Σελίδες

23/4/26

Η «κατάρα της φυλής» ως πρόχειρος αναγωγισμός

 Με αφορμή συνέντευξη του Μηνά Καφάτου στη LiFO, ανέβασα πρόσφατα στο Facebook μια ανάρτηση η οποία πάει ως εξής:

Τα δεινά των πανεπιστημιακών στην Ελλάδα τα έχουμε τεκμηριωμένα. Την αιτιολογία τού γιατί οι πανεπιστημιακοί εκτός Ελλάδας κανοναρχούν ασταμάτητα το δίπτυχο «διχόνοια-κατάρα-της-φυλής / έξω πάμε καλά» άραγε την έχει μελετήσει κανείς;

Με αφορμή το σχόλιο καλού συναδέλφου στην ανάρτηση αυτή, θα ήθελα να επιστρέψω με κάποιες περισσότερες σκέψεις.

Το σχόλιο ήταν περίπου το εξής: ότι τάχα δυσανασχετεί κανείς (δηλαδή εγώ) με τοποθετήσεις συναδέλφων πανεπιστημιακών σχετικά με ζητήματα εκτός της ειδικότητάς τους μόνον όταν διαφωνεί κανείς με τις τοποθετήσεις αυτές. Αμέσως αναγνωρίζει κανείς αδιαμεσολάβητα κεντρώα αντανακλαστικά εδώ, αλλά ας συνεχίσουμε με την ουσία του σχολίου.

Ένα πρώτο ζήτημα είναι η μέθοδος με την οποία οι πανεπιστημιακοί προσεγγίζουμε ζητήματα εκτός της ειδικότητάς μας. Πολλοί δεν θέλουμε να παραδεχτούμε ότι πεδία όπως η ιστορία, οι κοινωνικές επιστήμες, οι πολιτικές επιστήμες, η κριτική κτλ. διέπονται από δικές τους επιστημολογικές αρχές και διαθέτουν τις δικές τους αναλυτικές κατηγορίες και τις δικές τους μεθόδους — τις οποίες πιθανότατα δεν γνωρίζουμε. Αυτό μπορώ να το βεβαιώσω ως γλωσσολόγος, αφού η γλώσσα όπως και η ιστορία πάσχουν ακριβώς από το ότι πάρα πολλοί συνάδελφοι τις θεωρούν terra nullius.

Η πεποίθηση αυτή συνοδεύεται συνήθως με την αφελή βεβαιότητα ότι οι συγκεκριμένοι συνάδελφοι (μηχανικοί, βιολόγοι, φυσικοί, μαθηματικοί ή άλλο) είναι οι πρώτοι που θα εξετάσουν ζητήματα που κείνται εκτός της ειδικότητάς τους. Ωστόσο ακόμα και αν δεν διακατέχονται από αυταπάτες πρωτοτυπίας, ακριβώς επειδή κατ’ αυτούς η γλώσσα, η ιστορία, η πολιτική και η κοινωνία δεν συνιστούν αντικείμενα επιστημονικής μελέτης, ακόμα κι αν δεν είναι οι πρώτοι παραμένουν κατά τους ιδίους οι αρμοδιότεροι να γνωματεύουν σχετικά.

Οι απόψεις αυτές λοιπόν για ζητήματα εκτός του ορίζοντα των φυσικών επιστημών αρθρώνονται εντονότερα και με περισσή παρρησία ίδιος από φυσικούς επιστήμονες, απόψεις που συνήθως διακρίνονται από διάθεση ξέφρενου αναγωγισμού. Οι δε φορείς των απόψεων αυτών αρνούνται να αναγνωρίσουν ως επιστημονικό οτιδήποτε δεν είναι θετική επιστήμη – σας μιλάω εκ πείρας.

Συνεπώς για τους παραπάνω η ιστορία, η γλώσσα, η πολιτική, η κοινωνία δεν μπορούν να αποτελούν επιστημονικό αντικείμενο, δεδομένου ότι επιστήμες είναι μόνον οι φυσικές επιστήμες. Αυτομάτως λοιπόν η δική τους γνώμη όσο κακοπλασμένη ή αφελής και να είναι («ζήτημα (παλίντονου) αρμονίας», «η κατάρα της φυλής», «ο νόμος της ζούγκλας», «ο άνθρωπος είναι ζώο» — χωρίς διευκρίνιση για το τι είδους ζώο είναι, «το Zeigeist»), πρέπει να γίνει σεβαστή.

