Σελίδες

11/12/20

Τροφοδιανομείς και ντελιβεράδες: Μιλήσαμε με τον Φοίβο Παναγιωτίδη για τη γλώσσα, τον Τσόμσκι και το Google Translate

 του Νίκου Σταματίνη

Αν πρέπει οπωσδήποτε να δώσουμε μια επικαιρική υφή σε αυτήν εδώ τη συνέντευξη, μάλλον θα πρέπει να ασχοληθούμε με την περίφημη πια «τροφοδιανομή». Και γιατί όχι; Δυστυχώς ή ευτυχώς οι συζητήσεις για τη γλώσσα είναι συζητήσεις που γίνονται viral με διαφόρων ειδών αφορμές οι οποίες μάλλον περισσότερο προκύπτουν από το πουθενά παρά μπαίνουν με συστηματικό τρόπο στον δημόσιο λόγο. Συνεχίζουν όμως να αφορούν πολλούς. Kαι αυτό είναι ένα σίγουρο «ευτυχώς». Οι άνθρωποι παράγουν γλώσσα για τη γλώσσα, διορθώνουν, διαλέγουν κατάλληλους τύπους, στιγματίζουν άλλους, στιγματίζονται και οι ίδιοι από τις γλωσσικές τους επιλογές και φορτώνουν στη γλώσσα διαφόρων ειδών «ενδυμασίες». Επομένως, όλη αυτή η συζήτηση για την «τροφοδιανομή» ήταν απλώς ακόμα μια ευκαιρία για να μιλήσουμε για τη γλώσσα και ίσως, τελικά, να μιλήσουμε και για τον εαυτό μας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, μιλήσαμε με έναν ειδικό για τη γλώσσα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης είναι Καθηγητής Θεωρητικής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου και συγγραφέας του Μίλα μου για Γλώσσα. Σύντομα μάλιστα περιμένουμε και το επόμενο βιβλίο του, Πέρα από τις λέξεις που θα εκδοθεί μέσα στο 2021 από τις Εκδόσεις του 21ου, όπως ανακοινώνεται για πρώτη φορά εδώ. Μιλήσαμε για μερικές βασικές θεωρητικές (ή και ιδεολογικές) αρχές της επιστήμης της γλωσσολογίας, για τα αρχαία ελληνικά αλλά και για πλούσιες και φτωχές γλώσσες.

Τελικά, εσείς παίρνετε delivery ή «τροφοδιανομή»;

Χαχά, το περίμενα. Εγώ από τον Παυλή παίρνω σουβλάκια, σταθερή αξία. Τι να πω, ποιος παίρνει «τροφοδιανομή»; Σαν συσσίτιο μού ακούγεται. Και ο ντελιβεράς δεν διανέμει τροφή, φαγητό διανέμει.

Τεσπά, συμμερίζομαι την επιθυμία πολλών να προτείνουν εναλλακτικούς όρους με γνήσιες ελληνικές ρίζες αντί να δέχονται κάποιο ξένο δάνειο όπως είναι. Όταν λέω ότι τη συμμερίζομαι, εννοώ ως επιστήμονας γλωσσολόγος: γνωρίζουμε ότι στις κοινωνίες με μακραίωνες κειμενικές παραδόσεις τα γλωσσικά δάνεια (όπως π.χ. το «ντελίβερι») εντάσσονται στη γλώσσα πολλές φορές με απροθυμία – δείτε τι γίνεται στη Γαλλία με την Ακαδημία τους, τι γινόταν στην Πολωνία, τι γίνεται στην Ελλάδα.

Φυσικά το «ντελίβερι» ήδη έχει δώσει το καθαρά ελληνικό παράγωγο «ντελιβεράς», έτσι; Αλλά και πάλι καταλαβαίνω ότι ενοχλεί κάποιους. Ας προτείνουν φιλόλογοι και μεταφραστές ελληνόρριζους όρους κι ας νικήσει ο καλύτερος – ή και κανένας.

Αυτό το λέω γιατί πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ακόμα και αν καθιερωνόταν το άνοστο κι ελαφρώς ακυρολεκτικό «τροφοδιανομή» (ή κάτι άλλο) ως τεχνικός όρος, π.χ. για τη νομοθεσία, ο κόσμος ακόμα θα έλεγε «ντελίβερι» ― εδώ δεν έπιασε το κομψότερο «ταχυφαγείο» και τη βγάζουμε μια χαρά με τα «φασφουντάδικο» και «φαγάδικο».

Ο γλωσσικός δανεισμός θα υπάρχει πάντα και παντού. Ωστόσο, δεν λέει κάτι ότι τις τελευταίες δεκαετίες αφορά κυρίως τα αγγλικά; Υπάρχει ένα στοιχείο επιβολής του ισχυρού στα γλωσσικά συστήματα;

Ναι και όχι.

Ναι σε μεγάλο βαθμό στον σημερινό κόσμο, στον οποίο τα αγγλικά είναι παγκόσμια, όχι απλώς διεθνής, γλώσσα, άρα είναι και η γλώσσα της δικτυωμένης ψηφιακής εποχής.

Όχι από την άποψη ότι το λεξιλόγιο της όπερας είναι στα ιταλικά όχι λόγω κάποιας ας πούμε γλωσσικής ηγεμονίας της ιταλικής αλλά γιατί η όπερα υπήρξε αρχικά ιταλικό προϊόν. Θέλω να πω ότι πολλές φορές μαζί με κάποιες νέες έννοιες ή νέα πράγματα εισάγουμε και τους όρους από τη γλώσσα εκείνων που τα έφτιαξαν (τις έννοιες ή τα πράγματα).

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ της επιστήμης της φιλολογίας και εκείνης της γλωσσολογίας; Έχει νόημα να διατηρείται αυτή η διάκριση;

Ώπα, δύσκολη ερώτηση. Το πρόβλημα είναι πώς ορίζουμε τη φιλολογία. Αν εννοούμε τη μελέτη κειμένων σε βάθος όταν λέμε «φιλολογία», και μάλιστα παλιότερων κειμένων ή λογοτεχνικών κειμένων, τότε φυσικά και διαφέρουν. Όταν εννοούμε έτσι τη φιλολογία, τότε οι φιλόλογοι αποκαθιστούν κι εκδίδουν κείμενα από χειρόγραφα και παλιότερες εκδόσεις, τα υπομνηματίζουν (πολύ σημαντική και δύσκολη δουλειά) και βεβαίως τα μελετούν και τα ερμηνεύουν.

Τώρα, η γλωσσολογία είναι η επιστήμη της γλώσσας, έχει να κάνει με ό,τι αφορά τη γλώσσα, ενώ η φιλολογία είναι η μελέτη κειμένων, είναι scholarship. Από αυτή την άποψη, η φιλολογία βρίσκεται κοντά σε κλάδους της γλωσσολογίας όπως η κειμενογλωσσολογία και η ανάλυση λόγου.

Παρόλ’ αυτά, στην Ελλάδα φιλολογία είναι και ο λόγος που κάνουμε για τον λόγο, δηλαδή πώς ερμηνεύουμε τα νοήματα που εκφράζονται με τη γλώσσα – ε, εκεί μπορεί να οφείλεται η όποια σύγχυση με τη γλωσσολογία.

Είναι η γλωσσολογία λίγο σνομπ ή πιστεύετε ότι επικοινωνεί τα πορίσματα και τις αρχές της και σε ευρύτερα κοινά έξω από την ακαδημία;

Μια χαρά τίμιο και λαϊκό παιδί είναι η γλωσσολογία, καθόλου σνομπ. Όπως κάθε επιστήμη χρειάζεται όμως να εκλαϊκεύεται σωστά – δείτε π.χ. πόσο καλή δουλειά έχει γίνει με την κβαντική φυσική και την εξελικτική βιολογία, επιστήμες πολύ πιο σνομπ, ξέρω γω.

Εδώ όμως προκύπτουν δύο βασικά προβλήματα: πρώτον, γενικά δεν είναι εύκολο να εξηγήσεις με απλούς όρους κάτι που τελικά είναι σύνθετο κι ας φαίνεται απλό – μιλάω για την ίδια τη γλώσσα τώρα, έτσι; Δεύτερον, μιλώντας επιστημονικά για τη γλώσσα, αυτό που κάνει η γλωσσολογία δηλαδή, παίζεις στο ίδιο γήπεδο με πολλούς άλλους λόγους περί γλώσσας: τον ποιητικό, τον φιλολογικό, τον πολιτικό, αλλά και τον αέρα πατέρα (αυτό που λέμε ψευδογλωσσολογία). Αυτός ο τελευταίος εκπροσωπείται από απίθανους ισχυρισμούς τύπου «η ελληνική γλώσσα μιλιέται από τους υπολογιστές, ήρθε από τον Σείριο, αντανακλά την πραγματικότητα» και δεν συμμαζεύεται.

Εγώ πάντως, ό,τι μπορώ κάνω: ετοιμάζω και δεύτερο εκλαϊκευτικό βιβλίο μέσα στο ’21. Θα λέγεται «Πέρα από τις λέξεις». Κι εδώ ανακοινώνεται για πρώτη φορά…

Τα αρχαία ελληνικά είναι τελικά νεκρή γλώσσα;

Χτυπάει άσχημα στο αυτί το «νεκρή» αλλά ναι. Έχει φυσικούς ομιλητές; Όχι. Αν πάω σε ένα μαγαζί χωρίς κράτηση και πω στον σερβιτόρο «Ὁρᾷς οὖν ἡμᾶς, ὅσοι ἐσμέν;» μάλλον δεν θα μου απαντήσει.

