Σελίδες

29/11/13

Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει

Η γλώσσα της Καλομοίρας, τα γκρίκλις και διάφορα άλλα γλωσσικά ζητήματα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Essex και καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, μιλά στο LIFO.gr Πηγή: www.lifo.gr

Του M. Hulot.
Η γλώσσα της Καλομοίρας, τα γκρίκλις και διάφορα άλλα γλωσσικά ζητήματα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Essex και καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, μιλά στο LIFO.gr Πηγή: www.lifo.gr
Η γλώσσα της Καλομοίρας, τα γκρίκλις και διάφορα άλλα γλωσσικά ζητήματα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Essex και καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, μιλά στο LIFO.gr Πηγή: www.lifo.gr
Η γλώσσα της Καλομοίρας, τα γκρίκλις και διάφορα άλλα γλωσσικά ζητήματα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Essex και καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, μιλά στο LIFO.gr Πηγή: www.lifo.gr
Η γλώσσα της Καλομοίρας, τα γκρίκλις και διάφορα άλλα γλωσσικά ζητήματα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Essex και καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, μιλά στο LIFO.gr Πηγή: www.lifo.gr
Η γλώσσα της Καλομοίρας, τα γκρίκλις και διάφορα άλλα γλωσσικά ζητήματα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Essex και καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, μιλά στο LIFO.gr Πηγή: www.lifo.g
Πόσο καιρό ασχολείσαι με τη γλώσσα; Τι σου έχει προσφέρει αυτό;


Κανονικά εδώ απαντάμε "με τη γλώσσα ασχολούμαι από μικρό παιδί", ε; Αλλά μπα. Πρωτοενδιαφέρθηκα κάπως στη Β' Λυκείου, αλλά ως φοιτητής δεν ήξερα αν προτιμούσα να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία. Τελικά, στράφηκα στη Γλωσσολογία χάρη στον Γ. Μπαμπινιώτη και στη Δ. Θεοφανοπούλου-Κοντού, ενώ την οριστική ώθηση προς τα εκεί μού την έδωσε, με πλάγιο τρόπο, μια συμβουλή του Γ. Γιατρομανωλάκη.

Η Γλωσσολογία μού έχει προσφέρει χαρά και το ωραίο ταξίδι. Είμαι πάρα πολύ τυχερός που κάνω τη δουλειά που μου αρέσει, κι αυτό χάρη σε μια υποτροφία του ΙΚΥ και στην υποστήριξη των δικών μου ανθρώπων.

Έχουν κοινή καταγωγή οι γλώσσες;


Δεν ξέρουμε. Μάλλον όχι. Η εικασία ότι οι γλώσσες έχουνε κοινή καταγωγή έχει χρησιμοποιηθεί για να εξηγήσουμε τις εντυπωσιακές κατά βάθος ομοιότητες μεταξύ των γλωσσών. Από την άλλη, νέες γλώσσες δημιουργούνται συνεχώς, όπως οι κρεολές, και δημιουργούνται από ευτελή και περιορισμένα υλικά. Και αυτές οι γλώσσες είναι κατά βάθος όπως όλες οι άλλες, οι -- ας πούμε -- προγονικές.

Υπάρχουν γλώσσες πιο πολύπλοκες και πιο απλές; (Για ποιο λόγο;)


Όχι. Όλες οι γλώσσες είναι εξίσου πολύπλοκες, σε διαφορετικά επίπεδα ωστόσο: άλλη έχει πολύπλοκη μορφολογία και δεκάδες ρηματικούς τύπους, άλλη αυστηρούς κανόνες σχηματισμού προτάσεων κτλ. Όλες οι γλώσσες είναι εξίσου πολύπλοκες γιατί δεν αποτελούν πολιτισμικές κατασκευές (όπως το χρήμα), ώστε να αντανακλούν την οργάνωση του πολιτισμού που τις ομιλεί, παρά είναι προϊόντα της έμφυτης ικανότητάς μας για γλώσσα (της Καθολικής Γραμματικής) όπως αυτή πραγματώνεται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον.