Είναι πάντως αλλόκοτο τον 21ο αιώνα φυσικοί επιστήμονες άνθρωποι να μην έχουν εμπεδώσει την έννοια των αναδυομένων πολυπλοκοτήτων (αυτό που λένε emergence στα ξένα) και να πρεσβεύουν αφελή αναγωγισμό τουλάχιστον 100 ετών, κατά τον οποίο τα πάντα λ.χ. είναι στοιχειώδη σωματίδια και τέλος ή, αν γίνουμε λίγο πιο γενναιόδωροι, τα πάντα είναι πρωτεΐνες, κύτταρα, βιολογία και τέλος. Μάλιστα, στην έρευνα που κάνουν στη δική τους επιστήμη μοιάζουν να έχουν προ πολλού ξεπεράσει τέτοιους αφελείς αναγωγισμούς, ωστόσο στον δημόσιο λόγο τους οι αναγωγισμοί ζουν και βασιλεύουν. Αυτό το διαβλέπει κανείς ακόμα και στον νομπελίστα Hinton και στον τρόπο που μίλησε μετά τη βράβευσή του για φαινόμενα τα οποία πιθανότατα κατανοεί ελάχιστα, όπως η γλώσσα.

Πάμε τώρα στο άλλο σκέλος του σχολίου του καλού συναδέλφου δηλαδή γιατί αν διαφωνούμε με μια άποψη κακίζουμε την διατύπωση αυτής της άποψης ως δεινό, ενώ αν συμφωνούμε με αυτήν χειροκροτούμε. Η απάντηση είναι πολύ απλή: επειδή ως άνθρωποι διαθέτουμε κριτικές δυνατότητες και επειδή οι κριτικές δυνατότητες αλλά και η εξοικείωση οποιωνδήποτε από εμάς με τη βάσανο του να ελέγχουμε και να ερμηνεύουμε τα γεγονότα μάς επιτρέπουν να έχουμε πολιτικές απόψεις.

Με άλλα λόγια, όλες κι όλοι έχουμε πολιτικές απόψεις αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, υπάρχουν κριτήρια για να αξιολογηθούν και να ζυγιστούν κριτικά. Η αξίωση της δεκαετίας του 90 και των αρχών του 21ου αιώνα πολιτικές απόψεις να έχουν μόνον κάποιοι επαΐοντες της κακιάς ώρας είναι τουλάχιστον ξεπερασμένη. Για παράδειγμα, οι τεχνοκράτες που τάχα θα γνώριζαν καλύτερα από την πλέμπα πώς π.χ. πρέπει να λειτουργεί η δημοκρατία είναι εκείνοι που μας έφεραν στο σημείο που βρισκόμαστε τώρα, σημείο στο οποίο θριαμβεύει ο λεγόμενος λαϊκισμός — και ας θυμηθούμε εδώ ότι «λαϊκισμός» είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται ώστε μαγικά να εξισωθούν οι νέοι φασίστες και οι νέοι εχθροί της ελευθερίας με λ.χ. τον Στάλιν και τον Μάο ή και με τον καημένο τον Τομά Σανκαρά.

Τώρα, μια άποψη για την ιστορία, την κοινωνία ή την πολιτική η οποία θεμελιώνεται σε θυμόσοφα αντανακλαστικά, σε αμπελοφιλοσοφίες κι εικοτολογίες και όχι σε ελάχιστη εξοικείωση με τις μεθόδους των πολιτικών και των κοινωνικών επιστημών όχι μόνο δεν είναι άξια συζήτησης, παρά αξίζει τη χλεύη μας. Ταυτόχρονα η διατύπωση μιας τέτοιας άποψης δεν τιμά τον επιστήμονα που τη διατυπώνει.

