστη λ.χ. να ξεχωρίζει με το μάτι το ‘τείχη’ από το ‘τοίχοι’, το ‘τύχη’ και το ‘τύχει’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η απάντηση στο ερώτημα γιατί να υπάρχει τόσο εκτενής ορθογραφική πολυτυπία συνεχίζει ως εξής: η ιστορική ορθογράφηση εγκιβωτίζει την ιστορία μιας λέξης, την ετυμολογία της. Έτσι, όταν εμπλουτίζεται ή διορθώνεται η επιστημονική γνώση, όταν π.χ. ανακαλύψουμε πώς η ‘ελαία’ έγινε ‘ελιά’ (κι όχι ‘εληά’) ή πώς ετυμολογείται το ρήμα ‘γλίτωνω’ (κι όχι ‘γλυτώνω’), τότε πρέπει να αλλάζει και η ορθογράφηση της λέξης – όπως στα παραδείγματα που μόλις παρέθεσα. Γι’ αυτό προκύπτει πολυτυπία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο, πρέπει να γίνουν κάποιες διευκρινίσεις στα παραπάνω. Το πρώτο είναι προφανές: η ορθογράφηση μιας λέξης δεν είναι μόνο θέμα ετυμολογίας, είναι και θέμα κάποιων συμβατικών επιλογών. Πολύ χοντρικά, αποδίδουμε γραπτώς την ελληνική όπως προφερόταν στην ύστερη κλασσική εποχή – ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα, ενώ η αγγλική ορθογραφία είναι εικόνα του πώς προφερόταν η γλώσσα τον 15ο αιώνα. Επίσης, πάντοτε αποδίδουμε τον φθόγγο ‘j’ με ‘γι’, έστω κι αν ετυμολογικά το ‘γ’ εκείνο δε δικαιολογείται, όπως στη λέξη ‘γυαλί’ (δε γράφουμε ‘υαλί’) ή ‘γιαούρτι’. Με άλλα λόγια: και η πιο συνεπής ιστορική ορθογραφία εμπεριέχει ένα βαθμό συμβατικότητας που εξασφαλίζει την ομοιομορφία της γραπτής έκφρασης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολλές φορές μάλιστα η σύμβαση καταστρατηγεί την ετυμολογία. Ένα γνωστό παράδειγμα είναι και το εξής: η λέξη ‘χρέος’ στα αγγλικά γραφόταν ‘dette’, αφού προέρχεται από την αντίστοιχη γαλλική (υπενθυμίζω ότι για δυόμισυ αιώνες επίσημη γλώσσα της Αγγλίας ήτανε τα γαλλικά). Το 1755 όμως ο Σάμιουελ Τζόνσον εκδίδει ένα μνημειώδες λεξικό της αγγλικής, με το οποίο σκόπευε να αποκαθάρει, να νομοθετήσει και να διορθώσει (κατά τις διακηρύξεις του) την αγγλική γλώσσα. Στο λεξικό του πρότεινε πολλες νέες ορθογραφήσεις λέξεων, οι οποίες θα απηχούσαν την ορθή ετυμολογία τους. Οι περισσότερες καθιερώθηκαν. Στην περίπτωση του ‘dette’ ο Τζόνσον πρότεινε το ‘debt’, με b, παρετυμολογώντας τη λέξη από το λατινικό ‘debitum’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατόπιν έγινε αντιληπτό ότι ο τύπος ‘debt’ ήταν κάθε άλλο παρά ετυμολογικά ακριβής. Ωστόσο ο λανθασμένος αυτός τύπος κωδικοποιήθηκε και παρέμεινε μέχρι τις μέρες μας. Νομίζω ότι αυτό το παράδειγμα σκιαγραφεί το γεγονός ότι οι ορθογραφικές συμβάσεις ούτε μπορούν ούτε επιβάλλεται να ακολουθούνε συστηματικά και κατά πόδας την ετυμολογική έρευνα και τις εξελίξεις στην ιστορική γλωσσολογία. Ναι μεν η γραφή είναι ένα συμβατικό σύστημα που παρασιτεί πάνω στη φυσική γλώσσα και την αποδίδει οπτικά. Ταυτόχρονα όμως η ίδια η γραφή έχει τεράστια πολιτισμική αλλά και κοινωνική αξία και νομίζω ότι τελικά το ζητούμενο είναι να λειτουργεί ομαλά και να είναι προσιτή σε όλους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι, ακόμα και για μια γλώσσα που ορθογραφείται ιστορικώς, η ετυμολογική πιστότητα και η ιστορική ακρίβεια δεν μπορούν να αποτελούν βασική προτεραιότητα, όταν μάλιστα το εγγράμματο μέρος του πληθυσμού είναι εξοικειωμένο με συγκεκριμένα οπτικά ινδάλματα για την τάδε ή τη δείνα λέξη. Πολλές φορές είναι καλύτερα να αφήνει κανείς το αυγό και το αυτί ως έχουν, κι ας μην έχει καμμιά θέση το ύψιλον μέσα τους, ετυμολογικά μιλώντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_5_06/06/2010_403166"&gt;στη στήλη Εξ Αφορμής&lt;/a&gt; της 6ης Ιουνίου  2010]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-1286718680180520449?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1286718680180520449'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1286718680180520449'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/06/blog-post.html' title='Το χρέος κι ο λεξικογράφος'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-8735602095545697817</id><published>2010-03-28T19:08:00.002+03:00</published><updated>2010-04-26T20:23:24.125+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Καθημερινή'/><title type='text'>Ανάπτυξη και όχι εκμάθηση</title><content type='html'>Την προηγούμενη φορά, ξεκινώντας από την παραδοχή μου ότι δεν πρόκειται να μάθω τούρκικα, αναρωτηθήκαμε γιατί οι ενήλικες είναι τόσο κατώτεροι από τα νήπια στη γλωσσική κατάκτηση, κάτι που χαρακτήρισα παράδοξο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για να κατανοήσουμε αυτό το παράδοξο, πρέπει να μην αντιμετωπίζουμε τη γλωσσική κατάκτηση ως κλασσική μάθηση. Πράγματι οι ενήλικοι είναι καλύτεροι στο να αποστηθίζουν, να μαθαίνουν κανόνες παιχνιδιών, ιστορία, πώς να συναλλάσσονται με υπηρεσίες κτλ. Η γλώσσα όμως δε μαθαίνεται με αυτόν τον τρόπο, παρά αναπτύσσεται στον άνθρωπο περίπου όπως το περπάτημα ή η σεξουαλική συμπεριφορά. Και οι τρεις είναι εξαιρετικά σύνθετες συμπεριφορές, οι οποίες αποτελούν προϊόν αλληλεπίδρασης μεταξύ βιολογικής ανάπτυξης (ωρίμασης) και κοινωνικού περιβάλλοντος. Η ανάπτυξή και των τριών είναι αναπόφευκτη, καθορίζεται από συγκεκριμένα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, ενώ συντελείται μέσα σε καθορισμένο χρονικό πλαίσιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μενοντας στη γλώσσα, τα ανθρώπινα όντα μεταξύ της γέννησης και πάνω-κάτω του τέταρτου έτους της ηλικίας τους έχουν ενεργή τη βιολογική προδιάθεση να αναπτύξουν γλώσσα, η οποία μετά το έκτο έτος σιγά-σιγά ατονεί, για να σβήσει μέχρι την ενηλικίωση. Κατά την «κρίσιμη περίοδο» αυτή, το παιδί θα απορροφήσει σα σφουγγάρι τη γλώσσα (ή γλώσσες) του περίγυρού του, χωρίς να έχει ανάγκη διδασκαλίας ή ειδικής εξάσκησης: έτσι, αν μεγαλώσει στο Τόκυο, η γλωσσική του ικανότητα θα ‘μεταφραστεί’ σε γιαπωνέζικα, κ.ο.κ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γλωσσική μας ικανότητα παγιώνεται λοιπόν ως μία ή περισσότερες γλώσσες μέχρι το πέρας της κρίσιμης περιόδου. Μετά από εκείνη την ηλικία, η γλωσσική ανάπτυξη, η εκμάθηση δηλαδή μιας «ξένης» γλώσσας, παίρνει ποιοτικά διαφορετικό χαρακτήρα και καθίσταται δυσχερέστερη. Η φωνολογία (δηλαδή η γραμματική των φθόγγων) της μητρικής μας γλώσσας περιορίζει πλέον τις αρθρωτικές και τις αντιληπτικές μας ικανότητες: γι’ αυτό λ.χ. δυσκολευόμαστε στη διάκριση μακρού-βραχέος ι στα ‘sheep’—‘ship’ της αγγλικής. Η μορφολογία (η γραμματική του σχηματισμού λέξεων) της μητρικής μας γλώσσας μάς εμποδίζει να χειριστούμε και να αναλύσουμε ξένες λέξεις με γραμματικά χαρακτηριστικά που δεν απαντούν σε αυτή: έτσι οι ομιλητές της ρωσικής (που δεν έχει οριστικό άρθρο) δυσκολεύονται με τα άρθρα ενώ της τουρκικής (που δεν έχει γραμματικό γένος) με το γραμματικό γένος των ελληνικών. Τέλος, η σύνταξη (η γραμματική του σχηματισμού προτάσεων) επηρεάζει και την κατανόηση αλλά και την παραγωγή προτάσεων σε ξένες γλώσσες: χαρακτηριστικά, ακόμα και προχωρημένοι ελληνόφωνοι ομιλητές της αγγλικής ως ξένης γλώσσας, σχηματίζουν ερωτήσεις χωρίς την αντιστροφή του βοηθητικού, λέγοντας “We can go now?” αντί για “Can we go now?”. Και ούτω καθεξής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα εύλογο ερώτημα είναι γιατί χρειαζόμαστε ενδιάθετους γλωσσικούς κανόνες για να περιγράψουμε τη διαδικασία της γλωσσικής κατάκτησης. Γιατί, λόγου χάρη, δεν μπορούμε να πούμε ότι μαθαίνουμε τη γλώσσα κάνοντας γενικεύσεις με βάση τη γλώσσα που ακούμε ως μικροί ομιλητές; Άλλωστε, μεγάλο μέρος της κλασσικής μάθησης βασίζεται στην αναλογία και στη γενίκευση: έτσι, αν έχουμε χρησιμοποιήσει κινητό τηλέφωνο, ίσως μπορούμε αναλογικά να χειριστούμε και συσκευές που δεν έχουμε ξαναχρησιμοποιήσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γλώσσα όμως δε δουλεύει έτσι, μέσω γενίκευσης και αναλογίας. Αναλύοντας χιλιάδες γλωσσικά φαινόμενα σε εκατοντάδες γλώσσες, πάντοτε αναγκαζόμαστε να υποθέσουμε μάλλον σύνθετους κι εξειδικευμένους κανόνες, ακόμα και σε περιπτώσεις φαινομενικά απλών γραμματικών δομών. Οι αναλογικές γενικεύσεις πάντοτε αποτυγχάνουν – όπως άλλωστε ξέρουμε όλοι όσοι προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε «απλά» ένα γραμματικό φαινόμενο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παραπάνω μόλις αρχίζουν να σκιαγραφούνε μια παραγνωρισμένη αλήθεια: η γλωσσική ικανότητα, κληρονομιά του καθενός από εμάς, αναλφάβητου ή μορφωμένου, είναι σαφώς συνθετότερη από όσο νομίζουμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_28/03/2010_395506"&gt;στη  στήλη &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Εξ Αφορμής&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;, της 28ης  Μαρτίου 2010]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-8735602095545697817?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/8735602095545697817'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/8735602095545697817'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/03/blog-post_28.html' title='Ανάπτυξη και όχι εκμάθηση'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-1052229515576617270</id><published>2010-03-16T00:41:00.002+02:00</published><updated>2010-03-16T00:57:31.559+02:00</updated><title type='text'>Διακοπή</title><content type='html'>Από την εφημερίδα Πολίτης ανακοινώθηκε σήμερα ένας αριθμός αποφάσεων που πάρθηκαν εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης. Ανάμεσά τους είναι η συρρίκνωση του κυριακάτικου Παραθύρου (του πολιτιστικού ένθετου της εφημερίδας που φιλοξενούσε τη στήλη μου) από 12σέλιδο σε 8σέλιδο. Επίσης, η άμεση διακοπή της συνεργασίας της εφημερίδας με εξωτερικούς συνεργάτες, ανάμεσα στους οποίους και εγώ. Ακόμα πιο δυσάρεστη είναι η απόφαση για απόλυση εννέα εργαζομένων στην εφημερίδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως αντιλαμβάνεστε, τα παραπάνω συνεπάγονται ότι πλέον δε θα εμφανίζονται κείμενά μου από τον Πολίτη ανά (σχεδόν) τακτά διαστήματα. Επί της αρχής, δε θα είχα αντίρρηση να συνεχίσω να γράφω στην εφημερίδα αφιλοκερδώς. Ωστόσο, αφενός απλώς δεν υπάρχει πλέον ο &lt;span style="font-style: italic;"&gt;χώρος&lt;/span&gt; που θα φιλοξενούσε κείμενά μου. Αφετέρου, δεν είναι σωστό να συνεισφέρει κανείς δωρεάν υλικό σε εφημερίδες, όταν πολλοί επαγγελματίες πασχίζουν να βιοποριστούν με την πέννα ή το πληκτρολόγιό τους: πολύ απλά, δεν είναι σωστό να χαλάμε την πιάτσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θέλω να ευχαριστήσω τον Πολίτη για την τετραετή φιλοξενία και φροντισμένη παρουσία των περίπου 80 κειμένων μου. Πιο προσωπικά, θέλω να ευχαριστήσω ειλικρινά τις δημοσιογράφους Μερόπη Μωυσέως και Χριστίνα Λάμπρου (συντάκτριες του Παραθύρου)  αλλά και τους διορθωτές και όσους μόχθησαν αυτά τα χρόνια στην παραγωγή των κειμένων μου. Επίσης, θέλω να ευχαριστήσω τους αναγνώστες της στήλης για τα σχόλια και την υποστήριξή τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντιλαμβάνομαι ότι θα συνεχίσω να γράφω στη στήλη Εξ Αφορμής της Καθημερινής, οπότε (αν όλα πάνε καλά) αυτό το μπλογκ θα συνεχίσει να ανανεώνεται τακτικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ε. Φοίβος Παναγιωτίδης&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-1052229515576617270?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1052229515576617270'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1052229515576617270'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/03/blog-post_16.html' title='Διακοπή'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-981599901225549278</id><published>2010-03-14T14:50:00.002+02:00</published><updated>2010-03-14T14:55:14.996+02:00</updated><title type='text'>Η Γλωσσολογία στα αθηναϊκά βιβλιοπωλεία</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Βιβλιότσαρκα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρόσφατα γύρισα τα βιβλιοπωλεία της Αθήνας για να ενημερωθώ για τις καινούργιες εκδόσεις στον χώρο της Γλωσσολογίας. Όπως συνήθως, επισκέφτηκα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία στο κέντρο της πόλης. Τα περισσότερα από αυτά έχουν ένα τμήμα που ονομάζουν «Γλωσσολογία». Σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι δεν πέρασα από εκείνα τα μαγαζιά που διαθέτουν ξενόγλωσσα βιβλία, αφού με ενδιέφερε να ρίξω μια ματιά στις εκδοτικές εξελίξεις, στις νέες γλωσσολογικές εκδόσεις, πάνω στον ευρύτερο τομέα μου &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;στα ελληνικά&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Καινούργιες εκδόσεις&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το θέαμα που αντίκρυσα δεν ήταν ενθαρρυντικό. Δεν είδα καμμία καινούργια έκδοση στη νεοελληνική γλώσσα στον κλάδο της Γλωσσολογίας. Μάλλον είδα, αλλά μόνο δύο: το καινούργιο ετυμολογικό &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;λεξικό &lt;/span&gt;της νεοελληνικής που εξέδωσε το Κέντρο Λεξικολογίας, έργο μιας ομάδας επίλεκτων λεξικολόγων και λεξικογράφων υπό τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη, και έναν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τιμητικό τόμο&lt;/span&gt; για τον Χρίστο Τσολάκη. Κατά τα άλλα, τίποτα. Είναι σαν να πάει κάποιος στο τμήμα αρχιτεκτονικής ενός βιβλιοπωλείου και, από καινούργιες κυκλοφορίες, να βρει λ.χ. έναν τόμο για τον μοντερνισμό στην Κύπρο και ένα αφιέρωμα στον Άρη Κωνσταντινίδη – ή κάτι τέτοιο. Με άλλα λόγια: σημαντικές και οι δύο εκδόσεις αλλά καλύπτουν ένα ελάχιστο μέρος του εκτενούς φάσματος της επιστημονικής μελέτης της γλώσσας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Τα ράφια της Γλωσσολογίας&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έψαξα λοιπόν για παλιότερα βιβλία. Σε όλα τα βιβλιοπωλεία βρήκα κάποιες περιγραφές διαλέκτων της ελληνικής γλώσσας, πάντοτε καλοδεχούμενες. Βρήκα μελέτες για τη διδασκαλία της γλώσσας – αλλά αυτό δεν είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ακριβώς&lt;/span&gt; Γλωσσολογία. Βρήκα πολλά παλιότερα βιβλία για την ιστορία της Ελληνικής και κάποια συγγράμματα που διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δε βρήκα την ελληνική έκδοση του «Γλωσσικού Ενστίκτου». Δε βρήκα τη «Φωνολογία» των Νέσπορ και Ράλλη. Δε βρήκα την «Εισαγωγή στη Θεωρητική Γλωσσολογία» της Φιλιππάκη-Warburton, την «Εισαγωγή στη μελέτη της γλώσσας», το «Λεξικό γλωσσολογικών όρων» των Κρύσταλ και Ξυδόπουλου, τους «Δέκα μύθους για την ελληνική γλώσσα». Δε βρήκα κανένα βιβλίο του Χριστίδη, του Μπαμπινιώτη ή της Φραγκουδάκη. Τουλάχιστον σε ένα βιβλιοπωλείο υπήρχαν τα δυο βιβλία του Σαραντάκου και ένα του Γ. Χάρη – κι αυτό ήταν όλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γενικά είχα την εντύπωση ότι δεν περιδιάβαινα μια συγκροτημένη συλλογή βιβλίων Γλωσσολογίας προς πώληση, παρά το συμφυρματικό στοκ που βρίσκει κανείς σε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;στοκατζίδικα &lt;/span&gt;και σε βιβλιοπωλεία &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μεταχειρισμένων βιβλίων&lt;/span&gt;. Για να μην είμαι άδικος, πολλές φορές η συλλογή Γλωσσολογίας σε κάποια παλαιοβιβλιοπωλεία είναι πληρέστερη και πιο ισοζυγισμένη από αυτές των μεγάλων βιβλιοπωλείων της πρωτεύουσας του ελληνόφωνου κόσμου…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Και λοιπόν;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα πείτε ότι τα παραπάνω δεν είναι τόσο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τραγικά&lt;/span&gt;. Ωστόσο νομίζω πως είναι για δύο λόγους:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτον, &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ενδιαφέρον&lt;/span&gt; για τη γλώσσα και τη γλωσσολογία υπάρχει, εντονότατο. Τα περισσότερα γλωσσολογικά βιβλία στα ελληνικά απευθύνονται σε ένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ευρύτερο κοινό&lt;/span&gt; και δεν είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μονογραφίες&lt;/span&gt; τεχνικού χαρακτήρα ή συλλογικοί τόμοι που απευθύνονται σε ειδικούς. Γιατί δε φτάνουν στα ράφια των κεντρικών βιβλιοπωλείων;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο δεύτερος λόγος που η κατάσταση μοιάζει απογοητευτική είναι ο εξής: οι εκδότες αντιλαμβάνονται ότι το ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό ενδιαφέρεται για γλωσσικά θέματα, για τη Γλωσσολογία και τη μελέτη της Ελληνικής. Επίσης, είναι κατανοητό ότι θα δυσκολεύονταν να εκδώσουν και να προωθήσουν τεχνικού χαρακτήρα γλωσσολογικές μελέτες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πώς όμως επιλέγουν να ανταποκριθούν στο ενδιαφέρον του ελληνόφωνου αναγνωστικού κοινού για τη γλώσσα και τη Γλωσσολογία; Κυρίως εκδίδοντας είτε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ψευδοεπιστημονικές &lt;/span&gt;ανοησίες, όπως βιβλία για την προϊστορική ή εξωγήινη προέλευση της ελληνικής γλώσσας και λεξαριθμικές &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;σολωμονικές&lt;/span&gt;, είτε γλωσσαμυντορικούς (και επιπλέον κακογραμμένους και ατεκμηρίωτους) &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τσελεμεντέδες&lt;/span&gt; για «σωστά ελληνικά». Ευτυχώς, πού και πού, βγάζουν και κανα λεξικό ή &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δοκίμια&lt;/span&gt; για τη γλώσσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτά λοιπόν θεωρούνται «Γλωσσολογία» από τα μεγάλα βιβλιοπωλεία της Αθήνας: λεξικά, δοκίμια (π.χ. για τη διδακτική της γλώσσας) και – δυστυχώς – πολλά ψευδογλωσσολογικά προϊόντα δημιουργικής γραφής, σταχυολόγησης, αναλογικής σκέψης και πλούσιας φαντασίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ξέρω πώς να κλείσω αυτό το άρθρο. Νομίζω πάντως ότι πρέπει να σοβαρευτούμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt;  της 14ης Μαρτίου 2010]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-981599901225549278?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/981599901225549278'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/981599901225549278'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/03/blog-post.html' title='Η Γλωσσολογία στα αθηναϊκά βιβλιοπωλεία'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-2832752089809246817</id><published>2010-02-28T18:35:00.002+02:00</published><updated>2010-02-28T18:39:51.320+02:00</updated><title type='text'>Τα μυστήρια του πληθυντικού</title><content type='html'>Είναι κοινός τόπος: οι προφανείς ερωτήσεις έχουνε συνήθως πραγματικά δύσκολες απαντήσεις. Στη γλώσσα αυτό συμβαίνει συχνά: επειδή η γλώσσα είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης, όταν ασχολούμαστε μαζί της συχνά ξεχνιόμαστε και νομίζουμε ότι κάποια ζητήματα είναι εύκολα και με ξεκάθαρες απαντήσεις. Πολλές φορές όμως δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ένα, δύο, πολλά&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φανταστείτε ότι σας ρωτούν τι σημαίνει &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ο πληθυντικός αριθμός&lt;/span&gt;. Η προφανής απάντηση είναι «το πλήθος», «τα πολλά». Παράδειγμα: ένα πόδι, δύο πόδια, τρία πόδια – και ούτω καθεξής. Τώρα, κάποιος ομιλητής μιας γλώσσας με &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δυικό αριθμό&lt;/span&gt;, όπως των αρχαίων ημών προγόνων ή των κοινοτικών εταίρων μας Σλοβένων, θα προέβαλλε την ένσταση ότι τα δύο πόδια σίγουρα δεν είναι πολλά ή πλήθος, συναποτελούν ζευγάρι, οπότε καλά κάνουν η κλασσική αττική και τα σλοβένικα που χρησιμοποιούνε τον δυικό αριθμό. Σχετικά με αυτή την ένσταση, μια διατύπωση ότι ο πληθυντικός χρησιμοποιείται για πράγματα περισσότερα από ένα θα μας ξελάσπωνε σχετικά εύκολα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα ξελασπώναμε όμως μόνο προσωρινά. Αν ο πληθυντικός χρησιμοποιούνταν μόνο για να δηλώσει περισσότερα από ένα πράγμα, τότε θα έπρεπε να σχηματίζουνε πληθυντικό μόνον όσα ουσιαστικά είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αριθμήσιμα&lt;/span&gt;, όπως τα ‘γάτα’, ‘βιβλίο’, ‘υπάλληλος’, ‘φουντούκι’ κτλ. Στην πραγματικότητα όμως, πληθυντικό σχηματίζουν και πολλά μη αριθμήσιμα ουσιαστικά. Πάρτε για παράδειγμα το ουσιαστικό ‘κρασί’. Δεν είναι αριθμήσιμο, αφού το κρασί είναι υγρό και γι’ αυτό το φυλάμε και το διακινούμε σε μπουκάλια, νταμιτζάνες, βαρέλια και (δυστυχώς) κουτιά. Υπάρχει πληθυντικός του ‘κρασί’; Βεβαίως: ‘κρασιά’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ο πληθυντικός φτιάχνει μονάδες και δοχεία&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι σημαίνει ο πληθυντικός στο ‘κρασιά’; Ό,τι σημαίνει ο πληθυντικός παρόμοιων μη αριθμήσιμων ουσιαστικών όπως ‘βότκες’, ‘καφέδες’, ‘ζάχαρες’, ‘σοκολάτες’, ‘άμμοι’: ποτήρια ή μπουκάλια βότκα, κούπες ή φλυτζάνια καφέ, κουταλιές ή κούπες ή κύβους ζάχαρη, πλάκες σοκολάτα, σακιά άμμο. Όταν σχηματίζουμε τον πληθυντικό μη αριθμήσιμων ουσιαστικών, κάποτε δε μιλάμε πια για την ίδια την &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ουσία&lt;/span&gt; (π.χ. κρασί ή άμμο) αλλά για πολλά &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δοχεία&lt;/span&gt; (π.χ. κουταλιές, μπουκάλια) ή &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μονάδες&lt;/span&gt; (π.χ. κύβους ζάχαρη ή πλάκες σοκολάτα) που περιέχουν αυτή την ουσία. Άρα, στην περίπτωση του εργολάβου που παραγγέλνει 30 άμμους ή της παρέας που ζητάει 16 μπύρες, εξυπακούεται ότι ο πρώτος παραγγέλνει 30 σακιά άμμο, ενώ η δεύτερη 16 μπουκάλια ή κουτιά μπύρα. Ο πληθυντικός λοιπόν σημαίνει παραπάνω από απλώς ‘πολλά’ ή ‘πλήθος’ σε αυτές τις περιπτώσεις: σημαίνει πολλά δοχεία ή μονάδες από κάτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ο πληθυντικός μετατρέπει τις ουσίες σε είδη&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας ξαναγυρίσουμε όμως στα κρασιά. Οι προσεκτικοί αναγνώστες μάλλον παρατήρησαν ότι ‘κρασιά’ ή ‘καφέδες’ δε σημαίνει απαραίτητα ‘μπουκάλια κρασί’ ή ‘ποτήρια κρασί’. Αν πάτε σε ένα μπαρ και ρωτήσετε «τι κρασιά έχετε;», δε θα σας δώσουν τον αριθμό μπουκαλιών που έχουνε στο κελάρι αλλά θα σας απαριθμήσουν μάλλον τα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;είδη&lt;/span&gt; κρασιών που έχουν (ροδίτη, κουμανταρία, μερλό, ξινόμαυρο κτλ.). Το ίδιο συμβαίνει και με τους καφέδες, τα κονιάκ, τις μπύρες, τα ελαιόλαδα, τις σοκολάτες και ούτω καθεξής. Αυτή τη φορά, ο πληθυντικός ενός μη αριθμήσιμου ουσιαστικού το μετατρέπει σε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;είδη&lt;/span&gt; αυτού που εκφράζει το ουσιαστικό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ο πληθυντικός δηλώνει και μεγάλη ποσότητα χύμα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολλές φορές ο πληθυντικός ουσιαστικών όπως ‘κρασί’ ή ‘ζάχαρη’ ή ‘καπνός’ μπορεί να σημαίνει μεγάλη ποσότητα από αυτά, όπως όταν λέμε «μάζεψε τα κρασιά από το πάτωμα», «πασαλείφτηκα με ζάχαρες», «δάκρυσα από τους καπνούς εκεί μέσα» κτλ. Αυτή όμως η ερμηνεία δεν είναι δυνατή με όλους τους πληθυντικούς μη αριθμήσιμων ουσιαστικών. Έτσι θα πούμε «σκούπισε τα αλεύρια» αλλά μάλλον όχι «*σκούπισε τις μουστάρδες», θα πούμε «με λίγωσαν τα βούτυρα» αλλά μάλλον όχι «*με λίγωσαν οι μαργαρίνες».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ο πληθυντικός κάνει τα δικά του&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκεφτείτε τώρα τον πληθυντικό του ‘νερό’. «Νερά» μπορεί να σημαίνει π.χ. μπουκάλια ή ποτήρια νερό, ή είδη νερού (της βρύσης, ανθρακούχο, μεταλλικό, φυσικό, πηγής κτλ.) αλλά μπορεί να σημαίνει και «βροχή» (στα κυπριακά) ή «πολύ νερό» (στη δική μου διάλεκτο). Διαπιστώνει κανείς ότι η σημασία «βροχή» είναι πολύ ιδιαίτερη. Πράγματι, κάποιες φορές ο πληθυντικός μπορεί να αλλάξει ριζικά τη σημασία του ουσιαστικού. Παράδειγμα η λέξη ‘ουρανός’, που δηλώνει κάτι το ένα και μοναδικό. Έχει όμως τύπους στον πληθυντικό, δύο μάλιστα: «ουρανοί» και «ουράνια». Και οι δύο σημαίνουν κάτι σαν «ατμόσφαιρα» ή και «παράδεισος». Τα πράγματα γίνονται πιο περίεργα άμα σκεφτείτε τους πληθυντικούς λέξεων όπως ‘ήθος’ («ήθη» είναι οι συνήθειες), ‘αγάπη’ («αγάπες» είναι πρόσωπα ή πράγματα που αγαπάμε), ‘ξύλο’ (αφού «ξύλα» σημαίνει συνήθως ξύλο ως καύσιμη ύλη) κ.ο.κ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η θεωρητική γλωσσολογία έχει αρχίσει να &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ενοποιεί&lt;/span&gt; και να &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εξηγεί&lt;/span&gt; αυτή την ποικιλομορφία μόλις την τελευταία δεκαπενταετία: όντως, καμμιά φορά οι πιο σαφείς ερωτήσεις (όπως τι σημαίνει ο πληθυντικός) προϋποθέτουν εκτενή θεωρητική θεμελίωση για να απαντηθούν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 28ης Φεβρουαρίου 2010]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-2832752089809246817?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/2832752089809246817'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/2832752089809246817'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/02/blog-post_28.html' title='Τα μυστήρια του πληθυντικού'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-3405519873176812254</id><published>2010-02-14T21:33:00.001+02:00</published><updated>2010-02-14T21:33:52.114+02:00</updated><title type='text'>Τι ένα άρθρο, τι δύο…</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Μια μικρή διαφορά&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχω δείξει κάμποσες φορές από αυτή τη στήλη ότι κρύβεται απρόσμενη πολυπλοκότητα σε γλωσσικά φαινόμενα που εξ όψεως φαίνονται απλά και μάλλον αδιάφορα. Σκεφτείτε για παράδειγμα την ονοματική φράση ‘το καινούργιο το αμάξι’. Παρόμοιες ονοματικές φράσεις χρησιμοποιούμε καθημερινά. Φανταστείτε τώρα ότι κάποιος που μαθαίνει ελληνικά σας ρωτάει σε τι διαφέρει η φράση ‘το καινούργιο το αμάξι’ από τη φράση ‘το καινούργιο αμάξι’. Μια πρώτη πρόχειρη απάντηση θα ήταν «σε τίποτα». Πράγματι, συνήθως μπορεί να πει κανείς είτε το ένα, είτε το άλλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα πράγματα αρχίζουν όμως να γίνονται συνθετότερα όταν  κοιτάξουμε τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;σημασία &lt;/span&gt;και τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;σειρά των λέξεων&lt;/span&gt; στις δύο φράσεις. Ας ξεκινήσουμε από τη σειρά των λέξεων: ενώ μπορούμε να πούμε είτε ‘[το καινούργιο το αμάξι] χάλασε’ είτε ‘[το αμάξι το καινούργιο] χάλασε’, μπορούμε να πούμε μόνο ‘[το καινούργιο αμάξι] χάλασε’ και με τίποτα ‘*[το αμάξι καινούργιο] χάλασε’. Συνεπώς, οι δύο τύποι ονοματικών φράσεων δεν μπορεί να είναι το ίδιο πράγμα. Φαίνεται ότι η παρουσία του δεύτερου άρθρου ‘το’ κατά κάποιον τρόπο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;απελευθερώνει&lt;/span&gt; τη σειρά των λέξεων, την κάνει πιο ευέλικτη –όχι όμως εντελώς ελεύθερη: δεν μπορούμε λ.χ. να πούμε ‘*[το αμάξι καινούργιο το πράσινο] χάλασε’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Καινούργια αμάξια και ικανά στελέχη&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επιπλέον, η σημασία των δύο τύπων ονοματικών φράσεων μπορεί να είναι πολύ διαφορετική. Όταν λέμε ‘το καινούργιο αμάξι’, απλώς χαρακτηρίζουμε το αμάξι ως καινούργιο. Όταν όμως λέμε ‘το καινούργιο το αμάξι’ ή ‘το αμάξι το καινούργιο’, συνήθως εξυπακούεται ότι υπάρχουν δύο ή τρία αμάξια κι ότι εμείς θέλουμε να μιλήσουμε για το καινούργιο μόνο. Αντίστοιχα, λέγοντας ‘τα ικανά στελέχη της εταιρείας’, απλώς χαρακτηρίζουμε τα στελέχη, ενώ άμα πούμε ‘τα ικανά τα στελέχη της εταιρείας’, συνήθως ξεχωρίζουμε ένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;υποσύνολο &lt;/span&gt;ικανών στελεχών, υπονοώντας ταυτόχρονα ότι στην εταιρεία υπάρχουν και άλλα, όχι τόσο ικανά στελέχη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προτού αποπειραθούμε να αναλύσουμε τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δομή&lt;/span&gt; και να εξερευνήσουμε την &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ερμηνεία&lt;/span&gt; κάθε τύπου ονοματικής φράσης, με ένα άρθρο ή με περισσότερα άρθρα, πρέπει πρώτα να δούμε κάποια επιπλέον στοιχεία. Κατ’ αρχήν, μπορούμε κάλλιστα να μιλήσουμε μόνο για τα ικανά στελέχη μιας εταιρείας ακόμα κι όταν χρησιμοποιούμε την ‘απλή’ ονοματική φράση, με μόνον ένα άρθρο, εάν τονίσουμε το επίθετο: ‘απέλυσαν [τα ΙΚΑΝΑ στελέχη]’ σημαίνει σχεδόν το ίδιο με το ‘απέλυσαν [τα ικανά τα στελέχη]’: και στις δυο περιπτώσεις τα μη ικανά στελέχη δεν απολύθηκαν. Επιπλέον, ακόμα και η δομή με τα δύο άρθρα πολλές φορές δεν είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;περιοριστική &lt;/span&gt;στην ερμηνεία της. Σκεφτείτε το εξής παράδειγμα: μόλις αγόρασα πρώτο μου και μοναδικό αυτοκίνητο, είναι καινούργιο και το καμαρώνω. Φανταστείτε ότι σχεδόν αμέσως χαλάει (π.χ. κάτι παθαίνουν τα ηλεκτρονικά του) και σας λέω «Μα, χάλασε [το καινούργιο το αμάξι]» ή «Μα, χάλασε [το αμάξι το καινούργιο]». Εδώ δεν ξεχωρίζω ένα καινούργιο αμάξι από άλλα παλιά, αφού έχω μόνον ένα, και το ξέρετε. Απλώς θέλω να δώσω &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;έμφαση &lt;/span&gt;στο ότι το αυτοκίνητο είναι καινούργιο, οπότε δε θα περίμενε κανείς να πάθει βλάβη, και ούτω καθεξής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Μια πρώτη γεύση&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παραπάνω είναι μια μικρή περιγραφή μόνο, αφού δεν αναλύσαμε καθόλου το φαινόμενο των ονοματικών φράσεων με πολλαπλά άρθρα, ούτε το συγκρίναμε με αντίστοιχα φαινόμενα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;σε άλλες γλώσσες&lt;/span&gt;, ούτε το αντιπαραβάλαμε με &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;άλλες δομές&lt;/span&gt; της ελληνικής γλώσσας με τις οποίες σχετίζεται όπως «εσείς οι γυναίκες», «ο αετός το πουλί» ή «ο Σολωμός ο ποιητής». Τέλος δεν κοιτάξαμε καθόλου &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μικροδιαλεκτικές&lt;/span&gt; διαφορές: λ.χ. υπάρχουν ομιλητές για τους οποίους η προτιμώμενη ερμηνεία του ‘το καινούργιο το αμάξι’ διαφέρει από αυτή του ‘το αμάξι το καινούργιο’. Ταυτόχρονα όμως θέλω να πιστεύω ότι πήραμε μια γεύση της πολυπλοκότητας σχετικά απλών γλωσσικών δομών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και πάλι, το γενικότερο ερώτημα είναι πώς κατακτούμε στη νηπιακή μας ηλικία μια τόσο λεπτομερή και εξειδικευμένη υπόρρητη γνώση &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;χωρίς διδασκαλία&lt;/span&gt;: η γραμματική δομή που είδαμε, αλλά και εκατοντάδες άλλες, δε διδάσκεται στο σχολείο ενώ ήδη τη χειρίζονται με ευκολία και αλάνθαστα παιδιά πέντε χρονών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 14ης Φεβρουαρίου 2010]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-3405519873176812254?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3405519873176812254'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3405519873176812254'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/02/blog-post.html' title='Τι ένα άρθρο, τι δύο…'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-4101769688298091325</id><published>2010-01-31T18:35:00.002+02:00</published><updated>2010-01-31T18:41:57.463+02:00</updated><title type='text'>Μιλώντας στους πελάτες (και στα ζώα μας)</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Το άρθρο και το μήνυμα του κ. Παπαχριστοφόρου&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έλαβα πρόσφατα ένα μήνυμα από τον κύριο Παπαχριστοφόρου, καθηγητή στο Τμήμα Γεωπονικών Επιστημών, Βιοτεχνολογίας και Επιστήμης Τροφίμων του ΤΕΠΑΚ, σχετικά με το προηγούμενο άρθρο μου -- ο οποίος μάλιστα είχε δημοσιεύσει κι ένα άρθρο γλωσσικού ενδιαφέροντος («Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική», Πολίτης 12 Νοεμβρίου 2009). Επειδή δεν είχα διαβάσει το άρθρο του (έλειπα στο εξωτερικό) και επειδή νομίζω ότι μαζί με το μήνυμά του εγείρουν ενδιαφέροντα ζητήματα, τον ενημέρωσα ότι θα απαντούσα μέσα από αυτή τη στήλη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κύριος Παπαχριστοφόρου στο μήνυμά του διατυπώνει την εξής γνώμη:&lt;br /&gt;&lt;blockquote&gt;«Δεν μπορώ να συμμεριστώ την αισιοδοξία σας για τη γενικότερη τοποθέτηση σας πως η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει στην Κύπρο. Νομίζω πως υπάρχει μια συνεχής μείωση του επιπέδου γνώσης και χρήσης της ελληνικής γλώσσας στον προφορικό και γραπτό λόγο. Το διαπιστώνω μέσα από την καθημερινή εμπειρία αλλά και από το γλωσσικό επίπεδο των φοιτητών μας, μεγάλο ποσοστό των οποίων δε μπορεί να εκφραστεί σωστά είτε μέσα από τον προφορικό είτε το γραπτό λόγο.»&lt;/blockquote&gt;Ένα δεύτερο ζήτημα που συζητάει εκτενώς ο κύριος Παπαχριστοφόρου στο άρθρο του είναι και η εκτενέστατη, σχεδόν αποκλειστική, χρήση των αγγλικών για τη συνεννόηση σε μπαρ, εστιατόρια, καφετέριες και συναφή μαγαζιά. Επίσης αναφέρεται και στη χρήση του λατινικού αλφάβητου σε πινακίδες μαγαζιών και σε γραπτά μηνύματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Έλλειμμα γραμματισμού&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;Συνιστούν όμως όλα τα παραπάνω «συνεχή μείωση του επιπέδου γνώσης και χρήσης της ελληνικής γλώσσας στον προφορικό και γραπτό λόγο»; Ακόμα κι αν το «επίπεδο γνώσης και χρήσης της» βρίσκεται χαμηλά, δεν ξέρω αν υπάρχουνε στοιχεία ότι μειώνεται κιόλας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πιο συγκεκριμένα, η γενικευμένη δυσκολία γραπτής έκφρασης που παρατηρείται και εδώ και στην Ελλάδα είναι πιθανότατα θέμα εκπαιδευτικό: πώς διδάσκεται &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;το γλωσσικό μάθημα&lt;/span&gt;. Με το θέμα καταπιάστηκα στο άρθρο «&lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2006/10/blog-post_29.html"&gt;Λεξιπενία ή ‘κειμενική δυσπραξία’;&lt;/a&gt;» (Πολίτης, 29 Οκτωβρίου 2006): σύμφωνα με μελέτες, υπάρχει ζήτημα «γραμματισμού, δηλαδή επιτυχούς και δόκιμης χρήσης της, γραπτής κυρίως, γλώσσας για την παραγωγή επικοινωνιακά κατάλληλων κειμένων. Το πρόβλημα λοιπόν δε βρίσκεται στη γλώσσα, παρά […] στο κατά πόσον μπορεί κάποιος να εκφράσει τη σκέψη του με τον επικοινωνιακά βέλτιστο τρόπο. Αυτός (πρέπει να) είναι ένας από τους στόχους του γλωσσικού μαθήματος στο σχολείο.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Παραγγέλνοντας ‘a salad and a beer’&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;Κι εμένα με ενοχλεί σε προσωπικό επίπεδο η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;απαίτηση&lt;/span&gt;, όχι πάντα σιωπηλή κι όχι πάντα ευγενικά επιβαλλόμενη, να πρέπει συχνά να παραγγέλνω στα αγγλικά. Πολλές φορές μάλιστα, το επίπεδο των αγγλικών του σερβιτόρου ή του υπαλλήλου δεν είναι πολύ υψηλότερο από του πελάτη, με ενίοτε τραγελαφικά αποτελέσματα. Ωστόσο, εδώ υπάρχουνε δύο θέματα που πρέπει να διευκρινιστούν: &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γιατί&lt;/span&gt; υπάρχει αυτή η τάση και, δεύτερον, &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κατά πόσο συνιστά απειλή&lt;/span&gt; για την ελληνική γλώσσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η αναζήτηση του «γιατί» ανήκει στη δικαιοδοσία κοινωνιογλωσσολόγων. Ωστόσο αντιλαμβάνομαι ότι ο μέσος ελληνοκύπριος πελάτης αισθάνεται ότι αποκτά &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κύρος &lt;/span&gt;παραγγέλνοντας το φιλέτο του στα αγγλικά, ενώ θα συνεχίσει να παραγγέλνει ραφκιόλες, λουφκιά κι αγρέλια με τ’ αυκά στα κυπριακά, σε ένα διαφορετικό μαγαζί. Όσον αφορά τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;στρατολόγηση&lt;/span&gt; υπαλλήλων που δε μιλάν ελληνικά, το θέμα το αναλύει ο ίδιος ο κύριος Παπαχριστοφόρου στο άρθρο του, και δε θα επαναλάβω όσα επισημαίνει. Απλώς και με δύο λόγια: κοστίζουν λιγότερο οι υπάλληλοι που ξέρουν μόνο (δύο κουτσές λέξεις στα) αγγλικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Δημόσια και ιδιωτικά&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;Ακολουθεί το ερώτημα γιατί πολλοί απευθύνονται στους σκύλους τους στα αγγλικά, ή γιατί είναι διαδομένη η χρήση λατινικού αλφαβήτου σε πινακίδες ή και σε προσωπικά μηνύματα. Δεν είναι απαραίτητο να αισθάνονται &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;υπήκοοι&lt;/span&gt; της βασίλισσας της Αγγλίας όσοι συμπεριφέρονται έτσι: αντίστοιχες συμπεριφορές παρατηρούνται και σε άλλες χώρες με αποικιακό παρελθόν και έχουνε μελετηθεί εκτενέστατα: ούτε εδώ η Κύπρος αποτελεί &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εξαίρεση&lt;/span&gt;. Πέρα από το αποικιακό παρελθόν, υπάρχουν και πρακτικά θέματα: όταν θες να προσελκύσεις αγγλόφωνους τουρίστες, θα διαφημίσεις &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;το τουριστικό προϊόν&lt;/span&gt; σου στα αγγλικά, άλλωστε με την κάθοδο ρωσόφωνων τουριστών αλλά και μεταναστών, πλήθυναν οι πινακίδες και στα ρωσικά. Επίσης, αν ο εκπαιδευτής του σκύλου σου σπούδασε στη Βρετανία, μάλλον στα αγγλικά συνηθίζει να του δίνει εντολές, οπότε, αναγκαστικά, ακολουθείς κι εσύ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην Κύπρο, όπως και στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, υπήρχε πάντοτε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πολυγλωσσία&lt;/span&gt; αλλά και σαφής διάκριση μεταξύ &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δημόσιας&lt;/span&gt; γλώσσας (ιστορικά μιλώντας: αραβικά, προβηγκιανά, βενετσιάνικα, τούρκικα, αγγλικά, κοινή νεοελληνική) και της γλώσσας που μιλιέται στο σπίτι. Οι δημόσιες γλώσσες που επιβλήθηκαν στην Κύπρο χάθηκαν, όπως π.