Πώς γεννιέται και πόσο ζει μια γλώσσα;


Η γλώσσα ως στοιχείο πολιτισμικής παράδοσης ζει τόσο όσο το επιθυμεί (ας πούμε) ο πολιτισμός της: οι Ιταλοί δε θεωρούν ότι μιλάνε νεολατινικά εδώ και αιώνες. Όσον αφορά τη γλώσσα καθεαυτή τώρα, κάθε παιδί που κατακτά γλώσσα την επανοικοδομεί από την αρχή, οδηγούμενο από την έμφυτη ικανότητα του ανθρώπινου είδους για γλώσσα (την Καθολική Γραμματική) και με βάση τα γλωσσικά δεδομένα που ακούει γύρω του. Τα υπόλοιπα τα λέω στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου...

Τι σημαίνει ορθή χρήση της γλώσσας;


Η χρήση της γλώσσας με δόκιμο τρόπο, δηλαδή με βάση κάποιες κοινωνικά καθορισμένες νόρμες. Εδώ μπαίνει και η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ δόκιμου και γραμματικού: γραμματικό είναι ό,τι βρίσκεται σε αρμονία με την ενδιάθετη γραμματική κάθε φυσικού ομιλητή, με τους κανόνες της μητρικής γλώσσας του που έχει στο κεφάλι του.

Υπάρχουν κριτήρια σύμφωνα με τα οποία συμπεριλαμβάνεται μια νέα λέξη σε λεξικό; Και γιατί το «σκέψιμο» της Καλομοίρας είναι λάθος λέξη;


Κριτήρια υπάρχουν αλλά θα πρέπει να ρωτήσετε λεξικολόγους για να σας τα συνοψίσουν. Ξέρω πάντως ότι διαφορετικοί λεξικογράφοι χρησιμοποιούν διαφορετικά κριτήρια συμπερίληψης μιας λέξης στο λεξικό τους. Το "σκέψιμο", αν και μορφολογικά ομαλό, όπως είναι το "πήξιμο", μάλλον δεν έχουμε τι να το κάνουμε. Έτσι, ενώ δίπλα στην "πήξη" υπάρχει και το "πήξιμο", το αποτέλεσμα της πήξης ή η διαδικασία της πήξης, η αναλογία δεν εφαρμόζεται στο "σκέψη" και το "σκέψιμο" ως, ξέρω γω, το αποτέλεσμα της διαδικασίας σκέψης. Το πώς και γιατί ακριβώς συμβαίνει αυτό είναι ένα από τα πιο χοτ ζητήματα της μορφολογίας.

Τα λάθη δεν είναι αυτά που κάνουν τη γλώσσα πιο γοητευτική;


Έχω αφιερώσει τρία ολόκληρα κεφάλαια σε φαινόμενα που τσουβαλιάζουμε μαζί ως "γλωσσικά λάθη". Μιλήσεις εγώ εάν έτσι, γοητειακό φαίνομαι εγώ; Αν πάλι θέλουμε να θεωρούμε τις αποκλίσεις από τη νόρμα "λάθη", ε ναι, αυτά τα λεγόμενα λάθη μπορεί να γίνουν γοητευτικά υπό κατάλληλες συνθήκες. Ή πολύ αστεία, επίσης.

Πόσο ελληνική «αρρώστια» είναι η «ορθή χρήση της γλώσσας»;


Καθόλου ελληνική αποκλειστικότητα δεν είναι. Η ενασχόληση με την ορθή χρήση της γλώσσας απαντά (ή απαντάται -- δεν ξέρω) ακόμα και σε κοινωνίες τροφοσυλλεκτών, στα πλαίσια θρησκευτικών τελετών κτλ. Άλλωστε, το πώς μιλάμε μαρτυρεί πολλά για το ποιοι είμαστε και -- σε ιεραρχικές κοινωνίες -- για το πόση εξουσία κατέχουμε, αν έχουμε προνόμια ή χρήμα, πόσο κοντα βρισκόμαστε σε κάποια αυθεντία κτλ. Η ορθοέπεια είναι συνήθως ζήτημα κοινωνικό και όχι καθαρά γλωσσικό. Πάντως η μέριμνα για την ακριβολογία και την καίρια έκφραση είναι τελικά στοιχείο και διανοητικής πειθαρχίας αλλά και λογοτεχνικής δεινότητας.