Αναφορικά με τα παραπάνω, αναλογιστείτε μόνον πως αν εγώ ως γλωσσολόγος βγω και σας μιλήσω για τη vis vitalis ή για το φλογιστό δεν θα μπορώ να αξιώνω να πάρετε την άποψή μου στα σοβαρά. Αν λοιπόν ένας πολιτικός μηχανικός θέλει να κάνει γλωσσολογία με ό,τι διαβάσματα τυχαίνει να έχει κάνει και με ό,τι κατεβάσει η πολιά κάρα του, ή αν ένας ειδικός στην πληροφορική θέλει να μας μιλήσει με τον Ρέμπραντ με όρους «μ’ αρέσει / δεν μ’ αρέσει», νομίζω ότι αξίζουν να υποστούν αντίστοιχη μεταχείριση.

Όπως έλεγε και ένας αγαπημένος μου δάσκαλος, χειρότερο από το να νομίζεις ότι εσύ εφηύρες τον τροχό είναι να εφεύρεις τον τετράγωνο τροχό.

15/4/26

[Is Cypriot Greek being corrupted by social media?]

 This is an interview I gave last February for an English-speaking Cyprus newspaper. It was never published, but maybe it would be of some interest to the general public.

1. Has the youth’s language notably shifted recently due to TikTok and short-form video platforms?

There are two things to keep in mind here. The first is that every generation of young people have their own terms, catchwords, and mannerisms – sometimes up to even a linguistic variety we could call slang. These typically die away when this particular generation grows up, leaving few if any traces behind in the discourse of the many.

Second, knowing the first thing about language acquisition and language change one would be extremely suspicious of any presumption that short video platforms would have had any impact on anyone’s language, besides the introduction and circulation of said expressions, terms or mannerisms – expressions and terms which would have found a way to circulate among the young anyway.

2. Are there historical cases where external influences caused genuine linguistic contamination?

Define ‘contamination’. The term simply makes absolutely no sense when we talk about language. On the other hand, borrowing (mainly of words), is continuous among the world’s languages and this has been the case since the emergence of human language, whether we recognise all the cases of borrowing or not. I mean, even words like οθόνη and παράδεισος are loanwords…

3. Should the idea that languages can become "corrupted" through word borrowing, be a valid concern for the speakers?

No. Would anyone characterise contemporary English, with around 70% of its vocabulary being of non-Anglo-Saxon origin, as a corrupt language? Also notice the fetid and somehow morbid terminology employed here, when we talk about contamination, corruption, and similar medical calamities.

4. Given the Cypriot dialect's history of external influences, why do speakers object to social media slang reshaping it today? Is change not the natural progression of language?

As I said, slang hardly “reshapes language”. Consider all the French slang terms used in Standard Modern Greek between the 1920s and the 1960s: where are they now? Let me also once more stress that there is no linguistic variety that has not undergone extensive “external influences”, as you call them: Cypriot Greek is not exceptional in this.

5. Does perceived linguistic purity correlate with speakers' sense of cultural identity?

Probably yes, but “linguistic purity” is a wild fantasy, and a poorly defined one for that matter. I mean, purity in what sense? Purity as the absence of what? Would this linguistic purity mirror some kind of cultural purity? Do we really wish to indulge in the fantasy that ‘pure cultures’ exist after the Agricultural Revolution? The whole thing just doesn’t make any sense.

6. Should Cypriot dialect/language speakers worry about youth slang additions?

No, but they will. Youthspeak has been a cause for moral panic since ancient times. Let me also point out that the Greek variety spoken in Cyprus is called ‘Cypriot Greek’.

7. To what degree do slang terms like "chillάρω" (to chill) and "cringάρω" (to cringe) enter everyday speech to fill vocabulary gaps, such as lacking a Greek verb for "cringe"?

If they do fill such gaps then they might survive, otherwise they will fade away, just like lots of slang terms have done so in the past. Of course, there is also a chance that they may later be replaced by other terms: hardly anyone in Greece calls smart dress ‘αμπιγιέ’ anymore.

8. Does adapting borrowed words with a Greek verb ending like -ω indicate a language's strength?

Again, one needs to define ‘strength’, which applied to language is virtually inconsequential: English became a world language well after its whole inflectional morphology (noun suffixes, verb inflection and the like) was reduced to rudiments after the Middle English period. Is English strong nowadays?