χ. χάθηκε η ελληνιστική κοινή ως &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;διεθνής γλώσσα&lt;/span&gt; στην Εγγύς Ανατολή. Ωστόσο, η γλώσσα που μιλιέται στο ελληνικό κυπριακό σπίτι ζει και, πλέον, καλλιεργείται κιόλας. Πιστεύω ότι θα εξακολουθήσει να ζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 31ης Ιανουαρίου 2010]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-4101769688298091325?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/4101769688298091325'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/4101769688298091325'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/01/blog-post_31.html' title='Μιλώντας στους πελάτες (και στα ζώα μας)'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-1915329298489132867</id><published>2010-01-17T13:07:00.002+02:00</published><updated>2010-01-17T13:16:03.422+02:00</updated><title type='text'>Η μελλοντική γλωσσική κατάσταση στην Κύπρο</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Κατακλυσμός και ξηρασία&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια από τις προσφιλείς προφητείες κάθε λογής γλωσσαμυντόρων και κινδυνολόγων είναι ότι η εκάστοτε γλώσσα, η ελληνική στην περίπτωσή μας, κινδυνεύει με αλλοίωση ή και εξαφάνιση (δείτε και το άρθρο &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2007/06/blog-post.html"&gt;‘Κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα;’ της 3ης Ιουνίου 2007&lt;/a&gt;). Μια εκδοχή αυτού του φόβου είναι και ότι απειλείται με εξαφάνιση η ελληνική γλώσσα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;στην Κύπρο&lt;/span&gt;. Ειλικρινά δεν ξέρω πού βασίζονται. Αν έχουν κατά νου κάποια κατακλυσμιαία αλλαγή ή την επερχόμενη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ερημοποίηση&lt;/span&gt; του νησιού σε βαθμό που θα το έκανε ακατοίκητο, τότε μαζί με την ελληνική γλώσσα θα χαθούν και άλλα πολλά και πολύτιμα, έτσι κι αλλιώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Κοινή και κυπριακή&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπάρχουν βεβαιως πιο ενδιαφέρουσες παραλλαγές αυτής της θέσης: μία από αυτές προβλέπει ότι η κυπριακή ελληνική θα αντικαταστήσει την &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κοινή ελληνική&lt;/span&gt; στο νησί, και επισήμως. Σαν σενάριο δε μου φαίνεται &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;καθόλου πιθανό&lt;/span&gt; κάτι τέτοιο αλλά και να υλοποιούνταν, δε θα άλλαζαν και πολλά: ο ελληνισμός της Κύπρου (ή ‘οι ελληνόφωνοι χριστιανοί’ της) υπήρχε στην Κύπρο και μια χαρά πορευόταν με τα κυπριακά πολύ πριν συμπηχθεί και διαδοθεί η κοινή νεοελληνική ως ‘δημοτική’ στα μέσα του 19ου αιώνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Τεχνική ορολογία&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια δεύτερη παραλλαγή φοβάται ότι τα ελληνικά θα πάψουνε σύντομα να χρησιμοποιούνται στο νησί για πολλά σύνθετα θέματα που απαιτούν εξειδικευμένο λεξιλόγιο, λ.χ. επιστήμες, ιατρική, τεχνολογία, φιλοσοφία, κοινωνικές σπουδές, αρχιτεκτονική κτλ. Υπάρχει μάλιστα η αντίληψη ότι ήδη οι μορφωμένοι ελληνοκύπριοι είναι πιο εξοικειωμένοι με τους &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αγγλικούς τεχνικούς όρους&lt;/span&gt; παρά με τους ελληνικούς σε πολλά γνωστικά πεδία. Αυτή η κατάσταση είναι γνώριμη και σε πολλές άλλες μεταποικιακές κοινωνίες, όπως λ.χ. η ινδική ή οι δυτικοαφρικανικές. Δεν οδηγεί όμως πάντοτε και απαρέκκλιτα στον αποκλεισμό των τοπικών γλωσσών από τον λόγο της επιστήμης και της διανόησης. Φρονώ μάλιστα ότι η ύπαρξη και λειτουργία του κυρίως ελληνόφωνου Πανεπιστημίου Κύπρου θα αναστρέψει μακροπρόθεσμα αυτήν την τάση &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εξαγγλισμού&lt;/span&gt; του τεχνικού λεξιλογίου στην Κύπρο – εάν βεβαίως η κοινωνιογλωσσική έρευνα δείξει ότι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;όντως&lt;/span&gt; υπάρχει τέτοια τάση (να ένα ωραίο θέμα για διπλωματικές εργασίες!).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρότι μέχρι τώρα υπήρξα μάλλον καθησυχαστικός, νομίζω ότι υπάρχει ένας τομέας στον οποίο ενδέχεται να υποχωρήσει η ελληνική γλώσσα στο άμεσο μέλλον: &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ο δημόσιος βίος&lt;/span&gt;. Και αν κάτι τέτοιο συμβεί, θα βαρύνεται η γλωσσική και εκπαιδευτική πολιτική δεκατιών. Εξηγούμαι αμέσως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Οι  γλώσσες της Ομοσπονδίας&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σύμφωνα με την απόφαση 750 (1992) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η οποία με τη σειρά της βασίζεται στις συμφωνίες Μακαρίου-Ντενκτάς και Κυπριανού-Ντενκτάς, η λύση του Κυπριακού θα έχει τη μορφή διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αυτά είναι γνωστά. Μία συνεπεια αυτής της μορφής λύσης είναι βεβαίως η ύπαρξη δύο ομόσπονδων κρατιδίων (ενός ελληνοκυπριακού κι ενός τουρκοκυπριακού) και μιας κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Καταλαβαίνουμε ποιες γλώσσες θα χρησιμοποιούν οι αρχές κάθε ομόσπονδου κρατιδίου. Ποια &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γλώσσα&lt;/span&gt; όμως θα χρησιμοποιούν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;οι ομοσπονδιακές αρχές&lt;/span&gt;;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως συμβαίνει και σε άλλα ομοσπονδιακά συστήματα, επισήμως θα χρησιμοποιεί τις &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δύο γλώσσες&lt;/span&gt; της Δημοκρατίας. Στην πράξη όμως; Εάν οι δικοινοτικές επαφές και εκδηλώσεις αποτελούν πρόκριμα, το πιθανότερο είναι ότι οι ομοσπονδιακές αρχές θα χρησιμοποιούν τα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αγγλικά&lt;/span&gt; για την εσωτερική επικοινωνία και αλληλογραφία τους (π.χ. υπομνήματα, σημειώματα, μνημόνια, επιστολές κτλ.) αλλά και στην επικοινωνία τους με τις αρχές των δύο ομόσπονδων κρατιδίων. Στα ομοσπονδιακά νομοθετικά και εκτελεστικά &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;σώματα&lt;/span&gt; (αλλά και στα δικαστήρια) οι συζητήσεις και οι διαβουλεύσεις επίσης μάλλον θα γίνονται στα αγγλικά. Είναι λοιπόν πολύ σοβαρό το ενδεχόμενο να επιστρέψουμε σε μια &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;de facto κυριαρχία των αγγλικών&lt;/span&gt; στον δημόσιο βίο, και δη σε μια χώρα με αποικιακό παρελθόν και όπου οι αποφάσεις των δικαστηρίων εκδίδονταν μέχρι το 1993 στα αγγλικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Πολιτικές του παρελθόντος, λύσεις του μέλλοντος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι φανερό ότι την ευθύνη για αυτή την (αντιπατριωτική) ενδεχόμενη κατάσταση τη φέρουν οι κακώς νοούμενες πατριωτικές γλωσσικές και εκπαιδευτικές &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πολιτικές&lt;/span&gt; και στις δυο πλευρές της γραμμής αντιπαράταξης. Για να περιοριστώ στα από εδώ, εάν είχαμε καλλιεργήσει τη διδασκαλία και την εκμάθηση της &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τουρκικής&lt;/span&gt; γλώσσας (της δεύτερης επίσημης του κράτους), το ενδεχόμενο να βρεθούν τα παιδιά μας πολίτες ενός &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;de facto αγγλόφωνου κράτους&lt;/span&gt; δε θα ήταν τόσο άμεσο. Για όσους ενδιαφέρονται, συστηματική και λεπτομερή συζήτηση των γλωσσικών πολιτικών της Κυπριακής Δημοκρατίας θα βρει κανείς στο έργο της συναδέρφου Δήμητρας Καρουλλά-Βρίκκη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπάρχουν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;λύσεις&lt;/span&gt;; Σίγουρα. Η μία είναι βραχυπρόθεσμη: σε περίπτωση λύσης, πρέπει να επενδυθούν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αμέσως&lt;/span&gt; γενναία κονδύλια στη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;διερμηνεία&lt;/span&gt; και στην &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αυτόματη μετάφραση&lt;/span&gt;, ενώ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πρέπει να προσλάβει αμέσως μεταφραστές και να μην προσπαθήσει να εξοικονομήσει πόρους επαναπαυόμενη στην &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εύκολη λύση&lt;/span&gt; της αγγλικής. Η μακροπρόθεσμη λύση, όπως στο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Βέλγιο&lt;/span&gt; και στην &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ελβετία&lt;/span&gt;, είναι κάθε κοινότητα να &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;καλλιεργήσει&lt;/span&gt; τη διδασκαλία και την εκμάθηση της γλώσσας της άλλης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 17ης Ιανουαρίου 2010]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-1915329298489132867?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1915329298489132867'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1915329298489132867'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/01/blog-post_17.html' title='Η μελλοντική γλωσσική κατάσταση στην Κύπρο'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-4401509788221385801</id><published>2010-01-03T17:40:00.002+02:00</published><updated>2010-01-19T00:12:20.032+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Καθημερινή'/><title type='text'>Υπαρκτές λέξεις, δυνατές λέξεις</title><content type='html'>Φίλος γιατρός με ρώτησε αν υπάρχει η λέξη ‘εξίτηλος’. Του απάντησα ότι δεν ξέρω κι εκείνος αναρωτήθηκε ποιος μπορεί τότε να ξέρει. Βεβαίως, η σύντομη απάντηση για το αν υπάρχει η τάδε ή η δείνα λέξη βρίσκεται σε κάποιο λεξικό, αλλά η σύντομη αυτή απάντηση κάθε άλλο παρά ολοκληρωμένη είναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως είναι αναμενόμενο, τα λεξικά περιέχουν κατά κανόνα λέξεις που μαρτυρούνται σε κάποιο κείμενο, γραπτό ή και προφορικό. Σε ένα εναλλακτικό σύμπαν, τα λεξικά θα είχανε τη δυνατότητα να περιέχουν όλες τις λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ, έστω και άπαξ: θα αποτελούσαν τις απόλυτες παρακαταθήκες του λεξικού μας πλούτου. Βεβαίως τέτοια λεξικά δε διαθέτουμε, ενώ οι λεξικολόγοι και οι λεξικογράφοι θα σπεύσουν να επισημάνουν ότι τα πράγματα είναι ήδη ελαφρώς πιο σύνθετα και στο δικό μας σύμπαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μπορεί να ξέρει «όλες τις λέξεις». Ενώ η κατάκτηση της δομής της μητρικής γλώσσας μας ολοκληρώνεται κατά την παιδική ηλικία, τις λέξεις συνήθως τις μαθαίνουμε μία-μία και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας: ο παππούς μου λ.χ. κατέγραφε νέες γι’ αυτόν λέξεις μέσα σ’ ένα τετράδιο μέχρι τα 85 του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λέω ότι τις λέξεις συνήθως τις μαθαίνουμε μία-μία γιατί η νοητική γραμματική μάς δίνει τη δυνατότητα να πλάθουμε νέες λέξεις. Στην πραγματικότητα, δημιουργούμε συνεχώς νέες λέξεις: έτσι ξεκίνησαν νεολογισμοί όπως ‘χαουζάς’, ‘διαφορετικότητα’, ‘κινητάκιας’, ‘αειφόρος’, ‘αλλαχτήρι’ και χιλιάδες άλλοι. Βεβαίως, πάρα πολλοί νεολογισμοί δεν αποθησαυρίζονται, λόγω του ότι εξυπηρετούν πολύ εξειδικευμένες ή και προσωρινές ανάγκες. Όμως παραμένει γεγονός ότι η υπόρρητη γραμματική γνώση της γλώσσας μάς επιτρέπει να συνθέτουμε λέξεις, ακόμα κι αν δεν είμαστε λεξιπλάστες όπως ο Λύο Καλαβυρνάς του «Πλαθολογίου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για να δείτε πώς γίνεται κάτι τέτοιο, σκεφτείτε πρώτα λ.χ. τη λέξη ‘ψάρι’: αποτελεί αυθαίρετο σύμβολο που δε διαθέτει (σπουδαία) εσωτερική δομή και σημαίνει αυτό που σημαίνει γιατί έτσι το μαθαίνουμε. Απεναντίας, λέξεις όπως ‘ανεβοκατεβαίνω’, ‘άστρωτος’ ή ‘συγκατοίκηση’ μπορούν να αναλυθούν σε μικρότερα σύμβολα που τις απαρτίζουν, έχουν εσωτερική δομή. Έτσι ακόμα κι αν δεν τις είχατε ξανακούσει, με βάση τη δομή τους, θα μπορούσατε με σχετική ασφάλεια να προβλέψετε τη σημασία τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στις λέξεις λοιπόν συναντάται η απομνημόνευση με τη συνδυαστική ικανότητα της γραμματικής. Το αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης είναι όμως αρκετά σύνθετο και δη ένα από τα μεγάλα ανοιχτά ζητήματα στη Θεωρητική Γλωσσολογία και την Ψυχογλωσσολογία. Παράδειγμα των προβλημάτων που προκύπτουν σε αυτή τη συνάντηση είναι και το εξής: η σημασία λέξεων με εσωτερική δομή δεν είναι πάντοτε δυνατόν να προβλεφθεί από τη σημασία των συστατικών τους. Έτσι, ενώ ‘ανεξίτηλος’ σημαίνει το αντίθετο του ‘εξίτηλος’ (που μαρτυρείται ήδη στον Ηρόδοτο) και ‘συγκάτοικος’ αυτός που μένει μαζί με κάποιον άλλο, ‘ανοίκειος’ δε σημαίνει (μόνο) το αντίθετο του ‘οικείος’ και ‘συγγραφέας’ σίγουρα δεν είναι αυτός που γράφει μαζί με κάποιον άλλο. Θυμηθείτε σχετικά και το «ουδείς άσφαλτος»… Με άλλα λόγια: πολλές φορές η εσωτερική δομή των λέξεων αποτελεί κι αυτή ελλιπή οδηγό για την κατανόηση της σημασίας τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι λοιπόν, κοντά στην ερώτηση «Υπάρχει η λέξη Χ στα ελληνικά;» βλέπουμε ότι υπάρχει (τουλάχιστον) άλλη μία σημαντική ερωτήση που πρέπει να γίνει: «Μπορεί να υπάρξει η λέξη Χ στα ελληνικά;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_03/01/2010_385175"&gt;στη στήλη &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Εξ Αφορμής&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;, της 3ης Ιανουαρίου 2010]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-4401509788221385801?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/4401509788221385801'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/4401509788221385801'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/01/blog-post.html' title='Υπαρκτές λέξεις, δυνατές λέξεις'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-4795980093236175948</id><published>2010-01-03T13:26:00.002+02:00</published><updated>2011-07-01T20:37:34.952+03:00</updated><title type='text'>Ο καθείς εφ’ ω ετάχθη (ή «Σκέψεις για την πρακτική αναγκαιότητα των μεταφραστικών σπουδών»)</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Μετάφραση και μεταφραστές&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε ένα Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας που δούλευα παλιότερα προέκυπτε συχνά το εξής ζήτημα: κάποιες διοικητικές υπηρεσίες του Ιδρύματος θεωρούσαν ότι το Τμήμα μας μπορούσε και έπρεπε να αναλαμβάνει μεταφραστικές εργασίες, κάποιες από τις οποίες μάλιστα δεν καταφέρναμε να αποφύγουμε. Εφόσον το αντικείμενό μας ήταν η μελέτη της αγγλικής γλώσσας θεωρούμασταν αυτομάτως καταρτισμένοι να μεταφράζουμε από και προς αυτήν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πρόβλημα σ’ αυτή την τακτική ήταν και το εξής: η μετάφραση είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να ανατίθεται σε μη-μεταφραστές. Η μετάφραση είναι ταυτόχρονα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τέχνη&lt;/span&gt; και &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τεχνική&lt;/span&gt;, ενώ προϋποθέτει και εξειδικευμένη γνώση. Οπωσδήποτε δεν μπορούμε να κάνουμε μεταφράσεις μόνο και μόνο επειδή (νομίζουμε ότι) γνωρίζουμε καλά μια ξένη γλώσσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ξαναπλάθοντας όρους από την αρχή&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο άρθρο με τίτλο &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/09/blog-post.html"&gt;«Μεταφραστικές Γκρίνιες» της 7ης Σεπτεμβρίου 2008&lt;/a&gt; είδαμε κάποια μεταφραστικά λάθη στην απόδοση ξένων όρων: ο μεταφραστής ή ο υποτιτλιστής, λόγω φόρτου εργασίας, ή πίεσης χρόνου, ή ελλιπούς κατάρτισης κι εξοικείωσης με τα λεξικά ή λόγω απλής τεμπελιάς, αποδίδει λανθασμένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;όρους&lt;/span&gt;, &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ονόματα&lt;/span&gt; και ακόμα και ολόκληρες &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εκφράσεις&lt;/span&gt;. Υποθέτει ο εν λόγω μεταφραστής ή υποτιτλιστής ότι η χώρα που στα αγγλικά λέγεται Latvia θα ονομάζεται το ίδιο και στα ελληνικά και προχωρεί στο να την αποδώσει ως «Λατβία» αντί για «Λεττονία». Εικάζει επίσης, για ανεξήγητους λόγους, ότι π.χ. το γαλλικό παραμύθι Barbe bleue δεν έχει μεταφραστεί ποτέ στα ελληνικά μέχρι τη στιγμή που θα το συναντήσει ο ίδιος στις αρχές του 21ου αιώνα κι έτσι το αποδίδει κατά το δοκούν και κατά λέξη ως «Γαλαζογένη» αντί για «Κυανοπώγωνα». Και πάει λέγοντας, όπως είδαμε και στο άρθρο που ανέφερα αλλά και σε πολλές συλλογές μεταφραστικών μαργαριταριών στον Τύπο και στο Διαδίκτυο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπάρχει όμως και μια πιο σοβαρή κατηγορία μεταφραστικών λαθών, που δεν οφείλονται σε βιασύνη ή προχειρότητα αλλά σε ουσιαστική έλλειψη κατάρτισης στη μεταφραστική θεωρία και πράξη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Η κυριολεξία και πέρα από αυτήν&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναφέρομαι σε λάθη στην απόδοση του &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ύφους&lt;/span&gt; ενός κειμένου, μιλώντας κάπως χοντρικά και χωρίς να είμαι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μεταφρασεολόγος&lt;/span&gt;. Αυτά τα λάθη δεν είναι τόσο ευδιάκριτα όσο τα λάθη στην ορολογία, άρα είναι και πιο ύπουλα, τελικά. Επιπλέον αλλοιώνουν σε σημαντικότερο βαθμό αυτό που θέλει να περάσει ένα κείμενο, αφού προδίδουν το πνεύμα του και όχι το γράμμα του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα φέρω ένα παράδειγμα που το οφείλω στον καλό μου φίλο και συνάδερφο, μεταφρασιολόγο Γιώργο Φλώρο. Ας υποθέσουμε ότι θέλετε να μεταφράσετε ένα κείμενο (&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;όχι απαραιτήτως λογοτεχνικό&lt;/span&gt;) που χαρακτηρίζεται από μακροπερίοδο λόγο, πολλές δευτερεύουσες πορτάσεις και – ας πούμε – δύσκολες (σπάνιες, δυσεύρετες…) λέξεις. Αν αποφασίσετε να σπάσετε τις μεγάλες και σύνθετες προτάσεις σε πολλές μικρές που να συνδέονται παρατακτικά μεταξύ τους και ξεκινήσετε να αποδίδετε τις δύσκολες λέξεις με αντίστοιχές τους εύκολες, τι θα καταφέρετε; Ενδεχομένως να διασώσετε και να αποδώσετε το ρητό, το κυριολεκτικό νόημα του κειμένου. Ωστόσο, θα έχετε αλλοιώσει τον &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;χαρακτήρα&lt;/span&gt; του και τους &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;υπαινιγμούς&lt;/span&gt; του, ενώ ενδεχομένως να έχετε αποκρύψει και πολλά από τα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;συμφραζόμενα&lt;/span&gt; που είναι αναγκαία για την ερμηνεία του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ο λόγος στους ειδικούς&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γρήγορες &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;συνταγές&lt;/span&gt; για επιτυχή μετάφραση φυσικά δεν υπάρχουν, ακριβώς γιατί όταν μεταφράζουμε δεν αποδίδουμε απλώς μια σειρά από προτάσεις στη γλώσσα Α με μια σειρά από προτάσεις στη γλώσσα Β. Ουσιαστικά αποδίδουμε το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;νόημα&lt;/span&gt; του κειμένου με όλες τις λεπτές εκφάνσεις του, παράλληλα μετασχηματίζοντας το περικείμενό του, που δημιουργήθηκε σε έναν συγκεκριμένο τόπο, χρόνο και κουλτούρα, σε ένα διαφορετικό περικείμενο, αυτό του αναγνώστη μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με δυο λόγια, ας αφήσουμε τη μετάφραση στους μεταφραστές και τη μελέτη της στους μεταφρασεολόγους. Οπότε, σταματάω κι εγώ εδώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 3ης Ιανουαρίου 2010]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-4795980093236175948?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/4795980093236175948'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/4795980093236175948'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2010/01/blog-post_03.html' title='Ο καθείς εφ’ ω ετάχθη (ή «Σκέψεις για την πρακτική αναγκαιότητα των μεταφραστικών σπουδών»)'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-4041989309155723374</id><published>2009-12-06T13:34:00.002+02:00</published><updated>2009-12-06T13:46:57.001+02:00</updated><title type='text'>Τι χρειάζεται (μια γλώσσα) για να δανειστεί</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Δανεισμός&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δανεισμός&lt;/span&gt; είναι μια συνηθισμένη διαδικασία εμπλουτισμού του λεξιλογίου. Όπως έλεγα στο άρθρο ‘&lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2007/12/blog-post_16.html"&gt;Δανεικά κι αγύριστα&lt;/a&gt;’ (στις 16 Δεκεμβρίου 2007), «ο δανεισμός είναι παγκόσμια, πανάρχαια και κοινότατη πρακτική και σε καμμιά περίπτωση δε συνιστά πρόσφατη ‘επινόηση’ ή νέο φαινόμενο. Επίσης, δε σχετίζεται η συχνότητά του ή η ευκολία του με πρόσφατα κοινωνικά ή πολιτικά φαινόμενα όπως η παγκοσμιοποίηση. Με άλλα λόγια: ο δανεισμός είναι πανταχού παρών στη γλώσσα.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο ίδιο άρθρο ανέφερα κάτι που θα δούμε πιο αναλυτικά σήμερα, ότι δηλαδή τα δάνεια &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;προσαρμόζονται στο γραμματικό σύστημα της γλώσσας&lt;/span&gt; στην οποία ενσωματώνονται. Έτσι, αντιλαμβανόμαστε ότι η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;προέλευση&lt;/span&gt; των δανείων έχει να κάνει με πολιτισμικές και ιστορικές συγκυρίες: π.χ. η λέξη ‘σουφλέ’ είναι γαλλικό δάνειο γιατί το συγκεκριμένο πιάτο το επινόησαν γαλλόφωνοι. Ωστόσο, η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ενσωμάτωση&lt;/span&gt; των δανείων σε μια γλώσσα υπακούει στις επιταγές του γραμματικού της συστήματος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Πολλά δάνεια&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατά τη διάρκεια της ιστορίας της, η γλώσσα μας έχει ενσωματώσει δάνεια από &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δεκάδες γλώσσες&lt;/span&gt;. Έχω αναφέρει ξανά λέξεις όπως ‘παράδεισος’, ‘οθόνη’, ‘ταψί’, ‘φουστάνι’, ‘μπουγάδα’, ‘πουκάμισο’ κ.ο.κ. Επίσης, οι περισσότεροι γνωρίζουμε πολυάριθμα και πιο πρόσφατα δάνεια όπως ‘χαμάμ’, ‘τρακτέρ’, ‘πλαζ’, ‘τρικ’, ‘ροκ’, ‘ζουμ’, ‘γκουγκλ’ ή ‘μπλογκ’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σ’ αυτό το σημείο παρατηρούμε ότι όλες οι δανεισμένες λέξεις είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ουσιαστικά&lt;/span&gt;. Βεβαίως υπάρχουν και δανεισμένα ρήματα (λ.χ. ‘μπλοκάρω’) κι επίθετα (λ.χ. ‘εμπριμέ’), αλλά φαίνεται να είναι πολύ λιγότερα. Μοιάζει λοιπόν να είναι ευκολότερο για μια γλώσσα να δανειστεί ουσιαστικά. Όπως μάλιστα σημειώνει η συνάδερφος Maya Arad σε σχετική μονογραφία της, πρόκειται για μια προτίμηση που παρατηρείται και σε άλλες γλώσσες, όπως τα ρώσικα ή τα εβραϊκά. Ίσως λοιπόν η προτίμηση των γλωσσών να δανείζονται ουσιαστικά να είναι μια γενικότερη τάση και να εξηγείται με βάση είτε τη φύση του &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γλωσσικού οργάνου&lt;/span&gt; είτε κάποιους &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;επικοινωνιακούς&lt;/span&gt; παράγοντες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην περίπτωση όμως των τριών γλωσσών που αναφέραμε, παρατηρείται και κάτι ακόμα. Αν δείτε όλα τα πρόσφατα δανεισμένα από ξένες γλώσσες ουσιαστικά, θα διαπιστώσετε ότι είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ακατάληκτα&lt;/span&gt;: τους λείπουν εντελώς οι γνωστές καταλήξεις των ελληνικών ουσιαστικών: ‘χαμάμ’, ‘τρακτέρ’ (και πολύ σπανιότερα ‘χαμάμι’ ή ‘τραχτέρι’), ‘πλαζ’, ‘τρικ’, ‘ροκ’, ‘ζουμ’, ‘γκουγκλ’ ή ‘μπλογκ’. Επίσης, είναι σχεδόν όλα γένους ουδετέρου. Τι σημαίνει αυτό; Ίσως ότι αλλοιώνεται η κλίση των ουσιαστικών στη γλώσσα μας με την εισαγωγή όλων αυτών των άκλιτων ακατάληκτων ουδετέρων;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Δανεισμένα ουσιαστικά και ρήματα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πιθανότατα όχι. Ίσα-ίσα, τα παραπάνω δανεισμένα ουσιαστικά φωτίζουν μια πολύ ενδιαφέρουσα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ασυμμετρία&lt;/span&gt; μεταξύ ουσιαστικών και ρημάτων στα ελληνικά αλλά και σε άλλες γλώσσες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πιο συγκεκριμένα: προσπαθήστε να μετατρέψετε κάποια από τα παραπάνω σε ρήματα. Θα πάρετε ρηματικούς τύπους όπως ‘ροκ-άρ-ω’, ‘ζουμ-άρ-ω’, ‘γκουγκλ-ίζ-ω’ ή ‘γκουγκλ-άρ-ω’, ‘μπλογκ-άρ-ω’ κτλ. Τι συμβαίνει εδώ; Ας πούμε ότι το τελικό ‘–ω’ (που κωδικοποιεί το α' ενικό πρόσωπο) δεν είναι αναπόσπαστο μέρος του ρήματος. Από πού ήρθαν λοιπόν αυτά τα ‘–αρ–’ και ‘–ιζ–’; Αν το σκεφτεί κανείς λιγάκι, το μόνο που σημαίνουν αυτά τα μικρά κομμάτια (&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μορφήματα&lt;/span&gt; λέγονται) όπως το ‘–αρ–’ και το ‘–ιζ–’ είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;«είμαι ρήμα»&lt;/span&gt;. Με άλλα λόγια, δεν μπορώ να φτιάξω ρήματα παίρνοντας την ξενική ρίζα και κολλώντας ένα ‘–ω’: λέμε ‘ροκ-άρ-ω’, ‘ζουμ-άρ-ω’, ‘γκουγκλ-ίζ-ω’ ή ‘γκουγκλ-άρ-ω’, ‘μπλογκ-άρ-ω’ και όχι ‘*ρόκ-ω’, ‘*ζούμ-ω’, ‘*γκούγκλ-ω’ κτλ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επομένως, το γραμματικό σύστημα της ελληνικής διαθέτει εξειδικευμένα μορφήματα που σημαίνουν «είμαι ρήμα». Αυτά πρέπει να χρησιμοποιούνται απαρέκκλιτα κάθε φορά που εισάγουμε με δανεισμό στη γλώσσα μια ρίζα και θέλουμε να τη μετατρέψουμε σε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ρήμα&lt;/span&gt;. Άρα ο δανεισμός αποτελεί μια κάθε άλλο παρά παθητική ή μηχανική διαδικασία (‘κοπι-πέιστ’).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ουσιαστικά και ρήματα, γενικά&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν το ψάξει κανείς το θέμα λίγο περισσότερο, θα διαπιστώσει ότι το ίδιο ακριβώς ισχύει και για μια μεγάλη πλειοψηφία και των ελληνικών ή των πάλαι ελληνοποιημένων ριζών: για να εμφανιστούν ως ρήματα πρέπει να συνδυαστούν με ένα μόρφημα όπως το ‘–αρ–’, το ‘–ιζ–’, το ‘–ευ–’, το ‘–ων–’ και άλλα. Έτσι έχουμε π.χ. ‘λουστρ-άρ-ω’, ‘ποτ-ίζ-ω’, ‘κουρ-εύ-ω’, ‘καρφ-ών-ω’ κτλ. Συνεπώς, η χρήση αυτών των μορφημάτων δεν περιορίζεται στις καινούργιες λέξεις ή στα δάνεια, αλλά αποτελεί &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;βασικό&lt;/span&gt; χαρακτηριστικό του σχηματισμού ρημάτων: αντίθετα με τα ουσιαστικά, τα ελληνικά ρήματα περιέχουν ένα στοιχείο, ένα μόρφημα, που λέει «είμαι ρήμα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βεβαίως πολλές ερωτήσεις παραμένουν αναπάντητες, όμως τα παραπάνω μας δείχνουν τον &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πρωταγωνιστικό ρόλο&lt;/span&gt; που παίζουν το γραμματικό σύστημα και τα χούγια του σε όλες τις διαδικασίες που αφορούν τη γλώσσα, από την προφορά και τη σύνταξη μέχρι – όπως είδαμε – το λεξιλόγιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 6ης Δεκεμβρίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-4041989309155723374?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/4041989309155723374'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/4041989309155723374'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/12/blog-post.html' title='Τι χρειάζεται (μια γλώσσα) για να δανειστεί'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-3986134336416390946</id><published>2009-11-22T17:56:00.002+02:00</published><updated>2010-01-19T00:12:20.033+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Καθημερινή'/><title type='text'>Σικάγο: ένα συνέδριο και μια Εταιρεία</title><content type='html'>Στα τέλη Οκτωβρίου συμμετείχα στο 9ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Το Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας διοργανώνεται κάθε διετία και από διαφορετικό πανεπιστήμιο, ενώ το φετινό συνέδριο του  Σικάγου στέφθηκε από μεγάλη επιτυχία, παρότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες έπρεπε να περάσουν τον Ατλαντικό για να συμμετάσχουν σε αυτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατά τις τρεις μέρες των εργασιών (29 με 31 Οκτωβρίου), έλληνες και ξένοι γλωσσολόγοι ανακοίνωσαν αποτελέσματα έρευνας σε δεκάδες θέματα θεωρητικού και εφαρμοσμένου ενδιαφέροντος που αφορούν όλες τις πτυχές της ελληνικής γλωσσολογίας: από τη λεξιπλασία του Καζαντζάκη έως τη συντακτική ταυτότητα των μορίων ‘να’, ‘θα’ και ‘μη’ και από τη διδασκαλία της Ελληνικής μέχρι την προσωδία της. Σε μια τόσο συναρπαστική πόλη όπως το Σικάγο, η ποιότητα της έρευνας που ανακοινωνόταν και συζητιούνταν στάθηκε ικανή να κρατήσει τους συνέδρους μέσα στις τέσσερις παράλληλες συνεδρίες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η επιτυχία του συνεδρίου στάθηκε όμως μεγάλη και για ένα δεύτερο λόγο: κατά τη συνάντηση εργασίας εγκρίθηκε πανηγυρικά η πολυαναμενόμενη ίδρυση της Διεθνούς Εταιρείας Ελληνικής Γλωσσολογίας. Η Εταιρεία αποτέλεσε έργο και προϊόν κόπου πολλών διακεκριμένων και άξιων συναδέρφων, αλλά και όνειρο ακόμα περισσότερων (τα ονόματα των οποίων δε θα αναφέρω γιατί θα ξεπεράσω κατά πολύ το όριο των λέξεων για το άρθρο μου).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φρονώ λοιπόν ότι η ύπαρξη και λειτουργία της Εταιρείας εκτός από επιθυμητή είναι και απολύτως αναγκαία. Για πρώτη φορά όλοι όσοι μελετούμε επιστημονικά την ελληνική γλώσσα θα έχουμε ενιαία φωνή και εκπροσώπηση. Θα διαθέτουμε ένα οργανωμένο φόρουμ στο οποίο θα μπορούμε να συζητούμε όσα θέματα μας απασχολούν. Θα μπορούμε να συμβάλλουμε δυναμικότερα στην καλλιέργεια της ελληνικής γλωσσολογίας στην Ελλάδα και στον κόσμο. Θα μπορέσουμε να πλαισιώσουμε και επισήμως το Journal of Greek Linguistics, που συνεχίζει την κυκλοφορία του. Και πολλά άλλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε προσωπικό επίπεδο, νομίζω ότι δε γινόταν άλλο να απουσιάζει ένα επίσημο όργανο εκπροσώπησης όσων μελετούμε επιστημονικά την ελληνική γλώσσα. Οι γλωσσολόγοι έχουμε την ίδια ιδιομορφία με τους γιατρούς: το επιστημονικό μας αντικείμενο απασχολεί τους πάντες, αφού όλοι φαίνεται να έχουν έντονες και σαφείς απόψεις περί γλώσσας. Δυστυχώς, πάρα πολλές φορές οι απόψεις αυτές δεν είναι τεκμηριωμένες, ενώ κάποτε αποτελούν προϊόν ακόμα και προκατάληψης, παρανάγνωσης ή πλάνης. Είναι σημαντικό λοιπόν η Εταιρεία να μπορεί να αρθρώνει τη φωνή της επιστημονικής έρευνας, λ.χ. όταν σχεδιάζονται πολιτικές που θα επηρεάσουν τη ζωή και την παιδεία των ομιλητών της Ελληνικής. Είναι τέλος πάντων σημαντικό να υπάρχει κάποιου είδους εκπροσωπηση των γλωσσολόγων που θα μπορεί να διαβεβαιώσει την κοινή γνώμη ότι η ελληνική ως γλώσσα προγραμματισμού, ως «κρατυλική», ή με τερατολογικά υπερμεγέθες λεξιλόγιο, αποτελούν εμπορεύματα τσαρλατάνων, τα γλωσσικά αντίστοιχα της φραπελιάς και του νερού Καματερού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε γενικές γραμμές, προσβλέπω σε όλα όσα μπορεί και πρέπει να κάνει η νεοσύστατη Εταιρεία προς την κατεύθυνση της καλλιέργειας και εκλαΐκευσης της γλωσσολογίας στην Ελλάδα και της μελέτης της Ελληνικής παγκοσμίως. Ειδικότερα, ευελπιστώ ότι τώρα πια οι γλωσσικές πλάνες και προκαταλήψεις που μεταμφιέζονται σε γλωσσικά δόγματα θα βρούνε τον αντίλογο που τους αξίζει και σε επίπεδο θεσμού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_22/11/2009_362014"&gt;στη στήλη &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Εξ αφορμής&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;, της 22ης Νοεμβρίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-3986134336416390946?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3986134336416390946'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3986134336416390946'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/11/blog-post_22.html' title='Σικάγο: ένα συνέδριο και μια Εταιρεία'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-2954710442507968747</id><published>2009-11-22T17:50:00.002+02:00</published><updated>2009-11-22T17:56:09.859+02:00</updated><title type='text'>Για τα Αρχαία</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Απαραίτητες διευκρινίσεις&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η επιστήμη δε δίνει (μόνον) απαντήσεις. Βασική αποστολή της επιστήμης είναι να κάνει &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ερωτήσεις&lt;/span&gt; και μάλιστα, αν είμαστε τυχεροί, τις σωστές ερωτήσεις. Ξεκινάω αυτό το άρθρο χωρίς να υποκρίνομαι ότι έχω απαντήσεις. Θα κάνω λοιπόν κάποιες ερωτήσεις για το θέμα της διδασκαλίας των Αρχαίων στο σχολείο από το πρωτότυπο. Δεν πρόκειται, φυσικά, να παραστήσω ότι πλησιάζω καν στο να &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εξαντλήσω&lt;/span&gt; το θέμα. Ελπίζω όμως να κάνω τις &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;σωστές&lt;/span&gt; ερωτήσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπαίνω λοιπόν κατευθείαν στο ψητό: &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γιατί διδάσκονται Αρχαία τα παιδιά μας;&lt;/span&gt; Η απάντηση σε αυτό το έρωτημα είναι είτε «για να μιλάνε καλύτερα ελληνικά», είτε «για να γνωριστούν καλύτερα με την αρχαία και την παλιότερη ελληνική γραμματεία». Εδώ προτίθεμαι να κάνω τις ερωτήσεις μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Λεξιλόγιο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η διδασκαλία των Αρχαίων από το πρωτότυπο στη σύγχρονη ενσάρκωσή της δίνει μεγάλη έμφαση στη γνωριμία των μαθητών με το λεξιλόγιο της αρχαίας γλώσσας, προφανώς σε μια προσπάθεια να το καταστήσει χρήσιμο για τη νέα γλώσσα και λειτουργικό. Η ερώτησή μου εδώ είναι η εξής: Έχουμε ενδείξεις ότι κάτι τέτοιο είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εφικτό&lt;/span&gt;; Και εάν ναι, υπάρχει έρευνα που να καταδεικνύει ότι η μεταλαμπάδευση αρχαίων λέξεων στη Νέα Ελληνική μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τη συστηματική &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;διδασκαλία&lt;/span&gt; του λεξιλογίου και της μορφολογίας της Αρχαίας Ελληνικής; Εάν ναι, καλώς. Εάν όχι, δε θα μπορούσαμε να διαθέσουμε τις διδακτικές ώρες και τους αντίστοιχους πόρους στη διδασκαλία &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;λεξιλογίου&lt;/span&gt; κατά τις ώρες του μαθήματος της Νέας Ελληνικής;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Γραμματική&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η διδασκαλία των Αρχαίων από το πρωτότυπο στη σύγχρονη ενσάρκωσή της εξακολουθεί να εστιάζεται σε στοιχεία συντακτικού και στην πλούσια μορφολογία (και δη του ρήματος) της Αττικής διαλέκτου. Όλοι γνωρίζουμε ότι γραμματικά η Αττική διάλεκτος, αλλά και η ελληνιστική Κοινή και οι αττικίζουσες ποικιλίες, διαφέρουν πάρα πολύ από τη Νεοελληνική Κοινή. Οι πάμπολλες λειτουργίες των νεοελληνικών μορίων ‘να’ και ‘θα’ καλύπτονταν από διάφορους ρηματικούς τύπους ή και περιφράσεις της Αρχαίας. Από την άλλη το απαρέμφατο και η δοτική μάς έχουν αφήσει χρόνους εδώ και αιώνες. Και ούτω καθεξής. Συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για μπόλιασμα της νεοελληνικής γραμματικής με αρχαιοελληνικές δομές και τύπους. Η ερώτηση λοιπόν έρχεται αβίαστα: Γιατί δίνουμε τόσο μεγάλη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;έμφαση&lt;/span&gt; στη διδασκαλία της γραμματικής της Αρχαίας, και μάλιστα της &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ρηματικής μορφολογίας&lt;/span&gt; της, λ.