Μπορείς να μιλάς για λάθος χρήση της γλώσσας όταν πρόκειται για τοπική διάλεκτο που δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό και δεν δομείται βάσει γραμματικών και συντακτικών κανόνων;

Οι τοπικές διάλεκτοι και οι κοινωνιόλεκτοι είναι κανονικότατες γλωσσικές ποικιλίες με κανόνες, πλήρεις και τέλειες φυσικές γλωσσικές ποικιλίες. Το ότι δεν έχουνε καθεστώς επίσημης γλώσσας είναι αποτέλεσμα ιστορικών γεγονότων, κοινωνικών διεργασιών, λόγιας παραγωγής κτλ. Μην ξεχνάτε π.χ. ότι η δημοτική είναι σύνθεση μοραϊτικων (λόγω ελληνικής επικράτειας μέχρι το 1881), επτανησιακών (λόγω των λογίων της Επτανήσου) και κρητικών (λόγω της γραπτής λογοτεχνικής παράδοσης της Κρητικής Αναγέννησης).

Γιατί οι διάλεκτοι θεωρούνται «ταμπού» σχεδόν σε κάθε χώρα;
 
Δε θεωρούνται παντού ταμπού. Οι διάλεκτοι απαξιώνονται συνήθως σε συγκεντρωτικά κράτη. Επίσης, κοινωνίες που προσπαθούν να επιβάλουν μονοειδή γλωσσική ταυτότητα, κυρίως μέσα σε εθνικά κράτη, δε βλέπουνε με καλό μάτι τις διαλέκτους. Τέλος, σε κοινωνίες όπου κοινωνικές-ταξικές και γλωσσικές διαφορές συσχετίζονται έντονα, αν μιλάς μια άλφα διάλεκτο στιγματίζεσαι. Το αντίδοτο σε όλα αυτά είναι να γίνουν οι διάλεκτοι παράγοντες τοπικής περηφάνειας και πολιτισμικού πλούτου, να καταστούν δείκτες αυτοπροσδιορισμού: έτσι οι γερμανοελβετοί χρησιμοποιούν με καμάρι τη διάλεκτό τους και την καλλιεργούν, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούν τη στάνταρ γερμανική σε επίσημες περιστάσεις.

Η γλωσσολογία τι είναι ακριβώς; Και τι η ψευδογλωσσολογία;


Νομίζω ότι η διαφορά τους είναι κάπως σαν αυτή μεταξύ αστρονομίας και αστρολογίας. Η αστρολογία είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα, ιδίως αν βασανίζεται κανείς από χρήμα-τύχη-έρωτα. Όπως και η ψευδογλωσσολογία, η αστρολογία μπορεί να ερμηνεύσει τα πάντα (άρα τίποτα), επαληθεύεται πάντοτε (άρα ποτέ) και δεν ασχολείται ιδιαιτέρως με εμπειρικά δεδομένα -- θυμηθείτε λ.χ. τι έγινε με τον Οφιούχο, που μπήκε "ξαφνικά" στην εκλειπτική και τους απορρύθμισε τον δωδεκαμελή ζωδιακό κύκλο. Έτσι και οι ψευδογλωσσολόγοι: πιάνονται από τρεις τύπους που μπορεί και να μοιάζουν, και ισχυρίζονται ότι οι Έλληνες αποίκισαν τον Καναδά.

Πώς δημιουργούνται οι κανόνες σε μία γλώσσα που αλλάζει συνεχώς; Και ποιος τους φτιάχνει;


Η γλώσσα ως υπόρρητοι κανόνες της ενδιάθετης γραμματικής δεν υπάρχει έξω από τους ομιλητές. Στο μυαλό κάθε ομιλητή οι γλωσσικοί κανόνες προκύπτουν από την αλληλεπίδραση της έμφυτης ικανότητάς μας για γλώσσα (της Καθολικής Γραμματικής) με τα γλωσσικά δεδομένα γύρω μας, μια διαδικασία που ολοκληρώνεται μέσα στα πρώτα 5 περίπου χρόνια της ζωής μας. Παρόμοιες διαδικασίες σχηματίζουν τους κανόνες της οπτικής αντίληψης και της μουσικής μας αντίληψης.

