Σελίδες

4/12/11

Λογική και σημασιολογία

Ας σκεφτούμε ποιοι κλάδοι επιστημονικής γνώσης χρησιμοποιούνται κάποτε ως λοιδορίες: η φιλολογία και η φιλοσοφία, ιδίως στον πληθυντικό. Οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν με παρόμοιο τρόπο και το «semantics» (σημασιολογία), θεωρώντας ότι πραγματεύεται σχολαστικά και «φιλολογικά» (είδατε;) τις σημασίες των λέξεων, ότι πρόκειται για στρυφνή εξάσκηση στη διύλιση του κώνωπα.

Η σημασιολογία είναι η μελέτη της γλωσσικής σημασίας και, κατ’ επέκταση, της σχέσης της με τη νόηση. Οπως κάθε θεωρητικός κλάδος επιστημονικής γνώσης, έχει πρακτικές εφαρμογές μόνον εμμέσως. Ωστόσο, όπως κάθε θεωρητικός κλάδος επιστημονικής γνώσης, οι πρακτικές και εμπειρικές συνέπειές της είναι κεφαλαιώδους σημασίας, έστω και εμμέσως.

Θα ξεκινήσω με μια εξιστόρηση, διαφωτιστική ελπίζω. Το 1995, όταν η Ευρώπη ήταν ακόμα και ιδεώδες, και όχι μόνον άθυρμα των «αγορών» ή σκακιέρα μικρών πολιτικών, πέντε φοιτητές από κάθε χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης στάλθηκαν στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών της Ρεν για να συμμετάσχουν σε σεμινάριο με θέμα τις προοπτικές καλής γειτονίας στην περιοχή, την εποχή αμέσως πριν από την ενδιάμεση συμφωνία με την περιφραστική γειτονική χώρα και μεσούσης της πολιορκίας του Σεράγεβο.

Ενας από τους εισηγητές ήταν και ο φημισμένος Τυνήσιος ψυχαναλυτής Φετί Μπενσλαμά, ο οποίος, ανάμεσα στα άλλα, μας είπε ότι «ως γνωστόν, το αντίθετο του “όλοι” δεν είναι “κανείς”: το αντίθετο του “όλοι” είναι “όχι όλοι”». Προσωπικά, παρότι μόλις είχα αποφοιτήσει από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, είχα διδαχθεί ελάχιστη Σημασιολογία και καθόλου Λογική. Συνεπώς, εντυπωσιάστηκα και προβληματίστηκα από αυτή την απόφανση, που μου είχε φανεί βαθυστόχαστη και πρωτότυπη· κι ας αναρωτιόμουν πού να στηριζόταν.

Πολύ συχνά, όπως συνέχισε ο Μπενσλαμά, η πολιτική ρητορεία προσπαθεί να μας πείσει ότι το αντίθετο του «όλοι» είναι «κανείς» ή ότι το αντίθετο του «πάντοτε» είναι «ποτέ». Ενίοτε η πολιτική ρητορεία εκβιάζει τη συναίνεσή μας με αυτόν τον τρόπο: λ. χ,. προσπαθεί να μας πείσει πως αν δεν είναι αλήθεια ότι όλοι υποστηρίζουν την τάδε πολιτική, τότε κανείς δεν υποστηρίζει την τάδε πολιτική. Επίσης, και πάλι παραδείγματος χάρη, αν δεν είναι αλήθεια ότι πάντοτε συμβαίνει το δείνα γεγονός, τότε ποτέ δεν συμβαίνει το δείνα γεγονός.

Και όμως (όπως έμαθα αργότερα) οι αρχές της κατηγορικής λογικής, κλάδου της Λογικής και βασικού εργαλείου της Σημασιολογίας, μας δείχνουν ξεκάθαρα ότι η άρνηση, το «αντίθετο» αν θέλετε, του «όλοι», είναι το «όχι όλοι» και ότι η άρνηση, το «αντίθετο» αν θέλετε, του «πάντοτε» είναι το «όχι πάντοτε».

Γιατί τα λέω αυτά. Πρώτον, γιατί η (τυπική) Λογική αποτελεί ουσιώδη γυμναστική για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης: μια έστω και στοιχειώδης εξοικείωση μαζί της θα μπορούσε να μας προστατέψει από λογικές πλάνες και λογικά άλματα που χρησιμοποιούνται στον δημόσιο λόγο, πλάνες και άλματα που αποσκοπούν στον πειθαναγκασμό και, ευρύτερα, στον έλεγχο της κοινής γνώμης. Το παράδειγμα που έφερα είναι σχετικά περιορισμένης εμβέλειας αλλά ενδεικτικό: αφθονούν τα δείγματα πολιτικής ρητορείας στα οποία η λογική καταστρατηγείται, ενώ βρίθουν από επικλήσεις στην «κοινή λογική». Δεύτερον, και γενικότερα, η εκλαΐκευση των θεωρητικών κλάδων της επιστήμης είναι δύσκολη υπόθεση και η εγγενής πολυπλοκότητά τους τις καθιστά μάλλον δύσπεπτες σε έναν κόσμο μπουχτισμένο από την πληροφορία και εθισμένο σε εύκολες εξηγήσεις και απλοϊκές ερμηνείες. Και όμως, όπως υπάρχει άρρηκτη σύνδεση μεταξύ των εξισώσεων της θεωρητικής φυσικής και του GPS στο αμάξι μας ή της μοριακής βιολογίας και των φαρμάκων μας, έτσι υπάρχει άρρηκτη σύνδεση μεταξύ Λογικής και πολιτικού λόγου, τελικά. Η Σημασιολογία μόνο περιττή δεν είναι.