χ. στην υποτακτική μέσου παρακειμένου;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Κείμενα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην τελευταία αυτή ερώτηση υπάρχει απάντηση: ότι γνωρίζοντας καλή γραμματική της Αρχαίας, δίνουμε στον Νεοέλληνα τη δυνατότητα να διαβάζει τα κλασικά κείμενα από το πρωτότυπο, καθώς και όσα αττικίζουν ανά τους αιώνες, μέχρι και τον Παπαδιαμάντη, τον Ροΐδη και τον Βιζυηνό. Κατ’ αρχήν, είμαστε βέβαιοι ότι έτσι όντως του δίνουμε τη δυνατότητα αυτή; Επιπλέον, η καίρια ερώτηση εδώ είναι «και τότε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γιατί δεν μπορούν&lt;/span&gt; (ακόμα και οι μεγαλύτεροι) Νεοέλληνες να διαβάσουν έστω και Παπαδιαμάντη, Ροΐδη και Βιζυηνό;». Βεβαίως δε γνωρίζω την απάντηση. Μπορώ όμως στο μεταξύ να κάνω μια ακόμα πιο εύκολη ερώτηση: «Αξίζει να κόβουμε διδακτικές ώρες από τα Νέα Ελληνικά για να εκπαιδεύσουμε τους νέους μας να διαβάζουνε Σοφοκλή, Πλάτωνα, Καινή Διαθήκη και Γρηγόριο Θεολόγο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;από το πρωτότυπο&lt;/span&gt;;» Με άλλα λόγια, γιατί να μη διαβάζουν αυτά και πολλά περισσότερα από &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μετάφραση&lt;/span&gt;;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Μεταφράσεις&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η απάντηση είναι γνωστή: χάνονται, λέει, πολλά στη μετάφραση. Οπωσδήποτε. Όπως όμως μας διδάσκει η μεταφρασιολογία, δε χάνονται λόγω των διαφορών ανάμεσα στις ίδιες τις γλωσσικές ποικιλίες (Αρχαία και Νέα εδώ), παρά γιατί στη μετάφραση πάντοτε χάνονται &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;συμφραζόμενα&lt;/span&gt; και το γενικότερο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;περικείμενο&lt;/span&gt; (αυτό που αυτάρεσκα αποκαλείται κόντεξτ).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επίσης, φρονώ ότι – όσα Αρχαία και να ξέρει κάποιος, κι όσο μεγάλο κι αν είναι το γραφείο του για να χωράει τον Liddell-Scott ανοιχτό πάνω του – &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πολλά περισσότερα χάνονται&lt;/span&gt; όταν διαβάζει κανείς ασχολίαστο το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πρωτότυπο&lt;/span&gt; αρχαίο ή αττικίζον κείμενο. Κακά τα ψέματα: θα χάσουμε πολλά από τον Πλάτωνα και τον Σοφοκλή, όσο καλοί γνώστες κι αν είμαστε του πώς χρησιμοποιεί ο Πλάτωνας τα προτασιακά μόρια (ξέρετε: γε, δη, πάνυ, πάνυ γε κτλ.) στα επιχειρήματά του ή ο Σοφοκλής τη δωρική διάλεκτο στα χορικά του. Όπως, λόγου χάρη, ξέρει κάθε αγγλομαθής που αποπειράθηκε να διαβάσει Σαίξπηρ στο πρωτότυπο, τίποτε δεν αντικαθιστά μια καλή μετάφραση. Αυτά τα γράφει ένας άνθρωπος που έχει διαβάσει την Οδύσσεια στο πρωτότυπο (κι ευτυχώς ήδη ήξερε την υπόθεση του έργου) και τώρα διαβάζει τον Θουκυδίδη. Με ρυθμό μια σελίδα το δίμηνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 22ης Νοεμβρίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-2954710442507968747?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/2954710442507968747'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/2954710442507968747'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/11/blog-post.html' title='Για τα Αρχαία'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-7410870342391866267</id><published>2009-10-25T17:07:00.003+02:00</published><updated>2009-11-12T13:24:55.400+02:00</updated><title type='text'>Η πορεία της (γλωσσικής) αλλαγής</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Εκ των υστέρων&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκ των υστέρων, τα πάντα φαίνονται ξεκάθαρα. Εκ των υστέρων, το παρελθόν φαίνεται σαν να έχει νόημα, μας μοιάζει σαν μια αλυσίδα που αναπόφευκτα οδηγεί στο εδώ και στο τώρα. Έτσι, όταν κοιτάει κανείς το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;παρελθόν της γλώσσας&lt;/span&gt; πολλές φορές νομίζει ότι βλέπει μια αλληλουχία εξελικτικών σταδίων που σχεδόν αναπόφευκτα οδηγεί στη συγχρονία του σήμερα. Κοιτώντας προς τα πίσω, ξεγελιόμαστε και φτάνουμε να πιστέψουμε ότι η τάδε ή η δείνα γλωσσική μεταβολή ήταν αναπόφευκτη ή ότι ξετυλίχτηκε λίγο-λίγο και σιγά-σιγά με σκοπό να μας φέρει εδώ όπου είμαστε τώρα. Η αντίληψη ότι η γλωσσική αλλαγή έχει &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;σκοπό&lt;/span&gt;, ότι οδηγεί προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, έστω και αν χρειαστούν αιώνες να φτάσει μέχρι εκεί, είναι πολύ διαδεδομένη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Πτώση στα λατινικά, άρθρα στις ρωμανικές&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα γνωστό παράδειγμα είναι και το εξής, από την ιστορία των λατινικών. Όπως είναι γνωστό, ιδίως σε όσους τα έχουν υποστεί στο σχολείο, τα λατινικά ουσιαστικά κλίνονται για &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πτώση&lt;/span&gt;: lux, lucis, luci, lucem… (‘φως’ σε ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική – όπως αντίστοιχα κλίνουμε στην αρχαία το νόμος, νόμου, νόμω, νόμον…). Τα λατινικά επίσης δεν είχαν καθόλου &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;άρθρα&lt;/span&gt;: ‘lucem vidi’ σημαίνει είτε ‘είδα το φως’ είτε ‘είδα φως’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντίθετα, οι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ρωμανικές&lt;/span&gt; ή νεολατινικές γλώσσες, που ιστορικά προέκυψαν από τα λατινικά (ιταλικά, ισπανικά, γαλλικά, ρουμάνικα κτλ.), έχουν όλες άρθρα αλλά τα ουσιαστικά τους δεν κλίνονται για πτώση. Μάλιστα υπάρχουν στοιχεία ότι κάθε μία από αυτές τις γλώσσες ανέπτυξε άρθρα ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες. Με βάση αυτή την εικόνα πολλοί μελετητές και γλωσσολόγοι οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι η απώλεια της πτώσης πάνω στα ουσιαστικά σχετίζεται με την εμφάνιση των άρθρων: μια γλώσσα χάνει την πτώση στα ουσιαστικά και εμφανίζει άρθρα. Αυτός ο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;συσχετισμός&lt;/span&gt; δεν είναι ανυπόστατος, τουλάχιστον με τα δεδομένα που έχουμε. Πολλοί ωστόσο προχώρησαν πιο πέρα και μίλησαν για μια &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αναπόδραστη&lt;/span&gt;, ντετερμινιστική όπως λέμε, διαδικασία η οποία με το πέρασμα των γενεών δημιουργεί άρθρα ενώ εκλείπει η πτώση. Με άλλα λόγια, θεώρησαν ότι η εξαφάνιση της πτώσης είναι η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αιτία&lt;/span&gt; της εμφάνισης άρθρων. Εκ των υστέρων, μπορεί κανείς να δει μια αναπόφευκτη διαδικασία, μια σχέση αιτίου-αιτιατού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κακώς, όμως. Γλώσσες όπως τα ελληνικά έχουν και άρθρα και πτώση πάνω στα ουσιαστικά τουλάχιστον από τον 6ο π.Χ. αιώνα, ενώ άρθρα και πτώση συνυπάρχουν και σε πολλές γλώσσες. Παρότι η εμφάνιση των άρθρων &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;σχετίζεται&lt;/span&gt; με την εξαφάνιση της πτώσης στις ρωμανικές γλώσσες, είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσει κανείς για μια στιβαρή σχέση &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αιτίου-αποτελέσματος&lt;/span&gt;, για μια &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;προδιαγεγραμμένη&lt;/span&gt; ιστορική διαδικασία η οποία ξετυλίγεται με το πέρασμα του χρόνου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Γλωσσική κατάκτηση και γλωσσική επαφή&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γνωρίζουμε σήμερα ότι η γλωσσική μεταβολή ξεκινάει με τη γλωσσική κατάκτηση εκ μέρους των παιδιών: κάποτε τα παιδιά &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;επανερμηνεύουν&lt;/span&gt; τα γλωσσικά δεδομένα που ακούνε με βάση γραμματικούς κανόνες &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;διαφορετικούς&lt;/span&gt; από των γονέων τους. Όχι πάντοτε όμως. Έτσι, η γλώσσα δεν αλλάζει ούτε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πάντα&lt;/span&gt; ούτε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;συνεχώς&lt;/span&gt;: στις ιστορίες των γλωσσών βρίσκουμε και περιόδους γλωσσικής σταθερότητας. Επίσης, όταν αλλάζει η γλώσσα, δεν αλλάζει πάντα με &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;την ίδια ταχύτητα&lt;/span&gt;: κάποιες μεταβολές χρειάζονται αιώνες για να συντελεστούν, άλλες δύο ή τρεις γενιές. Τέλος, και το πιο συναρπαστικό από όλα, κάποιες γλωσσικές δομές είναι πιο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ευάλωτες&lt;/span&gt; στη γλωσσική μεταβολή από άλλες: π.χ. η έκφραση του ποιού ενεργείας στα ελληνικά (η διαφορά μεταξύ ‘έτρεχα’ κι ‘έτρεξα’) παραμένει σχεδόν αναλλοίωτη για παραπάνω από 25 αιώνες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επιπλέον, αυτό που εκ των υστέρων μας φαίνεται ‘φυσική εξέλιξη’ είναι πολλές φορές προϊόν ιστορικών ατυχημάτων. Η αναλυτική δομή της αγγλικής, που τόσο θαυμάζεται από αγγλόφωνους λογίους (καμμία έκπληξη εδώ: οι κατά τόπους λόγιοι θεωρούν τη γλώσσα τους υπέρτερη όλων των άλλων), είναι προϊόν της μοιραίας συνάντησης, μετά τη νορμανδική κατάκτηση το 1066, της αγγλοσαξονικής γλώσσας με &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τη μεσαιωνική γαλλική&lt;/span&gt;. Το «ισορροπημένο» σύστημα των πέντε φωνηέντων της νέας ελληνικής (α, ε, ι, ο, ου), η απώλεια της διάκρισης σε μακρά και βραχέα αλλά και  απώλεια του μουσικού τόνου της αρχαίας χρονολογούνται στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή. Πιθανολογείται μάλιστα πως τα παραπάνω φαινόμενα οφείλονται στην επίδραση σημιτικών γλωσσών όπως η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κοπτική&lt;/span&gt;, αφού τότε μια μεγάλη και όλο επιρροή πλειοψηφία ελληνόφωνων ομιλητών ζούσε στην Αίγυπτο και μιλούσε και κοπτικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από τα λίγα που είδαμε πιο πάνω φαίνεται ότι η γλωσσική αλλαγή είναι μια υπόθεση σύνθετη και δεν ακολουθεί προδιαγεγραμμένες τροχιές ούτε υπακούει σε απλοϊκούς συσχετισμούς αιτίου και αποτελέσματος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 25ης Οκτωβρίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-7410870342391866267?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/7410870342391866267'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/7410870342391866267'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/10/blog-post_4854.html' title='Η πορεία της (γλωσσικής) αλλαγής'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-2365494219564170544</id><published>2009-10-25T17:04:00.001+02:00</published><updated>2010-01-19T00:12:20.033+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Καθημερινή'/><title type='text'>Γλώσσα ή κάτι άλλο;</title><content type='html'>Όταν αποδέχτηκα την πρόσκληση να συνεισφέρω στη στηλη ‘Εξ αφορμής’, είχα κατά νου να γράφω κι εδώ, όπως κι αλλού, για εκείνα ακριβώς τα γλωσσικά θέματα που συνήθως δεν τραβούν την προσοχή του κοινού. Ήθελα να γράψω για τις συναρπαστικές ανακαλύψεις της Γλωσσολογίας τα τελευταία σαράντα χρόνια. Είχα σκοπό να συμβάλω (έστω και λίγο) στην εκλαΐκευση των γλωσσικών επιστημών και να μιλήσω για όσα έχουν αποκαλύψει για τη φύση και τη λειτουργία της γλώσσας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δυστυχώς όμως οι αφορμές για τέτοιου είδους συζητήσεις είναι δυσεύρετες. Στις κοινωνίες με μακρά (και ένδοξη) γραπτή παράδοση, η γλώσσα γίνεται συνήθως αφορμή να κουβεντιάζονται άλλα ζητήματα. Δηλαδή, ενώ φαίνεται να συζητάμε για τη γλώσσα, στην πραγματικότητα οι προβληματισμοί μας δεν αφορούν την ίδια τη γλώσσα παρά κάποια σχετιζόμενα θέματα, θέματα ενδεχομένως σημαντικά αλλά πάντως όχι γλωσσικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην Ελλάδα και αλλού γίνονται εκτενείς και όλο παρεκβάσεις κουβέντες για την ιστορία και τη συνέχεια της γλώσσας. Κατά κανόνα αναλύεται με ακρίβεια και συνέπεια σχεδόν ψυχαναλυτική η σχέση μας με κάποιες παλιότερες μορφές της γλώσσας και με επιλεγμένα κείμενα γραμμένα σε αυτές. Νομίζουμε λοιπόν ότι μιλάμε για τη διαχρονία της γλώσσας, ενώ στην πραγματικότητα μεταφέρουμε στον λόγο για τη γλώσσα την πολιτισμική αγωνία κάθε γενιάς που πρέπει να αναμετρηθεί με κείμενα του παρελθόντος. Μια διαχρονική αγωνία κάθε λαού με ουσιώδη γραπτή παράδοση, από τους αρχαίους Ινδούς μέχρι τους σύγχρονους Αμερικανούς – και εμάς, βεβαίως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άλλοτε «ανησυχούμε για το μέλλον της γλώσσας μας», ιδίως στην Ελλάδα. Και πάλι όμως τελικά συζητούμε τη θέση της νεοελληνικής κουλτούρας και του νεοελληνικού πολιτισμού: κατά τον 20ο αιώνα μέσα στον Δυτικό Κόσμο, κατά τα τέλη του 20ου αιώνα μέσα στην Ενωμένη Ευρώπη και – στις μέρες μας – μέσα στον παγκο¬σμιοποιημένο κόσμο μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συχνά πάλι πραγματευόμαστε σχοινοτενώς μια χούφτα ελλιπέστατα τεκμηριωμένα φαινόμενα (όταν δεν είναι επινοημένα) όπως η «λεξιπενία» ή αυτό που πάρα πολλοί ακυρολεκτικά λένε «δυσλεξία», εννοώντας όχι δυσχέρειες στη γραφή και στην ανάγνωση, αλλά την απουσία ευφράδειας και καλλιέπειας. Σε αυτές τις περιπτώσεις συζητάμε για «γλώσσα» αλλά – στην καλύτερη περίπτωση – μας απασχολούν ο γραμματισμός, η ακριβολογία και η καλλιέπεια. Έτσι, ενώ εξετάζουμε λεξιλογικά, συμφραστικά και ορθογραφικά θέματα, στην πραγματικότητα προβληματιζόμαστε για την πνευματική καλλιέργεια ή την ιδεολογική ταυτότητα ομάδων (όπως οι μαθητές) ή ατόμων (λ.χ. δημόσιων προσώπων ή πολιτικών). Μάλιστα, τέτοιοι προβληματισμοί συχνά βασίζονται στην πλάνη ότι οι γλωσσικές δυσκολίες είναι πάντα δείκτης χωλής νόησης. Σε κάθε περίπτωση, δεν ασχολούμαστε με τη γλώσσα, αλλά με το τι νομίζουμε ότι μας λέει για τη νόηση και τα φρονήματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε ένα δεύτερο επίπεδο, πολλές φορές συγχέουμε τους προβληματισμούς μας για τον προσανατολισμό και την ποιότητα της εκπαίδευσης με έναν γενικό λόγο περί γλώσσας. Ενώ κατ’ ουσία μας απασχολεί το κατά πόσο τα σχολεία μας διδάσκουν γραμματισμό και τα πανεπιστήμιά μας ακριβολογία και σαφήνεια στην έκφραση, καταλήγουμε να νοσταλγούμε την καθαρεύουσα ή να φαντασιωνόμαστε υπολογιστές για τη διδασκαλία της γραμματικής και του λεξιλογίου…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι λοιπόν δύσκολο να βρεθεί αφορμή για να μιλήσει κανείς για τη γλώσσα καθεαυτή. Άλλωστε, η γλώσσα βρίσκεται στο κέντρο της ανθρώπινης φύσης, αρθρώνει τη νόησή μας και συναρμόζει τις ανθρώπινες σχέσεις και τον κοινωνικό μας βίο: ξεκινώντας να μιλάμε για αυτήν, σχεδόν μοιραία καταλήγουμε κάπου αλλού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_25/10/2009_334749"&gt;στη στήλη &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Εξ αφορμής&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;, της 25ης Οκτωβρίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-2365494219564170544?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/2365494219564170544'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/2365494219564170544'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/10/blog-post_25.html' title='Γλώσσα ή κάτι άλλο;'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-1242143044958793780</id><published>2009-10-11T18:56:00.002+03:00</published><updated>2009-10-11T19:02:53.720+03:00</updated><title type='text'>Γλωσσική δομή και ανθρώπινη φύση</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Κατάκτηση κι όχι εκμάθηση&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάτω από τη μύτη μας ξετυλίγονται τα πιο σύνθετα και πολύπλοκα φαινόμενα στο σύμπαν, χωρίς καν να το πάρουμε χαμπάρι. Δεν αναφέρομαι μόνο στα μυστήρια της φυσικής σωματιδίων ή της κυτταρικής βιολογίας, αλλά και σε πολύ πιο κοντινά μας φαινόμενα, τα οποία μπορούμε ως ένα σημείο να παρατηρήσουμε. Ένα από αυτά είναι και η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κατάκτηση της γλώσσας&lt;/span&gt; από τα μικρά παιδιά. Είπα «κατάκτηση» και όχι «εκμάθηση», αφού η γλώσσα δε μαθαίνεται, παρά &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αναπτύσσεται&lt;/span&gt;. Επίσης, είπα ότι η γλωσσική κατάκτηση είναι φαινόμενο που μπορούμε να παρατηρήσουμε, δεν μπορούμε όμως να το επηρεάσουμε κιόλας; Πολλοί γονείς αυτό πιστεύουν, στο κάτω-κάτω. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να επηρεάσουμε την ανάπτυξη της γλώσσας του παιδιού πολύ πολύ λιγότερο απ’ ό,τι νομίζουμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Γλωσσικές δομές&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βεβαίως για να μάθει το παιδί μία &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;λέξη&lt;/span&gt; πρέπει να την ακούσει να χρησιμοποιείται στο περιβάλλον του, αν και δεν είναι απαραίτητο να βρίσκεται στον λόγο που του απευθύνουμε (έτσι μαθαίνουν γρήγορα και αποτελεσματικά και τις περισσότερες &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;βρισιές&lt;/span&gt;). Όμως ένα ακόμα πιο δύσκολο ερώτημα είναι πώς κατακτούν τα παιδιά τις γλωσσικές &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δομές&lt;/span&gt; της μητρικής γλώσσας τους. Ας δούμε απλά τι εννοούμε όταν μιλάμε για δομές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στα ελληνικά λέμε «έφαγα τη μικρή τυρόπιτα». Λέμε επίσης «έφτιαξα την τυρόπιτα μικρή» (όσοι από εμάς ξέρουμε να φτιάχνουμε τυρόπιτες). Ωστόσο, το «*έφαγα την τυρόπιτα μικρή» είναι αντιγραμματικό – εκτός κι αν κάποια ομιλήτρια εννοεί ότι έφαγε την τυρόπιτα όταν ήταν η ίδια μικρή. Άρα η κατάκτηση των γλωσσικών δομών είναι μια πολύ σύνθετη υπόθεση: πέρα από το να παράγει ό,τι είναι γραμματικό, το παιδί πρέπει επίσης να κατακτήσει (και να μην παράγει) ό,τι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δεν&lt;/span&gt; είναι γραμματικό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Μαθησιμότητα: εναντίον της γενίκευσης και της αναλογίας&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα, εάν ρωτήσετε κάποιον πώς αναπτύσσει ένα παιδί τη γνώση των δομών, της &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γραμματικής&lt;/span&gt; δηλαδή, της μητρικής του γλώσσας, συνήθως η απάντηση είναι ότι το καταφέρνει μέσω &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γενίκευσης&lt;/span&gt; και &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αναλογίας&lt;/span&gt;. Αποτελεί δηλαδή (λανθασμένη) διαδεδομένη αντίληψη ότι το παιδί αναλύει τις προτάσεις που ακούει (π.χ. «έφαγα τη μικρή τυρόπιτα»), εντοπίζει κάποια γενικά μοτίβα (π.χ. ‘το επίθετο πάει πριν το ουσιαστικό’) και τα αναπαράγει κατ’ αναλογία. Κι όλα αυτά μέχρι την ηλικία των τριών με πέντε ετών το αργότερο, οπότε τα παιδιά έχουν ολοκληρώσει την κατάκτηση της μητρικής (ή των μητρικών) γλωσσών τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο αυτά υποτίθεται ότι τα κάνει ένα παιδί σε μια ηλικία που δεν μπορεί καλά-καλά να δέσει τα κορδόνια του. Επίσης, ελάχιστα παιδάκια στην ίδια ηλικία – ταλέντα το δίχως άλλο – μαθαίνουν τους κανόνες του ποδοσφαίρου, του σκακιού ή της πιλότας απλώς παρατηρώντας και γενικεύοντας. Επιπλέον, οι δομικοί κανόνες της γλώσσας είναι κατά πολύ &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πολυπλοκότεροι&lt;/span&gt; και συνθετότεροι απ’ αυτούς οποιουδήποτε αθλήματος, παιχνιδιού ή χαρτοπαιγνίου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συν τοις άλλοις, η θεωρία της &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μαθησιμότητας&lt;/span&gt; (learnability theory) υποδεικνύει ότι η διαδικασία γενίκευσης και αναλογίας δεν μπορεί ούτως ή άλλως να οδηγήσει στην επιτυχή εκμάθηση γλωσσικών δομών: εάν λ.χ. την εφαρμόζαμε στο παράδειγμα πιο πάνω, θα μας οδηγούσε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι το «έφαγα την τυρόπιτα μικρή» – όπου το ‘μικρή’ προσδιορίζει το ‘τυρόπιτα’ – είναι οκέι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πώς λοιπόν αναπτύσσει το παιδί τις σωστές γλωσσικές δομές της μητρικής γλώσσας του;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Η (γλωσσική) ανάπτυξη είναι στη φύση μας&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πολύπλοκη δομή κάθε φυσικής γλώσσας αναπτύσσεται όπως περίπου το δέντρο από τον σπόρο. Μέσα στον σπόρο υπάρχουν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;προκαθορισμένες&lt;/span&gt; οδηγίες για να σχηματιστούν κορμός, κλαδιά, ρίζες, φύλλα αλλά και όλες οι θαυμαστές μικροσκοπικές λεπτομέρειες της βιολογίας του δέντρου. Αντίστοιχα, μέσα στον εγκέφαλο ενός νεογέννητου υπάρχουν προκαθορισμένες οι εξειδικευμένες δομικές &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αρχές&lt;/span&gt; της ανθρώπινης γλώσσας αλλά και μαθησιακοί &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μηχανισμοί &lt;/span&gt;που αφορούν τη γλωσσική δομή. Με την έκθεση στο γλωσσικό περιβάλλον, αυτοί οι μηχανισμοί αναπτύσσονται σε δομές που διέπονται από τις βασικές αρχές που ανέφερα πιο πάνω. Έτσι, το παιδί ‘μαθαίνει’ τη γραμματική της γλώσσας του στο βαθμό που ‘μαθαίνει’ να περπατάει ή να αναγνωρίζει ανθρώπινα πρόσωπα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πώς φτάνουμε από αυτές τις αρχές και τους μηχανισμούς στη διαφορά μεταξύ του «έφαγα τη μικρή τυρόπιτα» και του «έφτιαξα την τυρόπιτα μικρή»; Η απάντηση είναι τόσο σύνθετη – ίσως ακόμα πιο σύνθετη – όσο και αυτή που θα δίναμε στην ερώτηση πώς από το κουκούτσι της ελιάς φτάνουμε στο δέντρο ή γιατί οι καρποί που δίνει είναι πλούσιοι σε έλαια και όχι, λ.χ., σε σάκχαρα όπως του αμπελιού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ίδιο το παιδί που κατακτάει τη δομή της γλώσσας δε χρειάζεται να ασχολείται με αυτά τα ζητήματα, απλώς ακολουθεί τη φύση του, ακόμα και κάτω από αντίξοες επικοινωνιακές συνθήκες όπως η τυφλότητα, και εν μέσω γνωστικών διαταραχών. Είναι στη φύση του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 11ης Οκτωβρίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-1242143044958793780?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1242143044958793780'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1242143044958793780'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/10/blog-post.html' title='Γλωσσική δομή και ανθρώπινη φύση'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-7994270497386588014</id><published>2009-09-27T11:46:00.002+03:00</published><updated>2009-09-27T11:55:42.979+03:00</updated><title type='text'>Λεξιπενία και δανεισμός</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;‘Ομιλείτε ελληνικά;’&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον στον Πολίτη της 23ης Αυγούστου το άρθρο ‘Ομιλείτε ελληνικά;’ του κυρίου Ιάκωβου Χρίστου, φιλολόγου. Το κείμενο συζητάει την κατάσταση της ελληνικής γλώσσας σήμερα και είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αντιπροσωπευτικό &lt;/span&gt;του πώς αυτή γίνεται αντιληπτή από μια μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η διαπραγμάτευση του θέματος διαπνέεται από έντονη ανησυχία για την ελληνική γλώσσα αλλά και από αγωνία για τις προοπτικές της ακόμα και να επιβιώσει. Βεβαίως, η μέριμνα για την καλλιέπεια, η καλλιέργεια της γλώσσας και η ακριβολογία βρίσκονται στην καρδιά των προβληματισμών κάθε προηγμένου &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πολιτισμού&lt;/span&gt;. Επίσης, αποτελούν αντικείμενο των φροντίδων κάθε φιλολόγου, αλλά και κάθε μορφωμένου ανθρώπου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διαβάζοντας το συγκεκριμένο άρθρο διαπίστωσα ότι ο συγγραφέας του έχει προβληματιστεί έντονα για κάποια θέματα γλωσσικής χρήσης. Ταυτόχρονα ωστόσο μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι, τουλάχιστον σε αυτήν την περίπτωση, οι ανησυχίες και η αγωνία του για την ελληνική γλώσσα ξεκινούν από παρανοήσεις και κάποιες παραναγνώσεις, όχι από εμπειρικά δεδομένα και χειροπιαστά γεγονότα. Έτσι, παρότι το πάθος για τη γλώσσα είναι έκδηλο, δυστυχώς δε δείχνει να συνοδεύεται από την ανάλογη εποπτεία των γλωσσικών επιστημών και από την απαραίτητη εμβάθυνση σε ζητήματα σχετικά με τη φύση της γλώσσας καθεαυτή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Λεξιπενία;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κύριος Χρίστου αισθάνεται ότι η ελληνική γλώσσα κινδυνεύει – θέμα με το οποίο ξανασχοληθήκαμε στη στήλη την 3η Ιουνίου 2007 με τίτλο, ακριβώς, &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2007/06/blog-post.html"&gt;‘Κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα;’&lt;/a&gt;. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται στην «ψευδαίσθηση ότι κατέχουμε και μιλούμε τη μητρική μας γλώσσα». Η διατύπωση αυτή είναι τουλάχιστον ατυχής: η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων κατέχουν και μιλούν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τουλάχιστον μία μητρική γλώσσα&lt;/span&gt;, αυτό δεν επιδέχεται καμμιά αμφισβήτηση. Εάν τώρα αυτή η γλώσσα διαφέρει από τις &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;παλιότερες μορφές&lt;/span&gt; της ή από την &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;επίσημη ή τη δόκιμη ποικιλία&lt;/span&gt;, αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα, κοινωνικό και πολιτικό εν τέλει. Γενικά, &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;άγλωσσοι ή ολιγόγλωσσοι άνθρωποι&lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δεν υπάρχουν&lt;/span&gt;, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις με βαρειές διαταραχές νευρολογικής φύσεως. Δε συνεχίζω γιατί θεωρώ ότι ο κύριος Χρίστου, ως φιλόλογος, γνωρίζει καλύτερα κι από μένα ότι λ.χ. γλωσσική ικανότητα και ευφράδεια βεβαίως και δεν ταυτίζονται, κ.ο.κ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αμέσως μετά γίνεται λόγος για την ‘αποψίλωση, υποβάθμιση, κακοποίηση και νόθευση’ της γλώσσας μας. Κρίνοντας από την παράθεση του (εντελώς ατεκμηρίωτου κι αβάσιμου) &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κλισέ &lt;/span&gt;περί ανθρώπων &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;με λεξιλόγιο 200-300 λέξεων&lt;/span&gt; παρακάτω, ο κύριος Χρίστου ταυτίζει τις τέσσερις αυτές πληγές με την εικαζόμενη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;συρρίκνωση του λεξιλογίου&lt;/span&gt; της ελληνικής. Παρά τους σχετικούς ισχυρισμούς (πάντοτε ατεκμηρίωτους, αβάσιμους και χωρίς παραπομπές στην έρευνα) δεν υπάρχει καμμία απολύτως ένδειξη ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει. Άλλωστε, αν μη τι άλλο, ο ίδιος ο κ. Χρίστου δείχνει πώς η γλώσσα «των νέων» &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εμπλουτίζεται&lt;/span&gt; δραματικά (αν και μάλλον προσωρινά) με πάμπολλες αγγλικές λέξεις. Έτσι, ακόμα και αν τα λεξιλόγιά μας βρίθουν από λέξεις ‘λάθος’ προελεύσεως, πάντως &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;με τίποτα δε συρρικώνονται&lt;/span&gt;. Για τη λεγόμενη λεξιπενία έγραψα αναλυτικά στο άρθρο της 29ης Οκτωβρίου 2006 &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2006/10/blog-post_29.html"&gt;‘Λεξιπενία ή κειμενική δυσπραξία;’&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Γλώσσα και σκέψη&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατόπιν, όπως συμβαίνει πολύ συχνά, ο κ. Χρίστου επικαλείται το εκτός συμφραζομένων και ελαφρώς παραναγνωσμένο (αφού ο Βιτγκενστάιν μιλάει για τον φιλοσοφικό λόγο και τη φύση της γνώσης) παράθεμα του αυστριακού φιλοσόφου ότι τα όρια της γλώσσας συμπίπτουν με τα όρια του κόσμου. Το συνοδεύει μάλιστα με μια μαξιμαλιστική διατύπωση της ‘εικασίας του Whorf’, ότι δηλαδή η γλώσσα διαμορφώνει και περιορίζει τη σκέψη. Και ο αφορισμός του Βιτγκενστάιν και η εικασία του Whorf έχουν συζητηθεί επανειλημμένα και εκτενώς σε πλήθος εκλαϊκευτικών βιβλίων για τη γλώσσα, όπου έχουν τοποθετηθεί στις ορθές διαστάσεις τους, αν όχι αναιρεθεί. Αυτό θα έπρεπε να είναι γνωστό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε αυτό το σημείο ομολογώ ότι με ανησυχεί το ότι γνώση που θα έπρεπε να αποτελεί &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κοινό κτήμα&lt;/span&gt; εδώ και τουλάχιστον τρεις δεκαετίες δεν φαίνεται να έχει υποπέσει στην αντίληψη ενός φιλολόγου. Αντιλαμβάνομαι ότι κάτι δυσάρεστο μάς λέει αυτό και για τις πανεπιστημιακές σχολές που παράγουν φιλολόγους αλλά και για τις αναιμικές προσπάθειες των Ελλήνων γλωσσολόγων για &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εκλαΐκευση &lt;/span&gt;και διάδοση των ανακαλύψεων της γλωσσικής επιστήμης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Δανεισμός&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα τελευταίο σημείο: ο κ. Χρίστου αφιερώνει μεγάλο μέρος του άρθρου του στη σκιαγράφηση με ζωηρό και άμεσο τρόπο, αλλά και με αναπόφευκτη υπερβολή, κάποιων &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δανείων &lt;/span&gt;(‘παρεισφρήσεις’ τα ονομάζει) από τα αγγλικά στα ελληνικά. Ωστόσο, δεν υπάρχει λόγος &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ανησυχίας&lt;/span&gt;: όσα από αυτά επιζήσουν μέχρι την επόμενη δεκαετία (ποιος να θυμάται πια ξενισμούς όπως μπριγιόλ, σιλάνς, τζουστ κτλ. που μαράθηκαν όταν πέρασε η μόδα τους), θα ενσωματωθούν στη γλώσσα και θα προστεθούν στη χορεία μη-ελληνικών λέξεων στα ελληνικά όπως ‘παράδεισος’ από τα περσικά, ‘αμήν’ κι ‘οθόνη’ από τα εβραϊκά, ‘γλέντι’, ‘ταψί’ και ‘καφές’ από τα τούρκικα, ‘φουστάνι’ από τα αραβικά, ‘μπουγάδα’ από τα καταλανικά, ‘πιάτο’ και ‘πουκάμισο’ από τα ιταλικά – και ούτω καθεξής. Για να μην κουράζω τους αναγνώστες, σταματώ εδώ και παραπέμπω και πάλι σε παλιότερο άρθρο αυτής της στήλης με τίτλο &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2007/12/blog-post_16.html"&gt;‘Δανεικά κι αγύριστα’&lt;/a&gt;, της 16ης Δεκεμβρίου 2007, όπου συζητιέται πιο διεξοδικά το θέμα του δανεισμού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 27ης Σεπτεμβρίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-7994270497386588014?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/7994270497386588014'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/7994270497386588014'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/09/blog-post_27.html' title='Λεξιπενία και δανεισμός'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-5271140255594546730</id><published>2009-09-13T12:08:00.003+03:00</published><updated>2009-09-13T12:13:29.727+03:00</updated><title type='text'>Τα μόρια της γλώσσας και η ζωή των λέξεων</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Μορφήματα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την προηγούμενη φορά είδαμε ότι οι περισσότερες λέξεις έχουν εσωτερική δομή, ότι δηλαδή διαιρούνται σε μικρότερα συστατικά, τα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μορφήματα&lt;/span&gt;. Διακρίναμε τα μορφήματα σε όσα φέρουν κάποιο περιεχόμενο, τις &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ρίζες&lt;/span&gt;, όπως λ.χ. το βιδ- στο ‘βιδώνω’, και στα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γραμματικά μορφήματα&lt;/span&gt;, που είναι φορείς γραμματικών χαρακτηριστικών όπως γένος, αριθμός, χρόνος, άρνηση, ποιόν ενεργείας κτλ. Σήμερα θα δούμε πώς συνδυάζονται οι ρίζες με τα γραμματικά μορφήματα και τι αινίγματα προκύπτουν από αυτή τη διαδικασία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Κανόνες και περιορισμοί&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα μορφήματα συνδυάζονται μεταξύ τους με βάση &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μορφολογικούς &lt;/span&gt;κανόνες και οι συνδυασμοί τους υπόκεινται σε περιορισμούς. Ένα παράδειγμα του πώς λειτουργεί ένας μορφολογικός κανόνας είναι η συμπεριφορά του μορφήματος –ότητα, το οποίο μετατρέπει το στοιχείο πάνω στο οποίο κολλάει σε ουσιαστικό που δηλώνει ιδιότητα: ψυχρός-ψυχρότητα, πολικός-πολικότητα, κόσμιος-κοσμιότητα κτλ. Ωστόσο, το –ότητα κολλάει μόνο πάνω σε επίθετα. Έτσι, δεν έχουμε λ.χ. βιβλίο-*βιβλιότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βεβαίως, και οι λέξεις συνδυάζονται μεταξύ τους με βάση κανόνες, που λέγονται &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;συντακτικοί&lt;/span&gt;, για να σχηματίσουν φράσεις και λέξεις. Και οι συντακτικοί κανόνες υπόκεινται σε ποικίλους περιορισμούς (αλλά δε θα μπούμε σε λεπτομέρειες εδώ). Το βασικό σημείο είναι ότι μπορούμε να κατασκευάσουμε λέξεις συνδυάζοντας μορφήματα, όπως, αντίστοιχα, συνδυαζουμε λέξεις για να κατασκευάσουμε φράσεις και προτάσεις. Μπορούμε δηλαδή να πούμε με άλλα λόγια ότι ο συνδυαστικός μηχανισμός που συναρμολογεί λέξεις είναι αντίστοιχος με αυτόν που συντάσσει προτάσεις. Ενδεχομένως να πρόκειται για τον &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ίδιο &lt;/span&gt;μηχανισμό κατά βάθος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι εδώ ακριβώς ανακύπτει ένα σοβαρό ζήτημα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Θέματα ερμηνείας&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενώ λοιπόν ο μηχανισμός που φτιάχνει λέξεις από μορφήματα (η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μορφολογία&lt;/span&gt;) μοιάζει πάρα πολύ με αυτόν που φτιάχνει φράσεις και προτάσεις από λέξεις (τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;σύνταξη&lt;/span&gt;), υπάρχει μια πολύ σοβαρή διαφορά μεταξύ τους στην &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ερμηνεία&lt;/span&gt; όσων παράγουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη σύνταξη, η ερμηνεία της φράσης συντίθεται απευθείας από τις σημασίες των λέξεων που την απαρτίζουν. Έτσι, π.