Πιο σοβαρά: δεν υπάρχουν εδώ και αιώνες παιδιά που να κατακτούν οποιαδήποτε μορφή της Αρχαίας για μητρική τους γλώσσα. Άρα δεν θα αποκτήσει καινούργιους φυσικούς ομιλητές. Άρα είναι νεκρή γλώσσα. Όπως και άλλες νεκρές γλώσσες, η Αρχαία διασώζεται κατά κύριο λόγο μέσα από γραπτά κείμενα· άντε και από κάποιους φοιτητές κλασικών σπουδών που διασκευάζουν τραγούδια στα Αρχαία (όχι πάντοτε καλά).

Υπάρχει ένα πρόβλημα με τη διδασκαλία τους στα σχολεία; Δηλαδή μπορεί να μπερδεύει τους μαθητές;

Ούτε η διγλωσσία ούτε η πολυγλωσσία ούτε η διδασκαλία των Αρχαίων ή των Λατινικών ή των Σανσκριτικών μπερδεύει τους μαθητές. Απλώς τα Αρχαία διδάσκονται μέσα στο σχολικό πρόγραμμα εις βάρος των Νέων, βάσει της αβάσιμης άποψης (ωπ, θα το διορθώσεις αυτό;) ότι «άμα ξέρεις Αρχαία ξέρεις Νέα».

Το θέμα όμως είναι ότι αν μιλάς Νέα ήδη ξέρεις Νέα· απεναντίας, το ζητούμενο του γλωσσικού μαθήματος είναι να καλλιεργήσουμε τα Νέα ώστε να επικοινωνούμε και να εκφραζόμαστε πιο αποτελεσματικά στα Νέα, τη γλώσσα μας…

Όταν είχαμε παραγγείλει έναν καφέ πρόσφατα είπαμε «με λίγη» και ο σερβιτόρος απάντησε «με ολίγη, εννοείτε;». Αλήθεια, γιατί λέμε «με ολίγη» και όχι απλά «με λίγη», όταν παραγγέλνουμε τον καφέ μας;

Το «με ολίγη» είναι τεχνικός όρος της παρασκευής ελληνικού (ή τούρκικου) καφέ. Το λέμε έτσι για τον ίδιο λόγο που στο ποδόσφαιρο λέμε «πλάγιο άουτ» κι όχι «πλάγιο έξω».

Γιατί λέμε ότι δεν υπάρχουν «ανώτερες» ή «πλουσιότερες» γλώσσες και ότι όλες οι γλώσσες είναι ίσες;

Μία από τις πιο σημαντικές ανακαλύψεις της Γλωσσολογίας τον 20ο αιώνα ήταν ότι οι ανθρώπινες γλώσσες διαφέρουν μεταξύ τους πολύ πολύ λιγότερο από όσο νομίζαμε ή από όσο θα μας άρεσε. Διαφέρουν μεταξύ τους σε λεπτομέρειες, ενώ κατά βάση χρησιμοποιούν πάνω κάτω τις ίδιες δομές και το ίδιο βασικό ρεπερτόριο γραμματικών χαρακτηριστικών.

Κατά κάποιον τρόπο οι γλώσσες διαφέρουν μεταξύ τους τόσο όσο τα διάφορα κινητά τηλέφωνα τελευταίας γενιάς: σε κάποια χαρακτηριστικά, ενώ όλες τους κάνουν την ίδια δουλειά με σχεδόν τον ίδιο τρόπο. Δεν υπάρχει το αντίστοιχο του Νόκια 3310 μεταξύ των φυσικών γλωσσών, δηλαδή κάτι πρωτόγονο ή και βασταγερότερο.

Τώρα βεβαίως αυτό το γεγονός στάνταρ θα στενοχωρήσει αγγλόφωνους που θεωρούν ότι η γλώσσα τους χαρακτηρίζεται από λιτότητα, λεξιλογικό πλούτο κι ευελιξία (που της προσδίδει μεγαλείο), ελληνόφωνους που θεωρούν ότι η γλώσσα τους χαρακτηρίζεται από λεξιλογικό πλούτο, ανώτερη γραμματική και μουσικότητα (που της προσδίδει μεγαλείο), αραβόφωνους που θεωρούν ότι η γλώσσα τους χαρακτηρίζεται από υπαινικτικότητα, γλαφυρότητα και ποιητικότητα (που της προσδίδει μεγαλείο) κτλ. κτλ. κτλ. Συγχέουν όλοι αυτοί τα μεγάλα κείμενά τους (Σαίξπηρ, Σοφοκλή, Κοράνι) με τη γλώσσα τους ή πολλές φορές αποδίδουν στη δική τους γλώσσα γνωρίσματα όλων των φυσικών γλωσσών.

Ισχύει όμως ότι ένας ομιλητής με μητρική την ελληνική μπορεί να μάθει ευκολότερα κάποιες ξένες γλώσσες σε σύγκριση με κάποιες άλλες;

Όσον αφορά το λεξιλόγιο όχι βεβαίως, εκτός και αν εντρυφήσει κανείς στην ιατρική ορολογία και μόνο. Το ελληνικό λεξιλόγιο διαφέρει από όλα τα άλλα· το ίδιο πρόβλημα έχουν και οι Ούγγροι και οι Αλβανοί λ.χ. Συντακτικώς η νέα ελληνική μοιάζει πάντως πολύ με τις νεολατινικές γλώσσες (ιταλικά, ισπανικά κτλ.) και αρκετά με τις σλαβικές γλώσσες, ενώ ακόμα περισσότερο με τις βαλκανικές (αλβανικά, σλαβομακεδονικά, βουλγαρικά, ρουμανικά). Οπότε εκεί, ναι.

Είναι πράγματι αντιφατικό ή έστω παράξενο ότι η τσομσκιανή θεωρία για τη γλώσσα έρχεται από έναν σαφώς πολιτικοποιημένο φιλόσοφο και επιστήμονα;

Γιατί να είναι; Θέλω να πω, αυτή η ερώτηση μπορεί να απαντηθεί με τουλάχιστον δύο τρόπους.

Πρώτον, οκέι: είναι βεβαίως μάστιγα οι συνάδελφοι που όχι μόνον έχουν γνώμη για ζητήματα πέρα από το επιστημονικό τους πεδίο (δικαίωμά τους) αλλά και που θέλουν να λαμβάνεται υπόψη σοβαρότατα η γνώμη τους μόνο και μόνο επειδή είναι επιστήμονες. Δηλαδή η δική μου άποψη για τους σεισμούς δεν έχει περισσότερο βάρος από ενός οποιουδήποτε άλλου – άρα ελάχιστο.

Παράλληλα, ως προνομιούχα μέλη της κοινωνίας, που απολαμβάνουμε την ακαδημαϊκή ελευθερία (ποιος ξέρει για πόσο ακόμα), έχουμε χρέος να μιλάμε για τα κοινά, για όσα αφορούν την κοινωνία και την πολιτική, δηλαδή όλους μας. Θέλοντας και μη αντιμετωπιζόμαστε ως αυτοί που δίνουμε το παράδειγμα, όπως π.χ. και οι καλλιτέχνες, οι λόγιοι…

Μια άλλη απάντηση: στον πυρήνα της Γενετικής Γλωσσολογίας (ο ίδιος ο Τσόμσκι απεχθάνεται τον όρο «τσομσκιανός», και δικαίως: η επιστήμη είναι πάντοτε συλλογική προσπάθεια) βρίσκεται η διαπίστωση ότι η γλώσσα (όχι ο λόγος, η γλώσσα) είναι ένα βιολογικό σύστημα, ένα όργανο, μέρος της ανθρώπινης φύσης.

Η έννοια της ανθρώπινης φύσης έχει χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο από τυράννους και ιεροκήρυκες εδώ και χιλιάδες χρόνια για να υποτάξουν και να συνετίσουν τους αδύναμους, οπότε πολλοί αναρωτιούνται πώς συμβαδίζει ο πολιτικός αναρχισμός του Τσόμσκι με τη βιολογική βάση της γλώσσας. Και πάλι, άλλο η ανθρώπινη φύση (π.χ. η γλώσσα ως βιολογικό όργανο), άλλο η εκ του πονηρού επίκληση της ανθρώπινης φύσης εκ μέρους της εξουσίας. Τόσο απλά.

Ένα από τα πιο συναρπαστικά πεδία μελέτης της γλώσσας είναι, τα τελευταία χρόνια, η κατάκτησή της. Μαθαίνουμε κάτι από εκεί που μπορεί να ανατρέψει όσα πιστεύουμε για τη γλώσσα;

Πάρα πολλά πράγματα. Ας πούμε ότι η γλώσσα δεν μαθαίνεται από τα παιδιά μέσω μίμησης, δηλαδή δεν κατακτούν τα παιδιά τη γλώσσα μιμούμενα όσα ακούνε. Ούτε καν οι λέξεις δεν μαθαίνονται με αυτόν τον τρόπο.

Η κατάκτηση της γλώσσας γενικά δεν είναι εκμάθηση. Δεν κατακτούμε τη γλώσσα με τον τρόπο που μαθαίνουμε σκάκι (μαθαίνοντας τους κανόνες π.χ.) ή με τον τρόπο που μαθαίνουμε άλλες δραστηριότητες (με εξάσκηση, με δοκιμή και πλάνη ή μέσω μίμησης και γενίκευσης).

Ξέρουμε πια ότι τα παιδιά ανακαλύπτουν και γενικεύουν γλωσσικούς κανόνες και δεν κάνουν απλοϊκές γενικεύσεις επιφανειακών μοτίβων. Τα παιδιά εντοπίζουν τους κανόνες της γλώσσας που ακούν – της μητρικής τους γλώσσας ή των μητρικών τους γλωσσών, αν βρίσκονται σε δίγλωσσο περιβάλλον – και αφού εντοπίσουν αυτούς τους κανόνες, τότε τους γενικεύουν. Αλλά γενικεύουν μόνον αυτούς· τα παιδιά δεν γενικεύουν οτιδήποτε, και σε καμία περίπτωση δεν γενικεύουν τυχαία ό,τι να ‘ναι.

