Σελίδες

31/1/22

Πόντκαστ της σειράς Science Talks του Πανεπιστημίου Κύπρου

 Συζήτηση με τη Μαρίζα Λαμπίρη. Την ακούτε εδώ.

Θέματα:

Γιατί ασχολούμαστε με τη γλώσσα. Εγγραμματισμός. Η αγωνία για την ορθότητα στη γλώσσα. Γλώσσα και ταυτότητα.

Μονογλωσσία, διάλεκτοι και νόρμα. Κυπριακά.

Το γλωσσικό μάθημα στα σχολεία.

Συντομογραφίες, γραφή και γλώσσα. Υπερδιόρθωση.

Γλωσσική κατάκτηση.

Ορθογραφία. Τυποποίηση. Ιστορική ορθογραφία. 

Ποιες νοητικές κατηγορίες γραμματικοποιούνται. Γένος και χρώμα. Γλωσσικός σεξισμός.


29/1/22

Συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Πουλή

 Την βλέπετε εδώ:


Κείμενο που περιλαμβάνει και απομαγνητοφώνηση μέρους της συζήτησης εδώ. Αποσπάσματα:


Για τα λάθη:

Εδώ υπάρχουν τρία διαφορετικά ερωτήματα. Το πρώτο είναι το τι είναι λάθος. Αυτό  το κοιτάμε λίγο στο Μίλα μου για γλώσσα, το παλιό βιβλίο. Δηλαδή υπάρχουν λάθη τα οποία είναι σαρδάμ, υπάρχουν άλλα που είναι γίνονται αντιληπτά ως λάθη γιατί είναι προϊόντα γλωσσικής αλλαγής, όπως το ουσιαστικό ο ασθενής, του ασθενή, που είναι μία άλλη ιστορία από το επίθετο ο επιεικής, του επιεική. Είναι σοκαριστικό πόσο λίγη πραγματική έρευνα υπάρχει σε αυτά τα θέματα.

Πάρα πολλοί που ξεκινάνε να ρυθμίσουν αυτά τα θέματα βασίζονται σε περιστασιακές παρατηρήσεις,  σε επιδερμικές αναλογίες.

Και φυσικά υπάρχουν και λάθη τα οποία είναι απλώς ίχνη μιας άλλης γλωσσικής ποικιλίας. Στη θεωρητική γλωσσολογία προτιμάμε τον όρο ποικιλία αντί για γλώσσα, διάλεκτος ή το ελληνικής επινόησης “ιδίωμα”, έτσι ώστε να μη χρειάζεται να παίρνουμε πολιτικές αποφάσεις για το τι είναι τι.

[…]

Το επόμενο ζήτημα είναι γιατί να χρησιμοποιούμε διορθωτές, αφού εμείς οι γλωσσολόγοι είμαστε χίπηδες, λύνουμε τις πλεξούδες μας και τρέχουμε στα λιβάδια της γλωσσικής ελευθερίας. Υπάρχουν κοινωνίες οι οποίες έχουν μία νόρμα. Νόρμα είναι πολύ απλά αυτή η κοινώς αποδεκτή γλώσσα που χρησιμοποιούμε όλοι για επίσημες χρήσεις. Αν, ας πούμε, πάτε στη Νορβηγία υπάρχουν δύο γραπτές νόρμες και βέβαια ο καθένας μιλάει όπως θέλει. Σε μας υπάρχει μία νόρμα η οποία είναι η κοινή νεοελληνική, που υποτίθεται ότι είναι η γλωσσική ποικιλία που απαιτείται από εμάς να χρησιμοποιούμε. Έλα όμως που η κοινή νεοελληνική δεν έχει ένα όργανο να τη ρυθμίζει. Γιατί οι νόρμες χρειάζονται ένα όργανο να τις ρυθμίζει.


Για τις ρίζες των λέξεων: μεταξύ κλαρίνου και γαμπρού

Αυτό είναι ένα πολύ λεπτό τεχνικό ζήτημα. Και μάλιστα τόσο λεπτό που έχει αρχίσει να γίνεται αντικείμενο καλύτερης κατανόησης τα τελευταία είκοσι χρόνια. Θα αφήσω τον κλαρινογαμπρό και θα πιάσω το ψαρονέφρι.

Το ψαρονέφρι έχει δύο ρίζες: ψαρ- και νεφρ-. Όπως όλοι ξέρουμε, δεν έχει σχέση με το ψάρι και δεν έχει σχέση με τα νεφρά.

Κάποιοι καρπενησιώτες προσπαθούν να μου εξηγήσουν ότι αυτό συμβαίνει διότι αυτό που λέτε εσείς ψαρονέφρι δεν είναι αυτό που λέμε εμείς ψαρονέφρι, αλλά δεν θέλω να μπω σε τέτοιες αντιδικίες.