χ., για να καταλάβουμε τι σημαίνει ‘άσπρο κουνέλι’, αρκεί να ξέρουμε τι σημαίνουν οι δύο λέξεις ‘άσπρο’ και ‘κουνέλι’. Στη σημασιολογία αυτό λέγεται &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;συνθετικότητα&lt;/span&gt; (compositionality): το όλον προκύπτει από τον συνδυασμό των μερών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα, και στη μορφολογία έχουμε κάποτε συνδυαστικότητα στην κατασκευή λέξεων από μορφήματα: η σημασία του ξε-βιδώνω είναι ξεκάθαρη εάν ξέρουμε τη σημασία του ‘ξε-’ και του ‘βιδώνω’. Ωστόσο, στο χτίσιμο λέξεων η συνδυαστικότητα μοιάζει να είναι η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εξαίρεση&lt;/span&gt;: έτσι, η σημασία των περισσότερων λέξεων &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δεν&lt;/span&gt; προκύπτει από τις σημασίες των μορφημάτων που την απαρτίζουν. Απλό παράδειγμα και η λέξη ‘σουβλάκι’: ενώ ξεκάθαρα απαρτίζεται από τη ρίζα σουβλ- και το υποκοριστικό –άκι, η σημασία της δεν είναι συνάρτηση της σημασίας των δύο μορφημάτων, αφού ‘σουβλάκι’ δε σημαίνει μικρή σούβλα ή μικρό σουβλί. Αντίστοιχα η λέξη ‘γαλατ-άκι’ στην Κύπρο, που σημαίνει ‘σοκολατούχο γάλα’ ή ‘γάλα με κακάο’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Η σημασία των λέξεων&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με άλλα λόγια, η σημασία μιας λέξης &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δεν μπορεί συνήθως να προβλεφθεί&lt;/span&gt; από τα μορφήματα που τη συνθέτουν: η ταχυ-πληρωμή είναι η γρήγορη πληρωμή, αλλά ο ταχυ-δρόμος δεν είναι ο γρήγορος δρόμος, και ούτω καθεξής. Προσέξτε επίσης ότι σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα μιλάμε αποκλειστικά για κυριολεκτικές σημασίες των λέξεων, όχι για &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μεταφορές&lt;/span&gt;, όπου – υπό τα κατάλληλα συμφραζόμενα – σχεδόν οποιαδήποτε λέξη μπορεί να σημάνει σχεδόν οτιδήποτε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενώ λοιπόν λέξεις και φράσεις χτίζονται με αντίστοιχους τρόπους, η δομή των φράσεων παίζει καθοριστικό ρόλο στην ερμηνεία τους ενώ η δομή των λέξεων πάρα πολλές φορές μας λέει ελάχιστα για τη σημασία τους: το ασημόψαρο δεν είναι ψάρι, είναι ένα μικρό έντομο (λέπισμα το αργυρόχρουν). Αντίστοιχα, ‘ξεσκάω’ δε σημαίνει ‘δεν σκάω’ ή ‘σκάω έξω’ ή ‘σκάω εντελώς’, το ‘θερμοκήπιο’ δεν είναι κήπος – και ούτω καθεξής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με άλλα λόγια, οι συντακτικές δομές, οι φράσεις και οι προτάσεις, ερμηνεύονται σχεδόν πάντα ως συνάρτηση της δομής τους και του τι σημαίνουν οι λέξεις τους. Αντίθετα, οι ίδιες οι λέξεις είναι σημασιολογικά αυτόνομες και έχουν, όπως λέει κι ο μεγάλος μορφολόγος Aronoff, &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τη δικιά τους ζωή&lt;/span&gt;. Συνεπώς, οι σημασίες τους μπορεί να είναι πάρα πολύ απομακρυσμένες από τη σημασία των μορφημάτων που τις απαρτίζουν. Ακριβώς γιατί συμβαίνει αυτό, είναι ένα ζήτημα που προσπαθεί να εξιχνιάσει η σύγχρονη γλωσσολογική έρευνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 13ης Σεπτεμβρίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-5271140255594546730?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/5271140255594546730'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/5271140255594546730'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/09/blog-post_13.html' title='Τα μόρια της γλώσσας και η ζωή των λέξεων'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-8832571882320065324</id><published>2009-09-06T19:36:00.003+03:00</published><updated>2010-01-19T00:12:20.033+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Καθημερινή'/><title type='text'>Οι λέξεις, τα ροδάκινα και τα πράγματα</title><content type='html'>Οι περισσότερες συζητήσεις για τη γλώσσα αφορούν αποκλειστικά λέξεις: συχνά αντιμετωπίζουμε τη γλώσσα σαν να αποτελείται από λέξεις και μόνο. Η έμφαση που τους δίνουμε δεν είναι ούτε τυχαία ούτε ανεξήγητη, αφού οι λέξεις ανταποκρίνονται σε νοητικές έννοιες: νοητικές αναπαραστάσεις πραγμάτων στον κόσμο γύρω μας (π.χ. ροδάκινο, ιδρώνω) ή αφηρημένες έννοιες (π.χ. υπάρχω, περιορισμός). Έτσι, οι λέξεις δεν αποτελούν ετικέτες των πραγμάτων, άλλωστε ποιος μπορεί να μας δείξει έναν περιορισμό όπως μπορεί να μας δείξει ένα ροδάκινο. Ωστόσο, ακόμα και φαινομενικά απλές λέξεις (και έννοιες) όπως ‘ροδάκινο’ κρύβουν πολυπλοκότητα: σκεφτείτε, για παράδειγμα, πόσο δύσκολο είναι να διατυπώσουμε τη διαφορά μεταξύ ροδάκινου, γιαρμά, βανίλιας, κορόμηλου και νεκταρινιού, ακόμα και για όσους τα τρώμε χρόνια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φυσικά, το στοκ των λέξεων που διαθέτει μία γλώσσα δεν παραμένει σταθερό και αναλλοίωτο, αφού λέξεις εκλείπουν ή προστίθενται στη γλώσσα κάποτε με δανεισμό (π.χ. ‘παράδεισος’ από τα περσικά, ‘γλέντι’ και ‘καφές’ από τα τούρκικα, ‘φουστάνι’ από τα αραβικά, ‘πιάτο’ από τα ιταλικά, ‘μπουγάδα’ από τα καταλανικά κτλ.), κάποτε με βάση γραμματικές διαδικασίες (π.χ. ‘αλατ-ο-πίπερο’, ‘κουκουναρό-σπορος’, ‘διαφορετικ-ότητα’) και κάποτε με αλλαγή της σημασίας (π.χ. ‘υπουργός’ – που σήμαινε ‘υπηρέτης’, ‘δουλεύω’, ‘αγαθός’).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι είναι λοιπόν γλώσσα πέρα από τις λέξεις; Αν οι λέξεις είναι δομικά υλικά, όπως τα τούβλα και οι πέτρες, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε πως όποιος έχει έναν σωρό από δομικά υλικά έχει μια συνοικία με κτήρια και δρόμους. Αυτό που θα έλειπε στην περίπτωσή μας είναι το σχέδιο, η τεχνική και ο συνδυασμός των υλικών, δηλαδή οι δομικοί κανόνες με βάση τους οποίους χτίζονται τοίχοι, όροφοι και κτήρια. Επομένως, (μία) γλώσσα είναι και οι γραμματικοί κανόνες που διέπουν τον συνδυασμό των λέξεων (η σύνταξη), οι γραμματικοί κανόνες σχηματισμού λέξεων (η μορφολογία) και οι γραμματικοί κανόνες για το πώς προφέρεται η γλώσσα (φωνολογία). Έτσι, γλώσσες με αρκετά συγγενές λεξιλόγιο, όπως τα αγγλικά και τα ολλανδικά, διαφέρουν ξεκάθαρα μεταξύ τους ακριβώς λόγω των διαφορετικών γραμματικών κανόνων τους. Συνοψίζοντας, γλώσσα = λέξεις + γραμματική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η σύγχρονη γλωσσολογία κατέληξε στο συμπέρασμα πως τα γραμματικά συστήματα των ανθρώπινων γλωσσών διαφέρουν μεταξύ τους πολύ λιγότερο από όσο νομίζουμε, ότι διέπονται από «καθολικές αρχές» – δηλαδή από γενικές δομικές αρχές. Αυτές οι καθολικές αρχές (περι)ορίζουν τη γραμματική όλων των γλωσσών και πραγματώνονται σε όλα τα γραμματικά συστήματα. Συνεπώς δεν υπάρχουν γραμματικά συνθετότερες και λιγότερο σύνθετες γλώσσες, ούτε γλώσσες με πλουσιότερα ή πληρέστερα γραμματικά συστήματα από άλλες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω είναι κι αυτό της Γουόλμπιρι (Warlpiri), μιας από τις πολλές γλώσσες των Αβορίγινων της Αυστραλίας. Η μορφολογία της Γουόλμπιρι και κάποια συντακτικά χαρακτηριστικά της μοιάζουν με αυτά κλασσικών γλωσσών όπως η σανσκριτική, η αρχαία ελληνική, η λατινική. Αυτό το γεγονός είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, αφού μέχρι την άφιξη των Ευρωπαίων, στα τέλη του 18ου αιώνα, οι αυστραλιανοί Αβορίγινες είχανε ζήσει ως τροφοσυλλέκτες με στοιχειώδη εργαλεία και σε πλήρη απομόνωση από την υπόλοιπη ανθρωπότητα για περίπου 40.000 χρόνια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλα αυτά θα έπρεπε να βάλουν σε αμφιβολίες τους θιασώτες απόψεων κατά τις οποίες υπάρχουν γλώσσες πολυπλοκότερες ή εκφραστικότερες από άλλες λόγω της γραμματικής δομής τους, αφού ακόμα και η γλώσσα μιας κοινωνίας τροφοσυλλεκτών ή η άγραφη διάλεκτος μιας κοινότητας φτωχών νομάδων παρουσιάζουν δομή και οργάνωση εφάμιλλες και εξίσου σύνθετες με αυτές γλωσσών με μακρά γραπτή παράδοση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_06/09/2009_328016"&gt;στη στήλη &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Εξ αφορμής&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;, της 6ης Σεπτεμβρίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-8832571882320065324?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/8832571882320065324'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/8832571882320065324'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/09/blog-post.html' title='Οι λέξεις, τα ροδάκινα και τα πράγματα'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-2894943440678899268</id><published>2009-08-30T17:12:00.002+03:00</published><updated>2009-08-30T17:16:36.029+03:00</updated><title type='text'>Τα άτομα της γλώσσας</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ο χαρακτήρας μιας γλώσσας&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στις 10 Μαΐου έγραψα για ένα σχόλιο του Ζ. Λορεντζάτου, συγκεκριμένα για την παρατήρησή του ότι «οι κλίσεις είναι κάτι μονιμότερο από τις ρίζες και πιο χαρακτηριστικό μιας γλώσσας». Κάποιοι φίλοι, δικοί μου και της στήλης, με ρώτησαν γιατί θεωρώ ότι αυτός ο αφορισμός (ανάμεσα σε άλλους τρεις) «αποτελεί απόσταγμα πολλών από όσα διαβάζει κανείς σε οποιοδήποτε άρθρο ή βιβλίο προσπάθει να εκλαϊκεύσει τα ευρήματα και τις ανακαλύψεις των γλωσσικών επιστημών» και γιατί προσέθεσα ότι «ο χαρακτήρας μιας γλώσσας εγγράφεται στα γραμματικά μορφήματά της (τις ‘κλίσεις’)». Σήμερα θα προσπαθήσω να αναπτύξω λίγο παραπάνω το γιατί η σχέση μεταξύ ριζών και γραμματικών μορφημάτων έχει κεντρική θέση στους προβληματισμούς μας πάνω στη φύση της γλώσσας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι περισσότερες λέξεις έχουν εσωτερική δομή, μπορούν να διαιρεθούν δηλαδή σε μικρότερα συστατικά. Αυτό είναι ξεκάθαρο για λέξεις όπως ‘ξεβιδώνω’ ή ‘ξεκάθαρο’, που περιέχουν ένα στοιχείο ‘ξε’ και άλλα στοιχεία που συνδυάζονται για να φτιάξουν τις λέξεις ‘βιδώνω’ και ‘καθαρό’. Το ‘ξε’ είναι γραμματικό μόρφημα, όπως και οι καταλήξεις –ώνω και –ο. Μπορούμε δηλαδή να αναλύσουμε τα ‘ξεβιδώνω’ και ‘ξεκάθαρο’ ως ‘ξε-βιδ-ώνω’ και ‘ξε-κάθαρ-ο’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ρίζες και γραμματικά μορφήματα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και λοιπόν; Γιατί να καθόμαστε να χωρίζουμε τις λέξεις σε κομματάκια; Ο λόγος είναι ότι τα κομματάκια αυτά είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πραγματικά&lt;/span&gt;: δηλαδή, ως φυσικοί ομιλητές της ελληνικής, ασύνειδα αντιμετωπίζουμε αυτά τα κομματάκια (τα ‘μορφήματα’) ως πραγματικές μονάδες που μπορούμε να χρησιμοποιούμε παραγωγικά (πάντοτε όμως ακολουθώντας συγκεκριμένους περιορισμούς) για να φτιάξουμε (κι άλλες) λέξεις: ξεμπάν, ξεκουμπώνω κτλ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι εδώ φτάνουμε στη θεμελιώδη διάκριση ρίζας και ‘κλίσης’ (ή ‘γραμματικού μορφήματος’). Οι ρίζες είναι μορφήματα που (μπορούν να) φέρουν σημασία: το ‘ξεβιδώνω’ έχει περισσότερη σχέση με το ‘βιδώνω’ (είναι το αντίθετό του) παρά με το ‘ξεκουμπώνω’, παρότι από το ‘ξεκουμπώνω’ διαφέρει επίσης κατά ένα μόνο μόρφημα. Αυτό οφείλεται στο ότι αυτό το ένα μόρφημα είναι η ρίζα το ‘βιδ’ και το ‘κουμπ’ αντίστοιχα: ο φορέας της σημασίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Απ’ το ‘ξεμπάν’ στα ‘μπίλια’&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί λοιπόν λέει ο Λορεντζάτος ότι τα γραμματικά μορφήματα είναι κάτι μονιμότερο από τις ρίζες και πιο χαρακτηριστικό μιας γλώσσας; Σκεφτείτε δύο παραδείγματα. Ας ξεκινήσουμε από το ‘ξεμπάν’, που ανέφερα παραπάνω. Αν το προσέξατε, και δεν το θεωρήσατε τυπογραφικό λάθος, θα μείνατε μάλλον με την απορία τι μπορεί να σημαίνει. Εάν σας πω ότι είναι ελληνική λέξη, θα ερμηνεύσετε το γραμματικό μόρφημα ‘ξε-’ αλλά όχι τη ρίζα ‘μπαν’. Θα σκεφτείτε ότι ‘ξεμπάν’ πρέπει να είναι, ας πούμε, το αντίθετο του ‘μπαν’ κι ότι μάλλον είναι ουσιαστικό, αφού δεν έχει ρηματικές καταλήξεις. Ποια είναι όμως αυτή η ρίζα ‘μπαν’; Είναι δάνειο από το αγγλικό ‘ban’ (απαγορεύω) και χρησιμοποιείται από ελληνόφωνους χρήστες των διαδικτυακών φόρουμ ως αντόθετο του ‘μπαν’ (που, στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα, είναι ο αποκλεισμός ενός χρήστη από ένα φόρουμ). Άρα, η ξενική προέλευση της ρίζας δεν παίζει ρόλο στο αν η λέξη είναι ελληνική ή όχι: σημασία έχουν τα γραμματικά μορφήματα, π.χ. ‘ξε-’, ‘-αρ-‘, ‘-ω’: αυτά ορίζουν τον χαρακτήρα της γλώσσας. Έτσι, το ‘ξεμπλοκάρω’ είναι ελληνική λέξη ενώ το ‘unblock’ αγγλική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το δεύτερο παράδειγμα έρχεται από τις περιπτώσεις εκτεταμένου δανεισμού, όπως λ.χ. στην καθομιλουμένη των ελληνοαμερικανών. Παρότι μιλάνε για μπίλια και κάρα, αντί για αμάξια και λογαριασμούς, και παρότι η ρίζα του μπιλιού είναι το αγγλικό bill και του κάρου το αγγλικό car, αναγνωρίζουμε ότι πρόκειται για ελληνικά. Άλλωστε με δανεισμό ριζών πολιτογραφήθηκαν ελληνικές δεκάδες χιλιάδες λέξεις: από την οθόνη μέχρι το ταψί, από τον παράδεισο μέχρι τη φούστα και από το τρένο μέχρι την ντομάτα…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την επόμενη φορά θα δούμε πώς συνδυάζονται οι ρίζες με τα γραμματικά μορφήματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 30ης Αυγούστου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-2894943440678899268?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/2894943440678899268'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/2894943440678899268'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/08/blog-post_30.html' title='Τα άτομα της γλώσσας'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-7264490878998814304</id><published>2009-08-02T13:44:00.000+03:00</published><updated>2010-01-19T00:12:20.033+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Καθημερινή'/><title type='text'>Εκλεπτυσμένα γούστα;</title><content type='html'>Ως θιασώτης του γαστρονομικού τουρισμού, ρώτησα την κοπέλα που μας σέρβιρε την πρώτη μέρα των διακοπών στην Αστυπάλαια ποιες είναι οι ντόπιες σπεσιαλιτέ. Ανάμεσα σε πολλές και ενδιαφέρουσες ανέφερε δειλά και χαμηλόφωνα τα «πουντζιά με τυρί». Έτσι, εδώ στο δυτικό άκρο του νοτιοανατολικού συνεχούς των ελληνικών διαλέκτων, θυμήθηκα μια συζήτηση που είχα πριν έξι χρόνια κάπου στο ανατολικότερο άκρο του, στην Κύπρο, με έναν νεοελληνιστή. Ο νεοελληνιστής, με αφορμή τα κυπριακά ερωτικά ποιήματα του 16ου αιώνα, παραπονιόταν που «χάθηκε εκείνη η ωραία μορφή της κυπριακής ελληνικής, αφού πλέον η διάλεκτος έχει γεμίσει τούρκικα ch και dj». Δεν ξέρω εάν οι νοτιοανατολικές διάλεκτοι δεν είχαν φατνιακά συμπλέγματα, όπως το dj στο ‘πουντζιά’, πριν την επαφή τους με τα τούρκικα˙ πάντως η εκτενής γεωγραφική κατανομή τέτοιων φθόγγων από την Αστυπάλαια μέχρι την Κύπρο και μέχρι την Κρήτη με κάνει να αμφιβάλλω ότι αποτελούν τουρκικό δάνειο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο, το σχόλιο για τους υποτιθέμενα τουρκογενείς φθόγγους φωτίζει ένα άλλα θέμα, ευρύτερου ενδιαφέροντος: ότι τα γλωσσικά γούστα μας και οι κρίσεις μας για γλωσσικούς τύπους (φθόγγους, καταλήξεις, λέξεις, συντακτικά σχήματα κτλ.) είναι κάθε άλλο παρά αισθητικές, και ότι πρόκειται για αξιολογήσεις κοινωνικού αλλά και ευρύτερα ιδεολογικού χαρακτήρα. Έτσι, τα φατνιακά ‘ch’ και ‘dj’ είναι άσχημα γιατί, κατά τη διαίσθηση μερικών, όζουν τουρκιά. Τα μάλλον κορακίστικα ‘θεωρείσο’ ή ‘θεωρούντο’ τείνουν από πολλούς να θεωρούνται πιο δόκιμα και κομψότερα από τα ‘θεωρούσουν’ και ‘θεωρούνταν’ ακριβώς επειδή τα πρώτα φαντάζουν αρχαιοπρεπέστερα. Επίσης, η επίφαση λογιότητάς τους σίγουρα έχει συντελέσει στην αυξημένη δημοτικότητα των κάπως άγαρμπων ονοματικών συνόλων χωρίς άρθρο στα οποία προτάσσεται η γενική, ιδίως σε τίτλους (‘ανθρώπων έργα’, ‘Ιωνίας μνήμες’) και σε ονομασίες διαφόρων υπηρεσιών και καταστημάτων (‘βίου αποκατάστασις’, ‘Μεσογείου γεύσεις’, ‘οίνου μέλαθρον’) κτλ. Τέλος, από την άλλη, το ‘εναντίον’, επειδή συντάσσεται με γενική, βοτανίστηκε συστηματικά για δεκαετίες λόγω καθαρευουσιανισμού. Και ούτω καθεξής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με άλλα λόγια, οι κρίσεις μας για τη γλώσσα, από τις πιο γενικευτικές (π.χ. για τα «βαριά ηπειρώτικα», τα «νωθρά σαλονικιώτικα», τα «τραγουδιστά κερκυραϊκά» κτλ) μέχρι τις πιο εξειδικευμένες, όπως π.χ. οι παραπάνω, είναι πάντοτε εξωγλωσσικού και συνήθως μη-αισθητικού χαρακτήρα. Πίσω από τα γλωσσικά μας γούστα βρίσκονται κρυμμένες πολλές ιδεολογικές προτιμήσεις, προκαταλήψεις ή και ανασφάλειες μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν υπάρχουν δηλαδή γλωσσικά γούστα. Υπάρχουν ωστόσο κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές στάσεις. Ως χρήστες της γλώσσας συσχετίζουμε κάποιους γλωσσικούς τύπους με συγκεκριμένες κοινωνιογλωσσικές μεταβλητές: κοινωνικές ομάδες και συμπεριφορές, ιδεολογικές στάσεις, στοιχεία πολιτικής ή εθνικής ταυτότητας. Αυτά μάλλον είναι γνωστά, στο κάτω-κάτω στη χώρα του Γλωσσικού Ζητήματος δε λείπουν ούτε οι σοφοί φιλόλογοι, ούτε οι άξιοι κοινωνιογλωσσολόγοι,  ούτε οι οξυδερκείς γλωσσικοί αναλυτές. Το ότι τέτοιου είδους κρίσεις και γούστα καθοδηγούν τους ρυθμιστές της γλώσσας είναι επίσης δεδομένο κι αναπόφευκτο: έτσι λειτουργεί εν πολλοίς η γλωσσική ρύθμιση σε όλες τις κουλτούρες με γραπτή παράδοση. Απλώς καλό είναι να έχουμε υπόψη μας σε τι είδους αξιολογική κρίση προβαίνουμε όταν, πάντοτε επιλεκτικά, στιγματίζουμε «άχαρα» ιδιώματα, «βαρβαρικές» λέξεις, «κακόηχες» καταλήξεις, «ασύντακτες» εκφράσεις και – πολύ περισσότερο – τους χρήστες τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_02/08/2009_323997"&gt;στη στήλη &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Εξ αφορμής&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;, της 2ας Αυγούστου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-7264490878998814304?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/7264490878998814304'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/7264490878998814304'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/08/blog-post.html' title='Εκλεπτυσμένα γούστα;'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-7456770383704861178</id><published>2009-07-19T20:34:00.000+03:00</published><updated>2009-07-20T20:38:42.726+03:00</updated><title type='text'>Η ωραία Βαρκελώνη</title><content type='html'>Πήγα σ’ έναν γάμο πρόσφατα και είχα μια συζήτηση με κάτι δημοσιογράφους που πρόσφατα είχανε γυρίσει από τη Βαρκελώνη. Η πόλη τούς γοήτευσε, όπως άλλωστε και τους περισσότερους επισκέπτες της. Ένας από τους λόγους που η Βαρκελώνη σαγηνεύει είναι ότι αποτελεί περίπτωση πολύ πετυχημένης πολεοδομικής αναγέννησης, με αφορμή τους Ολυμπιακούς του 1992.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας δεύτερος λόγος που η Βαρκελώνη αποπνέει αέρα μοναδικού δυναμισμού και ζωντάνιας είναι, κατά τη γνώμη μου, και η περηφάνεια και το καμάρι των κατοίκων της για την πόλη τους. Οι βαρκελωνέζοι (ή βαρκελωνίτες ή βαρκελώνιοι – δεν ξέρω: τα εθνωνύμια και τα σχετικά επίθετα είναι από τα πιο δύσκολα στοιχεία στη μορφολογία μιας γλώσσας) συγκαταλέγονται οι ίδιοι ανάμεσα στα αξιοθέατα της πόλης τους, στην οποία δίνουν τη ζωντάνια και τον χαρακτήρα της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Η καταλανική διγλωσσία&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί τα λέω όλα αυτά. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης (ενώ περιμέναμε την άφιξη της νύφης και του γαμπρού και – κατά το ελληνικό έθος – του φαγητού), συζητήθηκε και το θέμα της &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;διγλωσσίας&lt;/span&gt; στην περιφέρεια της &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Καταλωνίας&lt;/span&gt;, της οποίας είναι πρωτεύουσα η Βαρκελώνη. Στην πόλη όλες οι δημόσιες επιγραφές (στο μετρό, στο αεροδρόμιο, στις πινακίδες ‘εκτελούνται έργα’ κτλ.) είναι στα καταλανικά και, προαιρετικά, και στα ισπανικά. Αυτή είναι μια σχετικά πρόσφατη εξέλιξη: τα καταλανικά χειραφετήθηκαν σταδιακά μόλις τις τελευταίες δεκατετίες, αφού επί δικτατορίας Φράνκο είχαν χαρακτηριστεί ‘διάλεκτος της ισπανικής’ – κι ας είχαν πλούσια καλλιέργεια και γραπτή παράδοση παράλληλα με τα καστιλιάνικα (τα ισπανικά δηλαδή) και ανεξάρτητα από αυτά ήδη από το Μεσαίωνα. Γενικά, η χρήση των καταλανικών είχε υποστεί γενικευμένη καταστολή, αυστηρούς περιορισμούς μέχρι και διωγμούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Γλώσσες και ταυτότητες&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι Έλληνες δημοσιογράφοι που μόλις είχαν επισκεφτεί την πόλη απέδωσαν τη γενικευμένη διγλωσσία στη Βαρκελώνη σε «μεγάλο μίσος μεταξύ Καταλανών και Ισπανών»: θεώρησαν ότι, προφανώς, οι Καταλανοί μισούν τόσο πολύ τους Ισπανούς, ώστε δε θέλουν να μιλήσουν τη γλώσσα τους, και τα λοιπά. Η εκτίμηση αυτή είναι μάλλον λανθασμένη και μάλλον αφορμάται από τη διάθεση πολλών δημοσιογράφων να διαγινώσκουν παντού κρίσεις και συγκρίσεις (και να μένουν εκεί). Αφετέρου, είναι γνωστή η ελληνική &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;καχυποψία &lt;/span&gt;απέναντι στην &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πολυγλωσσία &lt;/span&gt;και η διαδεδομένη αντίληψη ότι οι γλωσσικές και άλλες ταυτότητες είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μονοσήμαντες&lt;/span&gt;: κάποιος μπορεί ή οφείλει να είναι ή Καταλανός ή Ισπανός, ή Σκωτσέζος ή Βρετανός, ή Εβραίος ή Έλληνας … και τα λοιπά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βεβαίως η εμπειρία άλλα δείχνει και πολλοί από εμάς έχουμε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πολλαπλές ταυτότητες&lt;/span&gt;. Ένα σχετικό ανώδυνο παράδειγμα: πάρα πολλοί Κρητικοί θα σας έλεγαν ότι είναι πρώτα Κρητικοί και μετά Έλληνες, ή κάτι τέτοιο: το ένα δεν αποκλείει το άλλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φυσικά, ενυπάρχει ένα στοιχείο σύγκρουσης στην υπόθεση των γλωσσικών πολιτικών στην Καταλωνία. Ειδικά στη Βαρκελώνη, ο πληθυσμός αποτελείται κατά μεγάλο μέρος από μη-καταλανόφωνους, οι οποίοι δικαιολογημένα δεν θα επιθυμούσαν να εξαφανιστεί πλήρως η ισπανική γλώσσα από τη δημόσια σφαίρα. Το θέμα δεν είναι αν μπορούν οι ισπανόφωνοι να &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κουτσοκαταλάβουν &lt;/span&gt;τις μονόγλωσσες επιγραφές στα καταλανικά – σαφώς και μπορούν. Το θέμα, όπως και στην  περίπτωση της ανάδυσης της καταλανικής στη δημόσια σφαίρα τα τελευταία 30 χρόνια, είναι κατά πόσον μπορώ να αισθανθώ σαν στο σπίτι μου και περηφάνεια για την πόλη, την περιφέρεια και τη χώρα όπου ζω όταν η γλώσσα μου, γλώσσα η οποία δεν κατέφθασε μια ή δυο γενιές πριν, είναι αόρατη ή και υπό διωγμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα διδάγματα για την Ελλάδα (στον βαθμό που έχουν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;επιζήσει &lt;/span&gt;μειονοτικές γλώσσες) και για την &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;επίσημα δίγλωσση &lt;/span&gt;Κύπρο είναι πολλά και κρίσιμα. Νομίζω επίσης ότι είναι και ξεκάθαρο ποια είναι. Δε θα υπεισέρθω σε λεπτομέρειες, άλλωστε αυτές (θα έπρεπε να) είναι μέριμνα των πολιτικών και θέμα δημόσιου διαλόγου. Απλώς επισημαίνω ξανά ότι είναι δύσκολο να αισθανθείς ότι ανήκεις σε έναν τόπο όταν ο τόπος αυτός (όποια κι αν είναι η διοικητική και πολιτική του υπόσταση) δεν κατοχυρώνει κάποια βασικά &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γλωσσικά δικαιώματα&lt;/span&gt;: η αφοσίωση σε έναν τόπο και η περηφάνεια για αυτόν περνάει και από την αποδοχή της γλώσσας μου. Και φυσικά δε χρειάζεται να φτάσουμε στις δίγλωσσες επιγραφές, όπως στη Βαρκελώνη. Τουλάχιστον όχι παντού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 19ης Ιουλίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-7456770383704861178?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/7456770383704861178'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/7456770383704861178'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/07/blog-post_19.html' title='Η ωραία Βαρκελώνη'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-1993128441822122087</id><published>2009-07-05T17:12:00.001+03:00</published><updated>2010-01-19T00:12:20.033+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Καθημερινή'/><title type='text'>Λεξιπενία. Πάλι.</title><content type='html'>Στην καταχώριση αρ. 9 των Collectanea του, ο Z. Λορεντζάτος διατυπώνει με λακωνική σοφία την πλάνη της εξίσωσης «γλώσσα=λέξεις». Ωστόσο, για τους περισσότερους από εμάς, η εξίσωση είναι δυστυχώς αυτονόητη. Έτσι, όταν πρόσφατα ξανάνοιξε η συζήτηση για το γλωσσικό μάθημα σε φιλικό σπίτι, μοιραία κατέληξε στη λεξιπενία: οι φίλοι μου θεωρούσαν ότι πρέπει να αποτελεί σημαντικό γλωσσικό πρόβλημα, άλλωστε αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες που παρακίνησαν το Υπουργείο Παιδείας να ενισχύσει το μάθημα των Αρχαίων στο Γυμνάσιο το 2004. Κανείς τους πάντως δεν μπορούσε να ορίσει τη λεξιπενία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολλοί ταυτίζουν τη λεξιπενία με τη (νεανική) αργκό, η οποία όμως διακρίνεται από πάμπολλα χαρακτηριστικά της δημιουργικής φύσης του γλωσσικού φαινομένου: μια επίσκεψη στον ιστότοπο &lt;a href="http://www.slang.gr"&gt;http://www.slang.gr&lt;/a&gt; με τον θεαματικό λεξιλογικό πλούτο που ανθολογεί, θα πείσει τους περισσότερους. Αυτά είναι όμως γνωστά ήδη από το κεφάλαιο του Γ. Βελούδη στο βιβλίο ‘Δέκα μύθοι για την ελληνική γλώσσα’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι λεξιπενία ενσκήπτει όταν χρησιμοποιούμε μόνο μια χούφτα λέξεις καθημερινά. Πράγματι, θρυλείται (χωρίς τεκμηρίωση) ότι χρησιμοποιούμε 300 ή 500 ή 900 στην καθημερινή επικοινωνία. Βεβαίως, ο αριθμός λέξεων σε χρήση εξαρτάται πρωτίστως από το τι έχουμε να συζητήσουμε και σε πόσα συμφραζόμενα, από το πόσο μιλάμε και για πόσο ποικίλα θέματα. Αν η καθημερινή επικοινωνία μας εξαντλείται σε ένα μίνιμουμ στιχομυθιών, το λεξιλόγιο σε χρήση θα είναι μικρό. Αν όμως υπάρξει ανάγκη να επιχειρηματολογήσουμε, έστω και για απλά θέματα όπως μια οικονομική διαφορά ή ένας ερωτικός καβγάς, το λεξιλόγιο σε χρήση θα είναι βεβαίως εκτενέστερο. Άρα ούτε εδώ μπορούμε να μιλάμε για λεξιπενία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνεχίζουμε λοιπόν: ας εικάσουμε ότι έχουμε λεξιπενία όταν δε χρησιμοποιούμε τις λέξεις ορθά. Πιο συγκεκριμένα, σε πρόσφατη εκπαιδευτική έρευνα της Α. Βερέβη διαβάζουμε και για λάθη όπως «άνθρωποι που αντικρούουν τη μόδα», αντί του δόκιμου ‘απορρίπτουν’, ή τη χρήση του «κακαίσθητος» αντί για ‘ακαλαίσθητος’. Διαπιστώνουμε κατ’ αρχήν ότι η γλωσσική ικανότητα των μαθητών που κάνουν τέτοια λάθη είναι φυσιολογικότατη: επέκτειναν τη σημασία του ‘αντικρούω’, ενώ σχημάτισαν το αδόκιμο αλλά γραμματικό ‘κακαίσθητος’ για να αποδώσουν μία έννοια για την οποία δεν έβρισκαν κατάλληλη λέξη. Σίγουρα όμως ένας παιδαγωγός διακρίνει ταυτόχρονα την αποτυχία του γλωσσικού μαθήματος να διδάξει λεξιλόγιο: άλλωστε στέλνουμε τα παιδιά σχολείο ακριβώς και για να μην αρκούνται στο στοκ των 40.000 λέξεων των αναλφάβητων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό που αποτελεί γενική ομολογία των εκπαιδευτικών (τεκμηριωμένη από την έρευνα) είναι πάντως ότι οι μαθητές τους δυσκολεύονται πολύ να συνθέσουν μία παράγραφο με λογικό ειρμό και συνοχή. Αποτελεί επίσης κοινό μυστικό ότι αδυνατούν να αντεπεξέλθουν σε προφορικά και γραπτά γλωσσικά τεστ και ότι αγνοούν τη διαφορά μεταξύ κειμενικών ειδών: ό,τι και να γράψουν (είτε πρόκειται για έκθεση ιδεών, είτε για επιστολή διαμαρτυρίας, είτε για αίτηση) διέπεται από συνειρμική δομή και κοσμείται με ξύλινη γλώσσα ή ψευδοποιητισμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προκύπτει τελικά ότι το πρόβλημα δεν είναι κάποια εκδοχή της λεξιπενίας παρά ο ελλιπής γραμματισμός, δηλαδή η ελαττωματική χρήση δόκιμου γραπτού λόγου για την παραγωγή κειμένων επικοινωνιακά κατάλληλων για την περίσταση. Προφανώς τα Νέα Ελληνικά δε διδάσκονται αρκετά ή σωστά στο σχολείο. Ή και τα δύο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_05/07/2009_320708"&gt;στη στήλη &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Εξ αφορμής&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;, της 5ης Ιουλίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-1993128441822122087?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1993128441822122087'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1993128441822122087'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/07/blog-post_05.html' title='Λεξιπενία. Πάλι.'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-1122420995500214996</id><published>2009-07-05T17:04:00.002+03:00</published><updated>2009-07-05T17:12:32.875+03:00</updated><title type='text'>Από το ‘διανοούσουν’ στην ‘ευθραυστότητα’</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Οι ζόρικοι παρατατικοί&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρόσφατα πήρα ένα ιμέιλ από τον γνωστό μπλογκά &lt;a href="http://old-boy.blogspot.com/"&gt;old boy&lt;/a&gt; σχετικά με μια συζήτηση που είχε με κάποιον άλλο πολίτη του διαδικτύου. Ο προβληματισμός τους αφορούσε τους δύσκολους τύπους του παρατατικού μεσοπαθητικών ρημάτων όπως ‘διανοούμαι’, ‘διερωτώμαι’ και ούτω καθεξής. Πριν προχωρήσω, πρέπει να τονίσω ότι με το θέμα έχει ασχοληθεί προσεκτικά αλλά αναλυτικά ο Θ. Μωυσιάδης σε &lt;a href="http://linguarium.blogspot.com/2008/10/blog-post.html"&gt;μια ανάρτησή του&lt;/a&gt; και όσα θα σημειώσω εδώ θα πρέπει να διαβαστούνε σε σχέση με το κείμενό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μου ανέφερε λοιπόν ο old boy μια συζήτηση κατά την οποία ο συνομιλητής του δηλώνει ότι προτιμάει τη χρήση τύπων όπως ‘διενοείσο’ αντί για ‘διανοούσουν’, αφού στο δεύτερο, κατά τη γνώμη του, περισσεύουν τα ‘ου’. Αν και δεν το αναφέρει, ίσως ο συνομιλητής του old boy να ενοχλήθηκε και από τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;χασμωδία&lt;/span&gt; του ‘οου’ στο ‘διανοούσουν’. Tο όλο ζήτημα κανονικά εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κ. Τζιονή δίπλα, όμως έχει ενδιαφέρουσες &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;προεκτάσεις&lt;/span&gt; πέρα από το στενό θέμα του δόκιμου ή μη παρατατικού. Γι’αυτό λοιπόν θεωρησα σκόπιμο να μεταφέρω τη γνώμη μου και να την αναπτύξω εδώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Τεχνητοί τύποι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπάρχει πράγματι σαφής τάση είτε να αποφεύγονται τύποι όπως ‘διανοούσουν’ και ‘διερωτούμουν’ είτε να υποκαθίστανται από τεχνητούς αρχαιοπρεπείς τύπους όπως ‘διενοείσο’ ή ‘διανοείσο’ και ‘διερωτούμην’. Αφήνοντας στην άκρη την αποφυγή, θα συζητήσω τους τεχνητούς αυτούς αρχαιοπρεπείς τύπους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θεωρώ ότι η κατασκευή τέτοιων τύπων αποτελεί γλωσσικό &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ακκισμό&lt;/span&gt;, ή ‘τσαλίμι’, αν προτιμάτε. Γιατί όμως; Ας συζητήσουμε το παράδειγμα του ‘διενοείσο’ ή ‘διανοείσο’, για να γίνει η κουβέντα πιο σαφής και συγκεκριμένη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτα-πρώτα, αν θέλαμε να είμαστε ‘σωστοί’, ο ορθός κλασσικός τύπος για το β' ενικό παρατατικού του ‘διανοούμαι’ θα ήταν ‘διενοού’. Φυσικά κανείς δε θα σας καταλάβαινε αν λέγατε π.χ. ‘διενοού όλην αυτή την ώρα τις συνέπειες των πράξεων σου;’ Βεβαίως, η κατάληξη –σο του τεχνητού ‘διενοείσο’ ή ‘διανοείσο’ πράγματι υπήρξε ως κατάληξη β' προσώπου παρατατικού, αλλά εξέλιπε από τη γλώσσα πριν περίπου 26 αιώνες. Στο βαθμό που θα χρησιμοποιηθεί στα νέα ελληνικά, σπανιότατα, δεν μπορεί να γενικευτεί καθόλου, έτσι τα ‘*κυλιόσο’ και ‘*αγαπιόσο’ είναι απλώς κορακίστικα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;νεκρή &lt;/span&gt;κατάληξη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα, σχετικά με το θεωρούμενο ως πρόβλημα του ‘διανοούσουν’, ότι δηλαδή περιέχει πολλά 'ου'. Σιγουρα αυτό δεν είναι πρόβλημα, έχουμε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πάμπολλες λέξεις &lt;/span&gt;με πολλά ‘ου’ στα νέα ελληνικά: δε θα καταργούσαμε τα ‘μπουμπουνιέρα’, ‘αμπελουργού’, ‘μουσουργού’, ‘(Μονή) Κουτλουμουσίου’ και άλλα πολλά. Ακόμα και η χασμωδία του ‘οού’ στο ‘διανοούσουν’ δεν είναι αρκετή για να μας βάλει να επινοούμε τύπους: ορίστε, υπάρχει λόγου χάρη στο ‘επινοούμε’. Ή και στο ‘δακρυρροούν’, και πάει λέγοντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Προς τι το άγχος, λοιπόν;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;Όπως ξαναείδαμε συνοπτικά στο άρθρο &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/11/blog-post.html"&gt;‘Ο νέος αρχαϊσμός’ (στις 2 Νοεμβρίου 2008)&lt;/a&gt;, η μόδα των ‘διανοείσο’ / ‘διενοείσο’ και των άλλων τεχνητών τύπων ‘αποτελείτο’, ‘απειλείτο’, ‘συγκαλείτο’ (αντί για ‘αποτελούνταν’, ‘απειλούνταν’ και ‘συγκαλούνταν’) εντάσσεται σε ένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γενικότερο φαινόμενο&lt;/span&gt;. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που οφείλεται σε ένα μεταγλωσσικό αντανακλαστικό: αυτό μιας κοινωνικά διαδεδομένης και σχεδόν εσωτερικευμένης γλωσσικής &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αρχαιολατρίας&lt;/span&gt;. Με άλλα λόγια, κάποιοι προσπαθούν (ακόμα) να κάνουν κάποιους γλωσσικούς τύπους εδώ κι εκεί να ακούγονται αρχαιοπρεπέστεροι. Πρόκειται ίσως για αναζωπυρωμένο υπόλειμμα της ‘&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μαλλιαροφοβίας&lt;/span&gt;’, του τρόμου απέναντι στην εξτρέμ δημοτική (τη ‘μαλλιαρή’). Προφανώς πολλοί ακόμα αισθάνονται τον δαιμονοποιημένο ψυχαρισμό ως μια απειλή που θα καταντήσει την καθομιλουμένη να ακούγεται σαν ‘βλάχικα’, ‘χωριάτικα’, ή δεν ξέρω τι, και πάντως &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πολύ μακρινή&lt;/span&gt; από τη χαμένη Εδέμ των αρχαίων ελληνικών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για να το πούμε πιο απλά, κάποιοι τύποι απλώς χτυπούν άσχημα στο αυτί μας όχι λόγω των &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;φθόγγων &lt;/span&gt;τους, παρά επειδή δε συμμορφώνονται με κάποιο θολό κι ακαθόριστο πρότυπο αρχαιοπρέπειας που (ακόμα) διέπει κάποιες κρίσεις μας για τη γλώσσα και, στην περίπτωσή μας, κάποιους ρηματικούς τύπους. Κατά συνέπεια, πολλές φορές πίσω από την υποτιθέμενη ανάγκη για ευφωνία κρύβεται η διάθεσή μας να εξαρχαΐσουμε κομμάτια της γλώσσας. Γι’αυτό, &lt;a href="http://yannisharis.blogspot.com/2007/05/blog-post_26.html"&gt;όπως σημείωσε ο Γ. Χάρης στα Νέα πριν περίπου δύο χρόνια&lt;/a&gt;, η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κακοφωνία&lt;/span&gt; του ‘φιλεύσπλαγχνος’, του ‘επισπευσθεί’ και του ‘ευθραυστότητα’ ελάχιστους δείχνει να ενοχλεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 5ης Ιουλίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-1122420995500214996?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1122420995500214996'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1122420995500214996'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/07/blog-post.html' title='Από το ‘διανοούσουν’ στην ‘ευθραυστότητα’'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-8445878598533181345</id><published>2009-06-21T11:51:00.002+03:00</published><updated>2009-06-21T12:03:20.157+03:00</updated><title type='text'>Πεφωτισμένοι</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Η γλωσσολογία και ο κόσμος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκεφτόμουν αυτές τις μέρες ότι ξεκίνησα αυτή τη στήλη πριν τρία χρόνια. Με την επετειακή αυτή αφορμή θυμήθηκα την έντονη κατάπληξη που ένιωσα περίπου τότε, όταν συνειδητοποίησα τη γενικευμένη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εχθρότητα &lt;/span&gt;μεγάλων μερίδων της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στην επιστήμη και στη γλωσσική επιστήμη ειδικότερα. Μου είχε προκαλέσει σαστιμάρα η γενικευμένη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;απόρριψη &lt;/span&gt;της επιστημονικής μελέτης της γλώσσας, η εκ των προτέρων άρνηση να παρθούν υπόψη βασικές επιστημονικές αρχές και γλωσσικές πραγματικότητες, η παράθεση αναξιόπιστων ή και ανύπαρκτων &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αυθεντιών &lt;/span&gt;προς αναίρεση γλωσσολογικών ανακαλύψεων. Έκτοτε με αναστάτωσε πολλές φορές πόσο πεισματικά μερικοί βασίζονται αποκλειστικά στη διαίσθησή τους, σε κάποιες εκλάμψεις και σε μερικές σκόρπιες παρατηρήσεις τους για να διατυπώσουν τις γλωσσικές απόψεις τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Δράση, πλοκή, συγκινήσεις;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναρωτιέμαι ακόμα γιατί προτιμάει τόσος κόσμος να προβληματίζεται για τη γλώσσα ερήμην της επιστήμης, ενώ σαφώς λιγότεροι θα ισχυρίζονταν σήμερα εντύπως ότι, π.