Επίσης οι γραμματικοί κανόνες κατακτώνται με ομοιογένεια από παιδιά που προέρχονται από πολύ διαφορετικά κοινωνικά κι οικογενειακά περιβάλλοντα. Υπάρχει ένας έμφυτος μηχανισμός που τα καθοδηγεί, όπως ο μηχανισμός που μας καθοδηγεί όταν μαθαίνουμε να περπατάμε.

Γιατί το Google Translate έχει γίνει ανέκδοτο; Tι μας δείχνει αυτό για τον τρόπο που λειτουργεί η γλώσσα και η μετάφραση;

Για να μην είμαστε άδικοι, η αυτόματη μετάφραση ήταν πάρα πολύ χειρότερη. Παλιά λέω, τον περασμένο αιώνα. Εξακολουθεί όμως να είναι πολλές φορές για τα μπάζα γιατί ακόμα και τα πιο εξελιγμένα ΑΙ δεν μπορούν πάντοτε να εντοπίσουν το σωστό περικείμενο, το κατάλληλο κόντεξτ, για να μεταφράσουν ένα κείμενο ― ενώ με τη γραμματική συνήθως τα πάνε καλά· συνήθως, λέμε.

Κάτι που διαφεύγει σε πάρα πολλούς είναι ότι μεγάλο μέρος της γλωσσικής επικοινωνίας πάει πέρα από τις λέξεις και το πώς συνδυάζονται (τη γραμματική δηλαδή), πάει πέρα από τη σημασιολογία δηλαδή. Ένα απλό παράδειγμα είναι το εξής: αν μεταφράσω την πρόταση «τον ήπιαμε» στα αγγλικά, χρειάζομαι οπωσδήποτε το περικείμενο για να ξέρω αν θα μεταφράσω “we drank it” (τύπου «ήπιαμε τον μηλίτη», λόγου χάρη) ή αν θα μεταφράσω “we are in trouble”.

Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο αγαπημένος σας γλωσσικός μύθος που κυκλοφορεί εκεί έξω;

Ότι τάχα η ελληνική γλώσσα αντανακλάει άμεσα την πραγματικότητα επειδή έχει σύνθετες λέξεις. Ούτε που θέλω να σκέφτομαι τον αντίστοιχο γερμανικό μύθο…

Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή εφημερίδα Σκρα Punk.

16/1/19

#OMG: η ελληνική γλώσσα μεταξύ Διαδικτύου και αρχαίων

του Γιώργου Π. Τερζή

Τελικά για τη φθορά της ελληνικής γλώσσας φταίει το OMG, το LOL και το υπόλοιπο... λεξιλόγιο που κυριαρχεί στις διαδικτυακές πλατφόρμες επικοινωνίας; Ή, μάλλον, το σωστό ερώτημα είναι: Υπάρχει επιδείνωση του αλφαβητισμού των Ελλήνων; Κι αν ναι, φταίνε οι νέες τεχνολογίες γι’ αυτό;

Η επιλογή μιας «Σαββατιάτικης Συνάντησης» με τον καθηγητή Θεωρητικής Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, Φοίβο Παναγιωτίδη, αποδείχθηκε εξόχως ενδιαφέρουσα, καθώς από τη γλώσσα του Διαδικτύου επεκτάθηκε, λέξη τη λέξη, στη διδασκαλία των αρχαίων και των νέων ελληνικών και στην εν γένει αντιμετώπιση της ιστορικής κληρονομιάς της Ελλάδας από τους Νεοέλληνες.

Ο Παναγιωτίδης, συγγραφέας μεταξύ άλλων του βιβλίου «Μίλα μου για γλώσσα» μιας εκλαϊκευτικής εισαγωγής στη Γλωσσολογία, καταθέτει την επιστημονική, αν και για κάποιους ίσως αιρετική, γνώμη του για τις νέες τεχνολογίες και την επίδρασή τους στη γλώσσα. Ισχυρίζεται πως, δεδομένου ότι οι περισσότερες πλατφόρμες υποστηρίζουν τα ελληνικά, η τεχνολογία όχι μόνον δεν απέκοψε τους Νεοέλληνες από τη γραφή αλλά, αντιθέτως, «το Διαδίκτυο επανέφερε στο προσκήνιο την αλληλεπίδραση διά της γραφής». «Προ Διαδικτύου υπήρχε κόσμος που έγραφε ελάχιστα. Λόγω των κοινωνικών μέσων δικτύωσης, ωστόσο, αναγκάστηκε πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων να μπει στη διαδικασία να γράφει μηνύματα και να διαβάζει κείμενα», επιχειρηματολογεί ο Παναγιωτίδης, θεωρώντας ότι τα greeklish –η αντίστοιχη μεγάλη αγωνία της ελληνικής κοινωνίας την περασμένη δεκαετία– είναι είτε θέμα ευκολίας είτε έκφραση μιας διαδικτυακής υποκουλτούρας, παρά σύμπτωμα φθοράς της γλώσσας.

Γεννημένος το 1973, με σπουδές φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Εσεξ, ο Παναγιωτίδης ισχυρίζεται ότι, όπως συνέβη και με την εμφάνιση της τηλεόρασης έτσι και τώρα η διείσδυση των νέων τεχνολογιών αντιμετωπίζεται με προκατάληψη. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι η σχέση του Διαδικτύου με τον εγγραμματισμό, τη δυνατότητα δηλαδή των χρηστών μιας γλώσσας να παράγουν και να επεξεργάζονται πάσης φύσεως κείμενα, είναι δυναμική και θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής μελέτης. Για το πρόβλημα του εγγραμματισμού θεωρεί πως οι αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν μάλλον στο σχολείο.

«Κυριαρχεί μία γενικότερη αίσθηση ότι πλέον υπάρχει επιδείνωση του αλφαβητισμού στους ελληνόφωνους. Απ’ ό,τι φαίνεται – και εδώ μιλάω με επιφύλαξη– αυτή δεν οφείλεται στα νέα μέσα, αλλά ενδεχομένως στον τρόπο που διδάσκεται το μάθημα των ελληνικών στο σχολείο», σημειώνει ο Παναγιωτίδης και προσθέτει: «Βλέπεις ανορθογραφίες, ανθρώπους να αδυνατούν να συνθέσουν ένα κείμενο είτε αυτό είναι αίτηση στο αστυνομικό τμήμα είτε συνταγή μαγειρικής, είτε κάποιο ηλεκτρονικό ραβασάκι, 25χρονους να συλλαβίζουν αντιμέτωποι με ένα κείμενο μακροπερίοδο. Ολα αυτά μπορεί να είναι ενδείξεις ότι όντως επιδεινώνεται η κατάσταση του αλφαβητισμού και του εγγραμματισμού στον ελληνόφωνο κόσμο – κάτι που όμως τελικά θα το δείξει σοβαρή επιστημονική έρευνα. Το γεγονός, πάντως, ότι λόγω και των νέων τεχνολογιών ολοένα και περισσότερος κόσμος μπαίνει στη διαδικασία να γράψει, μοιραία αποκαλύπτει και τις ελλείψεις του γλωσσικού μαθήματος στα σχολεία».

Και κάπως έτσι η συζήτηση φθάνει στο σημείο που ο καθηγητής Γλωσσολογίας εκφράζει την ανησυχία του ότι όσα θα πει θα δώσουν τον τίτλο της συζήτησης. «Οι ώρες διδασκαλίας των νέων ελληνικών μειώθηκαν χάριν των αρχαίων, κι αυτό μπορεί να έχει επηρεάσει αρνητικά τον εγγραμματισμό», σημειώνει, προσθέτοντας πως «δεν υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση της άποψης ότι η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών συμβάλλει στον κριτικό εγγραμματισμό στα νέα ελληνικά». Για τον Παναγιωτίδη, λαμβάνονται αποφάσεις όχι βάσει επιστημονικής έρευνας αλλά βάσει απόψεων ή και ιδεολογίας. «Κυριαρχεί μία αντίληψη ή μία “μεγάλη ιδέα” που μας αρέσει και βάσει αυτής χτίζονται πολιτικές... η επέκταση του μαθήματος των αρχαίων έγινε χωρίς σαφείς στόχους αλλά με μία λογική “ναι μωρέ, θα μάθουν αρχαία και έτσι θα μπορούν να μιλούν καλύτερα τα νέα ελληνικά”. Δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από επιστημονική έρευνα».

Ωστόσο, αντιμετωπίζει μάλλον θετικά τη μεταρρύθμιση Γιαννάκου, υπό τις κατευθυντήριες γραμμές Μπαμπινιώτη, στο ότι είχε ως στόχο να εξοικειωθούν τα παιδιά με τις παλαιότερες μορφές της γλώσσας: «Δεν ειδικεύομαι στα Παιδαγωγικά και άρα δεν μπορώ να γνωρίζω εάν ήταν σωστή ή λάθος επιλογή, ωστόσο ως προσέγγιση ήταν μάλλον παραγωγική και εποικοδομητική. Ομως, λίγα χρόνια μετά άλλαξαν ξανά τα εγχειρίδια, επικράτησε ξανά η τυπολατρική λογική στη διδασκαλία των αρχαίων, αφαιρέθηκαν τα κείμενα π.χ. του Βιζυηνού και του Παπαδιαμάντη και επιστρέψαμε στην παπαγαλία και στο... λύω, λύεις, λύει».