The truly interesting question here is why we can borrow nouns almost as they are (ραουνταμπάουτ) but we need to adapt them to the Greek inflection if they have to be used as verbs (σκρολλάρω). It is this kind of questions we should be asking, because they reveal something about the nature of language.

9. Does language mixing lead to language death?

No, English is alive and well although it is definitely the product of extensive and continual language mixing between 800 CE and today: first Anglo-Saxon and Old Norse, then Old English and Norman French; then followed a truly massive influx of Latinate and other loanwords.

10. Should Cypriots fear language death from such external influences?

If we definitely have to talk in terms of fearing something (here we go again with the rhetorics of fear, corruption, death etc.), my personal opinion is that Cypriots should ‘fear’ the replacement of Cypriot Greek and Standard Modern Greek with English every time the discourse switches to serious, technical, or just complex topics.

11. Should the public be concerned that social media slang might replace traditional Cypriot words?

What is so special about what you call social media slang, as opposed to any other slangs? Slangs are localised, registers of language restricted to a specific purpose, and with limited shelf life.

12. Is the perceived youth literacy decline linked to new slang vocabulary from social media?

As my colleagues who have looked into this matter more seriously than I have will tell you, the decline in literacy has to do with how language is taught or not taught in the school system, and not due to some kind of social media influence or what not. Remember that before social media it was text messaging that would destroy literacy, with television and comics before that, and radio in even older times.


5/3/26

Ο Φοίβος Παναγιωτίδης για την επιστήμη, το TikTok και την εποχή του «χαμού»

Συνέντευξη στη Γαβριέλλα Δαυίδ που δημοσιεύτηκε στο Business Status Blog.

1. Γιατί απαιτούμε από κάθε επιστήμη άμεση χρησιμότητα; Και μήπως αυτή η απαίτηση λέει περισσότερα για το σύστημα που ζούμε παρά για την ίδια την επιστήμη;

Η ερώτησή σου περιέχει εν μέρει την απάντηση. 


Το ενδιαφέρον πάντως είναι ότι ενώ το κίνητρο της επιστήμης είναι πολλές φορές η περιέργεια, ακόμα και η θεωρητική έρευνα καταλήγει τελικά να φανεί πάρα πολύ χρήσιμη — με τρόπους που μόνο πολύ αργότερα μπορούμε να καταλάβουμε. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι εξισώσεις του Μάξουελ, που στην εποχή τους αντιμετωπίστηκαν ως μία διανοητική άσκηση και οι οποίες ωστόσο περιγράφουν τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα, χωρίς την κατανόηση των οποίων ο σύγχρονος τεχνικός πολιτισμός είναι αδιανόητος.


2. Γιατί αλλάζουμε γλωσσικό ύφος ανάλογα με το πλαίσιο; Και γιατί το «καλαμάρισμα» μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό σε ένα επίσημο περιβάλλον αλλά αστείο ή ειρωνικό μεταξύ Κυπρίων;


Αυτή την ερώτηση θα την απαντούσαν καλύτερα συνάδελφοι και συναδέλφισσες που κάνουν Κοινωνιογλωσσολογία. Σε γενικές γραμμές, σε κάθε γλώσσα οι ομιλήτριες και ομιλητές παίζουν με διαφορετικά επίπεδα χρήσης, δηλαδή με διαφορετικά λεξιλόγια και διαφορετικές γραμματικές επιλογές, ανάλογα με το σε ποιον απευθύνονται, τι θέλουν να πούνε και ποια είναι η κοινωνική περίσταση. Στην περίπτωση της Κύπρου, οι Ελληνοκύπριοι και Ελληνοκύπριες έχουν στη διάθεσή τους περισσότερα επίπεδα χρήσης, αυτά τα οποία τους παρέχει η κυπριακή ελληνική. Συνεπώς έχουν τη δυνατότητα να παίξουν περισσότερο με τον τρόπο που απευθύνονται στους άλλους.