χ., η αριστοτελική θεωρία περί αναπαραγωγής είναι ανώτερη από τη σύγχρονη, ότι η καρδιά (κι όχι ο εγκέφαλος) είναι η έδρα των συναισθημάτων, ότι η γη είναι επίπεδη ή κούφια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η απάντηση νομίζω ότι βρίσκεται ακριβώς στην άκρη του νήματος της ‘κούφιας γης’ και των διάφορων συνωμοσιών. Όσο θαυμαστή κι αν είναι η μελέτη της ανθρώπινης φύσης, άρα και της γλώσσας, όσο συναρπαστική και αν είναι η γεωλογία, όσο κι αν παραμένουν ανεπίλυτα τόσα επιστημονικά ζητήματα, τους λείπει συνήθως ένα πράγμα: το στοιχείο του &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;θρίλερ&lt;/span&gt;. Όταν λέω θρίλερ, εννοώ την πλοκή, την ίντριγκα, την πλεκτάνη, τις συνωμοσίες και – πάνω απ’ όλα – τις πολιτικές προεκτάσεις που προσφέρει ο κάθε Κώδικας Νταβίντσι, ο κάθε ισχυρισμός ότι δεν περπατήσαμε στο φεγγάρι πριν 40 χρόνια και άλλα τέτοια παρόμοια. Είναι πιο θρίλερ να πιστεύεις ότι η δική σου γλώσσα είναι ανώτερη κι ότι αντανακλά εξαίσια εθνικά χαρακτηριστικά. Είναι πιο συναρπαστικό να φρονείς ότι η ινδοευρωπαϊκή θεωρία είναι μια πελώρια συνωμοσία των γερμαναράδων – ή δεν ξέρω ποιων. Ο παράγοντας θρίλερ όμως δεν είναι ο μόνος που συντελεί στο σνομπάρισμα της γλωσσολογίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Λογική κι ευαισθησία&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας δημοσιογράφος, με τόνο επιτιμητικό και σχεδόν από καθέδρας, με χλεύασε κάποτε γιατί επισήμανα ένα λάθος του σε ένα γλωσσικό θέμα. Έψεξε την αδυναμία μου να δω την &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ομορφιά &lt;/span&gt;και τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;βιωματική διάσταση &lt;/span&gt;της γλώσσας, θέματα για τα οποία βεβαίως ήταν αρμοδιότερος και ως δημοσιογράφος αλλά και ως πολύ ευαίσθητος άνθρωπος. Φυσικά, δεν τον εξισώνω με όσους διατυπώνουν, υποστηρίζουν και διαδίδουν ψευδογλωσσολογικές θεωρίες. Νομίζω όμως πως η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;καχυποψία &lt;/span&gt;και η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;απαξίωση &lt;/span&gt;των γλωσσικών επιστημών που εξέφρασε στρώνει τον δρόμο για τη διάδοση ψευδοεπιστημονικών εικασιών και κάθε λογής παραμυθιών για τη γλώσσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να φέρω ένα παράδειγμα: τι συμβαίνει όταν χλευάζουμε ή αρνούμαστε ανεξέταστα την εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων στη μελέτη της &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ιστορίας της γλώσσας &lt;/span&gt;επειδή, λ.χ. «η ψυχή ενός έθνους δεν ανατέμνεται», ή επειδή «η γλώσσα μας είναι ο κόσμος μας» (γνωστή παρανάγνωση εδαφίου του Βιτγκενστάιν), ή γιατί «η ψυχρή λογική δεν μπορεί να αφουγκραστεί τους παλμούς της γλώσσας»; Προκύπτει ότι οποιοσδήποτε λόγος περί γλώσσας είναι εξίσου έγκυρος και ερμηνευτικός της γλωσσικής αλλαγής όσο και οποιοσδήποτε άλλος. Η επιστημονική αμφιβολία, η μεθοδική έρευνα και ο έλεγχος των δεδομένων υποκαθίστανται από τη φώτιση ή τη συσκότιση που εκδέχεται οποιοσδήποτε έχει χρόνο και διάθεση να εικοτολογεί. Συνεπώς, μπορεί ο καθένας μας να διαλέξει (ψάχνοντας στο διαδίκτυο, σε περιοδικά ποικίλης ύλης κ.ο.κ.) τη γλωσσική άποψη που ταιριάζει με τις αντιλήψεις, τις πεποιθήσεις ή τις προκαταλήψεις του: ότι η ελληνική είναι η μητέρα-γλώσσα όλων των ευρωπαϊκών, ότι διαθέτει αχανές λεξιλόγιο, ότι η γραμματική της κωδικοποιεί υπολογιστικές γλώσσες, ότι μας κατέφθασε από τον Σείριο, ότι το αλφάβητό της είναι γηγενές και ξεκλειδώνει πανάρχαιες προφητείες και μυστήρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα και η απαξίωση της επιστήμης αυτόκλητους πεφωτισμένους. Όπου ανθεί η ημιμάθεια πληθύνονται οι επιτήδειοι που την επικονιάζουν. Και οι επιτήδειοι ποτέ δεν εργάζονται ανυστερόβουλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 21ης Ιουνίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-8445878598533181345?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/8445878598533181345'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/8445878598533181345'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/06/blog-post_21.html' title='Πεφωτισμένοι'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-485880619013590925</id><published>2009-06-14T19:03:00.003+03:00</published><updated>2010-01-19T00:12:20.034+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Καθημερινή'/><title type='text'>5.000.000</title><content type='html'>Ακούγεται κάθε τόσο, ακόμα και από σοβαρούς ανθρώπους, ότι η ελληνική γλώσσα είναι η πλουσιότερη του κόσμου διότι διαθέτει λεξιλόγιο τουλάχιστον 5.000.000 λέξεων. Αυτήν την τερατολογία την έχει καταρρίψει μεθοδικά κι εμπεριστατωμένα ο Νίκος Σαραντάκος και στο βιβλίο του «Γλώσσα μετ’ εμποδίων» και &lt;a href="http://www.sarantakos.com/"&gt;στον ιστότοπό του&lt;/a&gt;, οπότε δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω όσα γράφει εκεί. Εδώ απλώς θα σκιαγραφήσω πόσο εξωπραγματικός είναι ο ισχυρισμός, ιδίως στο στόμα ανθρώπων με μόρφωση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτα-πρώτα, όταν λέμε ‘λέξη’, εννοούμε το λήμμα, όχι το δείγμα (token). Έτσι, όσα δείγματα της λέξης ‘και’ κι αν περιέχει αυτό το κείμενο, για σκοπούς λεξιλογίου εμείς θα μετρήσουμε ένα μόνο δείγμα: μία λέξη. Επίσης, όταν το λήμμα κλίνεται, πάλι θα μετρήσουμε μία λέξη: λ.χ. δε θα μετρήσουμε τους τέσσερις τύπους του λήμματος ‘γάτα’ (γάτα, γάτας, γάτες, γατών) ως τέσσερις λέξεις. Με άλλα λόγια, όταν μετράμε το μέγεθος λεξιλογίων, μετράμε λήμματα, όχι τύπους. Αλλιώς, γλώσσες όπως η τουρκική, με την ευελιξία κι ευχέρεια της να κατασκευάζει τύπους, θα είχε δεκάδες εκατομύρια λέξεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μένουμε λοιπόν στα λήμματα και προχωρούμε στο ότι ένας αναλφάβητος ενήλικος, είτε προέρχεται από κοινωνία τροφοσυλλεκτών είτε από μεταβιομηχανική κοινωνία, ξέρει περί τις 40.000 λέξεις. Οπωσδήποτε, το λεξιλόγιο του τροφοσυλλέκτη περιέχει διαφορετικού είδους λέξεις από αυτό του μεταβιομηχανικού ανθρώπου: λ.χ. εκεί όπου ο τροφοσυλλέκτης έχει ονόματα για κοινωνικές δραστηριότητες της ομάδας που ανήκει, ο μεταβιομηχανικός αναλφάβητος θα έχει τις λέξεις Βουλή, εφάπαξ, αστυνομία, απεργία κ.ο.κ. Σε κάθε περίπτωση, η σούμα βγαίνει εκεί κάπου στα 40.000 λήμματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναπόφευκτα, ο αλφαβητισμός και η εκπαίδευση αυξάνουν το ενδιάθετο λεξιλόγιο μέχρι και τρεις φορές, αφού προσφέρουν πρόσβαση στον γραπτό λόγο και, άρα, σε πλήθος λέξεων. Αν το σκεφτεί κανείς, 120.000 λήμματα είναι πολλά: άλλωστε, ολόκληρο το έργο του Σαίξπηρ περιέχει περί τα 35.000 λήμματα. Ακόμα πιο κοντά μας, η ελληνική γλώσσα από τον Όμηρο έως την Άλωση, μία περίοδο περίπου 24 αιώνων, &lt;a href="http://sarantakos.wordpress.com/2009/06/23/tomoi/"&gt;αριθμεί περίπου 160.000 λήμματα στον Thesaurus Linguae Graecae&lt;/a&gt;. Τέλος πάντων, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η απόσταση από το 160.000 μέχρι τα όποια εκατομύρια είναι αγεφύρωτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας αφήσουμε όμως κατά μέρος τη λογιστική περί λέξεων (λεξιλογιστική;), προχωρώντας σε ένα θέμα ουσίας: Άραγε είναι πλουσιότερη η αγγλική επειδή προσφέρει μονολεκτική έκφραση του frustration; Είναι η ελληνική πλουσιότερη επειδή προσφέρει μονολεκτική έκφραση του φιλότιμου; Όχι. Τελικά όταν μιλάμε για τον πλούτο μιας γλώσσας, μιλάμε για τον πλούτο των κειμένων που είναι γραμμένα σε αυτήν. Στο κάτω-κάτω, το γλωσσικό σύστημα δεν είναι παρά γραμματικοί κανόνες και λέξεις. Έτσι, το μεγαλείο της αρχαίας ελληνικής δε βρίσκεται ούτε στο μέγεθος του λεξιλογίου της, ούτε σε επιμέρους λέξεις όπως αλετρίβανος και τοιγαρούν, ούτε καν σε λέξεις όπως μένος, εντελέχεια ή λόγος. Μεγαλείο, δύναμη και βάθος βρίσκονται σε κάποια κείμενα (και στα νοήματα, στις εντυπώσεις, στους κόσμους τους) που γράφτηκαν στα ελληνικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρότι δεν υπάρχουν μεγαλειώδεις γλώσσες, υπάρχουν όμως μεγαλειώδη κείμενα, κείμενα δουλεμένα από ευφυείς, ευρηματικούς – ή απλώς φιλόπονους – στοχαστές και εργάτες του λόγου. Αυτοί δουλεύουν μέσα στους περιορισμούς που επιβάλλουν η γραμματική και το (εκτενές ή μη) λεξιλόγιο της γλώσσας τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_14/06/2009_318259"&gt;στη στήλη &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Εξ αφορμής&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;, της 14ης Ιουνίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-485880619013590925?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/485880619013590925'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/485880619013590925'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/06/5000000.html' title='5.000.000'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-6068164565551391290</id><published>2009-06-07T23:13:00.001+03:00</published><updated>2009-06-08T23:24:07.335+03:00</updated><title type='text'>Το σχέδιο της γλώσσας</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Τσόμσκυ&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην ηλικία των 77, στην οποία οι περισσότεροι επιστήμονες και όλοι οι άλλοι, έχουν από καιρό συνταξιοδοτηθεί και αποσυρθεί από επαγγελματικές δραστηριότητες, ο Νόαμ Τσόμσκυ δημοσίευσε ένα πολύ σημαντικό άρθρο για τη γλώσσα. Το άρθρο, με τίτλο ‘Three Factors in Language Design’, εμφανίστηκε το 2005 στο έγκριτο περιοδικό Linguistic Inquiry και καταπιάνεται με ένα θεμελιώδες ζήτημα: ποιοι παράγοντες ενέχονται στο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πώς είναι σχεδιασμένη&lt;/span&gt; και &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πώς δουλεύει&lt;/span&gt; η ανθρώπινη γλώσσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι πικρή αλήθεια ότι οι βασικότερες ερωτήσεις είναι και οι πιο δύσκολες, ακριβώς εκείνες που &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δεν &lt;/span&gt;μπορούμε να απαντήσουμε. Έτσι και οι ερωτήσεις &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τι είναι γλώσσα &lt;/span&gt;και &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πώς είναι φτιαγμένη η γλώσσα&lt;/span&gt;. Σχετικά με την πρώτη έχουμε κάνει τεράστια πρόοδο, παρότι μια απλή και συνοπτική απάντηση ακόμα δεν είναι εφικτή. Το άρθρο του Τσόμσκυ προσπαθεί να θεμελιώσει μια απάντηση στη δεύτερη ερώτηση πάνω σε γενικές βάσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Η γλώσσα ως νοητικό προϊόν&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γλώσσα είναι προϊόν του ανθρώπινου νου και το γλωσσικό σύστημα που την παράγει έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός πολύ σύνθετου &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;βιολογικού συστήματος&lt;/span&gt;, όπως π.χ. αυτό που είναι υπεύθυνο για την οπτική αντίληψη. Δουλειά της γλωσσολογίας είναι να διακρίνει ποια γλωσσικά χαρακτηριστικά οφείλονται στο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;περιβάλλον&lt;/span&gt;, ποια αποτελούν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ιδιαιτερότητες αποκλειστικά του γλωσσικού συστήματος&lt;/span&gt; και ποια είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γενικά σχεδιαστικά χαρακτηριστικά&lt;/span&gt; όλων των βιολογικών συστημάτων. Αυτοί είναι και οι τρεις παράγοντες στον τίτλο του άρθρου: το περιβάλλον, οι ιδιαιτερότητες της γλώσσας (αυτό που λέμε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;καθολική γραμματική&lt;/span&gt;: ό,τι ξεχωρίζει βιολογικώς τη γλώσσα από άλλες συμπεριφορές) και οι γενικές σχεδιαστικές αρχές. Ας δούμε αυτούς τους παράγοντες έναν-ένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Περιβάλλον&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξεκινάμε από το περιβάλλον και με δύο ομοιότητες μεταξύ των γλωσσών: όλες τους έχουν λέξεις για τον ήλιο, για το νερό ή για το χέρι. Αυτό δεν οφείλεται σε κάποια σχεδιαστική αρχή, παρά στο προφανές γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι ζούμε κάτω από τον ήλιο σε έναν πλανήτη που έχει νερό, ενώ οι περισσότεροι από εμάς έχουμε χέρια. Επίσης, όλες οι γλώσσες διαθέτουν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;άρνηση &lt;/span&gt;γιατί έτσι κι αλλιώς τη χρειάζεται η ανθρώπινη νόηση. Από την άλλη πλευρά, το ότι η λέξη για το άλογο (ή το άππαρος) είναι horse, at, cheval, Pfard κτλ. σε διαφορετικές γλώσσες έχει και πάλι να κάνει με το περιβάλλον: με το ποια λέξη άκουγε το παιδί όταν μάθαινε το λεξιλόγιο της μητρικής γλώσσας του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Καθολική γραμματική&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;καθολική γραμματική &lt;/span&gt;είναι όλες εκείνες οι ιδιότητες που χαρακτηρίζουν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αποκλειστικά &lt;/span&gt;την ανθρώπινη γλώσσα, όλα τα χαρακτηριστικά που αποτελούν ιδιαιτερότητες της γλώσσας. Οι αρχές της καθολικής γραμματικής διατυπώνονται αναπόφευκτα σε ένα μάλλον αφηρημένο επίπεδο. Λέμε όμως π.χ. ότι μέρος της καθολικής γραμματικής είναι η δυνατότητα να φτιάχνουμε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δομές &lt;/span&gt;συναρμόζοντας επιμέρους συστατικά. Αυτά τα συστατικά με τη σειρά τους μπορεί να αποτελούν προϊόν συναρμογής άλλων συστατικών. Έτσι, μπορούμε να φτιάξουμε λέξεις από λέξεις (π.χ. &lt;span style="font-style: italic;"&gt;ξε-κλειδώνω&lt;/span&gt;), φράσεις από λέξεις ή από άλλες φράσεις (π.χ. [&lt;span style="font-style: italic;"&gt;γλυκό κρασί&lt;/span&gt;] [&lt;span style="font-style: italic;"&gt;από την Κύπρο&lt;/span&gt;]), και προτάσεις από φράσεις ή από άλλες προτάσεις (π.χ. &lt;span style="font-style: italic;"&gt;έχω το περιδέραιο&lt;/span&gt; [&lt;span style="font-style: italic;"&gt;που μου έδωσε η θεία μου&lt;/span&gt; [&lt;span style="font-style: italic;"&gt;που ζούσε στην Αφρική&lt;/span&gt;]]). Άλλα νοητικά συστήματα, πολλώ μάλλον βιολογικά συστήματα, δε χαρακτηρίζονται από αυτή τη δυνατότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Γενικές αρχές&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από την άλλη μεριά, όσα σχεδιαστικά χαρακτηριστικά της γλώσσας τα συναντάμε και σε άλλα βιολογικά συστήματα (από τη γεωμετρία των κοχυλιών και της φυλλόταξης μέχρι το πώς λειτουργεί η μουσική ή η οπτική αντίληψη) πρέπει να ανήκουν σε γενικότερες &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δομικές αρχές &lt;/span&gt;που διέπουν τους ζωντανούς οργανισμούς. Αυτοί οι ‘αρχιτεκτονικοί περιορισμοί’ πρέπει, λόγου χάρη, να καθορίζουν σε μεγάλο μέρος πώς &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κατακτάται &lt;/span&gt;η γλώσσα. Για παράδειγμα: φανταστείτε ότι θέλετε να μάθετε μόνοι σας τουρκικά κι ακούτε συνέχεια τουρκικό ραδιόφωνο. Έστω ότι προσπαθείτε να εξαγάγετε λέξεις και μορφήματα από αυτά που ακούτε με βάση το πόσο συχνά επαναλαμβάνονται κάποιες λέξεις ή συλλαβές: γρήγορα είτε θα αποκαρδιωθείτε ή θα ζητήσετε βοήθεια. Με άλλα λόγια, θα σας ωφελήσει ελάχιστα να εφαρμόσετε μια γενική αρχή στατιστικής μάθησης από &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μόνη της&lt;/span&gt;. Εάν όμως συνδυάστε αυτή τη γενική μαθησιακή αρχή με την αρχή της καθολικής γραμματικής ότι σε κάθε λέξη ο κύριος τονισμός πρέπει να πέφτει σε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μία&lt;/span&gt; συλλαβή, αμέσως η δουλειά σας γίνεται ευκολότερη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Το μέλλον&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η αναγνώριση της σημασίας των τριών παραπάνω παραγόντων και η διαπίστωση ότι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με σύνθετους τρόπους ίσως γίνει τελικά το κλειδί στο να κατανοήσουμε πώς ένα τόσο πολύπλοκο και άρτιο σύστημα όπως η γλώσσα εμφανίστηκε τόσο πρόσφατα στην εξελικτική ιστορία του πλανήτη μας ή, έστω, στο να εξερευνήσουμε τη φύση της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-size:85%;" &gt;Ευχαριστώ πολύ τους Κλεάνθη Γκρώμαν, Ιωάννα Παπαδοπούλου και Γιώργο Βασιλάκη για τις ιδέες και τα σχόλιά τους.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 7ης Ιουνίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-6068164565551391290?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/6068164565551391290'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/6068164565551391290'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/06/blog-post.html' title='Το σχέδιο της γλώσσας'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-8269101117331969452</id><published>2009-05-24T20:27:00.002+03:00</published><updated>2009-05-24T20:33:27.929+03:00</updated><title type='text'>Ερήμην της γλωσσολογίας;</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Μια ημερίδα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στις μέρες μας γίνεται πολύς λόγος για τη διεπιστημονικότητα. Ακριβώς επειδή τα ερευνητικά ενδιαφέροντα των επιστημόνων και των ανθρώπων της έρευνας εν γένει γίνονται ολοένα και πιο εξειδικευμένα, είναι χρήσιμο πολλές φορές να ακούμε τι έχουν να πούν όσοι εργάζονται σε παρόμοια αντικείμενα από μια άλλη επιστημονική σκοπιά. Έτσι, πολλές φορές σε ένα συνέδριο βιοχημείας μπορεί να προσκληθεί ένας γενετιστής (ή περισσότεροι), σε ένα συνέδριο αρχαιολογίας κάποιος ανθρωπολόγος ή εθνολόγος, σε ένα συνέδριο θεωρητικής φυσικής ένας ειδικός στα μαθηματικά μοντέλα, και ούτω καθεξής. Πάντως περιμένει κανείς ότι σε ένα επιστημονικό συνέδριο για τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;βιοχημεία&lt;/span&gt;, η πλειοψηφία των συνέδρων – και, ιδίως, όσων παρουσιάζουν ανακοινώσεις – θα είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;βιοχημικοί &lt;/span&gt;ενώ σε ένα συνέδριο αρχαιολογίας αρχαιολόγοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διάβασα πρόσφατα με απορία (αλλά, δυστυχώς, καθόλου με έκπληξη πια) για τη διοργάνωση μια ημερίδας με τίτλο «Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ελληνικής γλώσσας». Σύμφωνα με το δημοσίευμα της Καθημερινής της Αθήνας, την ημερίδα διοργάνωσε το σωματείο «Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά», το οποίο δεν τυχαίνει να γνωρίζω, σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ τη συζήτηση συντόνισε ο δημοσιογράφος, Νίκος Μέρτζος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατ’ αρχήν το θέμα καθ’ εαυτό είναι πράγματι πάρα πολύ ενδιαφέρον και ευρύ και σίγουρα οι συμμετέχοντες στην ημερίδα δε θα κατάφεραν ούτε καν να το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ψηλαφήσουν &lt;/span&gt;μέσα στα χρονικά περιθώρια της μιας ημέρας. Αυτό γιατί, τουλάχιστον από τον τίτλο, καταλαβαίνει κανείς ότι θα πρέπει να συζητήθηκαν θέματα ιστορίας της ελληνικής γλώσσας (παρελθόν), θέματα γραμματικής και κοινωνιογλωσσικής περιγραφής (παρόν) και, ενδεχομένως, σκέψεις για την πολυγλωσσία και την παγκοσμιοποίηση (μέλλον). Πράγματι, διαβάζουμε στο δημοσίευμα ότι τουλάχιστον η παγκοσμιοποίηση ως κίνδυνος απασχόλησε πολύ τους συμμετέχοντες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Πού είναι οι γλωσσολόγοι;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό που με ξενίζει είναι, εφόσον το Αριστοτέλειο φέρεται να συμπεριλαμβάνεται στους διοργανωτές, γιατί δε συμμετείχε κανένας συνάδερφος γλωσσολόγος από τους πολλούς και πραγματικά λαμπρούς του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Όμως, ίσως να συμμετείχε κάποιος και να παρέλειψε το δημοσίευμα να το αναφέρει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πραγματικά αλλόκοτο είναι ότι οι ομιλητές στην ημερίδα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δεν είναι γλωσσολόγοι&lt;/span&gt;, στην πλειοψηφία τους έστω, ούτε φυσικά ο συντονιστής. Πώς γίνεται συνέδριο για τη γλώσσα χωρίς γλωσσολόγους; Ποιος έχει πείσει το κοινό στην Ελλάδα ότι για τη γλώσσα μπορούν να παρουσιάζουν επιστημονικές ανακοινώσεις ένας κοινωνιολόγος (ο κ. Φίλιας), ένας καθηγητής της Ιατρικής (ο κ. Μάνθος) καθώς και δύο φιλόλογοι (ο κύριος Λαζάρου κι ο κύριος Καζάζης); Και, τουλάχιστον, ο κύριος Καζάζης είναι αναπληρωτής πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας. Οι υπόλοιποι όμως;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η απορία μου και οι αντιρρήσεις μου δεν είναι συνδικαλιστικού και συντεχνιακού χαρακτήρα. Άλλωστε, ως γλωσσολόγος, γνωρίζω ότι όλοι έχουν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γνώμη &lt;/span&gt;για τη γλώσσα αλλά και ότι οι περισσότεροι επιστήμονες των περισσότερων κλάδων (και στις θετικές επιστήμες) καταπιάνονται με τη γλώσσα με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Αλλά, για να επανέρθω στο παράδειγμά μου στην αρχή, ποιος θα οργανώσει συνέδριο παιδιατρικής και θα φέρει έναν νηπιαγωγό για να μιλήσει για τη σημασία του ομαδικού παιχνιδιού στην κοινωνικοποίηση των νηπίων (και καθόλου &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;παιδιάτρους&lt;/span&gt;); Επίσης, επιστημονικό αντικείμενο των φιλολόγων είναι η ενασχόληση με τα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κείμενα&lt;/span&gt;, μην κοιτάτε που το σχολείο μας τους έχει αναθέσει το υπεράνθρωπο έργο να διδάξουν κείμενα, γλώσσα, γραφή, ιστορία, πολιτικές επιστήμες και άλλα: σε καμμία περίπτωση δεν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;υποκαθιστούν &lt;/span&gt;τους γλωσσολόγους, η οποίοι ασχολούνται με τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γλώσσα&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Θέματα εγκυρότητας&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πού θέλω να καταλήξω; Οι ανοιχτές συζητήσεις για τη γλώσσα είναι καλοδεχούμενες και αναγκαίες. Η οπτική γιατρών, κοινωνιολόγων, φιλολόγων, δημοσιογράφων, θεολόγων και παιδαγωγών πάνω στη γλώσσα είναι κάποτε πολύτιμη. Ωστόσο, δεν μπορούμε να διοργανώνουμε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;επιστημονικά &lt;/span&gt;‘συνέδρια’ και ‘ημερίδες’ για τη γλώσσα ερήμην των γλωσσολόγων. Για να το πω κι αλλιώς: δημόσιες συζητήσεις για τη γλώσσα στις οποίες δε συμμετέχουν γλωσσολόγοι, λ.χ. επειδή δεν προσκλήθηκαν ή επειδή δεν ενημερώθηκαν καν, είναι τουλάχιστον αμφίβολης επιστημονικής αξίας και ενίοτε αποσκοπούν απλώς στην άσκηση πολιτικής &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πίεσης &lt;/span&gt;σε φορείς και θεσμούς – ή κι εγώ δεν ξέρω τι. Για να το ξαναπώ, είναι σαν να έχουμε συνέδρια παιδιατρικής χωρίς γιατρούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 24ης Μαΐου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-8269101117331969452?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/8269101117331969452'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/8269101117331969452'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/05/blog-post_24.html' title='Ερήμην της γλωσσολογίας;'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-9175984635288425340</id><published>2009-05-10T14:36:00.004+03:00</published><updated>2009-07-11T12:13:39.887+03:00</updated><title type='text'>Γράφοντας για τη γλώσσα: Ζήσιμος Λορεντζάτος</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;O tempora κτλ.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν ήμουνα μαθητής της Γ' Λυκείου μελετούσαμε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δοκίμια &lt;/span&gt;Ελλήνων συγγραφέων για την έκθεση ιδεών, ώστε να εμπλουτίσουμε τις ιδέες μας και να καλλιεργήσουμε την κριτική σκέψη μας. Εγώ πάντως, που δεν ήμουνα καλός στην έκθεση, καθόλου δεν ήθελα να μελετάω δοκίμια, αφού σ’ αυτά περίσσευε η επιδερμική ανάλυση κοινωνικών φαινομένων, ηθικών ζητημάτων και πολιτικών εννοιών, ενώ οι αναλύσεις παρουσιάζονταν συνήθως μέσα από το πρίσμα μιας γενικευμένης &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κινδυνολογίας &lt;/span&gt;και, ενίοτε, καταστροφολογίας: οι ηθικές αξίες εκπίπτουν, ο κοινωνικός ιστός αποσυντίθεται, οι θεσμοί απαξιώνονται, η παράδοση σβήνει, η εθνική συνείδηση αποχρωματίζεται, οι άνθρωποι υποτάσσονται στον αποχαυνωτικό έλεγχο της τηλεόρασης (τότε δεν υπήρχε διαδίκτυο) – και ούτω καθεξής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Το τέλος της (ελληνικής) γλώσσας&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φυσικά, από το ζοφερό πανόραμα του χαμού και της παρακμής δε θα μπορούσε να απουσιάζει η γλώσσα, και μάλιστα η ελληνική. Η θρυλούμενη διαδικασία &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εξαγγλισμού &lt;/span&gt;της γλώσσας και η προϊούσα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;λεξιπενία &lt;/span&gt;(η οποία θα έπρεπε να είχε αφήσει τη σημερινή γενιά με καμμιά πενηνταριά λέξεις, εάν οι αστήρικτες τερατολογίες των δοκιμιογράφων είχαν κάποια εμπειρική θεμελίωση) υποτίθεται ότι διάβρωναν ταχύτατα την ελληνική γλώσσα και ότι θα υπονόμευαν το μέλλον της. Πρόκειται βεβαίως για γνωστούς γλωσσικούς &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μύθους &lt;/span&gt;που πολλάκις έχουν ανασκευαστεί εκτενέστατα και εξαντλητικά, και από πολλούς συναδέρφους αλλά και από αυτήν εδώ τη στήλη, οπότε δε θα επανέρθω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ζήσιμος Λορεντζάτος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πού και πού ο τελειόφοιτος μαθητής Λυκείου είχε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με δοκίμια που διαπραγματεύονταν τα θέματά τους με πρωτότυπο και ουσιώδη τρόπο. Σπάνια γινόταν αυτό, αφού η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;έρευνα &lt;/span&gt;και η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τεκμηρίωση &lt;/span&gt;συνήθως απουσιάζουν από την ελληνική δοκιμιογραφία σχεδόν όσο κι από την ελληνική δημοσιογραφία – αλλά δε θα συνεχίσω επ’ αυτού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας από αυτούς που έγραφαν για θέματα τα οποία είχαν πρώτα μελετήσει και χωνέψει καλά ήταν και ο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ζήσιμος Λορεντζάτος&lt;/span&gt; (1915-2004). Παρότι δε με έβρισκαν πάντοτε σύμφωνο οι απόψεις και οι αναλύσεις του, ακόμα κι ως μαθητής μπορούσα να αντιληφθώ ότι ήξερε τι έλεγε και υποψιαζόμουν ότι σπούδαζε πραγματικά το θέμα για το οποίο θα έγραφε, πριν γράψει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια πρόσφατη έκδοση ενός βιβλίου με 1210 καταχωρίσεις/σημειώσεις του Λορεντζάτου, τα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Collectanea&lt;/span&gt; του, επιβεβαίωσε πέρα από κάθε αμφιβολία την υποψία μου αυτή. Γράφει λοιπόν για τη γλώσσα στη σελίδα 12 (καταχώριση αριθμός 9) ο Λορεντζάτος:&lt;blockquote&gt;Τον τελευταίο καιρό δοκίμασα να ξεδιαλύνω (μπορεί γνωστές από καιρό σε άλλους) μερικές απορίες μου για τη γλώσσα. Αποτέλεσμα της μελέτης αυτής, σημειώνω εδώ τα εξής γενικά:&lt;br /&gt;1. Όλα μέσα στην ιστορία της γλώσσας γίνονται (συμβαίνουν) ασυνείδητα.&lt;br /&gt;2. Η γλώσσα δεν είναι επινόημα του ανθρώπου˙ όπως δεν είναι και το περπάτημα ή το γέλιο του.&lt;br /&gt;3. Οι κλίσεις είναι κάτι μονιμότερο από τις ρίζες˙ και πιο χαρακτηριστικό μιας γλώσσας.&lt;br /&gt;4. Καμιά γλώσσα δεν είναι οριστική (συνακόλουθα και καμιά γραμματική)&lt;/blockquote&gt;Η συγκεκριμένη σημείωση αποτελεί απόσταγμα πολλών από όσα διαβάζει κανείς σε οποιοδήποτε άρθρο ή βιβλίο προσπαθεί να εκλαϊκεύσει τα ευρήματα και τις ανακαλύψεις των γλωσσικών επιστημών: η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γλωσσική αλλαγή&lt;/span&gt; είναι μια μη συνειδητή διαδικασία, η πανανθρώπινη δυνατότητα για γλώσσα είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ένστικτο&lt;/span&gt; (και δη όπως το περπάτημα), ο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;χαρακτήρας&lt;/span&gt; μιας γλώσσας εγγράφεται στα γραμματικά μορφήματά της (τις ‘κλίσεις’), γι’ αυτό και ο δανεισμός πολύ δύσκολα αλλοιώνει τον χαρακτήρα μιας γλώσσας, η γλωσσική αλλαγή ενυπάρχει μέσα στη γλωσσική &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;πραγματικότητα&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Και οι υπόλοιποι;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όσοι σκαμπάζουμε από γλωσσικά θέματα αλλά και, πλέον, οι περισσότεροι αναγνώστες αυτής εδώ της στήλης αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι ο Λορεντζάτος συνοψίζει τέσσερις πολύ σημαντικές ανακαλύψεις της σύγχρονης γλωσσολογίας. Από την ευστοχία και τη διατύπωση των παρατηρήσεών του, προκύπτει ότι ο Λορεντζάτος παρακολουθούσε την έρευνα συστηματικά και από πολύ κοντά, όπως είναι άλλωστε το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;χρέος&lt;/span&gt; κάθε ανθρώπου που θέλει να μπορεί να έχει τεκμηριωμένη κι εμπεριστατωμένη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γνώμη&lt;/span&gt; για τα γλωσσικά θέματα. Ταυτόχρονα, θλίβεται κανείς για το ότι τα απλά σημεία όπως τα παραπάνω δεν έχουν ακόμα εμπεδωθεί από πολλούς ανθρώπους, πνευματικούς ή μη, που αρθρογραφούν, ομιλούν και συχνά δογματίζουν για τη γλώσσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ευχαριστώ πολύ τον Γιώργο Σεργάκη για την πολύτιμη συμβολή του και τα σχόλιά του.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 10ης Μαΐου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-9175984635288425340?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/9175984635288425340'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/9175984635288425340'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/05/blog-post_10.html' title='Γράφοντας για τη γλώσσα: Ζήσιμος Λορεντζάτος'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-3928305068470936869</id><published>2009-05-03T15:24:00.002+03:00</published><updated>2010-01-19T00:12:20.034+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Καθημερινή'/><title type='text'>Ελληνικά της καφετέριας</title><content type='html'>Τα τελευταία χρόνια η πραγματικότητα του γλωσσικού θανάτου και της εξαφάνισης πλήθους γλωσσών αποκτά ολοένα και ευρύτερη δημοσιότητα. Η συζήτηση συνήθως αφορά τον θάνατο γλωσσών που ομιλούνται (ή ομιλούνταν) από αγροτικές ή νομαδικές κοινωνίες σε απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε απαιτείται όμως ιδιαίτερη οξυδέρκεια για να διαπιστώσει κανείς ότι γλώσσες πεθαίνουνε παντού, ακόμα και στην ίδια την Ελλάδα. Για μένα η υπενθύμιση ήρθε σε ένα φανάρι πεζών της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Στεκόμουν δίπλα σε δύο ηλικιωμένες κυρίες οι οποίες συζητούσαν έντονα αλλά ακατάληπτα. Λόγω επαγγελματικής διαστροφής αναρωτήθηκα τι γλώσσα να μίλαγαν. Στήνοντας αυτί κατάλαβα ότι ήταν βλάχικα (τα οποία οι ομιλητές τους ονομάζουν αρωμουνικά – ναι, όπως λέμε Αρμάνι). Σχεδόν αντανακλαστικά γύρισα και τις κοίταξα, τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν, είδα μια ακαθόριστη στιγμιαία έκφραση στα πρόσωπά τους και αμέσως αφοσιώθηκαν στο απέναντι φανάρι, σιωπηλές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γλώσσες πεθαίνουν κι εξαφανίζονται συνεχώς, απλώς ο ρυθμός εξαφάνισης έχει αυξηθεί σημαντικά την τελευταία πεντηκονταετία. Δε φταίνε τα αγγλικά και η παγκοσμιοποίηση, παρά – κυρίως – η συγκρότηση και εδραίωση συγκεντρωτικών εθνικών κρατών. Και φυσικά, γλώσσες πεθαίνουν και στην Ελλάδα: τα αρβανίτικα, τα τσακώνικα (και οι δύο διαβρώνονται προϊόντως από τα ελληνικά), τα βλάχικα, τα ποντιακά, τα λαντίνο κ.α. Βεβαίως, ο αφανισμός των μειονοτικών γλωσσών της Ελλάδας αποτελεί εθνική επιταγή, ιστορική αναγκαιότητα και προϋπόθεση εναρμόνισης με την νέα ελληνική ιστορική συνέχεια – ή τουλάχιστον αυτό κηρύσσει το εθνικό μας κράτος και οι οργανικοί διανοούμενοί του εδώ και πολλές δεκαετίες. Υπάρχει ωστόσο μια διάσταση του φαινομένου του γλωσσικού θανάτου στην Ελλάδα που δεν έχει τύχει πολλής προσοχής: αυτή της άλωσης των ντόπιων διαλέκτων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το εκπαιδευτικό σύστημα του συγκεντρωτικού ελληνικού κράτους δεν αρκέστηκε στον πόλεμο κατά των μειονοτικών γλωσσών, παρά προχώρησε και στον διωγμό των ντόπιων ελληνικών διαλέκτων. Μάλιστα, ο πόλεμος αυτός είναι από τις λίγες επιχειρήσεις του εκπαιδευτικού συστήματός μας που στέφθηκε με επιτυχία. Έτσι, γλωσσικός (άρα και πολιτισμικός) πλούτος νησιών, χωριών και πόλεων κολοβώθηκε ή και αφανίστηκε στο όνομα της εθνικής ομοιογένειας και του γενικότερου εκσυγχρονισμού: όπως η δημοτική για τους αρχαϊστές, έτσι και οι ντόπιες διάλεκτοι (από τα ναξιώτικα μέχρι τα κοζανίτικα και από τα συμιακά μέχρι τα κερκυραϊκά) είναι τελικά εθνικώς ύποπτες – όταν βεβαίως δεν αποτελούν κωμικά στοιχεία τοπικών φολκλόρ, όπως τα βόρεια και τα μωραΐτικα λάμδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγοι βεβαίως θα συνηγορούσαν υπέρ της μουσειακής διατήρησης γλωσσών και διαλέκτων. Ωστόσο υπήρχε και υπάρχει και μια τρίτη επιλογή μεταξύ της φολκλορικής διαλεκτοφωνίας και του γλωσσικού θανάτου: η πανανθρώπινη λύση της διτυπίας και της εναλλαγής μεταξύ δύο ποικιλιών: της Κοινής και της διαλέκτου ή της μειονοτικής γλώσσας, στην περίπτωσή μας. Δυστυχώς αυτή η λύση ούτε καλλιεργείται, ούτε καν συζητιέται. Κι έτσι, όπως συμβαίνει συνήθως με τον γλωσσικό φόνο, η μεταμέλεια (αν υπάρξει) έρχεται αργά: στις καφετέριες ανά την επικράτεια ακούς πια σχεδόν τα ίδια ελληνικά, ενώ γλωσσικά στοιχεία τοπικού χαρακτήρα και τοπικής ταυτότητας χάνονται μαζί με τις μαντήλες των γιαγιάδων μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, &lt;a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_03/05/2009_312797"&gt;στη στήλη &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Εξ αφορμής&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;, της 3ης Μαΐου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-3928305068470936869?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3928305068470936869'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3928305068470936869'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/05/blog-post.html' title='Ελληνικά της καφετέριας'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-8939054979797134805</id><published>2009-04-26T15:09:00.002+03:00</published><updated>2009-04-26T15:28:31.671+03:00</updated><title type='text'>Συντακτικές αποκλίσεις: ποίηση και δημοσιογραφία</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Το συντακτικό της ποίησης&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πριν λίγες εβδομάδες είχα τη χαρά να ξανακούσω τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Δήμητρα Θεοφανοπούλου-Κοντού&lt;/span&gt; σε μια ομιλία της στο &lt;a href="http://www.enl.auth.gr/symposium19/"&gt;19ο Διεθνές Συνέδριο Θεωρητικής και Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας&lt;/a&gt; στη Θεσσαλονίκη. Λέω ‘ξανακούσω’ επειδή η Θεοφανοπούλου-Κοντού, ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εισηγήτρια&lt;/span&gt; της σύγχρονης συντακτικής θεωρίας στην Ελλάδα, δίδαξε γλωσσολογία σε πολυάριθμους γλωσσολόγους και φιλολόγους, ανάμεσα στους οποίους είχε την ευτυχία να συγκαταλέγεται και ο γράφων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ομιλία της Θεοφανοπούλου-Κοντού είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αφού πραγματευόταν τη σχέση &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;καθημερινού&lt;/span&gt; και &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ποιητικού&lt;/span&gt; λόγου. Αντίθετα όμως με το πώς προσεγγίζεται το ζήτημα συνήθως, και όπως θα ανέμενε κανείς με βάση την ειδίκευση της δασκάλας μου, η ανακοίνωσή της δεν επικεντρώθηκε σε θέματα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;λεξιλογίου &lt;/span&gt;αλλά σε θέματα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δομής της πρότασης&lt;/span&gt;: στη συντακτική πλευρά του θέματος. Το συμπέρασμά της, βασισμένο σε ένα σώμα ποιητικών κειμένων του Οδυσσέα Ελύτη, του Μίλτου Σαχτούρη και άλλων νεοελλήνων ποιητών, είναι ότι από πλευράς δομής της πρότασης, η ποίηση μπορεί να φτάσει στα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;όριά τους&lt;/span&gt; τις δυνατότητες του γλωσσικού συστήματος και τις δομές που η νοητική γραμματική επιτρέπει, ωστόσο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δεν τις παραβιάζει&lt;/span&gt; (σχεδόν) ποτέ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σύνταξη παραμένει αυτή που είναι, η γνωστή, ακόμα και σε μορφές ποίησης στις οποίες οι λέξεις &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ξεχαρβαλώνονται&lt;/span&gt; και όπου &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;συναρμολογούνται&lt;/span&gt; νέες λέξεις εκ νέου με βάση τα δομικά συστατικά της γλώσσας. Θυμηθείτε π.