Το ψαρονέφρι δεν είναι ούτε ψάρι ούτε νεφρό. Θα πει λοιπόν κάποιος, ιδίως αν είναι από αυτούς τους επιδερμικούς τύπους που περιέγραψα πριν, που νομίζουν ότι μπορούν να κατανοήσουν τα γλωσσικά φαινόμενα κοιτώντας επιδερμικά πέντε ή δέκα παραδείγματα:  Άρα τα σύνθετα μπορούν να σημαίνουν ό,τι να ‘ναι. Καλόγερος είναι το σπυρί που βγάζω όταν έχω μόλυνση ή εκεί που κρεμάμε το παλτό, ψαρονέφρι δεν έχει σχέση με το ψάρι, δεν είναι νεφρό, ασημόψαρο είναι αυτό που μπαίνει μέσα στα βιβλία δεν είναι ούτε ψάρι, ούτε καν ασημί δεν είναι. Όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, διότι δίπλα στο ψαρονέφρι υπάρχει το ψαροκόκκαλο. Δίπλα στο ψαρονέφρι υπάρχει το ψαροκέφαλο. Άρα η λεπτή διάκριση που έχουμε να κάνουμε είναι μεταξύ ρίζας και ρίζας που έχει κατηγορία, που είναι η ουσιαστικό ή ρήμα.

[…]

Τα ρήματα δεν είναι απαραίτητα αυτά που έχουν τις καταλήξεις. Ρήμα στα ελληνικά μπορεί να θεωρήσει κάνεις κάτι σαν κουρεύ-. Το θέμα κουρεύ- που περιέχει τη ρίζα κουρ, και αυτό το “ευ” που λέει “γεια σας είμαι ρήμα”, αυτό έχει μία σημασία, αυτό που κάνουμε στα μαλλιά μας. Αλλά αν πάρουμε τη ρίζα κουρ- θα δούμε ότι υπάρχει και ένα ρήμα κουράρω και υπάρχει και ένα ρήμα κουράζω.

Άρα η ίδια η ρίζα δεν φαίνεται να έχει περιεχόμενο. Σημασία αποκτά από τη στιγμή που η ρίζα γίνεται ρήμα ή ουσιαστικό. Και εκεί θεωρούμε στην τρέχουσα έρευνα ότι είναι η διαφορά μεταξύ της ρίζας που δεν έχει περιεχόμενο και ενός ρήματος που έχει.

[...]
 

Για τον κίνδυνο του αφανισμού της ελληνικής γλώσσας:

Οι γλώσσες χάνουν το παιχνίδι όταν παύουν να κατακτώνται μέσα στο σπίτι ως μητρικές γλώσσες. Αυτό συνέβη εν πολλοίς με τα αρβανίτικα στην Ελλάδα και συμβαίνει εδώ και δεκαετίες με τα αρμάνικα, τα βλάχικα. Εκεί χάνεται η μπάλα. Όταν ξεκινάει μία γενιά χωρίς να έχει κατακτήσει στο σπίτι, και εννοώ στην αυλή, στη γειτονιά, το χωριό, την παραδοσιακή γλώσσα. Εκεί πεθαίνουν οι γλώσσες. Το χαρακτηριστικό είναι ότι οι περισσότερες γλώσσες που πεθαίνουν, πεθαίνουν όχι διότι αντικαθίστανται από τα αγγλικά, όπως πιστεύουν κάποιοι, αλλά διότι αντικαθίστανται από ντόπιες εθνικές γλώσσες.

Υπάρχει και η άλλη όψη. Σε μία κοινωνία η οποία είναι βάναυσα μονόγλωσση και έντονα εθνικιστική, η οποία δεν προσφέρει μέσω της εκπαίδευσης τη δυνατότητα της πολυγλωσσίας, κάποια στιγμή αναγκάζεσαι να επιλέξεις.