Πόσο δύσκολη είναι η γλωσσολογία;
 
Αρκετά. Η θεωρητική γλωσσολογία μεθοδολογικά, αναλυτικά και όσον αφορά τον βαθμό αφαίρεσης που προϋποθέτει θυμίζει αρκετά τη Χημεία. Τώρα, η βασική δυσκολία όλων των κλάδων της Γλωσσολογίας έγκειται στο ότι το αντικείμενό της είναι πανανθρώπινο και συνεπώς όλοι έχουνε γνώμη γι' αυτό, έστω και αν αγνοούν βασικές μεθοδολογικές αρχές ή και ανακαλύψεις των γλωσσικών επιστημών: ψυχολόγοι, ανθρωπολόγοι, κοινωνικοί επιστήμονες και όλοι μας. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σε μικρότερο βαθμό με την Ιστορία αλλά καθόλου στην περίπτωση λ.χ. της βιοχημείας.

Πόσο έχει αλλάξει η γλώσσα τα τελευταία 30 χρόνια; Με ποιον τρόπο;


Κάθε ερώτηση και δοκίμιο -- χαίρομαι που είστε τόσο διαβασμένος... Γενικά η ελληνική αλλάζει αργά, και όχι μόνο λόγω της τροχοπέδης της λόγιας παράδοσης. Νομίζω όμως ότι τα τελευταία 30 χρόνια έχουμε καλύτερα μέσα καταγραφής της μικροδιαφοροποίησης και των αργών αυτών αλλαγών -- έχουμε το slang.gr, αν μη τι άλλο... Υπάρχουν πάντως ενδείξεις αργής μορφοσυντακτικής αλλαγής (στα τριτόκλιτα επίθετα, με το 'παίζω' ως 'υπάρχω', με την παγίωση λόγιων και ψευδολόγιων ρηματικών καταλήξεων, την νέα ακλισία ξένων λέξεων σε -ο και -α κτλ.), αλλά πράγματι εδώ χρειάζεται ολόκληρο δοκίμιο...

Η νοηματική είναι «κανονική» γλώσσα;


Δεν υπάρχει μόνο μία νοηματική γλώσσα. Οι νοηματικές γλώσσες είναι κανονικές φυσικές γλώσσες. Με φωνολογία (οπτικοχωρική), μορφολογία, σύνταξη -- με τα όλα τους. Αυτή είναι μια από τις σπουδαίες ανακαλύψεις της Γλωσσολογίας τον 20ο αιώνα, διατείνομαι στο βιβλίο.

Είναι όντως πιο πλούσια η ελληνική γλώσσα σε σχέση με κάποια άλλη ευρωπαϊκή;

 
Δώστε μου ορισμό του "πλούσια". Αν μιλάμε για λέξεις, οι λέξεις είναι δανεικές. Κι αγύριστες.

Πόσο επηρεάζει το περιβάλλον την εξέλιξη της γλώσσας;


Πόσο επηρεάζει το περιβάλλον την εξέλιξη του ανθρώπινου σώματος. Δεν υπεκφεύγω: η απάντηση είναι αντίστοιχης φύσης και εξίσου τρομερά σύνθετη.

Η γνώση ξένων γλωσσών σε βοηθάει να εκφράζεσαι πιο εύκολα ή πιο σωστά στη μητρική σου γλώσσα;


Η γνώση ξένων γλωσσών οξύνει το μεταγλωσσικό μας αισθητήριο και μας βοηθάει να εκφραζόμαστε πιο καίρια ίσως. Αυτό το πολυσατιρισμένο "πώς το λέμε στο ελλήνικος", σαν της θείας από το Σικάγο, είναι δείγμα αυτού του ανοίγματος που σου δίνει κάθε νέα γλώσσα.

Σε κάνουν πιο έξυπνο;


Ο Christopher, ένας savant με βαριά νοητική υστέρηση, μιλάει πάνω από 20 γλώσσες.

Είναι μεγάλο προνόμιο να μεγαλώνεις με διγλωσσία;


Πολιτισμικά και όσον αφορά την προσωπική σου ανάπτυξη, ναι, αναμφισβήτητα. Μη λησμονείτε ότι έξω από τα μονόγλωσσα εθνικά κράτη, μια μεγάλη μερίδα του ανθρώπινου γένους είναι εκ γενετής δίγλωσση.