3. Αν έπρεπε να διαλέξεις μία μόνο λέξη που περιγράφει αυτό που συμβαίνει σήμερα στην κοινωνία μας, ποια θα ήταν και γιατί;


Χαμός. Και με την καλή έννοια αλλά και με την πολύ πολύ κακή έννοια.


4. Για τους αναγνώστες μας που δεν τα έχουν ακόμη διαβάσει: τρία επίθετα για το Μίλα μου για γλώσσα, τρία για το Νόηση και φωνή και τρία για το Μέσα από τις λέξεις. Πώς θα τα χαρακτήριζες;


Σαν τις περιγραφές στο Νέτφλιξ! Χμμμ


Μίλα μου για γλώσσα: παιχνιδιάρικο, πολυθεματικό, παρεΐστικο

Μέσα από τις λέξεις: αποκαλυπτικό, απρόσμενο, φιλικό

Μεταξύ νόησης και φωνής: συστηματικό, προσιτό, χρήσιμο


5. Ποιο βιβλίο σε συγκίνησε περισσότερο όταν το έγραφες — κάτι που σου φάνηκε «όμορφο» ή «βαθύ» με έναν τρόπο που δεν θα περίμενες;


Ωραία ερώτηση. Με συγκίνησε πραγματικά η διαδικασία συγγραφής του Μεταξύ νόησης και φωνής, ακριβώς επειδή βασίζεται σε διαδικτυακό μάθημα και έπρεπε να μεταπλαστεί σε μία συστηματική, οργανωμένη αλλά και προσιτή εισαγωγή στη θεωρητική γλωσσολογία, κάτι που δεν ήταν εύκολο. Επίσης ήταν πολύ ωραίο που το συγκεκριμένο βιβλίο γράφτηκε σε συνεργασία με έναν λαμπρό διδακτορικό φοιτητή, τον Δημήτρη Κοτοπούλη, και συνεπώς υπήρχε δυνατότητα να δούμε μαζί τι πρέπει να πω και τι δεν πρέπει να πω και πώς πρέπει να πω αυτά που πρέπει να πω…


6. Φοίβο, δηλώνω φαν του TikTok σου — καθαρά επιμορφωτικό περιεχόμενο, με ένα μοντέρνο μέσο διάδοσης γνώσης.Ποιο θέμα από τα βίντεό σου προκάλεσε την πιο έντονη αντίδραση — και τι σε εξέπληξε στα σχόλια; Είναι πιο δύσκολο να μιλήσεις για γλωσσολογία σε 60 δευτερόλεπτα απ’ ό,τι σε ένα αμφιθέατρο;


Είναι πάρα πολύ δύσκολο γιατί απευθύνεσαι σε κανονικούς ανθρώπους (συνήθως, έτσι; ) που ίσως δεν ξέρουν καν τι είναι γλωσσολογία και βέβαια πρέπει να εξηγήσεις σύντομα πολύ σημαντικά και πολύπλοκα προβλήματα, που ίσως να μη μοιάζουν καν προβλήματα, χωρίς όμως να μπορείς να χρησιμοποιήσεις ορολογία και χωρίς να περιμένεις ότι το κοινό σου στο τικ τοκ καταλαβαίνει τις μεθόδους ή έστω κάποια βασικά πράγματα για τη γλώσσα και τη γλωσσολογία. Remember to like and subscribe.

3/10/25

Για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες

 Συνέντευξή μου που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Ποια η σημασία των ανθρωπιστικών επιστημών σήμερα;  

Θα γίνω κάπως ωμός: θεωρώ στοιχειώδες ότι φαινόμενα όπως η επέλαση της απροκάλυπτης βαρβαρότητας στο πολιτικό πεδίο, η αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού, ο νεοπουριτανισμός κι η μισαλλοδοξία καθώς και η επικράτηση μιας πείσμονος σκοταδιστικής στάσης απέναντι σε οτιδήποτε προέρχεται από την επιστήμη συσχετίζονται με την απαξίωση και με τον παραγκωνισμό των ανθρωπιστικών σπουδών μετά τη δεκαετία του 70. 