Παραδείγματος χάρη, φανταστείτε ότι είμαι ένα πιτσιρίκι που έρχεται από τον Αμαζόνιο. Μιλάω κάποια γλώσσα του Αμαζονίου, ας πούμε τα χισκαριάνα, είπα μία τυχαία γλώσσα, και πρέπει να κάνω κάτι στη ζωή μου, ενδεχομένως φεύγοντας από το δάσος ή από το χωριό μου. Θα πρέπει να μάθω πορτογαλικά. (Το παράδειγμα είναι εικονικό.  Δεν έχω κάποιο παράπονο από το βραζιλιάνικο σχολείο.) Αν το βραζιλιάνικο σχόλιο δεν μου επιτρέπει να καλλιεργήσω τα χισκαριάνα ταυτόχρονα με τα πορτογαλικά, πού είναι η νόρμα στη Βραζιλία και η οποία θα μου ανοίξει πόρτες, θα μου βρει δουλειά, θα με βοηθήσει να κοινωνικοποιηθώ και πέρα από τη φατρία, τη φάρα, τη φυλή μου, θα πρέπει κάποια στιγμή να πάρω μία απόφαση. Θα γυρίσω πίσω στο χωριό στον Αμαζόνιο, στα κουνούπια ή θα πάω να πάω να ζήσω το όνειρο στο Σάο Πάολο; Το βάζω με όρους αστικοποιησης για να μη μιλήσω με ελληνικά παραδείγματα, τα οποία πονάνε περισσότερο, στα οποία όμως πάλι υπάρχει το στοιχείο της αστικοποίησης, ειδικά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60.

Έτσι πεθαίνουν οι γλώσσες. Το να λέμε ότι θα πεθάνουν τα ελληνικά είναι κωμικό.

14/12/21

☆ Ο Φοίβος Παναγιωτίδης στο Εργαστήρι του συγγραφέα (επιστημονικής εκλαΐκευσης)

Ξεκινάμε από την αρχή: δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο να εκλαϊκεύεις πορίσματα της επιστημονικής έρευνας. Ισχύει μάλιστα το εξής παράδοξο, αν και αληθές: όσον αφορά την ίδια τη διαδικασία της γραφής, πιο εύκολα γράφει κανείς σύνθετα τεχνικά κείμενα για την επιστήμη του παρά κείμενα που αποσκοπούν στο να εξηγήσουν στο ευρύ κοινό τις ανακαλύψεις της επιστήμης του.

Με την εκλαΐκευση ασχολούμαι από το 2006 με δημοσιεύματα σε εφημερίδες και με δύο πλέον βιβλία. Δυστυχώς για εμένα, είμαι γλωσσολόγος. Γλωσσολογία είναι η επιστήμη που μελετάει τη γλώσσα και καθαυτή αλλά και σε σχέση με άλλα γνωστικά αντικείμενα. Γιατί λοιπόν «δυστυχώς»; Επειδή η γλωσσολογία, όσο κι αν δυσκολεύεται κανείς να το πιστέψει, είναι η μεγάλη απούσα στον δημόσιο λόγο για τη γλώσσα.

Το πρώτο μου βιβλίο για το ευρύ κοινό, Μίλα μου για γλώσσα (2013, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) ήταν αποτέλεσμα ανθολόγησης άρθρων μου στην κυπριακή εφημερίδα Πολίτης (2006-2010) και στην Καθημερινή (2009-2012), τα οποία βεβαίως αναθεωρήθηκαν, εμπλουτίστηκαν και ξαναδουλεύτηκαν. Αυτή η μέθοδος γραφής είχε το πλεονέκτημα ότι μου έδωσε την ευχέρεια και πολλές ευκαιρίες να εξασκήσω τη λεπτή αλλά απαιτητική τέχνη της εκλαΐκευσης σε μικρά επιμέρους θέματα κατ’ αρχάς. Επιπλέον, τα άρθρα γίνονταν αντικείμενο κριτικής και σχολιασμού, οπότε μπορούσα κι εγώ να ασκηθώ στη σαφήνεια, στην ακρίβεια και στην αμεσότητα ― αναγκαίες στην εκλαΐκευση κι οι τρεις τους.

Το αποτέλεσμα, το Μίλα μου για γλώσσα, προσέφερε μια σύντομη ξενάγηση στη Γλωσσολογία συζητώντας κάποια γλωσσικά φαινόμενα. Η ποικιλία θεμάτων που προσέφερε σε μικρές ποσότητες, απαραίτητες για να μη βαρεθεί το μη εξειδικευμένο αναγνωστικό κοινό, έκανε το βιβλίο δημοφιλές ενώ γράφοντάς το (ξανα)έμαθα ότι η τεχνική ορολογία είναι ο σκόπελος της εκλαΐκευσης. Οι τεχνικοί όροι, ακριβώς αυτοί που διευκολύνουν τη συνεννόηση μεταξύ ειδικών και τους γλυτώνουν από τον πλατειασμό, είναι τελικά αυτοί που δυσκολεύουν τους (ας πούμε) αμύητους.