Ο Παναγιωτίδης δεν εκπλήσσεται από τις επιλογές αυτές. «Το ελληνικό κράτος ιδρύθηκε, εν πολλοίς, ως το μουσείο των απαρχών του δυτικού πολιτισμού. Η αρχαιοπληξία, η αρχαιολαγνεία, η αντίληψη της παράδοσης ως πράγματος που πρέπει να εντοπίζουμε σε κάθε πτυχή του βίου μας είναι συστατικά στοιχεία του ελληνικού κράτους και της νεοελληνικής συνείδησης μετά την ίδρυση. Μοιάζουμε περισσότερο με τους Γάλλους που θεωρούν ότι είναι το σχολείο της Ευρώπης και λιγότερο με τους Ιταλούς, που ενώ η σχέση τους με την αρχαία Ρώμη είναι εξίσου ενδιαφέρουσα και στενή όσο και η δική μας με την αρχαία Ελλάδα, αυτή η σχέση δεν διατρέχει την κυρίαρχη ιδεολογία».

Στο πλαίσιο αυτής της κυρίαρχης αφήγησης, μοιάζουν να εντάσσονται κι όσα ακούγονται κατά καιρούς στη δημόσια σφαίρα. Από την εικαζόμενη λεξιπενία των νέων έως τον –κυριολεκτικά αμέτρητο– πλούτο της ελληνικής, της οποίας κάποιοι μέτρησαν πάνω από 7.000.000 λέξεις. «Μιλάνε κάποιοι για τεμπελιά των νέων ή για λεξιλόγιο 300 λέξεων... είναι ντροπή να τα λένε αυτά άνθρωποι που έχουν απολυτήριο Λυκείου», σημειώνει, χαρακτηρίζοντας ως αντιστοίχως φαιδρά τα περί μερικών εκατομμυρίων λέξεων. «Γλώσσες με μακρά γραπτή παράδοση, όπως η δική μας, έχουν πολλά λήμματα μεν, αλλά αυτά κατά κανόνα δεν υπερβαίνουν τις 300.000. Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να θεωρεί ότι η ελληνική γλώσσα είναι μοναδική, γιατί έτσι χτίστηκε το κράτος που στεγάζει αυτή την κοινωνία. Ομως, στην πράξη, η σχέση μας με τον κλασικό πολιτισμό είναι ελλειμματική. Τον αντιμετωπίζουμε σαν ένα ωραίο τοτέμ ή αν θέλετε σαν μία ωραία σταρ, π.χ. τη Μόνικα Μπελούτσι, που θαυμάζεται μακρόθεν αλλά κανείς δεν θα τολμούσε να πλησιάσει».

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή.

11/12/13

Μίλα μου για γλώσσα


Ο Φοίβος Παναγιωτίδης μάς μιλά για τη γλώσσα. Απλά. Ή απλώς;
Του Γιώργου Δημητρακόπουλου

Ένα νέο βιβλίο για τη γλωσσολογία. Μπρρρρ θα πεις. Ακαταλαβίστικα. Κι όμως. Ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιου Κύπρου Φοίβος Παναγιωτίδης ανέλαβε μια μικρή και κατανοητή εισαγωγή στη γλωσσολογία στην εξαιρετική σειρά «Προοπτικές» των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης κερδίζοντας το δύσκολο στοίχημα. Απαντήσεις σε κοινές απορίες γύρω από τη γλώσσα και ειδικότερα την ελληνική γλώσσα. Πώς μαθαίνουμε να μιλάμε; Πάσχουν οι νέοι από αφασία; Θα μιλάμε όλοι αγγλικά σε 50 χρόνια. Ποια είναι η παλιότερη γλώσσα του κόσμου; 

Ας ξεκινήσουμε με μία σημαντική απορία. Ήταν σωστό το περίφημο «Κανείς δεν είναι άσφαλτος» ή όχι;

Το «άσφαλτος» με τη σημασία του «χωρίς σφάλμα», όπως το ανέλυσε αυθόρμητα η τραγουδίστρια, τελικά υπάρχει καταγεγραμμένο, μας λέει ο Νίκος Σαραντάκος. Εγώ πάλι δεν το ήξερα αυτό, όπως και η ίδια η τραγουδίστρια μάλλον. Είναι σωστό; Τη δουλειά του την έκανε, και με το παραπάνω. Είναι γραμματικό; Ναι, αφού το παρήγαγε με αυτή τη σημασία φυσικός ομιλητής των ελληνικών. Είναι δόκιμο; Μάλλον όχι: άμα πω για φοιτητή μου ότι το γραπτό του ήταν άσφαλτο, μάλλον θα πέσει γέλιο. Πάντως, τη διαφορά μεταξύ γραμματικού και δόκιμου την εξηγώ διεξοδικά στην ενότητα «Γλωσσικά προβλήματα».

Tι αλλάζει στη γλώσσα με τις νέες τεχνολογίες; Συντομογραφίες, ξένα δάνεια, μινιμαλισμός στο tweeter, greek-english στα sms. Kινδυνεύει η ελληνική γλώσσα;

Δεν ξέρω, ό,τι άλλαξε στην ελληνική γλώσσα με την επί δεκαετίες εκτενή χρήση του τηλεγραφήματος ως γρήγορου μέσου επικοινωνίας, όπου πλήρωνες με τη λέξη κι έπρεπε να είσαι λακωνικότατος. Ακόμα παλιότερα, ό,τι άλλαξε στα ελληνικά λόγω της αντιγραφής βιβλίων με το χέρι, οπότε ο αντιγραφέας αναγκαζόταν να χρησιμοποιεί αναρίθμητες συντομογραφίες για να μη γράφει ξανά και ξανά τις ίδιες λέξεις ολόκληρες (π.χ. XPC αντί για «Χριστός» κ.τ.λ.). Γενικά, οι γλώσσες δεν αλλάζουν επειδή αλλάζουν κάποιες συμβάσεις στο πώς γράφονται. Όσο για τα δάνεια, το 70% του αγγλικού λεξιλογίου είναι δανεισμένο.

Πόσο δύσκολο είναι να γράψει ένας καθηγητής γλωσσολογίας ένα βιβλίο για την επιστήμη του σε απλή γλώσσα;

Ο Neil Smith, ο δάσκαλός μου, έλεγε ότι δεν ξέρεις πραγματικά κάτι αν δεν μπορείς να το εξηγήσεις με απλά λόγια. Η βασική δυσκολία όταν εκλαϊκεύεις είναι ότι πρέπει να απαρνηθείς την ευκολία της ορολογίας. Μεταξύ συναδέρφων τα πράγματα είναι απλά: είτε είστε τεχνίτες, είτε μάστορες, είτε επιστήμονες, πετάει ο ένας τον τεχνικό όρο στον άλλο και συνεννοείστε αμέσως, π.χ. λες «διτυπία», «τσιμούχα» ή «σαγρέ» και καθάρισες. Αλλά όταν προσπαθείς να εξηγήσεις κάτι στον μη-επαΐοντα, πρέπει να είσαι σαφής, ακριβής και να χρησιμοποιείς ελάχιστη ορολογία. Επιπλέον, επειδή η γλωσσολογία δε διδάσκεται στα σχολεία, είναι δύσκολο ακόμα και να εξηγήσει κανείς τα πολύ βασικά γύρω από τη συγκεκριμένη επιστήμη.

Ποιους γλωσσικούς μύθους αποδομεί το βιβλίο;

Δεν είναι αυτός ο σκοπός του βιβλίου. Όμως νομίζω ότι δίνει τις βάσεις για να μπορέσει ο αναγνώστης να εξετάσει κριτικά ο ίδιος κάποιες διαδεδομένες αντιλήψεις για τη γλώσσα. Ακόμα καλύτερα: ελπίζω ότι θα παρακινήσει τον αναγνώστη να αναζητήσει επιστημονική τεκμηρίωση (αν υπάρχει, βεβαίως) κάποιων αντιλήψεων για τη γλώσσα.

Αν τα ιταλικά είναι η γλώσσα του τραγουδιού και τα γαλλικά η γλώσσα του έρωτα πως θα χαρακτηρίζατε τα ελληνικά;

Τι να σας πω, είμαι πολύ βαθιά χωμένος στα ελληνικά για να ξέρω. Της κακομοίρας; Της αντιλογίας; Των ευχών; Της ποίησης; Για να σας ξενερώσω, πάντως: όπως κάθε φυσική γλώσσα – ομιλούμενη ή νοηματιζόμενη – έτσι και η ελληνική μπορεί να εκφράσει ό,τι και οποιαδήποτε άλλη φυσική γλώσσα εξίσου καλά.

H λανθάνουσα γλώσσα όντως λέει την αλήθεια;

Μπα, όχι απαραίτητα. Όπως είπε και ο Φρόυντ για τα πούρα, πολλές φορές ένα σαρδάμ είναι απλώς ένα σαρδάμ: προκαλείται από την υπερφόρτωση του συστήματος που παράγει λόγο και ομιλία. Τώρα, όταν δεν είναι απλώς ένα σαρδάμ…

Πόσο διαφορετική είναι η γλώσσα των πολιτικών;
Xρειάζεται ειδικό φροντιστήριο για να τη μάθει κανείς;

Ο Αριστοφάνης έχει γράψει κάτι σχετικά με τα σοφιστικά φροντιστήρια... Όπως λέει και το σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου, αυτό που λέμε «ξύλινη γλώσσα» δεν είναι παρά ξύλινα νοήματα, δηλαδή αβασάνιστες και συνήθως ασαφείς ιδέες που αποδίδονται με στερεότυπες φράσεις. Κι αυτό όταν οι περίτεχνες εκφράσεις δεν έχουν απλώς διακοσμητικό χαρακτήρα, ή όταν δεν είναι θρασείς ευφημισμοί που τείνουν προς το ψεύδος.