χ. μια ακραία περίπτωση, το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;υπερλεξιστικό&lt;/span&gt; ποίημα του Λαπαθιώτη ‘Βάο Γάο Δάο’: «Ζινώντας αποβίδονο σαβίνι / κι απονιβώντας ερομιδαλιό […]».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Πέρα από την ποίηση;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φυσικά, ακόμα κι όταν γνωρίζουμε τα όρια του συντακτικού μηχανισμού (της εκάστοτε γλώσσας) και τον έχουμε μελετήσει και κατανοήσει σε βάθος, μας επιφυλάσσονται &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εκπλήξεις&lt;/span&gt;. Ο φιλόλογος Χριστόδουλος Τζιονής, του οποίου η στήλη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Γλωσσοσκόπιο &lt;/span&gt;μοιράζεται την ίδια σελίδα με αυτήν εδώ, επισήμανε πριν τρεις εβδομάδες (στο φύλλο της 5ης Απριλίου) κάποιες πολύ τρανταχτές παραβιάσεις συντακτικών περιορισμών, οι οποίες μάλιστα δεν προέρχονται από την ποίηση αλλά από τον κυπριακό ημερήσιο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Τύπο&lt;/span&gt;. Έτσι, ο κ. Τζιονής εντοπίζει προτάσεις όπως ‘η σύλληψη (αντί για ‘τη σύλληψη’) ακολούθησε θύελλα αντιδράσεων’ και ‘η παροχή οικονομικής στήριξης (αντί για ‘την παροχή οικονομικής στήριξης’) συζήτησε ο Υπουργός Γεωργίας’. Για περισσότερες λεπτομέρειες, ο αναγνώστης παραπέμπεται στο Γλωσσοσκόπιο της 5ης Απριλίου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Γιατί;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βεβαίως ως γλωσσολόγοι προσπαθούμε να είμαστε περισσότερο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;φιλοπερίεργοι &lt;/span&gt;παρά &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;επικριτικοί &lt;/span&gt;(όπως έγραφα &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/11/blog-post.html"&gt;στις 2 Νοεμβρίου&lt;/a&gt;, παραθέτοντας τον συνάδερφο Mark Liberman). Πριν αναθεματίσουμε λοιπόν το λάθος, που δε φαίνεται να είναι απλό &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;lapsus &lt;/span&gt;ή ενέργεια του λεγόμενου &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δαίμονα του τυπογραφείου&lt;/span&gt;, πρέπει να το εξηγήσουμε και ίσως και να το ερμηνεύσουμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί λοιπόν να βάλει κάποιος το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αντικείμενο σε ονομαστική&lt;/span&gt; (‘σύλληψη’ και ‘στήριξη’), κάτι που φαντάζει χονδροειδές και τερατώδες λάθος; Η απάντηση βρίσκεται σε δύο στοιχεία: Πρώτον, το αντικείμενο δεν απαντά στην κανονική του θέση &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μετά το ρήμα&lt;/span&gt;. Δεύτερον, ο συντάκτης είναι πιθανότατα ομιλητής &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;και&lt;/span&gt; της κυπριακής ελληνικής. Εξηγούμαι:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Στην αριστερή άκρη της πρότασης&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επειδή το θέμα είναι δαιδαλώδες, ας πούμε απλώς ότι στα ελληνικά μπορούμε να &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;προτάξουμε&lt;/span&gt; αντικείμενα, να τα μετακινήσουμε στην αριστερή άκρη της πρότασης, είτε για λόγους &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;έμφασης&lt;/span&gt; (π.χ. ‘ΜΠΑΝΑΝΕΣ είπα να πάρεις, όχι ανανά!’), είτε (σπανιότερα) επειδή πρόκειται για ήδη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γνωστή πληροφορία&lt;/span&gt; (π.χ. μιλώντας για κάποια δικαστική απόφαση: ‘την απόφαση σχολίασε η κυρία Χ…’ κτλ.). Και οι δύο προτάσεις που αναφέρει ο κ. Τζιονής εμπίπτουν στη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δεύτερη&lt;/span&gt; περίπτωση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα, από τη συντακτική θεωρία και έρευνα γνωρίζουμε ότι αυτά τα ‘&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εκτοπισμένα&lt;/span&gt;’ αντικείμενα διακρίνονται από μια σειρά ιδιομορφίες, οι οποίες μάλιστα είναι πολύπλευρες και διαφέρουν από διάλεκτο σε διάλεκτο. Στην περίπτωσή μας, η κυπριακή ελληνική επιτρέπει να έχουμε εκτοπισμένα αντικείμενα στην αριστερή άκρη της πρότασης σε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ονομαστική&lt;/span&gt;, ιδίως αν έπεται μια μικρή &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;παύση&lt;/span&gt;: ‘η σύλληψη [παύση] ακολούθησε θύελλα αντιδράσεων’. Αυτή νομίζω ότι είναι η πηγή των δύο επίμαχων διατυπώσεων. Ωστόσο, εκτοπισμένα αντικείμενα σε ονομαστική είναι αντιγραμματικά στην Κοινή Νεοελληνική, την οποία χρησιμοποιούμε όταν γράφουμε στον Τύπο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Φιλόλογοι και γλωσσολόγοι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βλέπουμε και πάλι ότι πολλές φορές η μητρική μας διάλεκτος, ιδίως όταν διαφέρει ανεπαίσθητα από την κοινή, τυποποιημένη γλώσσα, μας οδηγεί να εκφραζόμαστε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αδόκιμα&lt;/span&gt;. Θυμηθείτε λ.χ. τις δικές μου δυσκολίες με κάποιες &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;προστακτικές&lt;/span&gt;, όπως τις κατέγραψα &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/12/blog-post.html"&gt;στο άρθρο της 14ης Δεκεμβρίου&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε κάθε περίπτωση, ο φιλόλογος επισημαίνει τους αδόκιμους τύπους και κάποτε τους εκθειάζει, εάν δημιουργούν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αισθητικό &lt;/span&gt;αποτέλεσμα, όπως στην ποίηση. Ο γλωσσολόγος όμως καλείται πάντοτε να τους κατανοήσει και να τους εξηγήσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 26ης Απριλίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-8939054979797134805?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/8939054979797134805'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/8939054979797134805'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/04/blog-post_26.html' title='Συντακτικές αποκλίσεις: ποίηση και δημοσιογραφία'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-5066101203643291326</id><published>2009-04-05T23:02:00.002+03:00</published><updated>2009-04-07T21:39:57.775+03:00</updated><title type='text'>Έχουνε χιούμορ οι γλωσσολόγοι;</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Γλωσσικοί μύθοι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το σημερινό κείμενο αφορμάται από την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου ‘&lt;a href="http://vasargyr.wordpress.com/"&gt;Αρχαιολατρία και Γλώσσα&lt;/a&gt;’ του λεξικογράφου Βασίλη Αργυρόπουλου. Ανάμεσα σε άλλα, το βιβλίο πραγματεύεται το διαρκές πρόβλημα των &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γλωσσικών μύθων&lt;/span&gt;, καθώς και την ανάγκη που πολλοί φαίνεται να έχουν να αποδίδουν στην ελληνική γλώσσα μεταφυσικές και μαντικές ιδιότητες. Ο Αργυρόπουλος επιχειρηματολογεί επίσης εναντίον όσων &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αυθαίρετα &lt;/span&gt;ανακηρύσσουν την ελληνική την αρχαιότερη γλώσσα της ανθρωπότητας και μητέρα-γλώσσα πολλών άλλων γλωσσών – ή και όλων τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Παγκόσμιες επιστημονικές συνωμοσίες&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι πολύ διαδεδομένη η αντίληψη ότι οι επιστήμονες συνεργούν με την εξουσία για να κρύψουν συγκλονιστικές αλήθειες από τον κόσμο: την υποτιθέμενη ύπαρξη εξωγήινων, το ένα θρυλικό φάρμακο που θεραπεύει όλους τους καρκίνους, τα καταποντισμένα ερείπια της μυθικής Ατλαντίδας, τη δυνατότητα τηλεμεταφοράς με τα λεγόμενα κύματα Τέσλα ήδη από το 1943 – και ούτω καθεξής. Παραδόξως, στην Ελλάδα η κατηγορία της συγκάλυψης και της συμπαιγνίας με την εξουσία προσάπτεται και στους &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;γλωσσολόγους&lt;/span&gt;. Υποτίθεται λ.χ. ότι οι γλωσσολόγοι προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο ότι η ελληνική είναι μία ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και όχι η μητέρα των ινδοευρωπαϊκών (και άλλων) γλωσσών. Λέω ‘παραδόξως’ για δύο κυρίως λόγους:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτον, οι γλωσσολόγοι συνήθως έχουνε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μηδενική ή επιδερμική&lt;/span&gt; σχέση με την εξουσία. Ελάχιστοι γλωσσολόγοι εργοδοτούνται π.χ. από μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες ενδιαφέρονται κυρίως για μεθόδους κωδικοποίησης και γλωσσομαθείς ωτακουστές. Επιπλέον, δείτε πώς η εξουσία αγνοεί &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ιταμά &lt;/span&gt;και &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;συστηματικά &lt;/span&gt;τις γλωσσικές επιστήμες όταν σχεδιάζονται γλωσσικές πολιτικές ή όταν εκπρόσωποί της εκφέρουν φαιδρές απόψεις περί γλώσσας. Αυτό και μόνο αρκεί για να κατανοήσει κανείς τι είδους σχέσεις θα είχαμε οι γλωσσολόγοι με οποιουδήποτε τύπου &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;παγκόσμιες κυβερνήσεις &lt;/span&gt;και θρυλούμενα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μυστικά κονκλάβια &lt;/span&gt;υπό τον Χένρυ Κίσσιντζερ και με τη συμμετοχή της Βασίλισσας της Ολλανδίας…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεύτερον, ενώ τα δεδομένα που θα αποδείκνυαν την ύπαρξη εξωγήινων και της Ατλαντίδας ή το φάρμακο του καρκίνου και τη δυνατότητα τηλεμεταφοράς μπορούν ίσως να αποσιωπηθούν και να αποκρυβούν, οι συνωμοσίες περί τη γλώσσα είναι αδύνατες αφού τα δεδομένα της γλωσσολογίας βρίσκονται στις &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;βιβλιοθήκες &lt;/span&gt;του κόσμου και – κυρίως – &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;στα στόματα και στα μυαλά &lt;/span&gt;ομιλητών. Πώς θα μπορούσε να αποσιωπηθεί η «σκευωρία της ινδοευρωπαϊκής» και η «κρατυλική νοηματικότητα της ελληνικής»; Σε ποια αποθήκη και ποιο μυστικό εργαστήριο μπορούμε να αποθηκεύσουμε μυστικά τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;λιθουανική &lt;/span&gt;γλώσσα (με τις συναρπαστικές ομοιότητές της με τη μακρινή της και αρχαιότερή της &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;σανσκριτική&lt;/span&gt;); Πόσο συστηματικά μπορούμε να αφανίσουμε όλα τα αρχαιολογικά δεδομένα για την &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τοχαρική&lt;/span&gt; γλώσσα (συγγενική με τα ελληνικά και τα λατινικά – αν και μιλιόταν στο κινεζικό Τουρκεστάν, στο Σινκιάνγκ); Οι ελληνικές λέξεις δεν είναι έγκλειστες στις μυστικές φυλακές της CIA: πώς μας ξέφυγαν επί τόσους αιώνες οι κρατυλικές ή οι μυστικές σημασίες τους;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Οι γλωσσολόγοι τι λένε;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολλοί συνάδερφοι βλέπουν αυτές τις απόψεις με χιούμορ και αποστασιοποίηση. Μία καλή συνάδερφος δίνει &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;στους φοιτητές της &lt;/span&gt;βιβλία των μυθογλωσσολόγων, λ.χ. εκείνο που μιλάει για την ελληνική καταγωγή των τζότζιλ (της γλώσσας των Μάγια) και των ναχουάτλ (της γλώσσας των Ίνκα), και τους ζητάει να αξιολογήσουν απροκατάληπτα τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μέθοδο &lt;/span&gt;των ετυμολογήσεων που παρατίθενται εκεί. Ωστόσο, οι περισσότεροι από εμάς τους γλωσσολόγους απλώς αγνοούμε όλο αυτό το κίνημα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εναντίον της γλωσσολογίας&lt;/span&gt;, περίπου όπως πολλοί γιατροί αγνοούν τους τσαρλατάνους που πουλάνε ελπίδα στους δυστυχισμένους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ε, και;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βεβαίως τα γλωσσικά ληρήματα και η επίθεση εναντίον των γλωσσικών επιστημών δεν πρόκειται να βλάψουν την υγεία κανενός, σε αντίθεση με τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;φραπελιά&lt;/span&gt;. Ωστόσο, ο πόλεμος κατά της &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;επιστήμης &lt;/span&gt;και η διάδοση &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ψευδοεπιστημονικών &lt;/span&gt;ή &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αντιεπιστημονικών &lt;/span&gt;μύθων είναι επικίνδυνος κοινωνικά και πολιτικά. Θυμηθείτε την αδιάσειστη επιστημονικότητα του μαρξισμού-λενινισμού, την απολυταρχία του Λυσένκο που στραγγάλισε τη σοβιετική βιολογία, την ανθρωπολογική ανωτερότητα της λευκής ή της άριας φυλής, την παρανάγνωση του δαρβινισμού που κατέστησε τη φυσική επιλογή κοινωνιολογικό και πολιτικό επιχείρημα, την μπιχεβιοριστική αξίωση να ξεριζώσουμε το έγκλημα (και την ομοφυλοφιλία ή τον κομμουνισμό) δια της πλύσης εγκεφάλου – και ούτω καθεξής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην περίπτωσή μας, η εδραίωση αντιλήψεων περί ανωτερότητας, παναρχαιότητας και τελειότητας της ελληνικής γλώσσας σε συνδυασμό με τη συκοφάντηση της γλωσσικής επιστήμης και την καλλιέργεια καχυποψίας απέναντί της θα μπορούσε να αναδυθεί μέχρι τη σφαίρα της λήψης αποφάσεων σε θέματα γλωσσικής, κοινωνικής και  εκπαιδευτικής πολιτικής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ίσως λοιπόν χρειάζεται να δείξουμε λιγότερο χιούμορ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ευχαριστώ πολύ τον Γιώργο Σεργάκη για την πολύτιμη συμβολή του και τα σχόλιά του.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 5ης Απριλίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-5066101203643291326?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/5066101203643291326'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/5066101203643291326'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/04/blog-post.html' title='Έχουνε χιούμορ οι γλωσσολόγοι;'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-8948278156057865840</id><published>2009-03-22T11:33:00.001+02:00</published><updated>2009-03-23T10:41:37.884+02:00</updated><title type='text'>Εκλεκτικές συγγένειες (;)</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Γερμανικά κι ελληνικά&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διάβασα πρόσφατα στην Ελευθεροτυπία μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του μεταφραστή Γ. Δεπάστα, στην οποία μιλάει για τις &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;περιπέτειες της μετάφρασης&lt;/span&gt; και για το πώς είναι να ζει κανείς με &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;δύο γλώσσες&lt;/span&gt;. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου πού συναντιούνται τα ελληνικά και τα γερμανικά, ο κ. Δεπάστας απαντάει:&lt;blockquote&gt;Παντού! Αν χρησιμοποιούσαμε καθαρεύουσα, τα γερμανικά θα μεταφράζονταν κατά λέξη. Καθώς η γερμανική έχει μια πολύ αυστηρή σύνταξη, ταυτίζεται με το αρχαιοελληνικό συντακτικό. Αντίθετα με τα νέα ελληνικά, που τώρα χάνουν όλο και περισσότερα προνόμια, όπως τις αναφορικές προτάσεις, που έχουν πια εξαλειφθεί, τις μετοχές και τα απαρέμφατα, που επίσης έχουν κοπεί.&lt;/blockquote&gt;Η άποψη ότι τα (αρχαία ή αρχαΐζοντα) ελληνικά και τα γερμανικά &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μοιάζουν &lt;/span&gt;στη γραμματική τους είναι αρκετά διαδεδομένη, συνήθως όμως στηρίζεται σε αποσπασματικές και επιφανειακές παρατηρήσεις. Στο παραπάνω απόσπασμα ωστόσο έχουμε πιο συγκεκριμένους θέσεις για το ζήτημα, τις οποίες αξίζει να εξετάσουμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Πόσο αυστηρή είναι η γερμανική;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι άραγε αλήθεια λοιπόν ότι τα γερμανικά έχουν ‘πολύ αυστηρή σύνταξη’; Αντιστέκομαι στον πειρασμό (αφού η σύνταξη είναι η ειδικότητά μου) να μπω σε τεχνικές λεπτομέρειες και απλώς επισημαίνω το εξής: γλώσσες όπως τα αγγλικά λέμε ότι έχουν &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;‘αυστηρή’&lt;/span&gt; σύνταξη επειδή η σειρά των λέξεων είναι συγκεκριμένη και δεν μπορούμε (εύκολα) να παίξουμε μαζί της. Έτσι, θα πούμε ‘Mark plays tennis’ αλλά δύσκολα ‘Tennis, Mark plays’ και με τίποτα ‘*Tennis plays Mark’, ‘*Mark tennis plays’, ‘*Plays Mark tennis’, ‘*Plays tennis Mark’ κτλ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απεναντίας, στα γερμανικά, &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μόνον &lt;/span&gt;η θέση του &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ρήματος &lt;/span&gt;είναι αυστηρά καθορισμένη (στη δεύτερη θέση των κύριων προτάσεων, στο τέλος των δευτερευουσών). Παράλληλα, η γερμανική σύνταξη επιτρέπει αρκετή ευελιξία στην τοποθέτηση των &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;υπόλοιπων &lt;/span&gt;όρων της πρότασης, όπως υποκείμενα, αντικείμενα, επιρρήματα, άλλοι προσδιορισμοί κτλ. Σε αυτή την &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;έλλειψη αυστηρότητας&lt;/span&gt; η σύνταξη των γερμανικών μοιάζει όχι μόνο με των ελληνικών αλλά και με πολλών άλλων γλωσσών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακριβώς όμως το γεγονός ότι η θέση του γερμανικού ρήματος μέσα στην πρόταση είναι αυστηρά καθορισμένη ήδη αναιρεί την άποψη ότι γερμανική και (αρχαία) ελληνική σύνταξη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ταυτίζονται&lt;/span&gt;: από αρχαιοτάτων χρόνων και μέχρι και σημερα, το ελληνικό ρήμα μπορεί να εμφανιστεί σχεδόν οπουδήποτε μέσα στην πρόταση, δεν περιορίζεται στη δεύτερη θέση των κύριων προτάσεων και στο τέλος των δευτερευουσών. Έτσι, ακόμα κι αν παραγνωρίζαμε την εκτενή χρήση &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;σύνθετων λέξεων&lt;/span&gt; στα γερμανικά, έστω κι αν χρησιμοποιούσαμε καθαρεύουσα, μεταφράζοντας τα γερμανικά κατά λέξη θα παίρναμε ένα ελληνικό κείμενο γκροτέσκα αγκυλωμένο, αλλόκοτα συναρμοσμένο και με αδέξιες φραστικές συστροφές – ακόμα και για τα δεδομένα μιας &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τεχνητής &lt;/span&gt;ποικιλίας, όπως η καθαρεύουσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Γραμματικά χαρακτηριστικά ως ‘προνόμια’&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κ. Δεπάστας σωστά επισημαίνει ότι τα ελληνικά έχουνε χάσει το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;απαρέμφατο&lt;/span&gt;, το έχουνε χάσει μάλιστα εδώ και περίπου 15 αιώνες. Μάλιστα, πρόκειται για &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ξεχωριστό &lt;/span&gt;τυπολογικό φαινόμενο: όλες οι γλώσσες που δεν έχουν απαρέμφατα (αλβανικά, βουλγάρικα, κατωιταλικές ποικιλίες κ.α.) υπέστησαν αυτή την απώλεια μετά από παρατεταμένη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;επαφή &lt;/span&gt;με τα ελληνικά. Όμως, η απουσία απαρεμφάτου διαχωρίζει τα ελληνικά από τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;συντριπτική πλειοψηφία&lt;/span&gt; των γλωσσών του κόσμου, όχι μόνο τα γερμανικά. Στη θέση των απαρεμφάτων χρησιμοποιούμε δευτερεύουσες προτάσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο, δεν καταλαβαίνω γιατί το χαμένο απαρέμφατο, οι μεταλλαγμένες μετοχές και οι αναφορικές προτάσεις χαρακτηρίζονται ως &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;προνόμια&lt;/span&gt;. Ενδεχομένως επειδή επιτρέπουν την πυκνότερη έκφραση: μπορεί κανείς να πακετάρει μέσα σε μια μετοχή (‘προτηγανισμένος’) σημασίες που κανονικά χρειάζονται ολόκληρη πρόταση (‘αυτός που έχει ήδη τηγανιστεί’). Προφανώς ο κ. Δεπάστας χρησιμοποιεί τον παράδοξο όρο ‘προνόμιο’ ως μεταφραστής που θα ήθελε να αποδώσει τη &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;συμπύκνωση &lt;/span&gt;λ.χ. του γερμανικού ρηματικού επιθέτου με &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μία λέξη&lt;/span&gt; στα ελληνικά. Ακόμα όμως και αν χρησιμοποιούσε καθαρεύουσα με τις μετοχές της, θα σκόνταφτε π.χ. στα σχοινοτενέστατα σύνθετα της γερμανικής, τα οποία έτσι κι αλλιώς θα έπρεπε να αποδώσει με πολλές ελληνικές λέξεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επιπλέον, αντιλαμβανόμαστε ότι οι μετοχές σε –μένος δεν έχουνε ‘κοπεί’, ούτε βεβαίως οι αναφορικές προτάσεις έχουν εξαλειφθεί: μπορούμε κάλλιστα να πούμε ‘αγόρασα ένα εργαλείο που (μ’ αυτό) καθαρίζεις πατάτες’ όπως και ‘αγόρασα ένα εργαλείο με το οποίο καθαρίζεις πατάτες’. Γενικά, κανείς δεν μπορεί να ‘κόψει’ γραμματικά χαρακτηριστικά από τη γλώσσα – αντίθετα με τις &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ορθογραφικές συμβάσεις&lt;/span&gt; που μπορούν να κοπούν, να προστεθούν ή να μεταρρυθμιστούν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέλος, όταν η γλωσσική αλλαγή εξαλείφει κάτι, όπως τα απαρέμφατα, αυτό γίνεται για &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εσωτερικούς λόγους&lt;/span&gt; που έχουνε να κάνουν με το γραμματικό σύστημα και οι ομιλητές απλώς αναγκάζονται να &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;προσαρμοστούν&lt;/span&gt;, π.χ. χρησιμοποιώντας δευτερεύουσες προτάσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ευχαριστώ πολύ τον Γιάννη Χάρη για την πολύτιμη συμβολή του και τα σχόλιά του.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 22ης Μαρτίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-8948278156057865840?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/8948278156057865840'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/8948278156057865840'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/03/blog-post_22.html' title='Εκλεκτικές συγγένειες (;)'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-3240681429388356706</id><published>2009-03-08T19:15:00.003+02:00</published><updated>2009-05-24T20:42:06.903+03:00</updated><title type='text'>Λόγος για τη γλώσσα</title><content type='html'>&lt;em&gt;Το σκεπτικό ενός συνεδρίου για τη γλώσσα&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διαβάζουμε στο σκεπτικό των διοργανωτών του συνεδρίου με θέμα «Γλώσσα Ελληνική – Γραφή και Τέχνη», που διοργανώνεται από τις 20 έως τις 22 Μαρτίου στην Παλιά Βουλή στην Αθήνα και θα ασχοληθεί με «τη θέση της ελληνικής γλώσσας στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον στην αυγή του 21ου αιώνα»:&lt;br /&gt;&lt;blockquote&gt;«Η ελληνική γλώσσα στα περιορισμένα γεωγραφικά της σύνορα βάλλεται σήμερα πολλαπλώς πρώτα από τη δική μας συμπεριφορά ως φορέων της, στην ιδιωτική και δημόσια χρήση της, στην εκπαιδευτική της αποστολή με τον τρόπο που τη μελετούμε και τη διδάσκουμε σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, με τον ελλιπή τρόπο που την προβάλλουμε εκτός των συνόρων, με τον τρόπο της ανοχής στην “κακοποίησή” της από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. [...] Γλώσσα ελληνική σημαίνει συνέχεια ζωής, γιατί είναι η υπερουσία της οντολογικής υπόστασης του έθνους που την έπλασε. Η αναφορά στην πορεία της δεν ακινητεί το χρόνο μας».&lt;/blockquote&gt;Τα παραπάνω αποτελούν ένα χαρακτηριστικό δείγμα του λόγου περί γλώσσας σε κοινωνίες όπως η ελληνική, στις οποίες η εθνική γλώσσα καθ’ εαυτή αποτελεί αυτονομημένη &lt;strong&gt;αξία&lt;/strong&gt;. Ας εξετάσουμε λοιπόν κάποιες χαρακτηριστικές θέσεις για τη γλώσσα όπως διατυπώνονται παραπάνω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Διάδοση και αλλαγή&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατ’ αρχήν επισημαίνεται ότι η ελληνική γλώσσα ομιλείται μέσα σε «περιορισμένα γεωγραφικά σύνορα», ότι δεν είναι διεθνής ή οικουμενική γλώσσα. Αυτό βεβαίως δεν είναι απαραίτητα &lt;strong&gt;κακό&lt;/strong&gt;: την τελευταία φορά που η ελληνική, στην ελληνιστική &lt;strong&gt;Κοινή&lt;/strong&gt; φάση της, υπήρξε οικουμενική γλώσσα υπέστη τόσες και τόσο βαθειές αλλαγές, ώστε να τροφοδοτήσει το κίνημα του &lt;strong&gt;αττικισμού&lt;/strong&gt; και να πυροδοτήσει τη γένεση της ελληνικής &lt;strong&gt;διτυπίας&lt;/strong&gt; (που έφτασε μέχρι τις μέρες μας ως το δίπολο δημοτική-καθαρεύουσα).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Συμβαίνει κι αλλού&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατόπιν, η περιορισμένη γεωγραφική διάδοση της γλώσσας μας συνδέεται με κάποιον τρόπο με το ότι η ελληνική γλώσσα ‘βάλλεται’ μέσα από τη χρήση της στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή. Προσωπικά δεν κατανοώ πώς αυτά τα δύο θέματα συνδέονται, αφού μάλιστα υπάρχουν αντίστοιχα παράπονα εκ μέρους πολλών γλωσσοδιφούντων που ασχολούνται με την αγγλική γλώσσα, η οποία κάθε άλλο παρά &lt;strong&gt;περιορισμένη&lt;/strong&gt; εντός συνόρων είναι: κι εκεί διαβάζουμε για το πώς η αγγλική γλώσσα κακοποιείται μέσα από τη χρήση της στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή, στην εκπαίδευση και στα μέσα ενημέρωσης. Το συμπέρασμα είναι λοιπόν ότι είτε οι περισσότερες γλώσσες του κόσμου, μαζί τους και η κραταιά αγγλική, βάλλονται και κακοποιούνται από τους χρήστες τους, είτε υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος να προσεγγίζουμε τη γλώσσα (και τη γλωσσική &lt;strong&gt;αλλαγή&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;ποικιλομορφία&lt;/strong&gt; ειδικότερα) που εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε γλώσσα, ελλείψει εμπειρικού ερείσματος. Επειδή έχουμε ξανασυζητήσει εδώ το θέμα των γλωσσικών λαθών και κατά πόσον είναι &lt;strong&gt;ικανά&lt;/strong&gt; να πλήξουν, να βάλουν ή να κακοποιήσουν μια γλώσσα, δε θα επανέρθω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Κάποιες ασυνέπειες&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το σκεπτικό των διοργανωτών υποστηρίζει ότι «Γλώσσα ελληνική σημαίνει συνέχεια ζωής», κάτι που γενικότερα ισχύει για όλες τις γλώσσες: οι άνθρωποι διαθέτουμε &lt;strong&gt;πολιτισμική&lt;/strong&gt; συνέχεια και πίσω από τις γενιές των γηραιότερων επιζώντων επειδή έχουμε γλώσσα και παράδοση γλωσσική, προφορική ή και γραπτή. Καταλήγει ωστόσο με τρόπο παράδοξο, για κείμενο συντεταγμένο από ανθρώπους με μεράκι και έγνοια για τη γλώσσα μας: «γιατί είναι η υπερουσία της οντολογικής υπόστασης του έθνους που την έπλασε.» Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα με το ουσιαστικό ‘υπερουσία’, &lt;strong&gt;νεολογισμό&lt;/strong&gt; οπωσδήποτε, αφού οι γλωσσαμύντορες τείνουν να μη νεολογίζουν. Επιπλέον, δεν μπορούσα να μαντέψω τι μπορεί να σημαίνει. Τελικά έβγαλα μιαν άκρη βασισμένος στο δόκιμο επίθετο ‘υπερούσιος’: ‘υπερουσία’ πρέπει να σημαίνει κάτι σαν ‘μεταφυσική ουσία’. Ακόμα κι αν δεχόμουν ότι, σε μια έξαρση &lt;strong&gt;ποιητισμού&lt;/strong&gt;, προσφιλούς σε όσους γράφουμε στα ελληνικά, μια γλώσσα θα μπορούσε να διαθέτει ‘μεταφυσική ουσία’, με μπέρδεψε πολύ η ιδέα ότι τα &lt;strong&gt;έθνη&lt;/strong&gt; διαθέτουν οποιουδήποτε είδους ‘οντολογική υπόσταση’. Βεβαίως δεν είμαι ιστορικός. Ωστόσο, ως γλωσσολόγος, μπορώ να βεβαιώσω ότι τις γλώσσες δεν τις &lt;strong&gt;πλάθουν&lt;/strong&gt; τα έθνη αλλά τα &lt;strong&gt;νήπια&lt;/strong&gt; – όπως είδαμε και &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/02/blog-post_22.html"&gt;την προηγούμενη φορά&lt;/a&gt; – και, σ’ ένα άλλο επίπεδο, οι &lt;strong&gt;λόγιοι&lt;/strong&gt; τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τελειώνοντας μπαίνω στον πειρασμό να παραστήσω το ρυθμιστή: το ρήμα ‘ακινητώ’ είναι δόκιμο ως &lt;strong&gt;αμετάβατο&lt;/strong&gt;. Λέμε λ.χ. ‘το νερό στις αλυκές ακινητούσε’. Το δόκιμο μεταβατικό αντίστοιχό του είναι ‘ακινητοποιώ’, λ.χ. ‘χάρη στο ABS, κατάφερα να ακινητοποιήσω το αμάξι εγκαίρως’. Εξ αφορμής αυτού του ολισθήματος, αναρωτιέμαι τελικά τι πρέπει να συμπεράνει κανείς για το δόκιμο των ελληνικών όσων ανησυχούν για τα ελληνικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 8ης Μαρτίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-3240681429388356706?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3240681429388356706'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3240681429388356706'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/03/blog-post.html' title='Λόγος για τη γλώσσα'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-1895618129411686973</id><published>2009-02-22T20:05:00.002+02:00</published><updated>2009-02-22T20:15:04.767+02:00</updated><title type='text'>Τα νήπια αλλάζουν τη γλώσσα</title><content type='html'>&lt;em&gt;Χρόνια Πολλά, Δαρβίνε&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2007/09/blog-post.html"&gt;Πριν ενάμισυ χρόνο&lt;/a&gt; από αυτή τη στήλη μίλησα για την παρωχημένη αντιμετώπιση των γλωσσών ως ζωντανών οργανισμών που (στερεο)τυπικά γεννιούνται, αναπτύσσονται, ακμάζουν και πεθαίνουν. Επίσης είδαμε τότε ότι αυτή η αντιμετώπιση οδήγησε τους φιλολόγους και τους πρωτοπόρους γλωσσολόγους του 19ου αιώνα σε μια αντίληψη της γλωσσικής αλλαγής ως μιας &lt;strong&gt;εξελικτικής διαδικασίας&lt;/strong&gt; αντίστοιχης με αυτήν που υφίστανται τα είδη των ζωντανών οργανισμών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ερώτημα γιατί αλλάζουν οι γλώσσες βασανίζει τους επιστήμονες για πολλά παραπάνω από τα 150-τόσα χρόνια της σύγχρονης γλωσσολογίας. Την τελευταία εικοσαετία έγιναν μεγάλες πρόοδοι στο θέμα, αλλά περιορίζονταν κυρίως σε απλούς ενδείκτες πάνω στο θέμα ή και σε επιμέρους πτυχές της γλωσσικής αλλαγής. Έτσι, μέρος της έρευνας εστιάζει στον ρόλο της &lt;strong&gt;γλωσσικής επαφής&lt;/strong&gt;, όταν δηλαδή δυο γλώσσες μιλιούνται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Γνωρίζουμε λ.χ. ότι πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κυπριακής μάλλον οφείλονται στην επαφή της με τα μεσαιωνικά γαλλοπροβηγκιανά των φράγκων και τη βενετική διάλεκτο. Γλωσσική αλλαγή μπορούμε να έχουμε όμως και &lt;strong&gt;εσωτερικά&lt;/strong&gt;, χωρίς να είναι συνέπεια γλωσσικής επαφής: αυτή πώς εξηγείται;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποιοι τονίζουν την τάση που έχουν κάποιες λέξεις με το πέρασμα του χρόνου να &lt;strong&gt;γραμματικοποιούνται&lt;/strong&gt;, να μικραίνουν και να χάνουν την αρχική σημασία τους, αποκτώντας παράλληλα γραμματικές λειτουργίες. Έτσι από το ‘θέλω ίνα’ της ελληνιστικής Κοινής φτάσαμε στο ‘θα’, στο ‘θαλά’ και στο ‘(θ)έννα’ των νεοελληνικών διαλέκτων. Ωστόσο, η γραμματικοποίηση είναι μόνο ένα από τα πολλά &lt;strong&gt;διαχρονικά&lt;/strong&gt; φαινόμενα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρόσφατη έρευνα έχει ρίξει περισσότερο φως στους μηχανισμούς και τις αιτίες της γλωσσικής αλλαγής. Στο μνημειώδες βιβλίο του 2006 ‘The computational nature of language learning and evolution’, o Partha Niyogi χρησιμοποιεί μεθόδους από τη γλωσσολογία, τη στατιστική και τη βιολογία για να στηρίξει κάτι που πολλοί γλωσσολόγοι τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 είχανε διατυπώσει ως υποψίες, εικασίες και υποθέσεις: η γλωσσική αλλαγή είναι συνέπεια του &lt;strong&gt;πώς τα παιδιά κατακτούν τη γλώσσα&lt;/strong&gt;! Με άλλα λόγια, ακόμα και σε μια ομοιογενή και απομονωμένη γλωσσική κοινότητα, η γλωσσική αλλαγή είναι στατιστικά αναπόφευκτη μετά από μερικές γενιές. Γιατί όμως;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Τα παιδιά ευθύνονται για τη γλωσσική αλλαγή&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παιδιά κατακτούν τη μητρική τους γλώσσα μέσα στα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Δεσμεύονται από έμφυτες δομικές &lt;strong&gt;προδιαγραφές&lt;/strong&gt; και με βάση τα γλωσσικά δείγματα που ακούν αναπτύσσουν μια νοητική γραμματική συμβατή με αυτές. Οι προδιαγραφές αυτές είναι αρκετά αυστηρές και περιοριστικές ώστε η νοητική γραμματική που προκύπτει να μην ποικίλλει αισθητά από άτομο σε άτομο, παρότι διαφορετικά παιδιά ακούν διαφορετικές προτάσεις κατά τη γλωσσική τους ανάπτυξη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εδώ ακριβώς κρύβονται δύο σημαντικοί παράγοντες όσον αφορά τα σπέρματα της γλωσσικής αλλαγής: πρώτον, η ανάπτυξη της νοητικής γραμματικής μας ολοκληρώνεται ή τερματίζεται μέσα σε ένα &lt;strong&gt;περιορισμένο χρονικό πλαίσιο&lt;/strong&gt; μέχρι κάποια στιγμή κατά την παιδική μας ηλικία. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε στη διάθεσή μας τεράστια δείγματα προτάσεων με βάση τα οποία θα αποφασίσουμε αν πρέπει λ.χ. να βάλουμε το ρήμα στο τέλος της πρότασης ή πριν το αντικείμενό του: μόνον οι προτάσεις που θα ακούσουμε μέχρι μια συγκεκριμένη ηλικία μετράνε και με βάση αυτές θα πρέπει να αποφασίσουμε για τον σχετικό κανόνα της νοητικής γραμματικής μας. Όποιος πρόλαβε τον Κύριον είδε, δηλαδή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεύτερον, συγκεκριμένα είδη προτάσεων (π.χ. εμφατικές δομές, ερωτήσεις ή αναφορικές προτάσεις) μας οδηγούν να καταλήξουμε σε συγκεκριμένους κανόνες. Αν για οποιοδήποτε λόγο κάποιος μικρός ομιλητής ακούει ένα είδος προτάσεων πολύ &lt;strong&gt;σπάνια&lt;/strong&gt;, τότε ενδεχομένως να μην προλάβει να καταλήξει στον αντίστοιχο κανόνα μέσα στον δοσμένο χρόνο. Ένα ακραίο παράδειγμα, και στατιστικά απίθανο, είναι το εξής: αν ένα παιδάκι που θα μάθαινε αγγλικά δεν άκουγε ποτέ του &lt;strong&gt;ερώτηση&lt;/strong&gt;, δεν θα μπορούσε να καταλήξει στον κανόνα της &lt;strong&gt;αντιστροφής&lt;/strong&gt; (δηλαδή του να λέει ‘Have they left?’ αντί για ‘They have left’).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Τα κομμάτια του ντόμινο&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνεπώς, &lt;strong&gt;ενδέχεται&lt;/strong&gt; ένα μικρό ποσοστό μικρών ομιλητών να καταλήξουνε σε μια νοητική γραμματική ελαφρώς διαφορετική από των γονιών τους. Εάν αυτό συμβεί, θα παράγουνε προτάσεις ελαφρώς διαφορετικές από των γονιών τους, στις οποίες θα βασιστούν τα δικά τους παιδιά για να αναπτύξουν τη νοητική τους γραμματική. Με τη διαδοχή των γενεών, &lt;strong&gt;ενδέχεται&lt;/strong&gt; αυτή η αποκλίνουσα γραμματική σταδιακά να συνυπάρχει παραπληρωματικά με την παλιότερη γραμματική ή και να την αντικαταστήσει. Η γλώσσα αλλάζει (σχεδόν) από κούνια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 22ης Φεβρουαρίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-1895618129411686973?