Ευχαριστώ τους Γ. Βασιλάκη, Θ. Κάππα, Κ. Κωστάκο και Ι. Παπαδοπούλου για τη βοήθειά τους.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 4ης Δεκεμβρίου 2011] 

27/3/11

Το παρελθόν είναι ξένη χώρα

Δε χρειάζεται να εξηγήσει κανείς γιατί η αρχαία γλώσσα μας θεωρείται εθνικός θησαυρός, και μάλιστα αδαπάνητος και αναπαλλοτρίωτος: θα ήταν επίσης σπατάλη χώρου και αναγνωστικού χρόνου να εκθειάσει κανείς τη σημασία της ή το πόσο κεφαλαιώδη κείμενα γράφτηκαν σε αυτή. Αν αρμόζει η μεταφορά, η αρχαία ελληνική είναι μια θαυμαστή χώρα, όμορφη και συναρπαστική.

Ωστόσο είναι ξένη χώρα. Προτού αγανακτήσει ο αναγνώστης ή ξεκινήσει να γράφει κάποια επιστολή διαμαρτυρίας, να εξηγηθώ: δε λέω ότι ανήκει στους ξένους, αλίμονο, άλλωστε την αποκάλεσα αναπαλλοτρίωτη πιο πάνω. Στο κάτω κάτω, οι γλώσσες στους ομιλητές τους ανήκουν τελικά. Την αποκαλώ ξένη από την άποψη του πόσο οικεία (δε) μας είναι: η Αρχαία μάς είναι απροσπέλαστη γραμματικά, εκτός και αν της αφιερώσουμε πολλή και κοπιώδη μελέτη, ενώ το λεξιλόγιό της κάποτε μας ξεγελάει, κάποτε κάτι μας θυμίζει, αλλά σπάνια μας είναι αναγνωρίσιμο χωρίς λεξικό. Όμως ας τα παραμερίσουμε όλα αυτά· ας αφήσουμε πίσω μας ακόμα κι ότι διαβάζουμε τα Αρχαία στην έντυπη εκδοχή της μικρογράμματης μορφής τους (καινοτομίας των βυζαντινών, αφού μέχρι τότε μόνον κεφαλαία υπήρχαν). Τουλάχιστον, η «τρομερή μας η λαλιά» θα μας ήταν οικεία σαν άκουσμα αν, παρά τις περικοπές στους πόρους για την Παιδεία, απορροφούσαμε ένα κονδύλιο για την κατασκευή μιας χρονομηχανής και μεταφερόμασταν στην Αθήνα του Σοφοκλέους, του Θουκυδίδου ή και του Αριστοτέλους.

Όχι. Δυστυχώς και εδώ, ιδίως εδώ, η Αρχαία θα μας ήταν αγνώριστη. Θα μας φαινόταν όχι μόνον ακατάληπτη στην προφορική της μορφή αλλά κι εντελώς ξενόφωνη. Τους χαρακτηριστικούς φθόγγους χ, γ, θ, δ, φ και β της νέας ελληνικής δε θα τους βρίσκαμε πουθενά, ο συνωστισμός μακρών φωνηέντων, βραχέων φωνηέντων και διφθόγγων (μερικών γνώριμων σε εμάς μόνον από ξένες γλώσσες) μέσα στα στόματα των ομιλητών θα μας ξένιζε οπωσδήποτε. Η κάπως σουηδόφωνη προσωδία της Αρχαίας με τα όντως μακρά και και τα όντως βραχέα αλλά και τους μουσικούς τόνους να ανεβαίνουν (οξεία) και να ανεβοκατεβαίνουν (περισπωμένη) θα μας έκανε να αναρωτιόμαστε μήπως η χρονομηχανή δε μας ταξίδεψε μόνο στον χρόνο αλλά και στον χώρο. Κα ποιος ξέρει τι άλλο, που χάθηκε μετά από 24 αιώνες σιωπής και μόνο γραπτής επιβίωσης της Αρχαίας. Μιας γλωσσικής ποικιλίας η οποία, μέσα από την Κοινή, διαμόρφωσε τη δική μας και, σε μεγάλο βαθμό, τον κόσμο όλο.