Τα γραπτά μένουν;

Θυμάμαι το «Όνομα του Ρόδου» του Έκο, και τις σελίδες από το έπος του Διγενή Ακρίτα που λείπουν, γιατί περιέγραφαν ερωτική σκηνή μεταξύ του Διγενή και της αμαζόνας Μαξιμώς: μάλλον τις έσκισε κάποιος σκανδαλισμένος μοναχός, λεν οι φιλόλογοι.

Πώς βλέπετε την προοπτική της ελληνικής γλώσσας;

Λέω στο βιβλίο: «γλώσσες με γραπτή παράδοση και στάτους εθνικής ή διεθνούς γλώσσας, γλώσσες με εκατομμύρια ομιλητές, είναι άτοπο να θεωρείται πως απειλούνται με εξαφάνιση». Νομίζω ότι η ελληνική έχει πάρα πολύ δρόμο ακόμα μπροστά της, εκτός και αν κάτι προκαλέσει μαζικό αφανισμό των ομιλητών της.

Mιλάμε σωστά ελληνικά;

Ώπα, μια στιγμή: ποιοι «μιλάμε»; τι ακριβώς εννοούμε «σωστά»; Οι φυσικοί ομιλητές των ελληνικών ποικιλιών μιλάμε τέλεια τις μητρικές μας ποικιλίες βεβαίως. Αν τώρα το ερώτημα είναι κάτι του στυλ «χρησιμοποιούμε δόκιμα την κοινή νεοελληνική γλώσσα;», η απάντηση είναι πιο σύνθετη. Αφενός δεν υπάρχει κεντρικό όργανο που να ρυθμίζει τη γλώσσα, όπως η Γαλλική Ακαδημία, για να αποφαίνεται τι είναι δόκιμο και τι όχι. Αυτό μάλλον είναι ευτύχημα, έτσι όμως δεν ξέρουμε αν κάποιες ρυθμιστικές προτάσεις (π.χ. πότε να λέμε «σαν» και πότε «ως») είναι προϊόν συναίνεσης ή και συνεννόησης. Αφετέρου, η διάκριση δόκιμου ή μη στα ελληνικά είναι κυριότατα στο επίπεδο του λεξιλογίου και όχι της γραμματικής, οπότε τα πράγματα είναι εύκολα. Πάντως, η Ελλάδα διακρίνεται από χαρακτηριστική, αν όχι τρομακτική, διαλεκτική ομοιογένεια.

Iσχύουν οι θεωρίες ότι η ελληνική γλώσσα έχει δώσει τις περισσότερες βάσεις και τους όρους σε όλες τις γλώσσες και κυρίως τις επιστημονικές γλώσσες του κόσμου;

Δεν πρόκειται για θεωρίες αλλά για εκτιμήσεις και υπολογισμούς. Όντως, μεγάλο μέρος λ.χ. της ιατρικής ορολογίας έχει ελληνικές ρίζες. Σε άλλες επιστήμες η ορολογία έχει ρίζες αγγλικές. Νομίζω πάντως ότι ως πηγή ορολογίας υπερτερεί συντριπτικά η λατινική. Παρ’ όλ’ αυτά, η φάση του να μετράμε τις λέξεις δεν έχει και πολύ νόημα: π.χ. ενώ η αγγλική λέξη kudos είναι ελληνικής προέλευσης, από τον Όμηρο (κύδος), δεν παύει και να είναι πολιτογραφημένη – ας πούμε – αγγλική αλλά και ακατανόητη για τον σημερινό ομιλητή της ελληνικής.

Θα μιλάμε όλοι αγγλικά σε 50 χρονιά;

Όχι. Καλά καλά δε θα μιλάν αγγλικά πολλοί αμερικανοί πολίτες.

Tελικά σε τι χρησιμεύει η γλωσσολογία;

Σε ό,τι η επιστήμη γενικότερα: ερμηνεύει τον κόσμο, αυξάνει τη γνώση, σκορπάει τα δαιμόνια (που έλεγε κι ο Καρλ Σέιγκαν), μας μαθαίνει να επιμένουμε να ρωτάμε ξανά και ξανά, μας δίνει εργαλεία για να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη. Ένα μικρό παράδειγμα όσον αφορά αυτό το τελευταίο: η διάγνωση και θεραπεία των γλωσσικών διαταραχών θα ήταν αδιανόητη χωρίς τη γλωσσολογία.

Tι θα ανακαλύψει ο αναγνώστης που θα διαβάσει το βιβλίο;

Τι είναι γλώσσα. Πόσες εμπειρικές ανακαλύψεις έχει στο ενεργητικό της η νεαρή επιστήμη της γλωσσολογίας. Πώς απομαγεύοντας τη γλώσσα μπορεί κανείς να τη χαρεί (και, τελικά, να σαγηνευτεί από αυτήν) πιο βαθιά. Πόσο αδιαίρετη από την ανθρώπινη φύση είναι η γλώσσα. Επίσης, σε ποιο θέμα ο Ζήσιμος Λορεντζάτος πρόλαβε τους σύγχρονους γλωσσολόγους. Τι θα πει «ψούνα». Κι άλλα πολλά.

29/11/13

Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει

Η γλώσσα της Καλομοίρας, τα γκρίκλις και διάφορα άλλα γλωσσικά ζητήματα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Essex και καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, μιλά στο LIFO.gr Πηγή: www.lifo.gr

Του M. Hulot.
Η γλώσσα της Καλομοίρας, τα γκρίκλις και διάφορα άλλα γλωσσικά ζητήματα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Essex και καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, μιλά στο LIFO.gr Πηγή: www.lifo.gr
Η γλώσσα της Καλομοίρας, τα γκρίκλις και διάφορα άλλα γλωσσικά ζητήματα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Essex και καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, μιλά στο LIFO.gr Πηγή: www.lifo.gr
Η γλώσσα της Καλομοίρας, τα γκρίκλις και διάφορα άλλα γλωσσικά ζητήματα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Essex και καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, μιλά στο LIFO.gr Πηγή: www.lifo.gr
Η γλώσσα της Καλομοίρας, τα γκρίκλις και διάφορα άλλα γλωσσικά ζητήματα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Essex και καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, μιλά στο LIFO.gr Πηγή: www.lifo.gr
Η γλώσσα της Καλομοίρας, τα γκρίκλις και διάφορα άλλα γλωσσικά ζητήματα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Essex και καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, μιλά στο LIFO.gr Πηγή: www.lifo.g
Πόσο καιρό ασχολείσαι με τη γλώσσα; Τι σου έχει προσφέρει αυτό;


Κανονικά εδώ απαντάμε "με τη γλώσσα ασχολούμαι από μικρό παιδί", ε; Αλλά μπα. Πρωτοενδιαφέρθηκα κάπως στη Β' Λυκείου, αλλά ως φοιτητής δεν ήξερα αν προτιμούσα να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία. Τελικά, στράφηκα στη Γλωσσολογία χάρη στον Γ. Μπαμπινιώτη και στη Δ. Θεοφανοπούλου-Κοντού, ενώ την οριστική ώθηση προς τα εκεί μού την έδωσε, με πλάγιο τρόπο, μια συμβουλή του Γ. Γιατρομανωλάκη.

Η Γλωσσολογία μού έχει προσφέρει χαρά και το ωραίο ταξίδι. Είμαι πάρα πολύ τυχερός που κάνω τη δουλειά που μου αρέσει, κι αυτό χάρη σε μια υποτροφία του ΙΚΥ και στην υποστήριξη των δικών μου ανθρώπων.

Έχουν κοινή καταγωγή οι γλώσσες;


Δεν ξέρουμε. Μάλλον όχι. Η εικασία ότι οι γλώσσες έχουνε κοινή καταγωγή έχει χρησιμοποιηθεί για να εξηγήσουμε τις εντυπωσιακές κατά βάθος ομοιότητες μεταξύ των γλωσσών. Από την άλλη, νέες γλώσσες δημιουργούνται συνεχώς, όπως οι κρεολές, και δημιουργούνται από ευτελή και περιορισμένα υλικά. Και αυτές οι γλώσσες είναι κατά βάθος όπως όλες οι άλλες, οι -- ας πούμε -- προγονικές.

Υπάρχουν γλώσσες πιο πολύπλοκες και πιο απλές; (Για ποιο λόγο;)


Όχι. Όλες οι γλώσσες είναι εξίσου πολύπλοκες, σε διαφορετικά επίπεδα ωστόσο: άλλη έχει πολύπλοκη μορφολογία και δεκάδες ρηματικούς τύπους, άλλη αυστηρούς κανόνες σχηματισμού προτάσεων κτλ. Όλες οι γλώσσες είναι εξίσου πολύπλοκες γιατί δεν αποτελούν πολιτισμικές κατασκευές (όπως το χρήμα), ώστε να αντανακλούν την οργάνωση του πολιτισμού που τις ομιλεί, παρά είναι προϊόντα της έμφυτης ικανότητάς μας για γλώσσα (της Καθολικής Γραμματικής) όπως αυτή πραγματώνεται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον.

Πώς γεννιέται και πόσο ζει μια γλώσσα;


Η γλώσσα ως στοιχείο πολιτισμικής παράδοσης ζει τόσο όσο το επιθυμεί (ας πούμε) ο πολιτισμός της: οι Ιταλοί δε θεωρούν ότι μιλάνε νεολατινικά εδώ και αιώνες. Όσον αφορά τη γλώσσα καθεαυτή τώρα, κάθε παιδί που κατακτά γλώσσα την επανοικοδομεί από την αρχή, οδηγούμενο από την έμφυτη ικανότητα του ανθρώπινου είδους για γλώσσα (την Καθολική Γραμματική) και με βάση τα γλωσσικά δεδομένα που ακούει γύρω του. Τα υπόλοιπα τα λέω στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου...