Γιατί σχεδόν όλα τα νέα ουσιαστικά που προέρχονται από ξένες λέξεις είναι ουδετέρου γένους;


Όχι τα έμψυχα: ο ανιματέρ είναι αρσενικό, η σταρ και θηλυκό. Το τρακτέρ είναι ουδέτερο, όπως και το ρούτερ. Ή ο ρούτερ; Το γένος είναι πολύπλοκη υπόθεση: συσχετίζει την κατηγορία έμψυχο και την κατηγορία φυσικό γένος με το τι κατάληξη παίρνει το ουσιαστικό. Συνεπώς ό,τι άψυχο τελειώνει σε σύμφωνο πάει στο "λοιπά", στο ουδέτερο γένος. Πολλές φορές πάλι το γένος καθορίζεται αναλογικά: ο κομπιούτερ κατά το "ο υπολογιστής". Για το γένος στα ελληνικά υπάρχει πάντως το ωραιότατο βιβλίο "Γένος" των Α. Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Α. Ράλλη και Δ. Χειλά-Μαρκοπούλου.

Είναι ζημιά για την ελληνική γλώσσα τα greeklish;


Τα ελληνικά έχουνε γραφτεί με αραβική γραφή στη Μικρασία, με κυριλλική γραφή στην πρώην ΕΣΣΔ, με απλοποιημένη ορθογράφηση, με λατινικούς χαρακτήρες (τα λεγόμενα φραγκολεβαντίνικα ή φραγκοχιώτικα). Όσο τα γκρήκλις παραμένουν μια εναλλακτική γραφή της γλώσσας σε περιορισμένα μέσα, π.χ. sms και κοινωνικά μέσα δικτύωσης, δε θα υπάρξει πρόβλημα. Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο από τα γκρήκλις είναι η κατρακύλα του εγγραμματισμού που προσφέρει το ελληνικό σχολείο. Εκεί υπάρχει σοβαρό πρόβλημα, όντως.

Υπάρχουν «λογικές» γλώσσες;


Ναι, κάτι τεχνητές και άκρως δύσχρηστες γλώσσες, τις συζητάει ο Έκο στο σχετικό βιβλίο του. Οι φυσικές γλώσσες έχουνε τους δικούς τους κανόνες, που τους περιορίζει η δομή και η λειτουργία της ανθρώπινης νόησης και η Καθολική Γραμματική -- και πάλι παραπέμπω στο σχετικό κεφάλαιο.

Ισχύει ότι υπάρχει «λεξιπενία» στους νέους ανθρώπους;


Αν εννοείτε ότι το λεξιλόγιό τους ίσως δεν περιλαμβάνει τη λέξη 'εξοικειώνομαι' ή τη λέξη 'εχέφρων', σας επισημαίνω ότι το δικό μου λεξιλόγιο συμπεριέλαβε μετά βίας την καραμέλα νέων (και όχι τόσο νέων) 'συνάδει' μόλις πρόσφατα. Επίσης, η ποδοσφαιρική μου ορολογία είναι ελλιπής. Είναι χειρότερο να έχει κενά το λόγιο λεξιλόγιο κάποιου από το να έχει κενά το ποδοσφαιρικό του λεξιλόγιο; Από την άλλη, ακούω όλο κάτι "προσποιούντο" και "αρνείτο", ενώ κάθε μέρα μαθαίνω και νέες αδόκιμες ελληνικούρες όπως "εκτελούνται ώρες γραφείου" -- είναι άραγε αυτά ενδείξεις ανάκαμψης από ό,τι τέλος πάντων θεωρείται λεξιπενία;

Πόσο βοηθούν τα αρχαία ελληνικά στην ορθή χρήση της σημερινής ελληνικής γλώσσας;


Γραμματικά καθόλου: τι να τις κάνουμε τις προθέσεις που συντάσσονται με δοτική, τον μέσο παρακείμενο ευκτικής ή την κατηγορηματική μετοχή στα Νέα; Λεξιλογικά, περιμένω να δω σοβαρή έρευνα επί του θέματος. Δε βλέπω πάντως να βοηθούν, κυρίως γιατί οι περισσότερες αρχαίες λέξεις που μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο έχουν ήδη συνώνυμα στα Νέα (π.χ. ξυνεστηκός=συνωμοσία, ναυς=πλοίο).