Δε θα μπορούσε όμως να έχει λειτουργήσει η καθαρεύουσα ως γέφυρα μεταξύ Αρχαίας και Νέας; Η καθαρεύουσα, αλλά και γενικά η προσέγγισή μας στην Αρχαία, ήταν βαθιά ανιστορική. Όπως μας δίδασκε η Μάρω Κακριδή-Φερράρι όταν ήμασταν φοιτητές, δε γίνεται να αναστήσεις τη μορφολογία και το συντακτικό μιας γλώσσας με τόσο διαφορετική προφορά από τη δική σου. Κοινώς, αν η καθαρεύουσα επικρατούσε, θα ήμασταν τουλάχιστον καταδικάσμένοι να μπερδεύουμε ημάς με υμάς. Παρόμοιες διαπιστώσεις έκαναν και οι λόγιοι που, ενώ ξεκίνησαν να αναβιώσουν τη βιβλική εβραϊκή στην Παλαιστίνη των αρχών του 20ου αιώνα, έγιναν κάποιοι από αυτούς μάρτυρες της δημιουργίας μιας καινούργιας ποικιλίας, της σύγχρονης εβραϊκής. Στη δική μας περίπτωση, η καθαρεύουσα ξεκίνησε ως πανελλήνιο διδακτικό πείραμα γλωσσικής αναβίωσης αλλά κατέληξε τροφοδότης λογαριασμός της σύγχρονης γλώσσας με λεξιλογικό πλούτο – αλλά και με πολλή επιπόλαια ή και επίπλαστη λογιοσύνη: τις ελληνικούρες. Δεν νομίζω πως θα μπορούσε να είχε γίνει κι αλλιώς.

Γενικότερα, δεν πρέπει να μας ξεγελάει η σχετική αναγνωρισιμότητα που δίνει στην Αρχαία ο τρόπος γραφής της: η νέα ελληνική και η αρχαία ελληνική μοιάζουν και μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως δύο στάδια μιας αδιάσπαστης συνέχειας μόνο χάρη στη φιλολογική, στη γλωσσική και (τον τελευταίο ενάμισυ αιώνα) στη γλωσσολογική ανάλυση.

Και όπως πάντοτε, από την ξένη χώρα που λέγεται παρελθόν παίρνουμε βεβαίως ό,τι χρειαζόμαστε αλλά και μόνον ό,τι είμαστε σε θέση να πάρουμε.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 26ης Μαρτίου 2011]

20/2/11

(Δε) μαθαίνω αγγλικές λεξούλες με τους αγαπημένους μου ήρωες

Ο ανηψιός μου βλέπει πολλή τηλεόραση. Το γεγονός αυτό δε με ανησυχεί ιδιαίτερα, άλλωστε ανήκω στην πρώτη γενιά που μεγάλωσε με τηλεόραση στην Ελλάδα και όταν ήμουν μικρός δεν ξεκολλούσα από μπροστά της, ενώ ήξερα απ’ έξω τις διαφημίσεις, τα διάφορα σήριαλ, κτλ. Ωστόσο δε με έβλαψε ιδιαιτέρως η προσήλωσή μου στο χαζοκούτι, παρ’ όλα όσα θρυλούνταν τότε κι αργότερα.

Ο ανηψιός μου, που θα κλείσει τα τρία τον Μάιο, είναι πάντως πιο τυχερός από εμένα, αφού σήμερα υπάρχουν πάρα πολλές παιδικές εκπομπές που απευθύνονται σε συγκεκριμένες ηλικίες και με σαφείς εκπαιδευτικούς σκοπούς: να αναπτύξουν την προσοχή, την εφευρετικότητα και την παρατηρητικότητα των παιδιών, να εξασκήσουν τις μουσικές δεξιότητές τους ή να τα εξοικειώσουν με μουσική πέρα από τον καθημερινό θόρυβο, να τους εμπλουτίσουν το λεξιλόγιο, να τους βοηθήσουν να μάθουν ξένες γλώσσες κ.ο.κ.

Ας δούμε λίγο αυτό το τελευταίο. Πολλές παιδικές εκπομπές αφηγούνται ιστοριούλες των οποίων οι χαρακτήρες επαναλαμβάνουν πολλές από τις λέξεις-κλειδιά και στα αγγλικά. Στην αρχή νόμισα ότι παράκουσα, μετά ξενίστηκα, κατέληξα να δυσαρεστηθώ. Να εξηγήσω γιατί.

Ας πούμε ότι σε αυτά τα εκπαιδευτικού χαράκτηρα κινούμενα σχέδια η μικρή εξερευνήτρια ή ο φιλόπονος μάστορας βλέπουν, λ.χ., έναν χιμπαντζή ή ένα σφυρί. Θα πουν αντίστοιχα «κοίτα! ένας χιμπαντζής» ή «να το σφυρί!», ή κάτι τέτοιο. Κι αμέσως μετά θα προσθέσουν «τσιμπανζή» και «χάμερ». Υποθέτω ότι ο σκοπός αυτής της παράθεσης των αγγλικών συνωνύμων μετά από μια καινούργια λέξη είναι να εξοικειωθούν τα ελληνόπουλα με το αγγλικό λεξιλόγιο. Κι ενώ αυτή η πρακτική δε βλάπτει τους μικρούς τηλεθεατές, είναι πάντως εν πολλοίς μάταιη για τουλάχιστον τρεις λόγους.