Θα φέρω ένα κάπως εξόφθαλμο παράδειγμα: βρισκόμαστε πλέον σε μία κατάσταση κατά την οποία πρέπει να εξηγούμε, και μάλιστα με επιχειρήματα, ότι ο ρατσισμός και ο φασισμός δεν εμπίπτουν μέσα στο φάσμα του αποδεκτού δημόσιου διαλόγου – ακριβώς γιατί αποτελούν άρνηση του. Αυτό είναι κάτι με το οποίο πρέπει να ασχολούμαστε πλέον, κάτι που μετά το 1945 δεν ήταν αναγκαίο. Πρέπει δηλαδή να εξηγούμε τα αυτονόητα, ακριβώς επειδή η απήχηση και η συμμετοχή των ανθρωπιστικών και των κοινωνικών επιστημών στον δημόσιο λόγο έχει περισταλεί τραγικά.  

Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζουν;  

Το βασικό πρόβλημα είναι το συστηματικό κλείσιμο των σχολών Ανθρωπιστικών Σπουδών ανά τον κόσμο, ακριβώς επειδή δεν παράγουν μόνο στελέχη επιχειρήσεων, αλλά μορφώνουν ανθρώπους οι οποίοι μπορεί μεν τελικά να κάνουν κάποιο άλλο επάγγελμα, όμως θα έχουν ήδη θεμελιώσει εντός τους βασικές αρχές στοχασμού, αμφισβήτησης και κριτικής σκέψης αλλά και ανθρώπους που θα έχουν έρθει σε επαφή με την Ομορφιά και με την ανθρώπινη δημιουργικότητα και ποικιλότητα. Στον κόσμο που ζούμε όλα αυτά θεωρούνται άχρηστα – η βαρβαρότητα, για την οποία μιλάγαμε πιο πάνω. 

Είναι ενδιαφέρον πάντως ότι οι ανθρωπιστικές σπουδές μοιράζονται με την θεωρητική φυσική, όχι βεβαίως τις μεθόδους ή πολύ περισσότερο το γνωστικό αντικείμενο, αλλά το ότι δεν είναι ποτέ εδώ και τώρα προφανείς οι εφαρμογές τους. Θα φέρω ένα παράδειγμα έξω από την επιστήμη μου: πρόπερσι διάβασα τη Διαλεκτική του Διαφωτισμού των Αντόρνο και Χορκχάιμερ, για να συνειδητοποιήσω ότι πρόκειται ακριβώς για έργο που χρειάζεται να έχουμε ως αφετηρία ώστε να κατανοήσουμε την κατάσταση του κόσμου μας τον 21ο αιώνα… Βεβαίως, όπως και στις δημοσιεύσεις της θεωρητικής φυσικής, δεν έχει κανείς απαίτηση να πιάσει ο απλός κόσμος να διαβάσει Αντόρνο (είναι και δύσκολος), ωστόσο η αποστολή των ανθρωπιστικών σπουδών είναι ακριβώς να φωτίσει τελικά και να πλαισιώσει τις πιθανές απαντήσεις σε ερωτήματα που μας αφορούν όλους – και εδώ μπορεί ο καθένας μας να κάνει τα δικά του ερωτήματα. 

Πού εστιάζεται η έρευνά σας και πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο μας μέσα και από το ερευνητικό σας αντικείμενο;  

 Ασχολούμαι με την γλωσσολογία, η οποία είναι η επιστημονική μελέτη της γλώσσας σε κάθε της έκφανση. Γλωσσολογία είναι η σπουδή του πώς η γλώσσα σχετίζεται με οτιδήποτε άλλο έχει να κάνει με την ανθρώπινη εμπειρία: από την ιστορία, τη νόηση, την ανάπτυξη μέχρι τα νομικά, την πολιτική και τις κοινωνικές σχέσεις. 

Εγώ πιο συγκεκριμένα είμαι θεωρητικός γλωσσολόγος. Η θεωρητική γλωσσολογία μελετάει τη γλώσσα καθαυτή, ως φαινόμενο, και έχει αποστολή να την περιγράψει και να την ερμηνεύσει. Η θεωρητική γλωσσολογία ρωτάει τι είναι γλώσσα και πώς λειτουργεί. Από αυτή την άποψη, η θεωρητική γλωσσολογία πρέπει πρώτα πρώτα να ορίσει τη γλώσσα με ακρίβεια κι αυστηρότητα και να την ξεχωρίσει π.χ. από τον λόγο. 