Τελικά, κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα;

Όχι. Δυστυχώς όμως κινδυνεύουν ομιλητές της, κατά χιλιάδες και άμεσα.

17/6/13

Τα φώτα στο βάθος: Keine Weibchen Malerei

Η ζωγραφική της είναι γυναικεία χωρίς να είναι Weibchen Malerei, κανένα chiqué, απλότης αφάνταστη, ειλικρίνεια και μεγάλη ευαισθησία.
(επιστολή της Μάτσης Χατζηλαζάρου προς τον Ανδρέα Εμπειρίκο, 31.4.46)

Η προσέγγισή μου στη συλλογή αφηγήσεων μικρού μήκους Τα φώτα στο βάθος της Niemands Rose θα γίνει αποσπασματικά και, αναπόφευκτα, από τη σκοπιά ενός αναγνώστη. Θα οργανώσω τις σκέψεις μου γύρω από το είδος (genre) στο οποίο εντάσσεται το βιβλίο και γύρω από το ύφος της συγγραφέως και τη σχέση του με τη λεγόμενη γυναικεία γραφή.

Τι είναι Tα φώτα στο βάθος

Όπως ήδη έχει επισημανθεί, το βιβλίο δεν ανήκει σε καμία νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Πράγματι, δεν πρόκειται για «συλλογή διηγημάτων». Πρώτα πρώτα, το βιβλίο διαθέτει εσωτερική ενότητα, αν και όχι προφανή: παρότι η ενότητα αυτή δε χτίζεται λ.χ. με βάση μία θεματική ή μία πλοκή ή ένα καστ χαρακτήρων, τα κείμενα που απαρτίζουν Τα φώτα στο βάθος συνθέτουν μια χαλαρή αφηγηματική δομή που αποτυπώνεται και σαν ενιαύσιος ή ημερήσιος κύκλος: ξεκινάμε με τα «Αληθινά χαράματα» για να βυθιστούμε στον πρεβελάκειο πάμφωτο και όλο «Χρώματα» θάνατο στο τέλος. Ενδιάμεσα προχωρούν οι εποχές, ενώ βρίσκονται γιορτές, διακοπές, το ταξίδι. Επίσης, ο τόνος στα «φώτα στο βάθος», παρά τις μεταμορφώσεις του ύφους από αφήγηση σε αφήγηση, παραμένει ενιαίος. Μάλιστα, μου είναι πολύ δύσκολο να αποδώσω (πολύ περισσότερο να περιγράψω) τη χροιά της αφηγηματικής φωνής της Niemands Rose χωρίς να γίνω και σχολαστικός και υπερβολικά περιφραστικός.

Και βεβαίως, δεν έχουμε να κάνουμε με διηγήματα ή έστω με μικροδιηγήματα. Η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να ηθογραφήσει, ακόμα και όταν περιγράφει τον «άλλο», π.χ. τον κάτοικο της λεγόμενης «επαρχίας», ούτε να ψυχολογήσει, ακόμα και όταν βυθομετρά τους χαρακτήρες της, ούτε και να αλληγορήσει, ακόμα και όταν επιστρατεύει μεταφορές, εικόνες, λογοπαίγνια και σύμβολα. Απεναντίας, προσπαθεί να διερευνήσει τους χώρους (κενούς ή πλήρεις) μεταξύ εαυτού και άλλου, μεταξύ ανθρώπου και κοινωνίας και μεταξύ ανθρώπινης κοινωνίας και κόσμου. Έτσι καταλήγει στην ταύτιση ηθικού και πολιτικού αλλά και στην ταύτιση αλλοτρίωσης και τυραννίας, έτσι διερευνά τον ιλιγγιώδη κόσμο των ανθρώπινων: απόσταση την απόσταση. Η πλοκή κάθε κειμένου είναι λοιπόν όχι ακριβώς πρόσχημα αλλά πραγμάτωση, ενσάρκωση ίσως, αυτών των τριών χώρων: μεταξύ εαυτού και άλλου, μεταξύ ανθρώπου και κοινωνίας, μεταξύ κοινωνίας και κόσμου.