Πρώτον, οι λέξεις δίνονται με ελληνικότατη προφορά (γι’ αυτό χρησιμοποίησα ελληνικά γράμματα για τα πιο πάνω παραδείγματα), άρα τα νήπια και τα παιδιά μάλλον αδυνατούν να τις ξεχωρίσουν από τις λέξεις της μητρικής τους γλώσσας: κανένα τρίχρονο δεν προβληματίστηκε αν η λέξη ‘μπιμπερό’ ή ‘ασανσέρ’ είναι γαλλικής καταγωγής…

Δεύτερον, η παράθεση «αγγλικών» λέξεων εκτός γλωσσικών συμφραζομένων, δηλαδή «να το σφυρί! χάμερ!» δεν οδηγεί απαραιτήτως τους μικρούς θεατές στο να συμπεράνουν ότι λ.χ. το ‘χάμερ’ θα μπορούσε να είναι συνώνυμο του ‘σφυρί’ σε μια ξένη γλώσσα. Πιθανότατα λοιπόν αγνοούν εντελώς αυτά τα παράξενα εκφωνήματα.

Τρίτον, ακόμα και αν οι αγγλικές λέξεις δίνονταν με τις ορθές προφορές τους (π.χ. «chimpanzee» με παχύ ch στην αρχή, βραχύ ι και μακρό ι στο τέλος κτλ.), είναι πάρα πολύ αμφίβολο ότι ο μικρός τηλεθεατής ή η μικρή τηλεθεάτρια θα μπορούσαν να ταυτίσουν τη σημασία της με την προηγούμενη λέξη. Στην καλύτερη περίπτωση θα εξοικειώνονταν μόνο με την ύπαρξη μιας ξένης γλώσσας, της αγγλικής, αλλά αυτή η εξοικείωση πρέπει να είναι αυτονόητη σε σπιτικά που διαθέτουν τηλεόραση.

Γενικότερα, ούτε οι μικροί, αλλά ούτε καλά-καλά οι μεγάλοι, μαθαίνουμε λεξιλόγιο εκτός συμφραζομένων, πολλώ δε μάλλον με την κάπως μπακάλικη μέθοδο του να παρατίθεται η ξένη μετάφρασή της αμέσως μετά την ελληνική λέξη. Εάν οι μεταγλωττιστές (και, βεβαίως, οι παραγωγοί) των εκπαιδευτικών αυτών εκπομπών συμβουλεύονταν κάποιον ειδικό στη γλωσσική ανάπτυξη, ίσως θα είχαν αποφύγει να ακολουθούν και να εφαρμόζουν τέτοιες ατελέσφορες μεθόδους.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 20ης Φεβρουαρίου 2011]

5/12/10

Ξέρει ο πρωθυπουργός ελληνικά;

Δεν πρωτοτυπεί ο Στάθης της Ελευθεροτυπίας όταν διαγινώσκει ότι ο Γιώργος Παπανδρέου πάσχει από κάποιου είδους γλωσσική διαταραχή, και μάλιστα γλωσσική διαταραχή γραμματικού χαρακτήρα. Γράφει λοιπόν στην Ελευθεροτυπία της Δευτέρας 8 Νοεμβρίου ότι «ο εντολοδόχος πρωθυπουργός της Τρόικας Παπανδρέου άρχισε να κλίνει τη λέξη ‘πατριώτης’ σε όλες τις πτώσεις – τις δύο που γνωρίζει».

Παρόμοια σχόλια γράφονται και ακούγονται για τις γλωσσικές του επιδόσεις από τον καιρό που ο Παπανδρέου ήταν απλός υπουργός, ενώ στο παρελθόν διαγνώσεις γραμματικών διαταραχών έχουνε γίνει και για τον Κώστα Σημίτη, για τον Μιλτιάδη Έβερτ και για άλλους πολιτικούς. Δεδομένου ότι δεν είμαι κλινικός γλωσσολόγος (άρα δεν μπορώ να δώσω ασφαλείς γνωματεύσεις σε ζητήματα διαταραχών) ούτε έχω μελετήσει την περίπτωση Παπανδρέου προσεκτικά, απλώς θα τη χρησιμοποιήσω για αφορμή για να μιλήσω για τα γλωσσικά λάθη.

Πράγματι, ακούγοντας κανείς τον πρωθυπουργό, γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι σε κάποια σημεία δε μιλάει στρωτά και αβίαστα. Για παράδειγμα, πολλές φορές επαναλαμβάνει συλλαβές, ενίοτε κομπιάζει ή κάνει σαρδάμ· επιπλέον, σε κάποιες περιπτωσεις ακυρολεκτεί: όταν χρησιμοποίησε την έκφραση «μηδέν εις το πηλίκιο» (αντί για «μηδέν εις το πηλίκο»), χάλασε ο κόσμος. Κάτι που, παρεμπιπτόντως, μαρτυρεί ποιες είναι οι ευαισθησίες και προτεραιότητες μεγάλου μέρους του δημοσιογραφικού κόσμου.
Βεβαίως, αν η γλώσσα που παράγουμε είναι ενδεικτική της νόησής μας, τέτοιες ευαισθησίες και προτεραιότητες είναι δικαιολογημένες: αν η ευφράδεια είναι δείκτης ευφυίας και ευστροφίας, αν ο εκφραστικός πλούτος υποδηλώνει ανεξαιρέτως βάθος σκέψης και ικανότητα για σύνθετη συλλογιστική, ποιος θέλει στο τιμόνι κάποιον που «γνωρίζει μόνο δύο πτώσεις»;