Γλώσσα λοιπόν είναι οι λέξεις και οι κανόνες της νοητικής γραμματικής, το γλωσσικό σύστημα, ενώ λόγος είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη γλώσσα για να υπηρετήσουμε τη σκέψη, ταυτόχρονα εκφράζοντάς την και διαμορφώνοντάς την. Λόγος είναι η χρήση της γλώσσας στην υπηρεσία του νοήματος: η παραγωγή γραπτών και προφορικών κειμένων τελικά. 

 Μία σημαντική διάσταση της έρευνάς σας και η σημασία της. 

 Η ίδια η γλώσσα ως φαινόμενο είναι συναρπαστική, απλώς δεν μας κάνει πάντοτε πολλή εντύπωση γιατί είμαστε βουτηγμένοι μέσα της. Σκεφτείτε ότι συστήματα επικοινωνίας έχουν όλοι μα όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί: από τα βακτήρια και τους μύκητες μέχρι τα δελφίνια και τους χιμπατζήδες. Γλώσσα όμως έχουμε μόνον οι άνθρωποι. Άρα γλώσσα δεν είναι η επικοινωνία και σίγουρα η επικοινωνία δεν περιορίζεται στη γλωσσική επικοινωνία: όσοι κι όσες έχουμε χρησιμοποιήσει εμότζι ή απλώς έχουμε χειρονομήσει θυμωμένοι το ξέρουμε καλά. 

Επίσης η γλώσσα δεν ταυτίζεται με τη συμβολική σκέψη. Για παράδειγμα, το ότι ο πράσινος σταυρός σημαίνει φαρμακείο δεν έχει τίποτα να κάνει με τη γλώσσα: αποτελεί καθαρά κοινωνική και πολιτισμική σύμβαση, όπως π.χ. το χρήμα, αφού ο πράσινος σταυρός δεν σηματοδοτεί τόπο χριστιανικής λατρείας, ενώ ταυτόχρονα το συγκεκριμένο σύμβολο δεν χρησιμοποιείται παγκοσμίως σε ταμπέλες φαρμακείων. Κατά πόσο ζώα όπως οι χιμπατζήδες, οι μπονόμπο ή τα δελφίνια διαθέτουν κάποιου είδους συμβολική σκέψη δεν το γνωρίζουμε. Σίγουρα πάντως δεν διαθέτουν γλώσσα. 

Το βασικό γνώρισμα της γλώσσας είναι η συνδυαστικότητα που δημιουργεί γραμματικές δομές.  

Να διευκρινίσω. Τα σύμβολα είναι αυθαίρετα όπως και οι συνδυασμοί τους, για παράδειγμα: πράσινος σταυρός = φαρμακείο, κόκκινος σταυρός = Ερυθρός Σταυρός, μπλε σταυρός = ιατρείο ή νοσοκομείο (αν κι όχι απαραίτητα). Η γλώσσα δεν λειτουργεί έτσι όμως. Η φράση «πράσινος παπαγάλος» σημαίνει κάτι που είναι παπαγάλος κι είναι πράσινο· η φράση «κόκκινος παπαγάλος» σημαίνει κάτι που είναι παπαγάλος κι είναι κόκκινο· η φράση «μπλε παπαγάλος» σημαίνει κάτι που είναι παπαγάλος κι είναι μπλε – και πάει λέγοντας. 

Αυτή ακριβώς η συνδυαστική λειτουργία της γλώσσας μάς δίνει τη δυνατότητα να σχηματίσουμε άπειρες προτάσεις, κάθε μία από τις οποίες κατά κανόνα διατυπώνει μια εντελώς διαφορετική σκέψη. Αυτή λοιπόν είναι η ιδιομορφία της γλώσσας, η νοητική γραμματική, που καθιστά τη γλώσσα ανθρώπινο προνόμιο και απελευθερώνει τη δημιουργικότητα της ανθρώπινης σκέψης.