Τι σημαίνει ορθή χρήση της γλώσσας;


Η χρήση της γλώσσας με δόκιμο τρόπο, δηλαδή με βάση κάποιες κοινωνικά καθορισμένες νόρμες. Εδώ μπαίνει και η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ δόκιμου και γραμματικού: γραμματικό είναι ό,τι βρίσκεται σε αρμονία με την ενδιάθετη γραμματική κάθε φυσικού ομιλητή, με τους κανόνες της μητρικής γλώσσας του που έχει στο κεφάλι του.

Υπάρχουν κριτήρια σύμφωνα με τα οποία συμπεριλαμβάνεται μια νέα λέξη σε λεξικό; Και γιατί το «σκέψιμο» της Καλομοίρας είναι λάθος λέξη;


Κριτήρια υπάρχουν αλλά θα πρέπει να ρωτήσετε λεξικολόγους για να σας τα συνοψίσουν. Ξέρω πάντως ότι διαφορετικοί λεξικογράφοι χρησιμοποιούν διαφορετικά κριτήρια συμπερίληψης μιας λέξης στο λεξικό τους. Το "σκέψιμο", αν και μορφολογικά ομαλό, όπως είναι το "πήξιμο", μάλλον δεν έχουμε τι να το κάνουμε. Έτσι, ενώ δίπλα στην "πήξη" υπάρχει και το "πήξιμο", το αποτέλεσμα της πήξης ή η διαδικασία της πήξης, η αναλογία δεν εφαρμόζεται στο "σκέψη" και το "σκέψιμο" ως, ξέρω γω, το αποτέλεσμα της διαδικασίας σκέψης. Το πώς και γιατί ακριβώς συμβαίνει αυτό είναι ένα από τα πιο χοτ ζητήματα της μορφολογίας.

Τα λάθη δεν είναι αυτά που κάνουν τη γλώσσα πιο γοητευτική;


Έχω αφιερώσει τρία ολόκληρα κεφάλαια σε φαινόμενα που τσουβαλιάζουμε μαζί ως "γλωσσικά λάθη". Μιλήσεις εγώ εάν έτσι, γοητειακό φαίνομαι εγώ; Αν πάλι θέλουμε να θεωρούμε τις αποκλίσεις από τη νόρμα "λάθη", ε ναι, αυτά τα λεγόμενα λάθη μπορεί να γίνουν γοητευτικά υπό κατάλληλες συνθήκες. Ή πολύ αστεία, επίσης.

Πόσο ελληνική «αρρώστια» είναι η «ορθή χρήση της γλώσσας»;


Καθόλου ελληνική αποκλειστικότητα δεν είναι. Η ενασχόληση με την ορθή χρήση της γλώσσας απαντά (ή απαντάται -- δεν ξέρω) ακόμα και σε κοινωνίες τροφοσυλλεκτών, στα πλαίσια θρησκευτικών τελετών κτλ. Άλλωστε, το πώς μιλάμε μαρτυρεί πολλά για το ποιοι είμαστε και -- σε ιεραρχικές κοινωνίες -- για το πόση εξουσία κατέχουμε, αν έχουμε προνόμια ή χρήμα, πόσο κοντα βρισκόμαστε σε κάποια αυθεντία κτλ. Η ορθοέπεια είναι συνήθως ζήτημα κοινωνικό και όχι καθαρά γλωσσικό. Πάντως η μέριμνα για την ακριβολογία και την καίρια έκφραση είναι τελικά στοιχείο και διανοητικής πειθαρχίας αλλά και λογοτεχνικής δεινότητας.

Μπορείς να μιλάς για λάθος χρήση της γλώσσας όταν πρόκειται για τοπική διάλεκτο που δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό και δεν δομείται βάσει γραμματικών και συντακτικών κανόνων;

Οι τοπικές διάλεκτοι και οι κοινωνιόλεκτοι είναι κανονικότατες γλωσσικές ποικιλίες με κανόνες, πλήρεις και τέλειες φυσικές γλωσσικές ποικιλίες. Το ότι δεν έχουνε καθεστώς επίσημης γλώσσας είναι αποτέλεσμα ιστορικών γεγονότων, κοινωνικών διεργασιών, λόγιας παραγωγής κτλ. Μην ξεχνάτε π.χ. ότι η δημοτική είναι σύνθεση μοραϊτικων (λόγω ελληνικής επικράτειας μέχρι το 1881), επτανησιακών (λόγω των λογίων της Επτανήσου) και κρητικών (λόγω της γραπτής λογοτεχνικής παράδοσης της Κρητικής Αναγέννησης).

Γιατί οι διάλεκτοι θεωρούνται «ταμπού» σχεδόν σε κάθε χώρα;
 
Δε θεωρούνται παντού ταμπού. Οι διάλεκτοι απαξιώνονται συνήθως σε συγκεντρωτικά κράτη. Επίσης, κοινωνίες που προσπαθούν να επιβάλουν μονοειδή γλωσσική ταυτότητα, κυρίως μέσα σε εθνικά κράτη, δε βλέπουνε με καλό μάτι τις διαλέκτους. Τέλος, σε κοινωνίες όπου κοινωνικές-ταξικές και γλωσσικές διαφορές συσχετίζονται έντονα, αν μιλάς μια άλφα διάλεκτο στιγματίζεσαι. Το αντίδοτο σε όλα αυτά είναι να γίνουν οι διάλεκτοι παράγοντες τοπικής περηφάνειας και πολιτισμικού πλούτου, να καταστούν δείκτες αυτοπροσδιορισμού: έτσι οι γερμανοελβετοί χρησιμοποιούν με καμάρι τη διάλεκτό τους και την καλλιεργούν, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούν τη στάνταρ γερμανική σε επίσημες περιστάσεις.

Η γλωσσολογία τι είναι ακριβώς; Και τι η ψευδογλωσσολογία;


Νομίζω ότι η διαφορά τους είναι κάπως σαν αυτή μεταξύ αστρονομίας και αστρολογίας. Η αστρολογία είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα, ιδίως αν βασανίζεται κανείς από χρήμα-τύχη-έρωτα. Όπως και η ψευδογλωσσολογία, η αστρολογία μπορεί να ερμηνεύσει τα πάντα (άρα τίποτα), επαληθεύεται πάντοτε (άρα ποτέ) και δεν ασχολείται ιδιαιτέρως με εμπειρικά δεδομένα -- θυμηθείτε λ.χ. τι έγινε με τον Οφιούχο, που μπήκε "ξαφνικά" στην εκλειπτική και τους απορρύθμισε τον δωδεκαμελή ζωδιακό κύκλο. Έτσι και οι ψευδογλωσσολόγοι: πιάνονται από τρεις τύπους που μπορεί και να μοιάζουν, και ισχυρίζονται ότι οι Έλληνες αποίκισαν τον Καναδά.

Πώς δημιουργούνται οι κανόνες σε μία γλώσσα που αλλάζει συνεχώς; Και ποιος τους φτιάχνει;


Η γλώσσα ως υπόρρητοι κανόνες της ενδιάθετης γραμματικής δεν υπάρχει έξω από τους ομιλητές. Στο μυαλό κάθε ομιλητή οι γλωσσικοί κανόνες προκύπτουν από την αλληλεπίδραση της έμφυτης ικανότητάς μας για γλώσσα (της Καθολικής Γραμματικής) με τα γλωσσικά δεδομένα γύρω μας, μια διαδικασία που ολοκληρώνεται μέσα στα πρώτα 5 περίπου χρόνια της ζωής μας. Παρόμοιες διαδικασίες σχηματίζουν τους κανόνες της οπτικής αντίληψης και της μουσικής μας αντίληψης.

Πόσο δύσκολη είναι η γλωσσολογία;
 
Αρκετά. Η θεωρητική γλωσσολογία μεθοδολογικά, αναλυτικά και όσον αφορά τον βαθμό αφαίρεσης που προϋποθέτει θυμίζει αρκετά τη Χημεία. Τώρα, η βασική δυσκολία όλων των κλάδων της Γλωσσολογίας έγκειται στο ότι το αντικείμενό της είναι πανανθρώπινο και συνεπώς όλοι έχουνε γνώμη γι' αυτό, έστω και αν αγνοούν βασικές μεθοδολογικές αρχές ή και ανακαλύψεις των γλωσσικών επιστημών: ψυχολόγοι, ανθρωπολόγοι, κοινωνικοί επιστήμονες και όλοι μας. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σε μικρότερο βαθμό με την Ιστορία αλλά καθόλου στην περίπτωση λ.χ. της βιοχημείας.

Πόσο έχει αλλάξει η γλώσσα τα τελευταία 30 χρόνια; Με ποιον τρόπο;


Κάθε ερώτηση και δοκίμιο -- χαίρομαι που είστε τόσο διαβασμένος... Γενικά η ελληνική αλλάζει αργά, και όχι μόνο λόγω της τροχοπέδης της λόγιας παράδοσης. Νομίζω όμως ότι τα τελευταία 30 χρόνια έχουμε καλύτερα μέσα καταγραφής της μικροδιαφοροποίησης και των αργών αυτών αλλαγών -- έχουμε το slang.gr, αν μη τι άλλο... Υπάρχουν πάντως ενδείξεις αργής μορφοσυντακτικής αλλαγής (στα τριτόκλιτα επίθετα, με το 'παίζω' ως 'υπάρχω', με την παγίωση λόγιων και ψευδολόγιων ρηματικών καταλήξεων, την νέα ακλισία ξένων λέξεων σε -ο και -α κτλ.), αλλά πράγματι εδώ χρειάζεται ολόκληρο δοκίμιο...