Ωστόσο, οι περισσότεροι αντιλαμβανόμαστε ότι δυσκολία στην ομιλία και γλωσσικά λάθη δε μαρτυρούν απαραίτητα κάποιο νοητικό έλλειμμα. Λόγου χάρη, πολλοί από εμάς (ένα 5 με 10%), αν και με νοημοσύνη μέσα στα κανονικά πλαίσια, πάσχουν από κάποιας μορφής Ειδική Γλωσσική Διαταραχή. Ενδεχομένως εκεί θα αναζητούσαν κάποιοι την αιτία της – ας πούμε – βραδυγλωσσίας του κυρίου Παπανδρέου. Δε θα έσπευδα να συγκαταλεγώ ανάμεσά τους.

Απεναντίας, για λίγο καιρό υποψιαζόμουν ότι όντως οι γλωσσικές δυσκολίες του πρωθυπουργού πήγαζαν από το ότι – όπως ισχυρίζονται κάποιοι – τα ελληνικά δεν είναι ανάμεσα στις μητρικές του γλώσσες. Αυτό ωστόσο θα προϋπέθετε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου τού απευθυνόταν αποκλειστικά στα αγγλικά όταν ήταν παιδί, πράγμα δύσκολο να πιστέψει κανείς, δεδομένων και των αγγλικών του Ανδρέα: κάποια στιγμή θα κουραζόταν. Τέλος πάντων, έχοντας πρόσφατα πολλές ευκαιρίες να παρακολουθήσω ομιλίες του Γιώργου Παπανδρέου και στα ελληνικά και στα αγγλικά, για τους γνωστούς πολύ δυσάρεστους λόγους, παρατήρησα ότι επαναλαμβάνει συλλαβές, κομπιάζει και κάνει σαρδάμ ακόμα και όταν μιλάει στην αγγλική. Η οποία, μετά από πρόχειρη παρατήρηση, δε φαίνεται να είναι μία από τις μητρικές του γλώσσες. Αλλού φαίνεται να βρίσκεται η αιτία της τάσης του πρωθυπουργού να σκοντάφτει στην ομιλία του και να κάνει (σχετικά) συχνά γλωσσικά λάθη.

Όσοι γνωρίζουν βασικές αρχές γλωσσολογίας (ή, έστω, έχουν αυτό που λέμε κοινό νου) αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ γλωσσικής ικανότητας (της υπόρρητης γνώσης της γλώσσας που έχουμε όλοι) και γλωσσικής πραγμάτωσης. Και όλοι έχουμε πείρα πόσο το άγχος, το τρακ, η κόπωση κτλ. επηρεάζουν τη γλωσσική πραγμάτωση και μας κάνουν να υποπίπτουμε σε λάθη, ανακολουθίες, σαρδάμ κτλ. Αντιλαμβανόμαστε επίσης ότι πολλοί από εμάς, όπως υπαινίχθηκα πιο πάνω, απλώς έχουμε μια γενικότερη δυσκολία στη γλωσσική πραγμάτωση: δε γυρίζει η γλώσσα μας, που λέμε. Αυτή θα υποψιαζόμουν ότι είναι και η περίπτωση Παπανδρέου.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 5ης Δεκεμβρίου 2010]

3/10/10

Οι γλωσσολόγοι και οι Υoung Αmericans

Σε μια σειρά ομιλιών για το ευρύ κοινό που διοργάνωσε η εφημερίδα Πολίτης στη Λευκωσία, παρουσίασα τρεις διαλέξεις για τη γλώσσα: μια μικρή εισαγωγή στη Γλωσσολογία. Στις πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις που ακολούθησαν ξανακούστηκε η ένσταση ότι οι γλωσσολόγοι, αντίθετα με τους αυστηρούς φιλολόγους, ανεχόμαστε ό,τι να ’ναι στη γλώσσα: και τα «επέλεξε τι θες» και ένα σωρό άλλα τέτοια.

Προσπάθησα να εξηγήσω λοιπόν ότι οι γλωσσολόγοι μελετάμε το γλωσσικό φαινόμενο και τη γλωσσική αλλαγή, τα οποία προσπαθούμε να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε, όχι να τα ρυθμίσουμε (τουλάχιστον όχι συνήθως). Η περιγραφή και η επιστημονική ερμηνεία του γλωσσικού φαινομένου δε συνιστούν βεβαίως τον αντίποδα της γλωσσικής ρύθμισης, όπως καμμιά φορά εσφαλμένα λέμε στους φοιτητές, παρά πρόκειται για κάτι τελείως διαφορετικό. Να το πω κι έτσι: άλλη η δουλειά του βοτανολόγου και άλλη του γεωπόνου.