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1895618129411686973'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/1895618129411686973'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/02/blog-post_22.html' title='Τα νήπια αλλάζουν τη γλώσσα'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-4826859014444614704</id><published>2009-02-08T18:31:00.002+02:00</published><updated>2009-02-08T18:40:35.661+02:00</updated><title type='text'>Το εσωτερικό ρολόι της γλωσσικής ανάπτυξης</title><content type='html'>&lt;em&gt;Από νωρίς μαζί με τα άλλα παιδάκια;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποιοι μεταπτυχιακοί μου φοιτητές, που είναι επίσης γονείς μικρών παιδιών, ισχυρίστηκαν σήμερα ότι οι παιδίατροι συνιστούν να μπαίνουν τα παιδιά σε βρεφονηπιακό σταθμό όσο μικρότερα γίνεται. Ο λόγος, πάντα κατά τους φοιτητές μου, είναι ότι έτσι &lt;strong&gt;θα αναπτυχθούνε γλωσσικά&lt;/strong&gt; καλύτερα. Με αφορμή αυτή την κουβέντα, ασχέτως αν αντιπροσωπεύει κάτι που πράγματι συνιστούν κάποιοι παιδίατροι ή όχι, θα μιλήσουμε κυρίως για τη γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών και λιγάκι για τους βρεφονηπιακούς σταθμούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Αναπτυξιακά στάδια της γλώσσας&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι γνωστό ότι η γλωσσική ανάπτυξη όλων των παιδιών περνάει από ακριβώς τα ίδια &lt;strong&gt;αναπτυξιακά στάδια&lt;/strong&gt;: πρώτα έρχεται το βαύισμα, μετά έχουμε μεμονωμένες λέξεις γύρω στους 12 μήνες, ακολουθούν αποσπάσματα προτάσεων με δύο λέξεις και μετά (απότομα) ολόκληρες προτάσεις. Παρότι διαφορετικά παιδιά περνούν αυτά τα στάδια σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, αυτές κυμαίνονται μέσα σε καθορισμένα χρονικά πλαίσια. Επιπλέον, ισχύει κι εδώ το εξής: η &lt;strong&gt;γλωσσική ικανότητα&lt;/strong&gt; δεν αντανακλάται απαραίτητα στη &lt;strong&gt;γλωσσική παραγωγή&lt;/strong&gt;. Δηλαδή, υπάρχουν νήπια τα οποία δε μιλάνε πολύ. Αυτό δεν οφείλεται απαραίτητα στο ότι δεν έχουν αναπτυχθεί γλωσσικά: όπως υπάρχουν λιγομίλητοι και λαλίστεροι ενήλικες, έτσι υπάρχουν λιγομίλητα και λαλίστερα παιδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Το αναπόδραστο της γλωσσικής κατάκτησης&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προτού προχωρήσει η συζήτηση, πρέπει να τονίσω ότι όλα τα παιδιά χωρίς κάποια παθολογία αναπτύσσουν τη μητρική τους γλώσσα &lt;strong&gt;τέλεια&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;ολοκληρωμένα&lt;/strong&gt;. Μάλιστα, δεν υπάρχει τρόπος να αναστείλουμε, να επιβραδύνουμε ή να επιταχύνουμε εμείς ως γονείς ή ως παιδαγωγοί αυτή τη διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα, &lt;strong&gt;μιλώντας περισσότερο&lt;/strong&gt; στο παιδί δε θα καταφέρουμε να το κάνουμε να αναπτυχθεί γλωσσικά ταχύτερα – και γιατί θα έπρεπε άλλωστε. Χρησιμοποιώντας μεγάλη &lt;strong&gt;ποικιλία λέξεων&lt;/strong&gt; δε θα καταφέρουμε να εμπλουτίσουμε το λεξιλόγιο του νηπίου. Επιπλέον, &lt;strong&gt;μιλώντας «σωστά»&lt;/strong&gt; στο παιδί – ό,τι κι αν σημαίνει το «σωστά» για τον καθένα – δεν πρόκειται να πετύχουμε να κατακτήσει τη «σωστή» γλώσσα που θέλουμε εμείς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ισχύει βεβαίως ότι τα παιδιά παραμένουν περισσότερο ή λιγότερο στα αναπτυξιακά στάδια που πολύ χοντρικά σκιαγράφησα πιο πάνω. Ωστόσο, το πότε θα πούνε την πρώτη λέξη, πότε θα μπούνε στο στάδιο των ολοκληρωμένων προτάσεων, πότε θα καταφέρουν να προφέρουν σπάνιους φθόγγους όπως το ‘δ’ και το ‘θ’ ή συμπλέγματα όπως το ‘στ’ και το ‘σκ’, &lt;strong&gt;δεν εξαρτάται από εξωτερικά ερεθίσματα&lt;/strong&gt;, την ποιότητα ή τον πλούτο τους. Για τη μεγάλη πλειοψηφία των παιδιών, το ‘πότε’ είναι ζήτημα εσωτερικής ανάπτυξης και η απάντηση ‘αργά ή γρήγορα’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι χαρακτηριστικό ότι τα παιδιά κατακτούν τη μητρική τους γλώσσα τέλεια και ολοκληρωμένα μέσα σε πάνω-κάτω το ίδιο χρονικό διάστημα σε όποιο σημείο του κόσμου και να μεγαλώνουν, όποια κι αν είναι η &lt;strong&gt;γλώσσα&lt;/strong&gt; (ή οι γλώσσες) στην οποία τα εκθέτουμε, είτε ομιλούνται είτε νοηματίζονται, όποια κι αν είναι η &lt;strong&gt;κοινωνία&lt;/strong&gt; γύρω τους (τροφοσυλλεκτών, αγροτική, βιομηχανική, μεταβιομηχανική), είτε τα παιδιά μεγαλώνουν σε μονογονεϊκές, πυρηνικές, εκτεταμένες οικογένειες, κλαν, κοινόβια (όπως τα παλιότερα κιμπούτς στο Ισραήλ) ή ιδρύματα και όποιο κι αν είναι το &lt;strong&gt;στυλ διαπαιδαγώγησης&lt;/strong&gt; που επικρατεί στο (οικογενειακό) περιβάλλον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Γλώσσα κι όλα τ’ άλλα&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βεβαίως εδώ μιλάμε για τη γλωσσική ανάπτυξη και μόνο – υπάρχει λ.χ. έρευνα ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ιδρύματα όπως ορφανοτροφεία έχουν δυσκολίες στη συναισθηματική ανάπτυξή τους, πράγμα που ίσως τα κάνει λιγότερο επικοινωνιακά ως ενήλικες. Σε αυτό λοιπόν το σημείο πρέπει να γίνει ο &lt;strong&gt;διαχωρισμός μεταξύ γλωσσικής και της υπόλοιπης ανάπτυξης των παιδιών&lt;/strong&gt;: γνωστικής, συναισθηματικής, κοινωνικής κτλ. Ενδεχομένως, το να βάλουμε νωρίς το νήπιο στον βρεφονηπιακό σταθμό να έχει ευεργετικά αποτελέσματα σε αυτές τις πτυχές της ανάπτυξής του– αυτό είναι ένα θέμα για το οποίο ένας παιδοψυχολόγος ή ειδικός περί τα παιδαγωγικά γνωρίζει πολύ περισσότερα. Ωστόσο, γλωσσικά το παιδί θα κατακτήσει την ποικιλία που μιλούν οι συνομίληκοί του, είτε περάσει τα πρώτα χρόνια του με τη μητέρα, είτε με τη νταντά, είτε με τον παππού και τη γιαγιά, είτε μαζί με άλλα παιδάκια στον βρεφονηπιακό σταθμό: πράγματι, &lt;strong&gt;όλοι μιλάμε τη διάλεκτο της παιδικής παρέας μας&lt;/strong&gt;, ούτε των γονέων ούτε των παππούδων μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 8ης Φεβρουαρίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-4826859014444614704?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/4826859014444614704'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/4826859014444614704'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/02/blog-post.html' title='Το εσωτερικό ρολόι της γλωσσικής ανάπτυξης'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-162124872427341690</id><published>2009-01-25T22:05:00.003+02:00</published><updated>2009-02-08T18:37:56.271+02:00</updated><title type='text'>Σιωπή διαφορετικών ειδών</title><content type='html'>&lt;em&gt;Πάμε (στην) πλατεία&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Στα σύγχρονα ελληνικά μπορούμε να μιλήσουμε για κίνηση σε τόπο χωρίς να χρησιμοποιήσουμε την &lt;strong&gt;τοπική πρόθεση&lt;/strong&gt; ‘σε’. Έτσι, πάμε πλατεία, Ιταλία ή γήπεδο, ερχόμαστε κολυμβητήριο, Λεμεσό ή σπίτι. Αυτοί οι τύποι, όπου ένα ‘γυμνό’ ουσιαστικό φαίνεται να δηλώνει την κίνηση σε τόπο, συνυπάρχουν φυσικά με τους αντίστοιχους εμπρόθετους: έτσι, επίσης, πάμε στην πλατεία, στην Ιταλία ή στο γήπεδο, ερχόμαστε στο κολυμβητήριο, στη Λεμεσό ή στο σπίτι. Σήμερα θα δούμε πώς λειτουργεί αυτή η προαιρετική απαλοιφή του ‘στο’, του ‘στη’ κτλ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Η δομή της σιωπής&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη γλωσσολογία γνωρίζουμε καλά πως στη γλώσσα ακόμα και ό,τι παραλείπεται ανήκει σε γραμματική δομή και διαθέτει γραμματική δομή. Ειδικά για τα ελληνικά, και όπως αναλύει και εξηγεί ο Jason Merchant σε πρόσφατη μονογραφία του, δεν μπορούμε να απαλείψουμε οτιδήποτε ή οπουδήποτε. Έτσι, όντως «τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται», αλλά πρέπει να έχουν το μέγεθος και τη δομική θέση &lt;strong&gt;μιας κανονικής φράσης&lt;/strong&gt;. Αυτό είναι το φαινόμενο της &lt;strong&gt;έλλειψης&lt;/strong&gt; και ένα πολύ απλό παράδειγμα που το σκιαγραφεί είναι το εξής:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν πάτε για ψώνια και γυρίσετε (στο) σπίτι, ίσως σας ρωτήσει κάποιος από την οικογένεια «Αγόρασες μήλα τελικά;». Μπορείτε να απαντήσετε με μια ολόκληρη πρόταση, λ.χ. «αγόρασα δύο κιλά πράσινα μήλα», αλλά μάλλον όλο και κάτι θα αφήσετε απ’ έξω. Έτσι, μπορείτε να παραλείψετε το ουσιαστικό ‘μήλα’ και να πείτε «αγόρασα δύο κιλά πράσινα» (κι όχι, λ.χ., κόκκινα). Μπορείτε επίσης να παραλείψετε τον ‘πυρήνα’ της ονοματικής φράσης «πράσινα μήλα» και να πείτε «αγόρασα δύο κιλά». Μπορείτε πάλι να παραλείψετε ολόκληρη την ονοματική φράση «δύο κιλά πράσινα μήλα» και να πείτε «αγόρασα». Μπορείτε επίσης να παραλείψετε το ρήμα «αγόρασα» και να πείτε «δύο κιλά πράσινα μήλα». Άκόμα, μπορείτε να παραλείψετε το ρήμα «αγόρασα» &lt;strong&gt;και&lt;/strong&gt; τον ‘πυρήνα’ της ονοματικής φράσης, λέγοντας «δύο κιλά». Ωστόσο, &lt;strong&gt;δεν μπορείτε&lt;/strong&gt; να πείτε, π.χ., «αγόρασα δύο» (εννοώντας ‘δύο κιλά’) ή «κιλά πράσινα μήλα» – αφού και στις δύο περιπτώσεις το κομμάτι που προσπαθείτε να απαλείψετε δεν είναι φράση. Όπως λέει κι ο Merchant, που συνοψίζει έρευνα τεσσάρων δεκαετιών, «ακόμα και η σιωπή έχει δομή».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Άλλης μορφής σιωπή&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η επόμενη ερώτηση λοιπόν είναι εάν τα γυμνά ουσιαστικά αποτελούνε μια περίπτωση ελλείψεως. Ας επικεντρωθούμε σε ένα παράδειγμα όπως ‘πήγε νοσοκομείο’, που μπορεί προαιρετικά να ειπωθεί αντί για το ‘πήγε στο νοσοκομείο’. Το ‘στο’ δεν αποτελεί συντακτική φράση ή συντακτική μονάδα, πρόκειται για ένα μορφολογικό &lt;strong&gt;αμάλγαμα&lt;/strong&gt; που συγκεράζει την πρόθεση ‘σε’ και το άρθρο ‘το’ – το οποίο όμως ανήκει στην ονοματική φράση. Το ‘στο’ δηλαδή είναι συντακτικά αντίστοιχο του ‘από το’ ή του ‘προς το’ ή του ‘με το’: δύο λέξεων, μιας πρόθεσης και ενός άρθρου, που ανήκουνε σε διαφορετικές φράσεις. Άρα δεν μπορεί να πρόκειται για έλλειψη: η έλλειψη ‘εξαφανίζει’ &lt;strong&gt;μόνον φράσεις&lt;/strong&gt;, όχι λίγη φράση από ’δω και λίγη φράση από ’κει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δείτε και το εξής: ‘πήγε νοσοκομείο’ δεν μπορεί να σημαίνει ‘πήγε &lt;strong&gt;σε&lt;/strong&gt; νοσοκομείο’. Αν κάποιος σας πει «μετά το ατύχημα πήγε νοσοκομείο να του βάλουν ράμματα», θα καταλάβετε ότι πήγε στο νοσοκομείο, σε συγκεκριμένο νοσοκομείο, όχι σε ένα κάποιο νοσοκομείο. Στο τραγούδι «πήγα σε μάγισσες, σε χαρτορίχτρες», ο στίχος δε θα μπορούσε να είναι «πήγα μάγισσες, χαρτορίχτρες» – και για μετρικούς αλλά και για γραμματικούς λόγους. Επιπλέον, συνήθως δεν μπορούμε να παραλείψουμε το «στο», «στα» κτλ. άμα η ονοματική φράση είναι πιο σύνθετη. Έτσι, λέμε «πήγα φούρνο και καθαριστήριο» αλλά όχι *«πήγα μεγάλο φούρνο και καθαριστήριο απέναντι». Θα πούμε «πήγα στον μεγάλο φούρνο και στο καθαριστήριο απέναντι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνεπώς αυτά τα «γυμνά» ουσιαστικά που δηλώνουν κίνηση σε τόπο δεν αποτελούν περιπτώσεις ελλείψεως. Φαίνεται ότι το φαινόμενο είναι μορφολογικό. Αυτό δε σημαίνει ότι δε διέπεται από αδίδακτους αλλά λεπτοφυείς περιορισμούς, μάλιστα είδαμε μερικούς στην προηγούμενη παράγραφο. Σημαίνει ωστόσο ότι, αν και επιφανειακά μοιάζει με έλλειψη, ένα συντακτικό φαινόμενο, στην πραγματικότητα διαφέρει και στη δομή του και στο πώς δουλεύει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 25ης Ιανουαρίου 2009]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-162124872427341690?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/162124872427341690'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/162124872427341690'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/01/blog-post_25.html' title='Σιωπή διαφορετικών ειδών'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-571803077421562070</id><published>2009-01-11T13:46:00.002+02:00</published><updated>2009-01-11T14:21:53.454+02:00</updated><title type='text'>Τα ανεπανάληπτα τραγουδιστριών</title><content type='html'>&lt;em&gt;Αποκαλυπτικά λάθη&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε κάποια εκπομπή κατά την περίοδο των Εορτών, η αδερφή μου άκουσε την εξής ευχή από το στόμα άγνωστής μας τραγουδίστριας: «Το 2008 έφερε πολλά δυσάρεστα, τα οποία ελπίζω να είναι &lt;strong&gt;ανεπανάληπτα&lt;/strong&gt; το 2009». Η αδερφή μου με ρώτησε τι είδους λάθος είναι αυτό (υπενθυμίζω ότι για τη γλωσσολογία υπάρχουν γλωσσικά λάθη πολλών ειδών και αιτιολογιών). Η πρώτη μου αντίδραση ήταν ότι μάλλον πρόκειται για κάποια σφάλμα &lt;strong&gt;γλωσσικής πραγμάτωσης&lt;/strong&gt;, δηλαδή κάτι σαν τα σαρδάμ (όταν «γλωσσεύουμε τη μπέρδα μας»), σαν τα διάφορα lapsus linguae και παρόμοια γλωσσικά ολισθήματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;‘Άσφαλτος’, όπως λέμε ‘ραβανί’&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά από λίγο συνειδητοποίησα ότι στο παραπάνω λάθος υπάρχει πολύ περισσότερο ζουμί από όσο νόμισα στην αρχή. Εξηγούμαι χρησιμοποιώντας ένα άλλο παράδειγμα. Παλιότερα, άλλη και πολύ γνωστότερη ελληνίδα τραγουδίστρια, είχε δηλώσει ότι «ουδείς &lt;strong&gt;άσφαλτος&lt;/strong&gt;», εννοώντας ότι κανένας δεν είναι αλάνθαστος, χωρίς σφάλματα, και προκαλώντας γενικευμένη θυμηδία. Παρενθετικά, πολλές εκπομπές στα ελληνικά μέσα έχουν τα τελευταία χρόνια αφοσιωθεί συστηματικά στην αλιεία γλωσσικών μαργαριταριών, αληθινών και μη, προφανώς ώστε να προβάλλεται η μόρφωση και η λογιοσύνη των παραγωγών τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο, πίσω από τη χρήση του ‘άσφαλτος’ με τη σημασία ‘που δεν έχει κάνει σφάλμα’ κρύβεται ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της δομής των ανθρώπινων γλωσσών: η συνύπαρξη &lt;strong&gt;δομής&lt;/strong&gt;  και αυθαίρετων &lt;strong&gt;συμβόλων&lt;/strong&gt;. Ειδικότερα, η λέξη π.χ. ‘ραβανί’, που σημαίνει τον γνωστό τύπο γλυκού, είναι ένα αυθαίρετο σύμβολο: δε διαθέτει εσωτερική δομή και σημαίνει αυτό που σημαίνει γιατί έτσι το μαθαίνουμε και πάει τέλειωσε. Απεναντίας, λέξεις όπως ‘αχτένιστος’, ‘αχώνευτος’ ή ‘ακούραστος’ έχουν &lt;strong&gt;σημασία που προκύπτει από τη δομή τους&lt;/strong&gt;: χοντρικά, και οι τρεις περιέχουν το στερητικό α(ν), ένα ρήμα, και μια κατάληξη –τος. Έτσι ακόμα κι αν δεν τις είχατε ξανακούσει, με βάση τη δομή τους, θα μπορούσατε με ασφάλεια να &lt;strong&gt;προβλέψετε&lt;/strong&gt; τη σημασία τους: ‘που δεν έχει χτενιστεί’, ‘που δεν έχει χωνευτεί’ και ‘που δεν έχει κουραστεί’. Μάλιστα, επειδή το –τος είναι &lt;strong&gt;αμφίσημο&lt;/strong&gt;, θα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τα ‘αχώνευτος’ κι ‘ακούραστος’ και με τις εξής σημασίες: ‘που δεν μπορεί να χωνευτεί’ (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) και ‘που δεν &lt;strong&gt;μπορεί να&lt;/strong&gt; κουραστεί’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην περίπτωση του ‘άσφαλτος’, η γνωστή τραγουδίστρια χειρίστηκε τη λέξη σαν να ήταν όπως τα παραπάνω &lt;strong&gt;ρηματικά επίθετα&lt;/strong&gt; σε –τος, αναλύοντας τη δομή της σε ένα στερητικό α(ν), το ρήμα ‘σφάλλω’ και την κατάληξη –τος. Με άλλα λόγια, υπέθεσε ότι η λέξη έχει εσωτερική δομή. Αυτό ήταν ‘λάθος’ επειδή η λέξη ‘άσφαλτος’ χρησιμοποιείται όπως η λέξη ‘ραβανί’: σαν ένα αυθαίρετο σύμβολο που σημαίνει το υλικό με το ποίο στρώνουμε τους δρόμους, &lt;strong&gt;μπλοκάροντας&lt;/strong&gt; μια πιθανή δομική ανάλυση όπως ‘που δεν έχει σφάλει’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;«Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες»&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επιστρέφοντας στα «ανεπανάληπτα», έχουμε μια λίγο διαφορετική κατάσταση. Η λέξη αυτή, ρηματικό επίθετο όπως τα ‘αχτένιστος’, ‘αχώνευτος’ κι ‘ακούραστος’, πράγματι &lt;strong&gt;διαθέτει&lt;/strong&gt; εσωτερική δομή. Με βάση κι όσα είδαμε πιο πάνω, σημαίνει είτε ‘που δεν έχει επαναληφθεί’ είτε ‘που δεν μπορεί να επαναληφθεί’. Η αμφισημία της λέξης οφείλεται και εδώ στην αμφισημία της κατάληξης –τος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι εννοούσε όμως η άγνωστή μας τραγουδίστρια όταν ευχήθηκε το 2009 να είναι &lt;strong&gt;ανεπανάληπτα&lt;/strong&gt; τα δυσάρεστα του 2008; Νομίζω ότι ανέλυσε το ‘ανεπανάληπτα’ περίπου σαν ‘που δεν θα επαναληφθούν’, μάλλον επειδή παρερμήνευσε τις επιτρεπόμενες σημασίες της κατάληξης –τος. Νομίζω δηλαδή ότι σε αυτή την περίπτωση διαπράχθηκε ένα γνήσιο &lt;strong&gt;γραμματικό λάθος&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Κρυμμένη γνώση&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Ασχέτως αν η συγκεκριμένη ερμηνεία του λανθασμένου ‘ανεπανάληπτα’ είναι ακριβής ή όχι (άλλωστε ουδείς άσφαλτος), παραμένει πάντα άξιο θαυμασμού πόσο σπάνια είναι τέτοια λάθη: τόσο σπάνια μάλιστα, ώστε να αποτελούν αντικείμενο άρθρου σε εφημερίδα. Ταυτόχρονα, η ακρίβεια και ο αφηρημένος χαρακτήρας της γραμματικής γνώσης προκαλεί πάντα θαυμασμό κι απορία (που είναι αφετηρία της γνώσης), ακόμα και στους ειδικούς που ίσως έχουν σκληρυνθεί από τη διαρκή μελέτη τους. Πάντως, όπως είπε και η αδερφή μου, «ποτέ δεν πίστευα ότι το –τος μπορεί να σημαίνει κάτι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 11ης Ιανουαρίου 2008]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-571803077421562070?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/571803077421562070'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/571803077421562070'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2009/01/blog-post.html' title='Τα ανεπανάληπτα τραγουδιστριών'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-2690976456456224814</id><published>2008-12-14T18:15:00.000+02:00</published><updated>2008-12-16T18:28:24.837+02:00</updated><title type='text'>«Επέστρεφε συχνά και παίρνε με»</title><content type='html'>&lt;em&gt;Η ‘λαθεμένη’ προστακτική του ποιητή&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχουμε ξανασχοληθεί στο παρελθόν με την επισήμανση ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ του &lt;strong&gt;γραμματικού&lt;/strong&gt; και του &lt;strong&gt;δόκιμου&lt;/strong&gt;. Και τις δυο φορές όμως (δηλαδή στα άρθρα της &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2007/03/blog-post.html"&gt;4ης Μαρτίου&lt;/a&gt; και της &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2007/07/blog-post_22.html"&gt;22ης Ιουλίου 2007&lt;/a&gt;) δε συζήτησα αυτή τη διαφορά αναλυτικά ή, έστω, επαρκώς. Αφορμή να ξανασχοληθώ με αυτό το ζήτημα μου έδωσε μια αξιοσημείωτη διατύπωση που είδα στον πολύ ενδιαφέροντα κατάλογο της έκθεσης Νόστοι στο νέο Μουσείο της Ακροπόλεως, όπου διαβάζουμε για τη «λαθεμένη [...] προστακτική του Καβάφη». Η ένοχη προστακτική δεν είναι άλλη από το ‘επέστρεφε’ του τίτλου, στον πρώτο στίχο από το ομότιτλο ποίημα. Με αυτή την αφορμή, ας εξετάσουμε τη διαφορά μεταξύ &lt;strong&gt;γραμματικού&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;δόκιμου&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Η διαφορά γραμματικού και δόκιμου&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη Γλωσσολογία θεωρούμε γραμματική μια δομή που παράγεται από τους κανόνες της &lt;strong&gt;νοητικής γραμματικής&lt;/strong&gt;, δηλαδή της υποσυνείδητης γνώσης των κανόνων της γλώσσας του που έχει κάθε φυσικός ομιλητής. Έτσι, για μένα μια δομή όπως ‘είδα το’ είναι αντιγραμματική (γιατί είναι ασύμβατη με τους κανόνες της ποικιλίας που μιλάω), ενώ για έναν Ελληνοκύπριο συνάδερφο είναι γραμματική (αφού παράγεται από τους κανόνες της ποικιλίας που μιλάει). Με άλλα λόγια, η &lt;strong&gt;γραμματικότητα&lt;/strong&gt; είναι τελικά μια &lt;strong&gt;ψυχολογική&lt;/strong&gt; έννοια και αφορά τι έχει μέσα στο κεφάλι του ο ομιλητής της Χ ή της Ψ γλωσσικής ποικιλίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παράλληλα, αναγνωρίζουμε – ιδίως στις κοινωνίες της γραφής – κάποιες δομές ή γραμματικούς τύπους που είναι &lt;strong&gt;δόκιμοι&lt;/strong&gt;. Το τι είναι και τι δεν είναι δόκιμο αποτελεί προϊόν &lt;strong&gt;κοινωνικής&lt;/strong&gt; συμφωνίας. Έτσι, λόγου χάρη, πολλές φορές δε θα πούμε δημοσία κάτι που θεωρούμε γραμματικό, ακριβώς επειδή είναι &lt;strong&gt;αδόκιμο&lt;/strong&gt; (αυτό που οι φιλόλογοι συνήθως χαρακτηρίζουνε ‘λάθος’).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Γραμματικά αλλά αδόκιμα&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι έτσι ερχόμαστε στο ‘επέστρεφε’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν είμαι σίγουρος ποια ακριβώς είναι η κατάσταση στα κυπριακά, όμως στη δική μου διάλεκτο (ας τα πούμε ‘αθηναϊκά ελληνικά’), οι προστακτικές που τονίζονται στην προπαραλήγουσα (την τρίτη συλλαβή από το τέλος), παίρνουν κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες τη λεγόμενη αύξηση, το χαρακτηριστικό τονισμένο έ-. Έτσι, στη μητρική μου ποικιλία, οι προστακτικές του ‘επιστρέφω’ είναι ‘επέστρεφε’ και ‘επέστρεψε’ (π.χ. ‘σε παρακαλώ, επέστρεψε αμέσως το βιβλίο’), του ‘περιγράφω’ είναι ‘περιέγραφε’ και ‘περιέγραψε’ (π.χ. ‘περιέγραψέ μου το περιστατικό’), του ‘επιλέγω’ είναι ‘επέλεγε’ κι ‘επέλεξε’ (π.χ. ‘επέλεγε πάντα αγώνες με χαμηλή απόδοση’), του ‘αναλαμβάνω’ είναι ‘ανέλαβε’ (π.χ. ‘ο γιος σου παραφέρεται, ανέλαβέ τον εσύ’) – και ούτω καθεξής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Δόκιμα αλλά αντιγραμματικά&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι φιλόλογοι και κάποιοι γλωσσολόγοι επιμένουν ότι αυτές οι προστακτικές είναι ‘λάθος’. Μάλιστα, η άποψή τους έχει γίνει γενικά αποδεκτή, με αποτέλεσμα οι παραπάνω τύποι, αν και για μένα και πολλούς άλλους ομιλητές γραμματικοί, να θεωρούνται &lt;strong&gt;αδόκιμοι&lt;/strong&gt; (υπενθυμίζω ότι αυτό σημαίνει ‘λάθος’ σε τέτοιες περιπτώσεις). Με άλλα λόγια, συστήνεται να μη χρησιμοποιούνται στο δημόσιο λόγο τα ‘επέστρεφε’, ‘περιέγραψε’, ‘ανέλαβε’ και τα παρόμοια. Απεναντίας, προτείνεται η χρήση των εξής δόκιμων (ή δοκιμότερων) τύπων: ‘επίστρεφε’, ‘επίστρεψε’, ‘περίγραφε’, ‘περίγραψε’, ‘ανάλαβε’. Αυτή η σύσταση υποστηρίζεται με επιχειρήματα θεωρητικά (τα περισσότερα από τα οποία είναι μάλλον ασθενικά) αλλά και πρακτικά. Ένα πρακτικό επιχείρημα είναι ότι οι δόκιμοι τύποι διαφέρουν από τους αντίστοιχους &lt;strong&gt;παρελθοντικούς&lt;/strong&gt;: το ‘επέστρεφε’ θα μπορούσε να είναι και παρατατικός, το ‘επίστρεφε’ όχι. Έτσι αποφεύγεται η σύγχυση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εδώ προκύπτει το εξής πολύ ενδιαφέρον: οι δόκιμοι τύποι των παραπάνω προστακτικών (‘επίστρεφε’, ‘επίστρεψε’, ‘περίγραφε’, ‘περίγραψε’ – ακόμα και το ‘ανάλαβε’) μου είναι εντελώς &lt;strong&gt;αντιγραμματικοί&lt;/strong&gt;, μου ακούγονται σαν κορακίστικα, σαν πραγματικά &lt;strong&gt;γλωσσικά λάθη&lt;/strong&gt; δηλαδή. Ωστόσο, επειδή οι για μένα γραμματικοί τύποι (‘επέστρεφε’, ‘επέστρεψε’, ‘περιέγραφε’, ‘περιέγραψε’, ‘ανέλαβε’) είναι αδόκιμοι, και άρα στιγματισμένοι, τουλάχιστον όταν γράφω τείνω &lt;strong&gt;να χρησιμοποιώ&lt;/strong&gt; τους κορακίστικους πλην δόκιμους τύπους συχνά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Φύση και κοινωνία&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από την απλή περίπτωση που περιέγραψα πιο πάνω (υπάρχουν πολλές παρόμοιες) προκύπτει ανάγλυφα όχι μόνον η διαφορά μεταξύ δόκιμου και γραμματικού αλλά και το φαινομενικά παράδοξο γεγονός (αν και γνωστό στη γλωσσολογική βιβλιογραφία) κάποιοι &lt;strong&gt;δόκιμοι τύποι να είναι αντιγραμματικοί&lt;/strong&gt;, για κάποιους ομιλητές τουλάχιστον. Αυτή η αντίθεση μεταξύ &lt;strong&gt;γραμματικότητας&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;ρύθμισης&lt;/strong&gt; καθίσταται ωστόσο λιγότερο παράδοξη εάν κανείς σκεφτεί την πηγή τους: η γραμματικότητα και η αντιγραμματικότητα είναι αντιδράσεις που εκπηγάζουν από τη νοητική γραμματική, ένα σύστημα που αναπτύσσεται μέσα από την αλληλεπίδραση της ανθρώπινης φύσης και του κοινωνικού περίγυρου – περίπου όπως η ικανότητά μας να τραγουδάμε. Απεναντίας, τι είναι δόκιμο και τι αδόκιμο αποτελεί προϊόν κοινωνικών στάσεων, πολιτικών διεργασιών ή απόψεων και κρίσεων μελετητών – περίπου όπως τα μουσικά μας &lt;strong&gt;γούστα&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 14ης Δεκεμβρίου 2008]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-2690976456456224814?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/2690976456456224814'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/2690976456456224814'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/12/blog-post.html' title='«Επέστρεφε συχνά και παίρνε με»'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-5864168465076368132</id><published>2008-11-30T17:23:00.003+02:00</published><updated>2008-11-30T17:31:22.862+02:00</updated><title type='text'>Η διδασκαλία της γραμματικής των αγγλικών</title><content type='html'>Είναι περιττό, νομίζω, να κάτσει κάποιος να περιγράψει τη σημασία της &lt;strong&gt;αγγλομάθειας&lt;/strong&gt; και εν γένει της &lt;strong&gt;πολυγλωσσίας&lt;/strong&gt; στον σημερινό κόσμο. Κοινός τόπος λοιπόν η αυξανόμενη σημασία της &lt;strong&gt;γλωσσομάθειας&lt;/strong&gt;: ενώ σε περασμένες δεκαετίες μέτραγε ως ένα έξτρα προσόν ή μια παραπάνω δεξιότητα για πρακτικούς-επαγγελματικούς σκοπούς, σήμερα είναι απαραίτητη σε βαθμό που φαίνεται να έχει τη σημασία που είχε ο &lt;strong&gt;αλφαβητισμός&lt;/strong&gt; πριν μερικές δεκαετίες: ενός αναγκαίου κοινωνικού εφοδίου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Μια ολίγη από ‘γραμματική της αγγλικής’&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως έχω ξαναγράψει, η κατανόηση των γλωσσικών φαινομένων έχει κάνει θεαματικά άλματα τα τελευταία πενήντα χρόνια. Διαπιστώνει όμως κανείς ότι ένα απελπιστικά μικρό κομμάτι αυτών των περιγραφών και των ανακαλύψεων πάνω στα &lt;strong&gt;γραμματικά&lt;/strong&gt; φαινόμενα έχει διηθηθεί στα εγχειρίδια και τις μεθόδους διδασκαλίας της γραμματικής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εστιάζοντας στη διδασκαλία της γραμματικής &lt;strong&gt;ξένων γλωσσών&lt;/strong&gt;, όπως τα αγγλικά, διαπιστώνουμε ότι εξετάζει μόνο ένα περιορισμένο σώμα γραμματικών φαινομένων, το οποίο διδάσκεται συστηματικά: ένα σώμα που ελάχιστα έχει αλλάξει ή εμπλουτιστεί τις τελευταίες δεκαετίες. Έτσι, όταν διδάσκουμε &lt;strong&gt;γραμματική της αγγλικής&lt;/strong&gt;, διδάσκουμε κυρίως τα εξής:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτον, τους χρόνους του &lt;strong&gt;ρήματος&lt;/strong&gt;, την παθητική φωνή και την αναθετικότητα (causatives), δεύτερον, &lt;strong&gt;τον υποταγμένο λόγο&lt;/strong&gt;, δηλαδή τη σχέση εξάρτησης μεταξύ δύο προτάσεων (πώς λ.χ. θα εκφράσουμε στα αγγλικά σχέσεις όπως ‘δε θυμάμαι να έσβησα το φως’ ή ‘προσπάθησε να μην αργήσεις’ κ.ο.κ.), με έμφαση στον πλάγιο λόγο (π.χ. ‘είπε ότι θα ερχόταν’), τρίτον τον σχηματισμό των &lt;strong&gt;ερωτήσεων&lt;/strong&gt;. Μετά έρχονται η &lt;strong&gt;παραγωγή &lt;/strong&gt;λέξεων (όπως πώς να δημιουργούμε επίθετα από ρήματα), η χρήση των &lt;strong&gt;προθέσεων&lt;/strong&gt; (on, in, at) και άλλα θέματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Τι παραλείπεται&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν θα έπρεπε να απαριθμήσω τα γραμματικά φαινόμενα της αγγλικής που &lt;strong&gt;δεν περιγράφονται &lt;/strong&gt;και&lt;strong&gt; δε διδάσκονται&lt;/strong&gt; – και δε μιλάω για δευτερεύοντες ή περιφερειακούς κανόνες – δε θα μου έφτανε ολόκληρη η σελίδα. Ένα δεύτερο πρόβλημα ειναι ότι οι γραμματικές δομές που τελικά διδάσκονται δεν είναι εκείνες που πράγματι &lt;strong&gt;δυσκολεύουν&lt;/strong&gt; περισσότερο τους ελληνόφωνους που μαθαίνουν αγγλικά. Ουσιαστικά, η συλλογή των γραμματικών φαινομένων που διδάσκονται στα σχολεία και στα φροντιστήρια δεν αποτελείται ούτε από τα πιο &lt;strong&gt;βασικά&lt;/strong&gt; φαινόμενα της αγγλικής, ούτε από εκείνα τα οποία θα παρουσίαζαν τις περισσότερες &lt;strong&gt;δυσκολίες&lt;/strong&gt; για τον ελληνόφωνο μαθητή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέλος, υπάρχουν ολόκληρες περιοχές της γραμματικής της αγγλικής, όπως η &lt;strong&gt;Φωνολογία&lt;/strong&gt;, η γραμματική αναπαράσταση των &lt;strong&gt;φθόγγων&lt;/strong&gt; και της &lt;strong&gt;προσωδίας&lt;/strong&gt; της γλώσσας, που είτε δε διδάσκονται σχεδόν ποτέ ή παρουσιάζονται στοιχειωδώς, ως λ.χ. οδηγίες για την προφορά συγκεκριμένων γραμμάτων, φθόγγων ή μεμονωμένων λέξεων. Αυτό το τελευταίο είναι σοβαρότατο πρόβλημα και αποτελεί μεγάλο κενό στη διδασκαλία της αγγλικής γραμματικής, ακριβώς επειδή τα αγγλικά και τα ελληνικά διαφέρουν φωνολογικώς τόσο καίρια μεταξύ τους, όπως συζητούσαμε και την προηγούμενη φορά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Μια διεπιστημονική λύση&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νομίζω πως τα παραπάνω σκιαγράφησαν κάποια βασικά προβλήματα στη διδασκαλία της γραμματικής της αγγλικής ως ξένης γλώσσας και, τουλάχιστον, την ανάγκη να &lt;strong&gt;ξανασκεφτούμε&lt;/strong&gt; και να &lt;strong&gt;ξανασχεδιάσουμε&lt;/strong&gt; τη διδασκαλία της αγγλικής γραμματικής. Πώς όμως πρέπει να προχωρήσουμε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατ’ αρχήν χρειαζόμαστε &lt;strong&gt;πλήρεις&lt;/strong&gt; και επιστημονικές γραμματικές περιγραφές της αγγλικής γλώσσας. Ευτυχώς υπάρχουν τουλάχιστον δύο μνημειώδεις, λεπτομερέστατες αλλά και διαφωτιστικότατες αγγλικές γραμματικές: η μία, των Quirk, Greenbaum, Leech και Svartvik βγήκε το 1980 (κι έχει γνωρίσει απανωτές επανεκδόσεις): A grammar of contemporary English. Η δεύτερη, The Cambridge grammar of the English language, των Huddleston, Pullum και Bauer, κυκλοφόρησε το 2002.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με βάση λοιπόν μια γερή γραμματική μπορούμε να έχουμε πλήρη &lt;strong&gt;εποπτεία&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;σωστή περιγραφή&lt;/strong&gt; των δομών και των φαινομένων που πρέπει να διδαχτούν. Πώς όμως θα καταρτίσουμε την ακριβή &lt;strong&gt;ύλη&lt;/strong&gt; και τις &lt;strong&gt;μεθόδους&lt;/strong&gt; διδασκαλίας; Εδώ φυσικά θα χρειαστούμε τη συνδρομή της &lt;strong&gt;Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επιπλέον, πρέπει βεβαιωθούμε ότι τα φαινόμενα στα οποία θα ρίξουμε το βάρος της διδασκαλίας είναι αυτά στα οποία οι μαθητές μας θα &lt;strong&gt;δυσκολεύονται&lt;/strong&gt;. Γι’ αυτό τον σκοπό χρειάζεται να ανατρέξουμε στη βιβλιογραφία στην Κατάκτηση Δεύτερης Γλώσσας (Second Language Acquisition), όπου μελετάται ποιες δομές είναι ‘δύσκολες’ και για τους ομιλητές ποιων γλωσσών. Λόγου χάρη, γνωρίζουμε ότι οι ελληνόφωνοι μαθητές δυσκολεύονται στην κατάκτηση του κανόνα &lt;strong&gt;του υποχρεωτικού υποκειμένου&lt;/strong&gt; της αγγλικής (π.χ. το it στο ‘it is clear that she is deranged’) και στις συνέπειές του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εν κατακλείδι, χρειάζεται μια φρέσκια και διεπιστημονική προσέγγιση στη διδασκαλία της γραμματικής των αγγλικών ως ξένης γλώσσας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 30ης Νοεμβρίου 2008]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-5864168465076368132?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/5864168465076368132'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/5864168465076368132'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/11/blog-post_30.html' title='Η διδασκαλία της γραμματικής των αγγλικών'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-7146154550529483075</id><published>2008-11-16T18:17:00.003+02:00</published><updated>2008-11-16T18:26:53.608+02:00</updated><title type='text'>Μουσικές και βαρειές γλώσσες</title><content type='html'>&lt;em&gt;Αλλόκοτες μουσικές&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως όλοι γνωρίζουμε, τα &lt;strong&gt;γαλλικά&lt;/strong&gt; είναι η γλώσσα του έρωτα, ενώ τα &lt;strong&gt;ιταλικά&lt;/strong&gt; είναι η γλώσσα του τραγουδιού. Όταν ήμουνα μικρός, οι μεγάλοι γύρω μου απορούσαν πώς είναι δυνατόν να τραγουδάει άνθρωπος στα γερμανικά (συνήθως με αφορμή κάποιο διαγωνισμό της Eurovision). Οι φοιτητές μου, πάλι, επιμένουν ότι τα &lt;strong&gt;ισπανικά&lt;/strong&gt; είναι μια πάρα πολύ ‘ρομαντική’ γλώσσα, ενώ εγώ τα έχω ταυτίσει με εκπομπές μαγειρικής που βλέπαμε δορυφορικώς στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’90, με λοξούς χαρακτήρες του Αλμοδόβαρ και με τις αναπόφευκτες σαπουνόπερες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως όλοι επίσης γνωρίζουμε, υπάρχουνε γλώσσες που είναι βαρειές, τραχειές και ακατέργαστες και ολίγον τι βαρβαρικές. Τη δεκαετία του ’80 ήτανε τα &lt;strong&gt;ρώσικα&lt;/strong&gt;, τα βουλγάρικα (αν και ο κομμουνιστής παππούς διαφωνούσε) αλλά και τα πάλαι ποτέ σερβοκροάτικα της «ανθρώπινα σοσιαλιστικής» Γιουγκοσλαβίας. Οπωσδήποτε, τα τούρκικα επίσης, τα οποία όμως μεταμορφωνόντουσαν και αποκτούσαν έναν παραπονιάρικο καημό (κάτι σαν νταλκά μερακλίδικο, δηλαδή) τραγουδισμένα στον σκοπό τραγουδιών όπως το ‘γκελ, γκελ καϊκτσί’ ή το ‘γιαλελέλι’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναρωτιόμουνα κι εγώ με τη σειρά μου πώς ακούγονται τα ελληνικά στους ξένους, οπότε και άρχισα να τους ρωτάω. Αντίθετα με τον μέσο Έλληνα, που δε διστάζει να εξηγήσει στον μέσο ξένο πόσο ασήμαντος είναι ο πολιτισμός του, πόσο ακατέργαστα τα ήθη του και πόσο κακόφωνη η γλώσσα του, δεν έβρισκα εθελοντές. Τελικά, κάποιος Δανός φίλος (των οποίων η γλώσσα – βεβαίως – ακούγεται σαν διαρκής πνιγμός), μου εξομολογήθηκε ότι τα ελληνικά του ακούγονται ένα διαρκές μονότονο «τάτα τατάτα τάτατα», διάσπαρτο με ιταλικές λέξεις. Έπεσα από τα σύννεφα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ηχοσυστήματα&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο παραπάνω ευθυμογραφικό αυτοβιογράφημα μπορούμε να βρούμε τα στοιχεία που καθορίζουν το &lt;strong&gt;πώς ηχεί στα αυτιά μας&lt;/strong&gt; μια ξένη γλώσσα. Πρώτα-πρώτα, έχει σημασία &lt;strong&gt;πόσο κοντινή &lt;/strong&gt;είναι η γλώσσα που ακούμε στη δική μας. Όταν λέω ‘κοντινή’ εννοώ όσον αφορά τη δομή της, τα &lt;strong&gt;φωνολογικά&lt;/strong&gt; χαρακτηριστικά της. Για παράδειγμα, οι γενικά θετικές στάσεις των ελλήνων ομιλητών απέναντι στην ιταλική και στην ισπανική ως άκουσμα, μάλλον σχετίζονται με το ότι και οι τρεις αυτές γλώσσες είναι &lt;strong&gt;συλλαβοχρονικές&lt;/strong&gt;: δηλαδή κάθε συλλαβή τους διαρκεί περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα. Η συλλαβοχρονία της ελληνικής (και της ιταλικής και της ισπανικής) εξηγεί παράλληλα γιατί οι γλώσσες αυτές ακούγονται σαν ένα μονότονο &lt;strong&gt;στακάτο&lt;/strong&gt; («τάτα τατάτα τάτατα») στους ομιλητές γλωσσών &lt;strong&gt;δυναμικού τονισμού&lt;/strong&gt;, όπως ο Δανός φίλος μου, λόγου χάρη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ρυθμός της γλώσσας, η &lt;strong&gt;προσωδία&lt;/strong&gt; της, παίζει λοιπόν ρόλο στο πώς μας ακούγεται μια άγνωστή μας γλώσσα. Γενικότερα μιλώντας, τα φωνολογικά χαρακτηριστικά μιας γλώσσας που &lt;strong&gt;απουσιάζουν&lt;/strong&gt; από τη δική μας καθορίζουν ως ένα σημείο το πώς μας φαίνεται η γλώσσα αυτή. Χαρακτηριστικά, τα κινέζικα και πολλές αφρικανικές γλώσσες χρησιμοποιούν &lt;strong&gt;μουσικούς τόνους&lt;/strong&gt; (χοντρικά: ανεβοκατεβάσματα της φωνής) για να ξεχωρίζουν τις λέξεις μεταξύ τους. Έτσι, λ.χ., η κινέζικη λέξη «μα» με οξύ τόνο σημαίνει ‘κάνναβη’ ενώ με βαρύ τόνο σημαίνει ‘μαλώνω’. Απεναντίας, στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, το &lt;strong&gt;επιτονικό&lt;/strong&gt; ανεβοκατέβασμα της φωνής χρησιμοποιείται για να διακρίνει την ερώτηση από την κατάφαση κτλ. Είναι λοιπόν αναμενόμενο να ακούγονται αλλόκοτα τα ελληνικά στους Κινέζους (και τανάπαλιν).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Η ιδέα&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο, τον σημαντικότερο ρόλο στο πόσο μουσική ή κακόηχη μας φαίνεται μια γλώσσα τον παίζουν &lt;strong&gt;ιδεολογικοί&lt;/strong&gt; παράγοντες. Πιο συγκεκριμένα, έχει μεγάλη σημασία τι είδους αντιλήψεις και στερεότυπα έχουμε για τους &lt;strong&gt;ομιλητές&lt;/strong&gt; μιας γλώσσας: για τον πολιτισμό, την κοινωνία, το κράτος τους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της &lt;strong&gt;ρωσικής γλώσσας&lt;/strong&gt;: για τους περισσότερους συμπατριώτες μου αποτελούσε μια γλώσσα εμβληματικά ‘βαρειά’, ταυτισμένη στη συνείδησή τους (ή και στο υποσυνείδητό τους) με την άχαρη αισθητική του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και την ακαμψία της σοβιετικής ρητορικής. Ωστόσο, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η ρωσική γλώσσα μεταμορφώθηκε για άλλους σε ορθόδοξη λαλιά, για άλλους σε αισθησιακό κελάηδισμα, ενώ για τους περισσότερους στη γλώσσα φτωχών μεταναστών αλλά και νεόπλουτων κροίσων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα μιας γενικότερης τάσης που η Κοινωνιογλωσσολογία έχει επισημάνει: &lt;strong&gt;σπάνια&lt;/strong&gt; κάνουμε αξιολογικές κρίσεις και αισθητικές αποτιμήσεις μιας γλώσσας καθεαυτής. Τουναντίον, συνήθως αξιολογούμε και κρίνουμε τις &lt;strong&gt;γλωσσικές κοινότητες&lt;/strong&gt; που χρησιμοποιούν μια γλώσσα, και μάλιστα με βάση κριτήρια ιδεολογικά ή και εντελώς προσωπικά: για παράδειγμα, θυμηθείτε την εικόνα που έχω εγώ για τα ισπανικά...