Η νοηματική είναι «κανονική» γλώσσα;


Δεν υπάρχει μόνο μία νοηματική γλώσσα. Οι νοηματικές γλώσσες είναι κανονικές φυσικές γλώσσες. Με φωνολογία (οπτικοχωρική), μορφολογία, σύνταξη -- με τα όλα τους. Αυτή είναι μια από τις σπουδαίες ανακαλύψεις της Γλωσσολογίας τον 20ο αιώνα, διατείνομαι στο βιβλίο.

Είναι όντως πιο πλούσια η ελληνική γλώσσα σε σχέση με κάποια άλλη ευρωπαϊκή;

 
Δώστε μου ορισμό του "πλούσια". Αν μιλάμε για λέξεις, οι λέξεις είναι δανεικές. Κι αγύριστες.

Πόσο επηρεάζει το περιβάλλον την εξέλιξη της γλώσσας;


Πόσο επηρεάζει το περιβάλλον την εξέλιξη του ανθρώπινου σώματος. Δεν υπεκφεύγω: η απάντηση είναι αντίστοιχης φύσης και εξίσου τρομερά σύνθετη.

Η γνώση ξένων γλωσσών σε βοηθάει να εκφράζεσαι πιο εύκολα ή πιο σωστά στη μητρική σου γλώσσα;


Η γνώση ξένων γλωσσών οξύνει το μεταγλωσσικό μας αισθητήριο και μας βοηθάει να εκφραζόμαστε πιο καίρια ίσως. Αυτό το πολυσατιρισμένο "πώς το λέμε στο ελλήνικος", σαν της θείας από το Σικάγο, είναι δείγμα αυτού του ανοίγματος που σου δίνει κάθε νέα γλώσσα.

Σε κάνουν πιο έξυπνο;


Ο Christopher, ένας savant με βαριά νοητική υστέρηση, μιλάει πάνω από 20 γλώσσες.

Είναι μεγάλο προνόμιο να μεγαλώνεις με διγλωσσία;


Πολιτισμικά και όσον αφορά την προσωπική σου ανάπτυξη, ναι, αναμφισβήτητα. Μη λησμονείτε ότι έξω από τα μονόγλωσσα εθνικά κράτη, μια μεγάλη μερίδα του ανθρώπινου γένους είναι εκ γενετής δίγλωσση.

Γιατί σχεδόν όλα τα νέα ουσιαστικά που προέρχονται από ξένες λέξεις είναι ουδετέρου γένους;


Όχι τα έμψυχα: ο ανιματέρ είναι αρσενικό, η σταρ και θηλυκό. Το τρακτέρ είναι ουδέτερο, όπως και το ρούτερ. Ή ο ρούτερ; Το γένος είναι πολύπλοκη υπόθεση: συσχετίζει την κατηγορία έμψυχο και την κατηγορία φυσικό γένος με το τι κατάληξη παίρνει το ουσιαστικό. Συνεπώς ό,τι άψυχο τελειώνει σε σύμφωνο πάει στο "λοιπά", στο ουδέτερο γένος. Πολλές φορές πάλι το γένος καθορίζεται αναλογικά: ο κομπιούτερ κατά το "ο υπολογιστής". Για το γένος στα ελληνικά υπάρχει πάντως το ωραιότατο βιβλίο "Γένος" των Α. Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Α. Ράλλη και Δ. Χειλά-Μαρκοπούλου.

Είναι ζημιά για την ελληνική γλώσσα τα greeklish;


Τα ελληνικά έχουνε γραφτεί με αραβική γραφή στη Μικρασία, με κυριλλική γραφή στην πρώην ΕΣΣΔ, με απλοποιημένη ορθογράφηση, με λατινικούς χαρακτήρες (τα λεγόμενα φραγκολεβαντίνικα ή φραγκοχιώτικα). Όσο τα γκρήκλις παραμένουν μια εναλλακτική γραφή της γλώσσας σε περιορισμένα μέσα, π.χ. sms και κοινωνικά μέσα δικτύωσης, δε θα υπάρξει πρόβλημα. Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο από τα γκρήκλις είναι η κατρακύλα του εγγραμματισμού που προσφέρει το ελληνικό σχολείο. Εκεί υπάρχει σοβαρό πρόβλημα, όντως.

Υπάρχουν «λογικές» γλώσσες;


Ναι, κάτι τεχνητές και άκρως δύσχρηστες γλώσσες, τις συζητάει ο Έκο στο σχετικό βιβλίο του. Οι φυσικές γλώσσες έχουνε τους δικούς τους κανόνες, που τους περιορίζει η δομή και η λειτουργία της ανθρώπινης νόησης και η Καθολική Γραμματική -- και πάλι παραπέμπω στο σχετικό κεφάλαιο.

Ισχύει ότι υπάρχει «λεξιπενία» στους νέους ανθρώπους;


Αν εννοείτε ότι το λεξιλόγιό τους ίσως δεν περιλαμβάνει τη λέξη 'εξοικειώνομαι' ή τη λέξη 'εχέφρων', σας επισημαίνω ότι το δικό μου λεξιλόγιο συμπεριέλαβε μετά βίας την καραμέλα νέων (και όχι τόσο νέων) 'συνάδει' μόλις πρόσφατα. Επίσης, η ποδοσφαιρική μου ορολογία είναι ελλιπής. Είναι χειρότερο να έχει κενά το λόγιο λεξιλόγιο κάποιου από το να έχει κενά το ποδοσφαιρικό του λεξιλόγιο; Από την άλλη, ακούω όλο κάτι "προσποιούντο" και "αρνείτο", ενώ κάθε μέρα μαθαίνω και νέες αδόκιμες ελληνικούρες όπως "εκτελούνται ώρες γραφείου" -- είναι άραγε αυτά ενδείξεις ανάκαμψης από ό,τι τέλος πάντων θεωρείται λεξιπενία;

Πόσο βοηθούν τα αρχαία ελληνικά στην ορθή χρήση της σημερινής ελληνικής γλώσσας;


Γραμματικά καθόλου: τι να τις κάνουμε τις προθέσεις που συντάσσονται με δοτική, τον μέσο παρακείμενο ευκτικής ή την κατηγορηματική μετοχή στα Νέα; Λεξιλογικά, περιμένω να δω σοβαρή έρευνα επί του θέματος. Δε βλέπω πάντως να βοηθούν, κυρίως γιατί οι περισσότερες αρχαίες λέξεις που μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο έχουν ήδη συνώνυμα στα Νέα (π.χ. ξυνεστηκός=συνωμοσία, ναυς=πλοίο).



Τελικά, κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα;

Όχι. Δυστυχώς όμως κινδυνεύουν ομιλητές της, κατά χιλιάδες και άμεσα.

17/6/13

Τα φώτα στο βάθος: Keine Weibchen Malerei

Η ζωγραφική της είναι γυναικεία χωρίς να είναι Weibchen Malerei, κανένα chiqué, απλότης αφάνταστη, ειλικρίνεια και μεγάλη ευαισθησία.
(επιστολή της Μάτσης Χατζηλαζάρου προς τον Ανδρέα Εμπειρίκο, 31.4.46)

Η προσέγγισή μου στη συλλογή αφηγήσεων μικρού μήκους Τα φώτα στο βάθος της Niemands Rose θα γίνει αποσπασματικά και, αναπόφευκτα, από τη σκοπιά ενός αναγνώστη. Θα οργανώσω τις σκέψεις μου γύρω από το είδος (genre) στο οποίο εντάσσεται το βιβλίο και γύρω από το ύφος της συγγραφέως και τη σχέση του με τη λεγόμενη γυναικεία γραφή.

Τι είναι Tα φώτα στο βάθος

Όπως ήδη έχει επισημανθεί, το βιβλίο δεν ανήκει σε καμία νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Πράγματι, δεν πρόκειται για «συλλογή διηγημάτων». Πρώτα πρώτα, το βιβλίο διαθέτει εσωτερική ενότητα, αν και όχι προφανή: παρότι η ενότητα αυτή δε χτίζεται λ.χ. με βάση μία θεματική ή μία πλοκή ή ένα καστ χαρακτήρων, τα κείμενα που απαρτίζουν Τα φώτα στο βάθος συνθέτουν μια χαλαρή αφηγηματική δομή που αποτυπώνεται και σαν ενιαύσιος ή ημερήσιος κύκλος: ξεκινάμε με τα «Αληθινά χαράματα» για να βυθιστούμε στον πρεβελάκειο πάμφωτο και όλο «Χρώματα» θάνατο στο τέλος. Ενδιάμεσα προχωρούν οι εποχές, ενώ βρίσκονται γιορτές, διακοπές, το ταξίδι. Επίσης, ο τόνος στα «φώτα στο βάθος», παρά τις μεταμορφώσεις του ύφους από αφήγηση σε αφήγηση, παραμένει ενιαίος. Μάλιστα, μου είναι πολύ δύσκολο να αποδώσω (πολύ περισσότερο να περιγράψω) τη χροιά της αφηγηματικής φωνής της Niemands Rose χωρίς να γίνω και σχολαστικός και υπερβολικά περιφραστικός.