Ωστόσο, βεβαίως, κάθε μορφωμένος άνθρωπος προβληματίζεται για τα γλωσσικά θέματα. Το κείμενο του Νίκου Ξυδάκη «Το κόνσεπτ, το πρότζεκτ, το μπάτζετ» στην Κ της 19ης Σεπτεμβρίου μιλάει για τα αγγλικά στη σύγχρονη Ελλάδα με τρόπο που αναδεικνύει τη διάσταση της γλώσσας ως πολιτισμικής κατασκευής και της γλώσσας ως φυσικού αντικειμένου. Ο Ξυδάκης επισημαίνει σωστά ότι η αγγλόχρωμη αργκό των νέων είναι εφήμερη: «κάθε γενιά χρειάζεται τη δική της ιδιόλεκτο, μια μυητική αργκό, προσωρινή […]». Εδώ υπενθυμίζω και τις λόγιες γαλλικούρες του πρώτου μισού του 20ου αιώνα ή τα γαλλικά με τα οποία η ρωσική ελίτ επικοινωνούσε τον 19ο αιώνα (όπως αποτυπώνεται και στα μεγάλα ρωσικά μυθιστορήματα της εποχής).

Στη συνέχεια ο Ξυδάκης αναρωτιέται «Γιατί τα αγγλικά κατακλύζουν τον καθημερινό λόγο;». Θα συμπληρώσω τον προβληματισμό του με κάποιες δικές μου εικασίες. Στο άρθρο λοιπόν υπάρχει μια διατύπωση-κλειδί: «τα πλούσια, καλά ελληνικά είναι δύσκολα και σχεδόν ανώφελα οικονομικά-εργασιακά». Εδώ ταιριάζει ωραιότατα ο παραλληλισμός με τις ρωσικές ελίτ του 19ου αιώνα, οι οποίες ναι μεν ρητόρευαν και προβληματίζονταν συστηματικά για τη μοίρα της Ρωσίας στον κόσμο και για τη μεγάλη αποστολή της, όμως παράλληλα θα επιθυμούσαν (και ενίοτε το έπρατταν) να βρίσκονται κάπου αλλού και να είναι κάποιοι άλλοι. Υποθέτω λοιπόν ότι τα ελληνικά είναι ντεπασέ οικονομικά-εργασιακά, όχι λόγω της παγκοσμιοποίησης και της επικράτησης αγγλικής ορολογίας στον χώρο των επιχειρήσεων, ούτε βεβαίως επειδή υφίσταται ενδεχόμενο «εγκατάλειψης της μητρικής γλώσσας». Ο λόγος που ακούμε τόσα αγγλικά είναι επειδή οι ελίτ που τα μασουλάνε θα ήθελαν κατά βάθος να είναι αμερικάνοι ή και τα αμερικανάκια που πρόθυμα χλευάζουν: αμερικάνοι οικονομικά και πολιτικά, ίσως και κοινωνικά και πολιτισμικά. Κάπως έτσι συνέβη και με τα γαλλικά παλιότερα.

Ενδεχομένως να πλανώμαι, επαναλαμβάνω ότι εικασίες κάνω. Όμως, όπως τόνισα και στις διαλέξεις, η Γλωσσολογία μάς προπονεί στο να ξεχωρίζουμε τη γλώσσα ως πολιτισμική κατασκευή, συστατικό ταυτότητας και εργαλείο κοινωνικοπολιτικής χειραφέτησης ή εξουσιασμού, από τη γλώσσα ως φυσικό αντικείμενο, πανανθρώπινο κτήμα και φαινόμενο γνωστικού χαρακτήρα μέσα στην ποικιλότητά του. Έτσι, στο θέμα μας, πριν μελετήσουμε τους κοινωνικούς παράγοντες που ευνοούν τον δανεισμό και την προσφυγή στην εναλλαγή κωδίκων πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε τους ενδογλωσσικούς μηχανισμούς του δανεισμού και της εναλλαγής κωδίκων: «[αγγλικά ουσιαστικά] δεμένα με λίγα ελληνικά ρήματα», λέει ο Ξυδάκης. Συνήθως γουίθ στρονγκ γκρηκ άξεντ, επίσης.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 3ης Οκτωβρίου 2010]

5/9/10

Από την Καθολική Γραμματική στην εξαφάνιση των γλωσσών

Δεν άργησε να αναδημοσιευθεί στα ελληνικά (στο Βήμα της 22ης Αυγούστου 2010) το άρθρο της Christine Kenneally που παρουσιάζει πρόσφατους ισχυρισμούς των Λέβινσον και Έβανς (βασισμένους σε ήδη γνωστά δεδομένα) σχετικά με τη μη ύπαρξη της Καθολικής Γραμματικής, δηλαδή των κοινών δομικών χαρακτηριστικών όλων των ανθρώπινων γλωσσών.

Για να μη μένουν με την απορία οι αναγνώστες της Κ και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς, η Καθολική Γραμματική ως ένας πυρήνας δομικών αρχών και περιορισμών που διέπουν όλες τις ανθρώπινες γλώσσες εξηγεί με επάρκεια την κατά βάθος ομοιoμορφία των ανθρώπινων γλώσσών. Παράλληλα, η γοητευτική αλλά περιορισμένη ποικιλομορφία τους οφείλεται σε δύο παράγοντες.