Πάντως το βιβλίο δεν είναι σε καμία περίπτωση, όπως ήδη πρέπει να έγινε αντιληπτό, ανθολογία αναρτήσεων από το μπλογκ της συγγραφέως, για δύο κυρίως λόγους: αφενός, από τα κείμενα στα φώτα στο βάθος ελλείπει ο χαρακτήρας αντανακλαστικού που προσδίδουν η άμεση αυτοέκδοση καθώς και η προσήλωση στο καθέκαστο και εφήμερο που χαρακτήριζε τα αφηγηματικά ιστολόγια. Αφετέρου, από τα κείμενα του βιβλίου απουσιάζει ο στενά ημερολογιακός και ενδοσκοπικός χαρακτήρας των μπλογκ.

Μεταξύ εαυτού και άλλου

Αν θα έπρεπε να προτείνω ένα είδος, ένα genre, στο οποίο θα εντάσσαμε Τα φώτα στο βάθος, αυτό θα ήταν αυτομυθογραφίες ή αυτομυθοπλασίες: σε όλα τα κείμενα που συνθέτουν το βιβλίο υπάρχει αυτοαναφορικό έναυσμα· όχι απαραίτητα αυτοβιογραφικό, αφού πολλές φορές αυτό ή αυτός που βρίσκεται απέναντι μάς αφορά πιο καίρια και πιο βαθιά από όσα βρίσκονται εντός μας. Το αυτοαναφορικό έναυσμα (το καθέκαστο, το προσωπικό, το εφήμερο) γίνεται αφορμή για να αρθρωθεί λόγος που θα φωτίσει, άλλοτε με στιγμιαία λάμψη και άλλοτε με ένα φως λοξότερο αλλά διαρκέστερο, τους χώρους που προανέφερα: μεταξύ εαυτού –και δη γυναίκας– και άλλου (ακόμα και όταν ο άλλος είναι ο ίδιος ο εαυτός)· μεταξύ ανθρώπου –και δη γυναίκας– και κοινωνίας· μεταξύ ανθρώπινης κοινωνίας και κόσμου. Η Niemands Rose δεν μιλάει για τον ίδιο τον εαυτό (της), δεν προσεγγίζει τον άλλο χωρίς ενσυναίσθηση, δεν αντιμετωπίζει την κοινωνία, τον κόσμο και τη ζωή απολιτικά ή σαν να αποτελούν αυτόνομα φαινόμενα και συστήματα που απλώς κείνται εκεί. Η Niemands Rose μιλάει κυρίως για το «τι ανάμεσό τους»: π.χ. για τον θάνατο ως φάρμακο που αλληλεπιδρά με αυτό της ομορφιάς («Κυνήγι»), για την υποκρισία ως απόσταση και όχι ως στάση («Το χαλίκι»), κ.ο.κ.

Τα κείμενα της Niemands Rose ανήκουν λοιπόν σε ένα είδος μεικτό αλλά νόμιμο: η αμεσότητα και η αυτοαναφορικότητα της ιστολογικής ανάρτησης συντίθεται με τις αφηγηματικές λύσεις και την αξίωση του διηγήματος να πάει κανείς παραπέρα από το περιστατικό. Τα κείμενα στα φώτα στο βάθος περπατάνε πάνω στο στενό υπερυψωμένο πεζούλι μεταξύ προφορικότητας και κειμενικότητας, διακειμενικού παιχνιδιού και αμεσότητας παραμυθιού. Και αυτό το ιδιαίτερο είδος καλείται να μιλήσει όχι για τους ανθρώπους και για τα πράγματα, ίσως ούτε καν για τις σχέσεις και τις συνάφειες μεταξύ τους, παρά για τον χώρο ανάμεσά τους, χώρο στον οποίο αλληλεπιδρούν.

Γυναικεία γραφή;