Και βεβαίως, δεν έχουμε να κάνουμε με διηγήματα ή έστω με μικροδιηγήματα. Η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να ηθογραφήσει, ακόμα και όταν περιγράφει τον «άλλο», π.χ. τον κάτοικο της λεγόμενης «επαρχίας», ούτε να ψυχολογήσει, ακόμα και όταν βυθομετρά τους χαρακτήρες της, ούτε και να αλληγορήσει, ακόμα και όταν επιστρατεύει μεταφορές, εικόνες, λογοπαίγνια και σύμβολα. Απεναντίας, προσπαθεί να διερευνήσει τους χώρους (κενούς ή πλήρεις) μεταξύ εαυτού και άλλου, μεταξύ ανθρώπου και κοινωνίας και μεταξύ ανθρώπινης κοινωνίας και κόσμου. Έτσι καταλήγει στην ταύτιση ηθικού και πολιτικού αλλά και στην ταύτιση αλλοτρίωσης και τυραννίας, έτσι διερευνά τον ιλιγγιώδη κόσμο των ανθρώπινων: απόσταση την απόσταση. Η πλοκή κάθε κειμένου είναι λοιπόν όχι ακριβώς πρόσχημα αλλά πραγμάτωση, ενσάρκωση ίσως, αυτών των τριών χώρων: μεταξύ εαυτού και άλλου, μεταξύ ανθρώπου και κοινωνίας, μεταξύ κοινωνίας και κόσμου.

Πάντως το βιβλίο δεν είναι σε καμία περίπτωση, όπως ήδη πρέπει να έγινε αντιληπτό, ανθολογία αναρτήσεων από το μπλογκ της συγγραφέως, για δύο κυρίως λόγους: αφενός, από τα κείμενα στα φώτα στο βάθος ελλείπει ο χαρακτήρας αντανακλαστικού που προσδίδουν η άμεση αυτοέκδοση καθώς και η προσήλωση στο καθέκαστο και εφήμερο που χαρακτήριζε τα αφηγηματικά ιστολόγια. Αφετέρου, από τα κείμενα του βιβλίου απουσιάζει ο στενά ημερολογιακός και ενδοσκοπικός χαρακτήρας των μπλογκ.

Μεταξύ εαυτού και άλλου

Αν θα έπρεπε να προτείνω ένα είδος, ένα genre, στο οποίο θα εντάσσαμε Τα φώτα στο βάθος, αυτό θα ήταν αυτομυθογραφίες ή αυτομυθοπλασίες: σε όλα τα κείμενα που συνθέτουν το βιβλίο υπάρχει αυτοαναφορικό έναυσμα· όχι απαραίτητα αυτοβιογραφικό, αφού πολλές φορές αυτό ή αυτός που βρίσκεται απέναντι μάς αφορά πιο καίρια και πιο βαθιά από όσα βρίσκονται εντός μας. Το αυτοαναφορικό έναυσμα (το καθέκαστο, το προσωπικό, το εφήμερο) γίνεται αφορμή για να αρθρωθεί λόγος που θα φωτίσει, άλλοτε με στιγμιαία λάμψη και άλλοτε με ένα φως λοξότερο αλλά διαρκέστερο, τους χώρους που προανέφερα: μεταξύ εαυτού –και δη γυναίκας– και άλλου (ακόμα και όταν ο άλλος είναι ο ίδιος ο εαυτός)· μεταξύ ανθρώπου –και δη γυναίκας– και κοινωνίας· μεταξύ ανθρώπινης κοινωνίας και κόσμου. Η Niemands Rose δεν μιλάει για τον ίδιο τον εαυτό (της), δεν προσεγγίζει τον άλλο χωρίς ενσυναίσθηση, δεν αντιμετωπίζει την κοινωνία, τον κόσμο και τη ζωή απολιτικά ή σαν να αποτελούν αυτόνομα φαινόμενα και συστήματα που απλώς κείνται εκεί. Η Niemands Rose μιλάει κυρίως για το «τι ανάμεσό τους»: π.χ. για τον θάνατο ως φάρμακο που αλληλεπιδρά με αυτό της ομορφιάς («Κυνήγι»), για την υποκρισία ως απόσταση και όχι ως στάση («Το χαλίκι»), κ.ο.κ.

Τα κείμενα της Niemands Rose ανήκουν λοιπόν σε ένα είδος μεικτό αλλά νόμιμο: η αμεσότητα και η αυτοαναφορικότητα της ιστολογικής ανάρτησης συντίθεται με τις αφηγηματικές λύσεις και την αξίωση του διηγήματος να πάει κανείς παραπέρα από το περιστατικό. Τα κείμενα στα φώτα στο βάθος περπατάνε πάνω στο στενό υπερυψωμένο πεζούλι μεταξύ προφορικότητας και κειμενικότητας, διακειμενικού παιχνιδιού και αμεσότητας παραμυθιού. Και αυτό το ιδιαίτερο είδος καλείται να μιλήσει όχι για τους ανθρώπους και για τα πράγματα, ίσως ούτε καν για τις σχέσεις και τις συνάφειες μεταξύ τους, παρά για τον χώρο ανάμεσά τους, χώρο στον οποίο αλληλεπιδρούν.

Γυναικεία γραφή;

Η Niemands Rose γράφει πυκνά αλλά χωρίς βάρος, δεν αποσιωπά παρά μόνον όπου είναι πραγματικά απαραίτητο. Ο τόνος της επαμφοτερίζει διαρκώς μεταξύ του παιγνιώδους ή του αποστασιοποιημένου από τη μια μεριά και του έντονου και μύχιου από την άλλη, συνήθως μέσα από την ανεπαίσθητη αλλαγή οπτικών γωνιών («Επικήδειος αντίλογος»). Πολλές φορές η συγκίνηση ανεβαίνει αναπόφευκτη και φαινομενικά απρόκλητη («Τα δώρα που σπάνε»), αφού η γραφή δεν είναι ούτε συναισθηματική, αλλά ούτε κι επιτηδευμένα χαμηλόφωνη. Ίσα ίσα, πολλές φορές η φωνή της αρθρώνεται δυνατά και καθαρά («Πλαστική σακούλα»), υψώνεται σχεδόν στεντόρεια. Αλλά χωρίς κορώνες, τσιρίδες και γατίσιους βοκαλισμούς. Γιατί η γραφή της δεν είναι γυναικεία – γι’ αυτό άλλωστε και επέλεξα να ξεκινήσω με το απόσπασμα της Χατζηλαζάρου για τη ζωγραφική της Ντόρα Μάαρ.

Η γυναικεία γραφή αφήνει συνήθως μια ταγκή επίγευση ποιητισμού και αισθαντισμού, ενώ διακρίνεται από ασώματη λαγνεία των συναισθημάτων, ακόμα και όταν πραγματεύεται τα άκρως αισθητά. Στη γυναικεία γραφή δεσπόζει η εξιδανίκευση του worry talk: του worry talk και ως περιεχομένου (θυμηθείτε τη Μαίρη Παναγιωταρά, μια εργαζόμενη μητέρα, μια καλή νοικοκυρά) και ως άκριτης απολιτικής εξομολόγησης που ανοίγει κύκλους ψυχολογισμών. Με δύο λόγια, η γυναικεία γραφή, όταν δεν είναι μανιέρα που πουλάει νανουρίζοντας, ενσωματώνει την πατριαρχία και τον σεξισμό με ιδανικό τρόπο: γυναίκες γράφουν όπως αναμένεται να γράψουν επειδή είναι γυναίκες.

Παρόλα αυτά, Τα φώτα στο βάθος δε θα μπορούσαν παρά να είναι γραμμένα από γυναίκα, αφού ενσωματώνουν τον αγώνα της γυναικείας ψυχής και του γυναικείου νου να σταθούν και να μιλήσουν. Τα κείμενα του βιβλίου, μέσα από την ίδια την πράξη της γραφής τους, ξορκίζουν αυτό που επισήμανα παραπάνω: τους τρόπους με τους οποίους η γυναίκα ωθείται και σύρεται να υιοθετήσει το πώς τη βλέπουν οι άλλοι (“To be a woman”, «Για τη γυναίκα, το γήρας, το γαμώτο», «Είναι τα φιλιά σου φυλακή»). Παράλληλα, το ύφος της Niemands Rose δεν το διακρίνει καμία κλάψα ή ποιητίζουσα στωική μελαγχολία και τίποτε από τα παραπάνω χαρακτηριστικά της «γυναικείας γραφής»: είναι ύφος ρωμαλέο, πυκνό, χωρίς αποσιωπητικά και χωρίς κατάχρηση του δεύτερου προσώπου, με εναλλαγές στον τόνο αλλά και στην εστίαση, με άνοιγμα προς τα έξω, προς το ουσιωδώς πολιτικό. Αν η γυναικεία γραφή πατάει πάνω στο καθέκαστο και στον εσωτερικό μονόλογο για να περιαυτολογήσει, τα κείμενα στα ‘φώτα στο βάθος’ ακολουθούν αντίστροφη πορεία: ξεκινούν από το ατομικό και το προσωπικό για να ανοιχτούν και για να ανοίξουν («Τα φώτα στο βάθος του ορίζοντα», «Αδιάκοπα»).

Εδώ ένα μικρό σχόλιο σχετικά με τη συμπύκνωση: κείμενα όπως τα «Χρώματα» και η «Λοταρία» είναι αντίστοιχα ποιητική σύνθεση και μυθιστόρημα σε δυο σελίδες το καθένα – θυμάται εδώ κανείς την Κεντούρια του Τζόρτζιο Μανγκανέλλι, που απαρτίζεται από «Εκατό Μικρά Μυθιστορήματα Ποταμούς».

Θα κλείσω με ένα μπράβο στις εκδόσεις Απόπειρα: η έκδοση είναι κομψή και προσεγμένη, παρά την πολύ χαμηλή τιμή του βιβλίου. Το καταλαβαίνει κανείς από την εκτύπωση, την ποιότητα του εξώφυλλου αλλά και από τη μυρωδιά του χαρτιού.

Δημοσιεύθηκε στο Book Press.