Πρώτον, κάποιες αρχές της Καθολικής Γραμματικής (όχι όλες τους) διακρίνονται από μιας μορφής ελαστικότητα: έτσι, όλες ανεξαιρέτως οι ανθρώπινες γλώσσες έχουν δομικού χαρακτήρα κανόνες, όμως μόνο μερικές από αυτές έχουν υποχρεωτικά υποκείμενα στις προτάσεις τους. Δεύτερον, οι γλώσσες διαφέρουνε βεβαίως και εξαιτίας εξωγενών παράγοντων, τους οποίους με θέρμη επικαλούνται οι Λέβινσον και Έβανς και συζητάει η Kenneally στο άρθρο της: π.χ. σε κοινωνίες όπως οι δικές μας στις οποίες οι γενεαλογίες και τα κοινωνικά δίκτυα είναι απλά και περιορισμένα, δεν υπάρχει μονολεκτικός όρος για τα ξαδέρφια εξ αγχιστείας, όπως τα παιδιά αδερφών συννυφάδων.

Προς τι λοιπόν το ενδιαφέρον του άρθρου; Κατ’ αρχήν στο ότι, αν και κακογραμμένο και μπερδεμένο, είναι λιγότερο ανακριβές απ’ ό,τι ένα μέσο άρθρο του επιστημονικού ρεπορτάζ. Αυτό βεβαίως δεν είναι και ιδιαίτερα παρήγορο, αφού το λεγόμενο επιστημονικό ρεπορτάζ αποτελεί παγκοσμίως συνεπή πηγή αφάνταστης διαστρέβλωσης και ενίοτε σουρεαλιστικής παραπληροφόρησης για επιστημονικά ζητήματα – ρωτήστε τους φυσικούς ή τους γιατρούς…

Δεύτερον, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει της μόδας να δημοσιεύονται εκτενή άρθρα για τη γλώσσα που διαλαλούν την πτώση της θεωρίας της Καθολικής Γραμματικής, την τελική αναίρεση της θεωρίας της Γενετικής Γραμματικής, τη διάψευση του Τσόμσκυ και άλλα παρόμοια. Το άρθρο της Kenneally εντάσσεται σε αυτήν την τάση. Φυσικά είναι αναγκαίο να αμφισβητούνται επιστημονικές θεωρίες και να επανεξετάζονται οι προβλέψεις και οι ισχυρισμοί τους. Έτσι, οι πρόσφατες προτάσεις του Μάικλ Τομαζέλλο (τον οποίο το Βήμα αναφέρει ως ‘Τομασίνο’) ότι η γλωσσική κατάκτηση των ρηματικών συνόλων μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά ως γενίκευση συγκεκριμένων μοτίβων έδωσε πολύτιμη ώθηση στις γλωσσικές σπουδές.

Αυτό που καταντάει κουραστικό στον χώρο του επιστημονικού ρεπορτάζ γύρω από τη γλώσσα είναι ότι οι συντάκτες του ενδιαφέρονται κυρίως να υπερασπίσουν α πριόρι κάποιες πολιτικές ή ιδεολογικές θέσεις παρά να μιλήσουν για γλωσσολογικές ανακαλύψεις ή θεωρητικές προτάσεις για τη γλώσσα.

Έτσι, ούτε λίγο ούτε πολύ, το επιχείρημα της Kenneally πάει ως εξής: πρέπει να εγκαταλείψουμε τη θεωρία της Καθολικής Γραμματικής γιατί, αν όλες οι γλώσσες διέπονται κατά βάθος από τις ίδιες δομικές αρχές, τότε δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για τη μαζική εξαφάνιση γλωσσών: όλες ίδιες είναι στο κάτω-κάτω. Οι Λέβινσον και Έβανς είναι μόνο η αφορμή. Βεβαίως, η αντίληψη ότι θα πρέπει να διασώσουμε τις γλώσσες υπό εξαφάνιση μόνον αν αποτελούν ριζικά διαφορετικές λύσεις σε επικοινωνιακά προβλήματα μέσα σε συγκεκριμένα πολιτισμικά συμφραζόμενα, και όχι εάν αποτελούν παραλλαγές σε ένα γενετικά καθορισμένο θέμα, είναι σχεδόν παιδαριώδης. Άλλωστε αναιρείται και από την ίδια τη συντάκτρια στο τέλος του άρθρου της: οφείλουμε να διασώσουμε τις απειλούμενες με εξαφάνιση γλώσσες επειδή κάθε μία από αυτές «περιλαμβάνει ένα ολόκληρο ράφι βιβλιοθήκης με εθνολογικές πληροφορίες το οποίο κινδυνεύει να χαθεί χωρίς ποτέ να μάθουμε τι βιβλία περιείχε».