Ήθελα όμως να πάω παραπέρα, να προχωρήσω σε κάτι πέρα από ένα ανθολόγιο θεμάτων στη γλωσσολογία. Επέλεξα λοιπόν το 2017 ένα θέμα που για τους περισσότερους μη γλωσσολόγους είναι η γλώσσα: τις λέξεις. Πιστός στο πνεύμα της επιστήμης (όχι μόνο της δικής μου) αποφάσισα να πατήσω σε απλά παραδείγματα για να δείξω αφενός ότι γλώσσα δεν είναι μόνον οι λέξεις και αφετέρου ότι και οι ίδιες οι λέξεις είναι διαρθρωμένες με βάση υπόρρητους γραμματικούς κανόνες. Αυτό το πρόγραμμα υλοποιήθηκε ως το καινούργιο μου βιβλίο, το Μέσα από τις λέξεις (2021, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου).

Ακολουθώντας τη μέθοδο συγγραφής του προηγούμενου βιβλίου, δημοσίευσα έντεκα κείμενα στο διαδικτυακό περιοδικό Bibliothèque μεταξύ 2018 και 2021. Προκειμένου να αποφύγω αυτή τη φορά τη φόρμα ανθολογίας και για να συγκροτήσω πιο συνεκτικά το Μέσα από τις λέξεις, πρόσθεσα άλλα έξι κεφάλαια στο βιβλίο, ώστε να εξασφαλιστούν αφενός (σχετική) πληρότητα κι αφετέρου ενότητα στη συζήτηση σχετικά με τις λέξεις και με το τι μας αποκαλύπτουν.

Υπήρχε βεβαίως το ζήτημα της ορολογίας. Όσο και αν προσπαθεί να κανείς να απαλείψει τεχνικές συζητήσεις ή (θεός φυλάξοι) εξισώσεις, τύπους και διαγράμματα, η ορολογία παραμένει καίρια: δεν μπορείς να λες κάθε φορά «οι υπόρρητοι κανόνες της νοητικής γραμματικής που αφορούν τον σχηματισμό των λέξεων», θα πεις «μορφολογία». Ναι αλλά τι να κάνουμε; Οι μεν υποσημειώσεις προγκάνε τους αναγνώστες, το μπρος-πίσω των σημειώσεων τέλους ή των γλωσσαρίων τους αποθαρρύνει. Κατέφυγα λοιπόν στα πλαίσια.

Επειδή το Μέσα από τις λέξεις απευθύνεται σε απόφοιτους Λυκείου, είναι απαραίτητο να επεξηγείται η τεχνική ορολογία με συντομία και σαφήνεια. Τα επεξηγηματικά κείμενα εγκιβωτίστηκαν σε πλαίσια, κατά την πρακτική πολλών διδακτικών εγχειριδίων και άλλων εκλαϊκευτικών βιβλίων. Και έτσι, αν κάποιος λ.χ. γνωρίζει τι είναι η μορφολογία και δεν θέλει να διασπαστεί ο ρυθμός της ανάγνωσης, μπορεί να προσπεράσει το πλαίσιο που εξηγεί τον όρο· αλλιώς μπορεί να τον διαβάσει.

Και τι άλλο; Μα φυσικά χρειάζονται τα κατάλληλα παραδείγματα. Νομίζω ότι το πιο δύσκολο σκέλος της εκλαϊκευτικής διαδικασίας είναι να ανεύρεις και να συζητήσεις τα κατάλληλα παραδείγματα. Αυτό ισχύει επειδή μπορεί κανείς να ξεχάσει τις λεπτομέρειες ενός φαινομένου ή της ερμηνείας του, αλλά τα παραδείγματα μένουν ως υπενθύμιση ότι ναι, υπάρχει ένα ζήτημα εκεί, ένα εμπειρικό ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί. Γι’ αυτό και στο Μέσα από τις λέξεις αφιερώνεται τόση προσοχή σε κλαρινογαμπρούς αλλά και βουλεύτριες, στο σάμαλι και το ραβανί αλλά και στο μπακλαβαδογλύκι (και σε άλλες ζαχαροπλαστικές), στο ψαρονέφρι και το ψαροκόκαλο, στη διακίνηση, στα σουβλάκια και τα τραπεζάκια – και πάει λέγοντας.

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal.

13/12/21

Πόντκαστ της LiFO

 Με αφορμή τη δημοσίευση του Μέσα από τις λέξεις συζητάω με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρακοπούλου εφ' όλης της ύλης:

Ποιο είναι το θηλυκό του «εαυτός»; Πώς μεταφέρεται στα ελληνικά το άρθρο για τα gender-fluid άτομα; Και γιατί τα γαριδάκια δεν είναι οι μικρές γαρίδες; Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που απασχολούν αυτό το podcast.

Στη σειρά Επόμενος Κόσμος, μπορείτε να το ακούσετε εδώ.