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 16ης Νοεμβρίου 2008]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-7146154550529483075?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/7146154550529483075'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/7146154550529483075'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/11/blog-post_16.html' title='Μουσικές και βαρειές γλώσσες'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-334174619319095877</id><published>2008-11-02T20:28:00.002+02:00</published><updated>2008-11-04T20:53:48.706+02:00</updated><title type='text'>Ο νέος αρχαϊσμός</title><content type='html'>&lt;em&gt;Αρχαϊσμός και υπερδιόρθωση&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο &lt;strong&gt;&lt;a href="http://yannisharis.blogspot.com/"&gt;Γιάννης Χάρης&lt;/a&gt;&lt;/strong&gt; αρθρογραφεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια για γλωσσικά θέματα και ενδέχεται να είναι ο οξυδερκέστερος παρατηρητής και αναλυτής τους ανάμεσα σε όσους καταπιάνονται με τη γλώσσα στον ελληνικό τύπο. Η προσοχή και η ακρίβεια στις περιγραφές του συνοδεύονται πολύ συχνά από συναρπαστική απλότητα αλλά και από πετυχημένη εκλαΐκευση των ευρημάτων της γλωσσικής επιστήμης. Πολλά κείμενά του αποτελούν παραδείγματα του πώς πρέπει να προσεγγίζουμε γενικά τη γλώσσα και τα γλωσσικά ζητήματα: χωρίς να προσκυνούμε τις προκαταλήψεις μας και προσπαθώντας να είμαστε περισσότερο &lt;strong&gt;φιλοπερίεργοι&lt;/strong&gt; παρά &lt;strong&gt;επικριτικοί&lt;/strong&gt; – όπως τονίζει στο διαδικτυακό &lt;a href="http://languagelog.ldc.upenn.edu/nll/"&gt;Language Log&lt;/a&gt; ο &lt;a href="http://languagelog.ldc.upenn.edu/nll/?p=748"&gt;Mark Liberman&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γ. Χάρης έχει ασχοληθεί επανειλημμένα στα κείμενά του στην εφημερίδα τα Νέα με τις &lt;strong&gt;αρχαϊστικές&lt;/strong&gt; τάσεις στη σύγχρονη χρήση της ελληνικής. Παραθέτει πλήθος παραδειγμάτων, σταχυολογημένων με υπομονή και επιμέλεια: αρχαϊστικών γραμματικών τύπων και λέξεων όπως «του πολυπραγμονήσαντος» και «επιλαγχάνουν», νεοαρχαϊσμών όπως «αρνείτο», τη γενίκευση χρήσης ρημάτων όπως το ‘λαμβάνω’ και, ακόμα, σόλοικες συντάξεις με γενική ρημάτων όπως ‘διαφεύγω’ ή ‘μετέρχομαι’ (δηλαδή για τη μόδα του, λ.χ., «διαφεύγω &lt;strong&gt;της σύλληψης&lt;/strong&gt;» αντί «διαφεύγω &lt;strong&gt;τη σύλληψη&lt;/strong&gt;»).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Χάρης ορθώς επισημαίνει τα παραπάνω παραδείγματα και τα όμοιά τους ως περιπτώσεις &lt;strong&gt;υπερδιόρθωσης&lt;/strong&gt;, της παραγωγής και χρήσης δηλαδή καινοπαγών τύπων που &lt;strong&gt;μοιάζουν&lt;/strong&gt; πιο &lt;strong&gt;σωστοί&lt;/strong&gt; – κι ας είναι αρκετές φορές αδόκιμοι ή και &lt;strong&gt;αντιγραμματικοί&lt;/strong&gt;. Η υπερδιόρθωση είναι η διαδικασία που δίνει τα ‘αποδέκτηκε’, ‘παιγνίδια’, ‘αβάστακτος’ και ‘ελέγκτηκε’ στην Κοινή Νεοελληνική της Κύπρου (&lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2007/07/blog-post_22.html"&gt;‘Περί Γλώσσας’ της 22ης Ιουλίου 2007&lt;/a&gt;), ενώ στο παρελθόν μάς έδωσε τις γνωστές ελληνικούρες αλλά και την προφορά των νι-δέλτα ως ‘νδ’ αντί για ‘nd’, η οποία με τη σειρά της μας εξανάγκασε να ξαναορθογραφήσουμε τις λέξεις ‘άνδρας’ και ‘δένδρο’ ως ‘άντρας’ και ‘δέντρο’ – ώστε να αποδίδεται η παλιότερη και ‘λαϊκότερη’ προφορά τους...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Η εξήγηση του φαινομένου&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Πώς &lt;strong&gt;ερμηνεύεται&lt;/strong&gt; όμως αυτό το κύμα υπερδιόρθωσης; Ο Γ. Χάρης σε άρθρο του &lt;a href="http://yannisharis.blogspot.com/2008/10/blog-post_18.html"&gt;της 18ης Οκτωβρίου&lt;/a&gt; εκφράζει τη γνώμη ότι η χρήση γραμματικών αρχαϊσμών (π.χ. ‘εσχηκότες’) και εξαρχαϊσμών (π.χ. ‘του πλέκειν’) καθώς και η εντατική χρήση σπάνιων λόγιων λέξεων (π.χ. ‘οψέποτε’ ή ‘κρύβδην’) αποτελούν συμπτώματα «&lt;strong&gt;απαξίωσης&lt;/strong&gt; της [δημοτικής] γλώσσας» και της παλινόρθωσης μιας νεοσυντηρητικής &lt;strong&gt;ιδεολογίας&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή η γνώμη σίγουρα έχει βάση: πολλές υπερδιορθωτικές τάσεις είναι &lt;strong&gt;κοινωνιογλωσσικού&lt;/strong&gt; χαρακτήρα, συνέπεια συνειδητής στροφής προς τη λόγια γλώσσα. Ωστόσο, δεν αρκούν η επίδειξη λογιότητας και ο νεοσυντηρητισμός για να εξηγήσουν πλήρως το φαινόμενο. Λόγου χάρη, ο &lt;strong&gt;Θ. Μωυσιάδης&lt;/strong&gt;, που στο μπλογκ του &lt;a href="http://linguarium.blogspot.com/"&gt;Linguarium&lt;/a&gt; καταπιάνεται με &lt;a href="http://linguarium.blogspot.com/2008/10/blog-post.html"&gt;το ίδιο πάνω-κάτω ζήτημα&lt;/a&gt;, επισημαίνει καίρια τη λειτουργική ευκολία του να χρησιμοποιούμε εξαρχαϊσμένους ρηματικούς τύπους στον &lt;strong&gt;παρατατικό&lt;/strong&gt; όπως λ.χ. ‘διερωτώντο’ (πλάι στο ‘αναρωτιόνταν’) ή ‘αφορμώντο’ (αντί για ‘αφορμούνταν’ ή αντί για τις υπό στιγματισμό διαλεκτικές παραλλαγές του).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι, χωρίς να αρνείται κανείς ότι η χρήση λόγιου και εξαρχαϊσμένου λόγου μπορεί να είναι ένας τρόπος απλώς να κάνουμε φιγούρα (δείτε κι όσα έγραφα &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/06/blog-post_22.html"&gt;στις 22 Ιουνίου&lt;/a&gt;, άλλωστε), δεν αποτελούν όλες οι περιπτώσεις (εξ)αρχαϊσμού τσαλίμια και δεν έχουν απαραίτητα &lt;strong&gt;ιδεολογικό&lt;/strong&gt; χαρακτήρα: κάποιες φορές, ένας τύπος σαν το ‘ετίθετο’ είναι η εύκολη λύση που συμπληρώνει ένα &lt;strong&gt;μορφολογικό&lt;/strong&gt; κενό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ο αρχαϊσμός ως δανεισμός&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέλος, ο Γ. Χάρης στο παραπάνω άρθρο κάνει μια έκκληση: &lt;blockquote&gt;Αν δηλαδή αποφασίσει η γλωσσική κοινότητα να μιλάει ακόμα και σκέτη καθαρεύουσα ή έστω ένα αρχαΐζον υβριδικό γλωσσικό ιδίωμα, ας μιλάει καθαρεύουσα: να το ξέρουμε όμως ότι πρόκειται για καθαρεύουσα.&lt;/blockquote&gt;Νομίζω όμως ότι το απόσπασμα περιέχει δύο παρανοήσεις. Κατ’ αρχήν η γλωσσική κοινότητα δεν πρόκειται να ‘αποφασίσει’ να χρησιμοποιεί τη μια ή την άλλη ποικιλία &lt;strong&gt;συνειδητά&lt;/strong&gt;, κάτι τέτοιο συμβαίνει σπανιότατα. Επίσης, η εισαγωγή και κατασκευή λογίων και (νεο)αρχαϊζόντων τύπων στη σύγχρονη ελληνική έχει τελικά τον χαρακτήρα &lt;strong&gt;δανεισμού&lt;/strong&gt;, όπως είδαμε και πάλι από αυτήν εδώ τη στήλη στις &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/06/blog-post_22.html"&gt;22 Ιουνίου&lt;/a&gt; και στις &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/08/blog-post.html"&gt;3 Αυγούστου&lt;/a&gt;. Ο δανεισμός όμως έχει ποικίλα &lt;strong&gt;κίνητρα&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;λειτουργίες&lt;/strong&gt;. Για παράδειγμα, αν παρατηρούνταν μαζικός δανεισμός λ.χ. από την &lt;strong&gt;αγγλική&lt;/strong&gt;, θα είχε άραγε νόημα μια έκκληση να ζητάμε να ανασχεθεί αυτός ο δανεισμός αυτός, εκτός και αν – αντίστοιχα – ‘ξέρουμε ότι μιλάμε αγγλικά’;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γενικότερα, η γλωσσική αλλαγή, όποιες κι αν είναι οι εκάστοτε αφορμές της και όποια κι αν είναι η «κατεύθυνσή» της, δεν αποτελεί μια διαδικασία &lt;strong&gt;αντικατάστασης&lt;/strong&gt; μιας ξεκάθαρα περι(γε)γραμμένης ποικιλίας (λ.χ. «κοινή νεοελληνική») από μια άλλη (λ.χ. «αρχαΐζουσα κοινή νεοελληνική»), παρά μια διεργασία με εξωτερικές-κοινωνικοϊδεολογικές όσο και εσωτερικές-ενδογλωσσικές αιτίες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 2ης Νοεμβρίου 2008]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-334174619319095877?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/334174619319095877'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/334174619319095877'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/11/blog-post.html' title='Ο νέος αρχαϊσμός'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-3819664260063919001</id><published>2008-10-19T15:07:00.002+03:00</published><updated>2008-10-19T15:14:00.095+03:00</updated><title type='text'>Οι χρήσεις της θεωρίας (εις μνήμην Edward S. Klima)</title><content type='html'>&lt;em&gt;Η φύση των ανθρώπινων γλωσσών και αυτή του έλκους&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επιστημονική &lt;strong&gt;ερμηνεία&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;κατανόηση&lt;/strong&gt; του κόσμου και των φαινομένων του δε νοείται χωρίς τη &lt;strong&gt;θεωρία&lt;/strong&gt;. Επιπλέον, ελάχιστοι θα αμφισβητούσαν την τεράστια πρόοδο στην κατανόηση της γλώσσας που έφεραν οι θεωρητικές και οι τυπολογικές σπουδές στη γλωσσολογία τα τελευταία 50 χρόνια. Έτσι, η ενασχόληση με τη θεωρητική γλωσσολογία μού είναι πάντα συναρπαστική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολλοί όμως από όσους κάνουμε θεωρητική έρευνα πολλές φορές αναρωτιόμαστε αν (κάποτε θα) έχουν &lt;strong&gt;εφαρμογή&lt;/strong&gt; όσα μελετούμε, εάν οι υπόθεσεις, τα πορίσματα ή και τα ευρήματά μας πρόκειται να καλυτερέψουν ποτέ τη ζωή έστω και ενός ανθρώπου. Απέναντί μας βρίσκονται, λόγου χάρη, όσοι ασχολούνται. με την &lt;strong&gt;ιατρική έρευνα&lt;/strong&gt;. Λαμπρό παράδειγμα, η θεωρητική υπόθεση των Robin Warren και Barry Marshal (Νομπέλ Ιατρικής 2005) ότι το &lt;strong&gt;έλκος&lt;/strong&gt; δεν οφείλεται στα τηγανητά, στο στρες και στον καφέ αλλά σε ένα βακτήριο, το Helicobacter pylori, που οδήγησε τελικά στη φαρμακευτική αντιμετώπιση του έλκους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αφορμή να ξαναπροβληματιστώ πάνω σε αυτά τα θέματα στάθηκε η θλιβερή είδηση  του πρόσφατου θανάτου του &lt;strong&gt;Edward Klima&lt;/strong&gt; (1931-2008). Η θεωρητική έρευνα του Klima είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Ταυτόχρονα, μέσα από αυτήν χειραφέτησε εκατομμύρια συνανθρώπων μας: όντως, ακόμα και η θεωρητική γλωσσολογία μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Σιωπηλές γλώσσες&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η &lt;strong&gt;ακλόνητη&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;αυτονόητη&lt;/strong&gt; πεποίθηση όσων επί αιώνες ασχολούνταν με την εκπαίδευση των &lt;strong&gt;κωφών&lt;/strong&gt; ήταν ότι οι νοηματικές γλώσσες δεν ήταν κανονικές φυσικές γλώσσες, όπως λ.χ. τα ελληνικά, τα βιετναμέζικα ή τα ζούλου, παρά &lt;strong&gt;παντομίμες&lt;/strong&gt;: είτε ατελή και σχηματικά συστήματα επικοινωνίας, είτε απεγνωσμένες αλλά χονδροειδείς απόπειρες απόδοσης των ομιλουμένων γλωσσών με &lt;strong&gt;χειρονομίες&lt;/strong&gt;. Έτσι, επί αιώνες, οι νοηματικές γλώσσες βρίσκονταν υπό περιορισμό και διωγμό. Όταν μάλιστα λέω «επί αιώνες», εννοώ όχι μέχρι πριν αιώνες, παρά μέχρι πολύ πρόσφατα: το 1979.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Η επανάσταση του Klima&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όμως, πρόοδος στην επιστήμη (και γενικότερα) συντελείται ακριβώς τη στιγμή που &lt;strong&gt;αμφισβητούνται&lt;/strong&gt; πεποιθήσεις ακλόνητες και παραδοχές αυτονόητες... Ήδη από το 1960 ο William Stokoe, καθηγητής φιλολογίας στο Κολλέγιο κωφών Gallaudet, ισχυριζόταν πως η Αμερικανική Νοηματική είναι φυσική γλώσσα και άρα ικανή να εκφράσει ό,τι και οποιαδήποτε ομιλούμενη γλώσσα. Οι ισχυρισμοί του Stokoe αντιμετωπίζονταν με &lt;strong&gt;σκεπτικισμό&lt;/strong&gt; στις καλύτερες περιπτώσεις και με &lt;strong&gt;θυμηδία&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;χλεύη&lt;/strong&gt; στις χειρότερες. Ωστόσο, η άποψη αυτή βρήκε απήχηση στον Klima και το 1970 ξεκίνησε μαζί με την αναπτυξιακή γλωσσολόγο &lt;strong&gt;Ursula Bellugi&lt;/strong&gt; να μελετάει τις νοηματικές γλώσσες υπό το φως της θεωρητικής γλωσσολογίας: ήταν πράγματα γλώσσες;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το 1979 οι Klima και Bellugi δημοσίευσαν ευρήματά τους στο βιβλίο ‘The signs of language’ φέρνοντας πραγματική επανάσταση, αφού για πρώτη φορά γλωσσολόγοι αποδείκνυαν ότι &lt;strong&gt;οι νοηματικές είναι φυσικές γλώσσες&lt;/strong&gt;. Το βιβλίο αποτελεί ουσιαστικά μια πρώτη περιγραφή της Αμερικανικής Νοηματικής: εξετάζει τη φύση και τη δομή των &lt;strong&gt;νοημάτων&lt;/strong&gt; της (σαν να λέμε ‘των λέξεών της’), τη γραμματική &lt;strong&gt;δομή&lt;/strong&gt; της και κάποιες &lt;strong&gt;λογοτεχνικές&lt;/strong&gt; της χρήσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το βιβλίο πυροδότησε το ενδιαφέρον κι άλλων πολλών γλωσσολόγων για τις νοηματικές γλώσσες, οι οποίοι με τη σειρά τους έκαναν θαυμαστές ανακαλύψεις. Έτσι, σύντομα διαπιστώθηκε ότι οι νοηματικές αναλύονται και &lt;strong&gt;κατακτώνται&lt;/strong&gt; από τα κωφά νήπια σύμφωνα με τα &lt;strong&gt;χρονοδιαγράμματα&lt;/strong&gt; και με τους &lt;strong&gt;τρόπους&lt;/strong&gt; που κατακτώνται οι ομιλούμενες γλώσσες από τα ακούοντα, ότι η φωνολογία, η μορφολογία και η σύνταξη των νοηματικών είναι παράλληλες με εκείνες των ομιλουμένων γλωσσών, ότι οι νοηματικές γλώσσες τυπικά εδράζονται στο &lt;strong&gt;αριστερό ημισφαίριο&lt;/strong&gt; του εγκεφάλου, εκεί όπου εδράζονται και οι ομιλούμενες, και ξεχωριστά από τα κέντρα που ελέγχουν τις χειρονομίες και τους μορφασμούς. Τέλος, άρχισαν να περιγράφονται λεπτομερώς οι διάφορες νοηματικές γλώσσες του κόσμου, αφού η μελέτη των νοηματικών γλωσσών φωτίζει πτυχές της &lt;strong&gt;ποικιλομορφίας&lt;/strong&gt; αλλά και της &lt;strong&gt;ενότητας&lt;/strong&gt; του γλωσσικού φαινομένου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Οι καρποί της θεωρίας&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι ότι οι κοινότητες των κωφών ανά τον κόσμο μπόρεσαν επιτέλους να καλλιεργήσουν ελεύθερα τις φυσικές τους γλώσσες. Οι νοηματικές γλωσσες απέκτησαν ευρύτερη &lt;strong&gt;αποδοχή&lt;/strong&gt; και, πολλές φορές, &lt;strong&gt;νομική κατοχύρωση&lt;/strong&gt;, ενώ το γεγονός ότι είναι απλώς γλώσσες, ενίσχυσε τα επιχειρήματα κατά δύο ατελών μεθόδων για την αντιμετώπιση και τη ‘θεραπεία’ της κωφότητας: της &lt;strong&gt;χειλανάγνωσης&lt;/strong&gt; και της χειρουργικής τοποθέτησης &lt;strong&gt;εμφυτευμάτων&lt;/strong&gt;. Έτσι, καθημερινώς εκατομμύρια κωφών χρησιμοποιούν πλέον ελεύθερα και δημιουργικά, όπως εμείς οι ακούοντες, τις γλώσσες που κατέκτησαν όταν ήταν παιδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 19ης Οκτωβρίου 2008]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-3819664260063919001?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3819664260063919001'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/3819664260063919001'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/10/edward-s-klima.html' title='Οι χρήσεις της θεωρίας (εις μνήμην Edward S. Klima)'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-4998953573248007671</id><published>2008-10-05T13:27:00.003+03:00</published><updated>2008-10-05T13:36:05.007+03:00</updated><title type='text'>Τα μυστικά του ‘τα’</title><content type='html'>&lt;em&gt;Η αφορμή&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διάβασα στην Καθημερινή της 16ης Σεπτεμβρίου μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα βιβλιοκρισία του Παντελή Μπουκάλα για το βιβλίο «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει». Ο Μπουκάλας, πέραν από προσεκτικός, οξυδερκής και νηφάλιος αναλυτής της πολιτικής και της, ας πούμε, ‘πνευματικής’ επικαιρότητας, είναι και ένας από τους λίγους που γράφουν για γλωσσικά ζητήματα και που δεν αναμασάει στερεότυπα, δεν αναπαράγει παρανοήσεις και γλωσσικά μυθεύματα, δε διακατέχεται από γλωσσαμυντορικό πανικό ή διάθεση λογιοτατισμού. Μου έκανε λοιπόν εντύπωση το παρακάτω απόσπασμα της βιβλιοκρισίας του:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;blockquote&gt;Λοιπόν, ο συγγραφέας δεν αστεΐζεται. Εννοεί απολύτως όσα διαδηλώνει ο πιασάρικος πάντως τίτλος του βιβλίου του (στην ελληνική απόδοση του οποίου δεν θα ήταν περιττή η δυστυχώς καταδικασμένη στην αφάνεια επαναληπτική προσωπική αντωνυμία, το «τα», «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν τα έχουμε διαβάσει»).&lt;/blockquote&gt;Ο λόγος που μου έκανε εντύπωση είναι ο εξής: &lt;strong&gt;κάθε άλλο&lt;/strong&gt; παρά ‘καταδικασμένη στην αφάνεια’ είναι η ‘επαναληπτική’ κλιτική αντωνυμία μέσα σε αναφορικές προτάσεις. Μάλιστα, έχει ασχοληθεί με το θέμα μεγάλος αριθμός ερευνητών τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και όλοι συγκλίνουν στο ότι οι κλιτικές αντωνυμίες εμφανίζονται πια μέσα σε αναφορικές προτάσεις ολοένα και &lt;strong&gt;συχνότερα&lt;/strong&gt; και μάλιστα σε θέσεις όπου δεν τις αποδέχονται οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ομιλητές ή όσοι μιλάνε πιο ‘συντηρητικές’ ιδιολέκτους. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Αναφορικά με τις αναφορικές&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Οι αναφορικές προτάσεις είναι από τις πιο ‘δύσκολες’ περιοχές της γραμματικής των ανθρώπινων γλωσσών. Παρά τις θεαματικές προόδους στην κατανόησή τους που έχουν καταφέρει η συντακτική θεωρία και έρευνα τις τελευταίες δεκαετίες, κρατούν πολλά μυστικά τους ακόμα καλά κρυμμένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εστιάζοντας στις απλές περιπτώσεις, στα ελληνικά οι αναφορικές προτάσεις που &lt;strong&gt;προσδιορίζουν&lt;/strong&gt; μια ονοματική φράση σχηματίζονται συνήθως με το ‘που’, π.χ. ‘Είδα τα σταφύλια που αγόρασες για 6 ευρώ’. Χωρίς να εμβαθύνουμε σε ζητήματα θεωρίας, δηλαδή στα &lt;strong&gt;πώς&lt;/strong&gt; και στα &lt;strong&gt;γιατί&lt;/strong&gt;, ας πούμε ότι το ‘που’ δημιουργεί μια &lt;strong&gt;σχέση&lt;/strong&gt; μεταξύ του αντικειμένου της κύριας (‘σταφύλια’) και του ρήματος της αναφορικής πρότασης (‘αγόρασες’). Ξέρουμε ότι αυτή τη δουλειά την κάνει το ‘που’, γιατί μια &lt;strong&gt;κύρια&lt;/strong&gt; πρόταση του τύπου ‘*Αγόρασες για 6 ευρώ’ είναι αντιγραμματική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Χρειάζεται (επ)ανάληψη;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακριβώς επειδή το ‘που’ &lt;strong&gt;συνδέει&lt;/strong&gt; το ‘αγόρασες’ με το ‘σταφύλια’ της κύριας πρότασης, δε χρειάζεται ‘επαναληπτική’ κλιτική αντωνυμία στην αναφορική πρόταση. Για πολλούς ομιλητές της ελληνικής (ιδίως τους μεγαλύτερους σε ηλικία ή όσους μιλάνε πιο ‘συντηρητικές’ ιδιολέκτους) ακριβώς το ίδιο ισχύει και στον τίτλο του υπό βιβλιοκρισία βιβλίου «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει». Και εδώ το ‘που’ δημιουργεί μια σχέση μεταξύ του ‘βιβλία’ στην κύρια πρόταση και του ρήματος ‘διαβάσει’ μέσα στην αναφορική, γι’ αυτό και δε χρειάζεται να πούμε «πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν &lt;strong&gt;τα&lt;/strong&gt; έχουμε διαβάσει». Εδώ το ‘τα’ όντως &lt;strong&gt;περισσεύει&lt;/strong&gt; για τους ομιλητές αυτούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άρα κάνει λάθος ο Μπουκάλας; Όχι. Ίσα-ίσα δίνει το στίγμα μιας ομάδας ομιλητών (νεώτερων συνήθως) για την οποία η σχέση μεταξύ της ονοματικής φράσης (π.χ. ‘βιβλια’) και του ρήματος της αναφορικής (π.χ. ‘διαβάσει’) που δημιουργεί το ‘που’ πρέπει να &lt;strong&gt;σηματοδοτείται&lt;/strong&gt; επιπρόσθετα από την ‘επαναληπτική’ κλιτική αντωνυμία. Το φαινόμενο παρατηρείται σε πλήθος γλωσσών και λέγεται ‘(επ)ανάληψη’ (&lt;strong&gt;resumption&lt;/strong&gt;). Η σχέση βεβαίως που δημιουργεί το ‘που’ υπάρχει και για αυτούς τους ομιλητές και δεν υποκαθίσταται από την ανάληψη: έτσι, δύσκολα κάποιος ομιλητής της ελληνικής θα δεχτεί προτάσεις όπως ‘?*Γνωρίζω τον φοιτητή που τον συνέλαβαν’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κλείνοντας, να σημειώσω ότι ανάληψη μπορούν να κάνουν όλοι οι ομιλητές (συντηρητικοί και μη) όταν η αναφορική δεν προσδιορίζει την ονοματική φράση, όπως σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα, αλλά απλώς &lt;strong&gt;δίνει έξτρα πληροφορίες&lt;/strong&gt; και συνήθως χωρίζεται από την κύρια πρόταση με μια σύντομη παύση, π.χ.: ‘Γνωρίζω τον Γεωργίου, που τον συνέλαβαν χτες’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παραπάνω δεν αρκούν ούτε καν για εισαγωγή στο θέμα, ελπίζω όμως ότι δίνουν μια ιδέα για το πόσους γραμματικούς κανόνες κρύβει και η πιο μικρή λέξη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 5ης Οκτωβρίου 2008]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-4998953573248007671?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/4998953573248007671'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/4998953573248007671'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/10/blog-post.html' title='Τα μυστικά του ‘τα’'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-735670950538338951</id><published>2008-09-21T20:01:00.002+03:00</published><updated>2008-09-21T20:07:03.704+03:00</updated><title type='text'>Η επίμονη γοητεία της γραφής</title><content type='html'>&lt;em&gt;Το αυθόρμητο της γλώσσας&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γλώσσα είναι στη φύση μας. Από την ηλικία κατά την οποία ως νήπια, αβίαστα και χωρίς διδασκαλία, θα ξεδιπλώσουμε τις γλωσσικές μας ικανότητες, η χρήση της γλώσσας αποτελεί για όλους μας καθημερινό βίωμα. Μιλάμε (ή νοηματίζουμε) τις περισσότερες ώρες της ημέρας, κατά κύριο λόγο για να επικοινωνήσουμε με συνανθρώπους μας, αλλά όχι απαραίτητα. Έτσι, πολλές φορές μιλάμε χωρίς πρόθεση επικοινωνίας, χωρίς να απευθυνόμαστε ξεκάθαρα σε κάποιον παραλήπτη: όταν μουρμουρίζουμε, όταν επαναλαμβάνουμε κάτι στον εαυτό μας (π.χ. για να το αποστηθίσουμε), όταν βρίζουμε κάποιον απρόσεχτο οδηγό, όταν προσευχόμαστε. Με άλλα λόγια, &lt;strong&gt;η γλώσσα δεν ταυτίζεται με την επικοινωνία&lt;/strong&gt;, αλλά όμως πρόκειται για αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης. Η γλώσσα είναι διαρκώς κι ενστικτωδώς παρούσα και &lt;strong&gt;συνήθως&lt;/strong&gt; τη χρησιμοποιούμε αυθόρμητα, χωρίς εντελεχή προετοιμασία και προσχεδιασμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Η γραφή κι η δύναμή της&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τονίζω το ‘συνήθως’, γιατί σε πολλές περιπτώσεις χρειάζεται να προετοιμάσουμε από πριν αυτά που θα πούμε ή πώς θα τα πούμε. Κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις είναι όταν χρησιμοποιούμε τη γλώσσα &lt;strong&gt;γραπτώς&lt;/strong&gt;. Όταν πρόκειται να γράψουμε κάτι συνήθως είμαστε πιο προσεκτικοί, σχεδιάζουμε διεξοδικότερα τις διατυπώσεις μας και τη φρασεολογία μας, ψάχνουμε τις κατάλληλες λέξεις και εκφράσεις. Ένας από τους λόγους τόσης φροντίδας είναι, βεβαίως, ότι «τα γραπτά μένουν» και ότι μπορούν να ταξιδέψουν και να λειτουργήσουν &lt;strong&gt;ερήμην&lt;/strong&gt; του συντάκτη τους – με διάφορες γνωστές συνέπειες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περίπου 4.000 χρόνια χρήσης της γραφής – πιο πριν, για δεκάδες χιλιάδες χρόνια, καμμία ανθρώπινη γλώσσα δε διέθετε τρόπο να αντέξει στον χρόνο – δε φαίνονται να έχουνε μειώσει τη &lt;strong&gt;δύναμη&lt;/strong&gt; και τη &lt;strong&gt;γοητεία&lt;/strong&gt; της. Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμα και οι νεώτατες τεχνολογίες ενσωματώνουν τη γραφή και τον γραπτό λόγο: το &lt;strong&gt;διαδίκτυο&lt;/strong&gt; και η &lt;strong&gt;κινητή τηλεφωνία&lt;/strong&gt; είναι δύο μόνο από τα προφανή παραδείγματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Άλλο γλώσσα, άλλο γραφή&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η δύναμη και η γοητεία της γραφής οδηγούν ωστόσο σε μια πολύ σοβαρή παρανόηση: για πάρα πολύ κόσμο, εσφαλμένα, η γλώσσα ταυτίζεται με τη γραφή της. Αυτό φυσικά είναι αναμενόμενο, η δύναμη και η γοητεία εν γένει έχουν την ιδιότητα να επηρεάζουν την κρίση μας και να θολώνουν τα πράγματα, ή μάλλον, πώς βλέπουμε τα πράγματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: άμα ρωτήσετε κάποιον πόσα φωνήεντα έχει η ελληνική γλώσσα, πιθανότατα θα απαντήσει «εφτά», όσα δηλαδή είναι τα &lt;strong&gt;γράμματα&lt;/strong&gt; που λέμε φωνήεντα στο ελληνικό &lt;strong&gt;αλφάβητο&lt;/strong&gt;. Ωστόσο, στην ελληνική γλώσσα υπάρχουνε μόνο πέντε &lt;strong&gt;φωνηεντικοί φθόγγοι&lt;/strong&gt;, των οποίων τα φωνητικά σύμβολα είναι τα εξής: /a/, /e/, /i/, /o/ και /u/.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Οι συνέπειες μιας σύγχυσης&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα προβλήματα όμως αρχίζουν όταν βασίζουμε τις αντιλήψεις μας ή τις αξιολογικές μας κρίσεις για τη γλώσσα βασισμένοι πάνω στη γραπτή μορφή και, ιδίως, στα &lt;strong&gt;γραπτά κείμενα&lt;/strong&gt; της μιας ή της άλλης γλωσσικής ποικιλίας. Παραδείγματα υπάρχουνε πολλά. Έτσι, πολλοί θεωρούν – ή δείχνουν να θεωρούν – τη &lt;strong&gt;δυσλεξία&lt;/strong&gt; γλωσσική διαταραχή, ενώ πρόκειται για διαταραχή της γραφής και (σε κάποιες περιπτώσεις) της ανάγνωσης. Επίσης, πολλοί θα σας πούν ότι τα &lt;strong&gt;γιαπωνέζικα&lt;/strong&gt; είναι ‘δύσκολη γλώσσα’, ενώ στην πραγματικότητα εννοούν ότι το σύστημα γραφής τους είναι σχετικά πολύπλοκο. Όπως έχουμε ξαναδεί, η πλούσια παραγωγή γραπτών κειμένων στα αγγλικά, τα γερμανικά ή τα ελληνικά δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι &lt;strong&gt;οι ίδιες οι γλώσσες&lt;/strong&gt; είναι (γραμματικά ή λεξιλογικά) εκφραστικότερες από άλλες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέλος, στον πάντοτε δραστήριο χώρο της γλωσσικής &lt;strong&gt;κινδυνολογίας&lt;/strong&gt;, η αλλαγή στις ορθογραφικές συμβάσεις (όπως, λ.χ. οι απλογραφήσεις στα γερμανικά ή η κατάργηση του πολυτονικού στα ελληνικά) ερμηνεύονται αυτομάτως ως &lt;strong&gt;αλλοίωση&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;παραχάραξη&lt;/strong&gt; της γλώσσας. Όμως τέτοιες γνώμες είναι διπλά λανθασμένες: πρώτον, όπως είδαμε, γραφή και γλώσσα ούτως ή άλλως δεν ταυτίζονται, οπότε όταν αλλάζουμε την ορθογραφία, &lt;strong&gt;δεν αλλάζουμε τη γλώσσα&lt;/strong&gt;. Δεύτερον, εφόσον οι ορθογραφικές συμβάσεις συνήθως αντανακλούν πολύ παλιότερες μορφές της γλώσσας, πολλές φορές αλλάζοντας την ορθογραφία, όπως με την κατάργηση του πολυτονικού, απλώς προσαρμόζουμε καλύτερα τη γραφή στη γλώσσα και την εξορθολογίζουμε, όπως είναι το λογικό: άλλωστε &lt;strong&gt;η γλώσσα προϋπάρχει της γραφής&lt;/strong&gt; σε κάθε περίπτωση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 21ης Σεπτεμβρίου 2008]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-735670950538338951?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/735670950538338951'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/735670950538338951'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/09/blog-post_21.html' title='Η επίμονη γοητεία της γραφής'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-2325686336132560179</id><published>2008-09-07T18:11:00.004+03:00</published><updated>2009-03-01T19:44:49.477+02:00</updated><title type='text'>Μεταφραστικές γκρίνιες</title><content type='html'>&lt;em&gt;Περιγραφή και ρύθμιση (ξανά)&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Πολλές φορές μέσα από αυτή τη στήλη έχουμε εξετάσει τη διαφορά μεταξύ &lt;strong&gt;περιγραφής&lt;/strong&gt; της γλώσσας, της όσο το δυνατόν αμερόληπτης μελέτης της, και της &lt;strong&gt;ρύθμισης&lt;/strong&gt; της γλώσσας, δηλαδή των προσπαθειών να την αλλάξουμε ή να τη ‘διορθώσουμε’. Η μεν περιγραφή (πρέπει να) αφορμάται από την ανάγκη να περιγράψουμε και να κατανοήσουμε το &lt;strong&gt;γλωσσικό φαινόμενο&lt;/strong&gt; σε όλες του τις διαστάσεις και η επιστημονική της έκφανση είναι η Γλωσσολογία. Η ρύθμιση πάλι είναι μια κοινωνική πρακτική, η οποία (μπορεί να) χρησιμοποιεί πορίσματα και ευρήματα της γλωσσικής έρευνας για να προσαρμόσει την τρέχουσα γλώσσα σε πρότυπα &lt;strong&gt;έξω από αυτή τη γλώσσα&lt;/strong&gt;: παλιότερες μορφές της, μια ξένη γλώσσα, ατομικές προτιμήσεις και γούστα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Λάθος όροι και ‘ιδιομεταφράσεις’&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα σχόλια που ακολουθούν έχουνε περιγραφικό χαρακτήρα και, παράλληλα, δεν αφορούν το γλωσσικό φαινόμενο &lt;strong&gt;καθ’ εαυτό&lt;/strong&gt;. Με αυτά θέλω να θίξω ένα θέμα &lt;strong&gt;ορολογίας&lt;/strong&gt;, δηλαδή της χρήσης εξειδικευμένου λεξιλογίου με το οποίο μιλάμε για ειδικούς χώρους της ανθρώπινης γνώσης και εμπειρίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να παρατηρήσουμε δύο μάλλον αντίρροπες τάσεις: από τη μια όσοι γράφουν ελληνικά πλησιάζουν τη λόγια γλώσσα και την αρχαία για να &lt;strong&gt;λατομεύσουν&lt;/strong&gt; από αυτήν εκφράσεις και λέξεις, &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/06/blog-post_22.html"&gt;όπως είδαμε και πρόσφατα&lt;/a&gt;. Από την άλλη, πολλοί δημοσιογράφοι, μεταφραστές και υποτιτλιστές (ιδίως οι μεταφραστές και οι υποτιτλιστές!) φαίνονται να αγνοούν &lt;strong&gt;βασικούς ελληνικούς όρους&lt;/strong&gt; των εννοιών που προσπαθούν να περιγράψουν και έτσι χρησιμοποιούν όρους δικής τους παραγωγής. Σταχυολογώ πρόχειρα κάποια παραδείγματα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φίλος ιστορικός παραπονέθηκε ότι επιμελούνταν τόμο στον οποίο ο μεταφραστής επανειλημμένα ανέφερε κάποιον Σουλεϊμάν Κανονί. ‘Κανονί’ (ενδεχομένως από την ελληνική λέξη ‘κανόνας’) είναι όμως τούρκικο προσωνύμιο του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, προσωνύμιο το οποίο τον τελευταίο &lt;strong&gt;αιώνα&lt;/strong&gt; (και βάλε) αποδίδεται στην ελληνική ιστορική βιβλιογραφία ως ‘Νομοθέτης’. Στον χώρο της μουσικής, ο Γιάννης Χάρης πρόσφατα ψάρεψε τα μυστηριώδη αναγεννησιακά όργανα ‘σαλτέριο’ και ‘θήορμπο’. Πρόκειται φυσικά για το ‘&lt;strong&gt;ψαλτήριο&lt;/strong&gt;’ και τη ‘&lt;strong&gt;θεόρβη&lt;/strong&gt;’. Ταυτόχρονα, οι συμφωνίες και τα κονσέρτα δεν έχουν ‘κινήσεις’ (απευθείας μετάφραση του γερμανικού Satz) στα ελληνικά, έχουνε ‘μέρη’. Στη &lt;strong&gt;λογοτεχνία&lt;/strong&gt; η στροφή λέγεται στροφή και όχι ‘στάνζα’. Στη &lt;strong&gt;χημεία&lt;/strong&gt;, το νάτριο (Na) δεν αποδίδεται ως ‘σόδιο’, ούτε το κάλιο (Κ) ως ‘ποτάσιο’ (κατά το αγγλοσαξονικό έθος).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο μεγάλος χαμός όμως επικρατεί στα τοπωνύμια: διαβάζουμε για ‘τη Λατβία’ (αυτή είναι η εταίρος μας &lt;strong&gt;Λετονία&lt;/strong&gt;), για την ιστορική περιοχή της Γερμανίας ‘Σβάμπεν’ (‘Σουηβία’, ελληνιστί), ή για τη βελγική πόλη ‘Άντγουερπ’ (‘Αμβέρσα’), η οποία βρίσκεται στη &lt;strong&gt;Φλάνδρα&lt;/strong&gt; κι όχι στη ‘Φλαμανδία’. Τελος, η &lt;strong&gt;Λευκορωσία&lt;/strong&gt; είναι χώρα, το ‘Μπελαρούς’ μάρκα γεωργικών μηχανημάτων και το ‘Μπιελορωσία’ ή παλιότερος αγγλισμός ή ανοησία. Και ούτω καθεξής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Το πρόβλημα δεν είναι γλωσσικό...&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντιλαμβάνεστε γιατί είπα ότι το πρόβλημα σε περιπτώσεις όπως οι παραπάνω δεν είναι γλωσσικό: οι γράφοντες δεν πάσχουν από κάποια γλωσσική &lt;strong&gt;διαταραχή&lt;/strong&gt; και πιθανότατα είναι &lt;strong&gt;φυσικοί&lt;/strong&gt; (άρα τέλειοι) ομιλητές της γλώσσας. Ο λόγος που αφήνουν τόσους όρους αμετάφραστους ή ‘ιδιομεταφρασμένους’ στα κείμενά τους φαίνεται να οφείλεται είτε στο ότι δεν έχουν τις δεξιότητες να χρησιμοποιήσουν &lt;strong&gt;λεξικά&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;έργα αναφοράς&lt;/strong&gt; (όπως εγκυκλοπαίδειες, άτλαντες, η διαδικτυακή wikipedia κτλ.), είτε επειδή βαριούνται να τα ξεφυλλίσουν και να τα ερευνήσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε αυτό το σημείο θέλω να διευκρινίσω ότι, ναι, πολλοί &lt;strong&gt;εξελληνισμένοι&lt;/strong&gt; όροι, κυρίως ονόματα και τοπωνύμια, αντικαταστάθηκαν με την πάροδο του χρόνου και την παρακμή της καθαρεύουσας. Κανείς πια δε θα έλεγε πια το Μάντσεστερ Μαγχεστρία, τον Γκαίτε Γούθιο, τον Σαίξπηρ Σακεσπήρο ή Κάντιο τον Καντ. Άλλο όμως να προτιμήσει κάποιος συνειδητά να αποδώσει το Descartes ως ‘Ντεκάρτ’ (κι όχι ‘Καρτέσιο’) και το Newton ως ‘Νιούτον’ κι (όχι ‘Νεύτωνα’), κι άλλο να επινοεί δικές του μεταφράσεις, ιδιομεταφράσεις για όρους &lt;strong&gt;τρέχοντες&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;δόκιμους&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επίσης, δεν παραγνωρίζω ότι πολλοί όροι αλλάζουν επίτηδες και συστηματικά, για πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους: έτσι το 1919 τα Άγκραμ / Άγρανον, Λάιμπαχ / Λαϋβάχη και Πρεσβούργο άλλαξαν σε &lt;strong&gt;Ζάγκρεμπ, Λουμπλιάνα&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Μπρατισλάβα&lt;/strong&gt;, η Περσία έγινε &lt;strong&gt;Ιράν&lt;/strong&gt; το 1930, και ούτω καθεξής. Σε αυτές τις περιπτώσεις όμως δεν αποφασίζει κάποιος ράθυμος ή ανενημέρωτος γραφιάς, αλλά οι ίδιοι οι κάτοικοι αυτών των τοποθεσιών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο &lt;a href="http://www.politis.com.cy/"&gt;Πολίτη&lt;/a&gt; της 7ης Σεπτεμβρίου 2008]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/30633866-2325686336132560179?l=epanagiotidis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/2325686336132560179'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/30633866/posts/default/2325686336132560179'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://epanagiotidis.blogspot.com/2008/09/blog-post.html' title='Μεταφραστικές γκρίνιες'/><author><name>Sraosha</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='22' height='32' src='http://static.flickr.com/114/301912156_ed5b28dd5c_m.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-30633866.post-2245217008218780054</id><published>2008-08-24T16:08:00.002+03:00</published><updated>2008-08-30T01:51:14.508+03:00</updated><title type='text'>Δεν υπάρχω, κι όμως είμαι εδώ</title><content type='html'>&lt;em&gt;Προϋποθέσεις ύπαρξης&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Κρατάει χρόνια η πολιτική διαμάχη της Ελλάδας με τη γειτονική της χώρα, την οποία τα ελλαδικά μέσα υπεροπτικά και πατερναλιστικά αποκαλούν ‘κρατίδιο των Σκοπίων’. Βεβαίως, η εν λόγω χώρα είναι μεγαλύτερη σε έκταση και πληθυσμό από την Κύπρο, τη Μάλτα ή (οριακά) τη Σλοβενία, όμως καμμιά από τις παραπάνω δεν αποκλήθηκε ‘κρατίδιο’ ποτέ. Πρόθεσή μου όμως δεν είναι να συνεισφέρω στη συζήτηση για την ιστορία της χώρας και του λαού της, παρά να προσφέρω κάποιες διευκρινίσεις σχετικά με τη &lt;strong&gt;(σλαβο)μακεδονική γλώσσα&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποιοι ισχυρίζονται ότι &lt;strong&gt;δεν υπάρχει&lt;/strong&gt; (σλαβο)μακεδονική γλώσσα, είτε εντευθεν των συνόρων της Ελλάδας και της ΕΕ, είτε και εκείθεν των συνόρων. Αυτός ο ισχυρισμός στις περισσότερες περιπτώσεις δεν εξυπακούει ότι οι Σλαβομακεδόνες είναι άλαλοι, παρά ότι η γλωσσική ποικιλία που μιλάνε δεν πληροί κάποιες &lt;strong&gt;προϋποθέσεις&lt;/strong&gt; ώστε να χαρακτηριστεί ‘γλώσσα’. Σε γενικότερα πλαίσια, και χρησιμοποιώντας πιο μακρινά ή πιο ανώδυνα παραδείγματα, έχουμε ξαναμιλήσει για το ζήτημα στις 17 Σεπτεμβρίου 2006 &lt;a href="http://epanagiotidis.blogspot.com/2006/09/blog-post_18.html"&gt;(‘Γλώσσα και διάλεκτος’)&lt;/a&gt;, όπου είδαμε ότι, επιγραμματικά, «Γλώσσα είναι μια διάλεκτος με στρατό και στόλο». Ας δούμε όμως πού στηρίζονται όσοι αρνούντα