Στη μνήμη του αγαπητού συναδέλφου Παύλου Παύλου που χάσαμε νεώτατο στις 22 Αυγούστου, χτυπημένο από καρκίνο.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 5ης Σεπτεμβρίου 2010]

18/7/10

Γλωσσική κατάκτηση και κοινωνικός αποκλεισμός στο Γκάζι

Πριν λίγο καιρό η Τίνα Σταύρου των Δρόμων Ζωής μου μιλούσε για το αθόρυβο και ζωτικό έργο της εθελοντικής οργάνωσης, που ασχολείται με τα παιδιά από τη Θράκη που ζουνε στο Γκαζοχώρι. Ενώ συζητούσαμε, μου είπε για μια αξιοσημείωτη αλλαγή που συνέβη στη γειτονιά τα τελευταία χρόνια. Δε μιλάμε φυσικά για τη μετατροπή της γειτονιάς από άβατη φτωχογειτονιά σε μέγα διασκεδαστήριο, αλλά για ένα φαινόμενο πολύ πιο καθοριστικό για τη ζωή των κατοίκων της: ένα φαινόμενο όπου η πολιτική συναντάει τη γλωσσική ανάπτυξη.

Προτού προχωρήσω στην ουσία, μια διευκρίνιση για τους τύπους: η μειονότητα που ζούσε κι ακόμα ζει στο Γκαζοχώρι μιλάει τούρκικα και προέρχεται από τη Θράκη. Αντιλαμβάνομαι ότι από τη δεκαετία του ’80 και μετά γίναμε στην Ελλάδα θιασώτες των τύπων και των διατυπώσεων της συνθήκης της Λωζάννης, οπότε είτε ονομάζουμε τους μειονοτικούς της Θράκης αποκλειστικά «μουσουλμάνους», είτε διυλίζουμε τον κώνωπα σχετικά με την εθνοτική σύνθεση της μειονότητας (κατά το τριμερές σχήμα Τούρκοι-Πομάκοι-Ρομ), είτε καταφεύγουμε σε άλλους πατερναλιστικούς όρους. Θα παραμερίσω όλα τα παραπάνω γιατί συνιστούν μορφές εθελοτυφλίας, γλωσσικής αδικίας ή και γλωσσικής καταστολής (αφου ασκούμε εξουσία σε ό,τι ονομάζουμε μονομερώς).

Όταν λοιπόν το κουλ Γκάζι ήταν απλώς το Γκαζοχώρι, τα μικρά παιδάκια από τη Θράκη μιλούσαν τη μητρική, και γλώσσα της κοινοτητάς τους, τουρκική αλλά και ελληνικά, τα οποία μάθαιναν από τη συναναστροφή τους με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς. Η συναναστροφή αυτή συντελούνταν και στην προσχολική ηλικία, σε μια παιδική χαρά στην οδό Βουτάδων, και στο δημοτικό σχολείο.

Δύο γεγονότα άλλαξαν αυτή την κατάσταση: η παιδική χαρά αντικαταστάθηκε από το αναίτια θηριώδες ορθομαρμαρωμένο μαυσωλείο που λειτουργεί ως ο σταθμός του Κεραμεικού. Έτσι μειώθηκαν δραματικά οι ευκαιρίες κοινωνικής (και άρα γλώσσικής) επαφής με ελληνόφωνα παιδακια. Παράλληλα, τα όρια της περιφερείας του δημοτικού σχολείου στο Γκάζι συρρικνώθηκαν, με αποτέλεσμα οι μαθητές του σχολείου να είναι πια στη συντριπτική πλειοψηφία τους τουρκόπουλα. Έτσι, τα παιδιά του σχολείου έχουνε πια πολύ λιγότερες ώρες επαφής με τα ελληνικά εκτός μαθήματος.

Το αποτέλεσμα είναι ότι τα μικρότερα τουρκόπουλα στο Γκάζι, οι καινούργιες γενιές, μιλάνε πια λιγότερα και ατελέστερα ελληνικά, πράγμα το οποίο επηρεάζει τη σχολική τους επίδοση, πράγμα το οποίο επηρεάζει τις μελλοντικές προοπτικές τους και την κοινωνικοποίησή τους έξω από την κοινότητά τους – με ό,τι αυτά συνεπάγονται.

Στην πράξη λοιπόν βλέπουμε τις συνεπειες ενός εμπειρικά θεμελιωμένου κοινού τόπου στη Γλωσσολογία: κατακτούμε με ευκολία και ευχέρεια (και) τη γλωσσική ποικιλία που μιλούν οι συνομήλικοί μας όταν είμαστε περίπου 4 με 10 ετών. Αυτό είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης νόησης και βιολογίας: μέσα σε μια κρίσιμη ηλικία εντυπωνόμαστε (και) τη γλωσσική ποικιλία των συνομηλίκων, όχι μόνον των γονέων μας.

Όταν λοιπόν κάποιοι συνομήλικοι αυτών των παιδιών μιλούσαν ελληνικά, τα τουρκόπουλα στο Γκάζι κατακτούσαν τη γλώσσα και γινόντουσαν δίγλωσσα, όπως π.χ. τα παιδιά μεταναστών ανά τον κόσμο, που κατακτούν τη γλώσσα της χώρας υποδοχής ξεπερνώντας τους γονείς τους σε γλωσσική ικανότητα. Λιγότερα ελληνόφωνα παιδιά στον κοινωνικό περίγυρο των παιδιών αυτών στην προσχολική και στην πρώτη σχολική ηλικία συνεπάγεται την αποτυχία τους να κατακτήσουν την ελληνική σε επίπεδο μητρικής ή σχεδόν μητρικής γλώσσας. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι προφανή.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 18 Ιουλίου 2010]