Η Niemands Rose γράφει πυκνά αλλά χωρίς βάρος, δεν αποσιωπά παρά μόνον όπου είναι πραγματικά απαραίτητο. Ο τόνος της επαμφοτερίζει διαρκώς μεταξύ του παιγνιώδους ή του αποστασιοποιημένου από τη μια μεριά και του έντονου και μύχιου από την άλλη, συνήθως μέσα από την ανεπαίσθητη αλλαγή οπτικών γωνιών («Επικήδειος αντίλογος»). Πολλές φορές η συγκίνηση ανεβαίνει αναπόφευκτη και φαινομενικά απρόκλητη («Τα δώρα που σπάνε»), αφού η γραφή δεν είναι ούτε συναισθηματική, αλλά ούτε κι επιτηδευμένα χαμηλόφωνη. Ίσα ίσα, πολλές φορές η φωνή της αρθρώνεται δυνατά και καθαρά («Πλαστική σακούλα»), υψώνεται σχεδόν στεντόρεια. Αλλά χωρίς κορώνες, τσιρίδες και γατίσιους βοκαλισμούς. Γιατί η γραφή της δεν είναι γυναικεία – γι’ αυτό άλλωστε και επέλεξα να ξεκινήσω με το απόσπασμα της Χατζηλαζάρου για τη ζωγραφική της Ντόρα Μάαρ.

Η γυναικεία γραφή αφήνει συνήθως μια ταγκή επίγευση ποιητισμού και αισθαντισμού, ενώ διακρίνεται από ασώματη λαγνεία των συναισθημάτων, ακόμα και όταν πραγματεύεται τα άκρως αισθητά. Στη γυναικεία γραφή δεσπόζει η εξιδανίκευση του worry talk: του worry talk και ως περιεχομένου (θυμηθείτε τη Μαίρη Παναγιωταρά, μια εργαζόμενη μητέρα, μια καλή νοικοκυρά) και ως άκριτης απολιτικής εξομολόγησης που ανοίγει κύκλους ψυχολογισμών. Με δύο λόγια, η γυναικεία γραφή, όταν δεν είναι μανιέρα που πουλάει νανουρίζοντας, ενσωματώνει την πατριαρχία και τον σεξισμό με ιδανικό τρόπο: γυναίκες γράφουν όπως αναμένεται να γράψουν επειδή είναι γυναίκες.

Παρόλα αυτά, Τα φώτα στο βάθος δε θα μπορούσαν παρά να είναι γραμμένα από γυναίκα, αφού ενσωματώνουν τον αγώνα της γυναικείας ψυχής και του γυναικείου νου να σταθούν και να μιλήσουν. Τα κείμενα του βιβλίου, μέσα από την ίδια την πράξη της γραφής τους, ξορκίζουν αυτό που επισήμανα παραπάνω: τους τρόπους με τους οποίους η γυναίκα ωθείται και σύρεται να υιοθετήσει το πώς τη βλέπουν οι άλλοι (“To be a woman”, «Για τη γυναίκα, το γήρας, το γαμώτο», «Είναι τα φιλιά σου φυλακή»). Παράλληλα, το ύφος της Niemands Rose δεν το διακρίνει καμία κλάψα ή ποιητίζουσα στωική μελαγχολία και τίποτε από τα παραπάνω χαρακτηριστικά της «γυναικείας γραφής»: είναι ύφος ρωμαλέο, πυκνό, χωρίς αποσιωπητικά και χωρίς κατάχρηση του δεύτερου προσώπου, με εναλλαγές στον τόνο αλλά και στην εστίαση, με άνοιγμα προς τα έξω, προς το ουσιωδώς πολιτικό. Αν η γυναικεία γραφή πατάει πάνω στο καθέκαστο και στον εσωτερικό μονόλογο για να περιαυτολογήσει, τα κείμενα στα ‘φώτα στο βάθος’ ακολουθούν αντίστροφη πορεία: ξεκινούν από το ατομικό και το προσωπικό για να ανοιχτούν και για να ανοίξουν («Τα φώτα στο βάθος του ορίζοντα», «Αδιάκοπα»).

Εδώ ένα μικρό σχόλιο σχετικά με τη συμπύκνωση: κείμενα όπως τα «Χρώματα» και η «Λοταρία» είναι αντίστοιχα ποιητική σύνθεση και μυθιστόρημα σε δυο σελίδες το καθένα – θυμάται εδώ κανείς την Κεντούρια του Τζόρτζιο Μανγκανέλλι, που απαρτίζεται από «Εκατό Μικρά Μυθιστορήματα Ποταμούς».

Θα κλείσω με ένα μπράβο στις εκδόσεις Απόπειρα: η έκδοση είναι κομψή και προσεγμένη, παρά την πολύ χαμηλή τιμή του βιβλίου. Το καταλαβαίνει κανείς από την εκτύπωση, την ποιότητα του εξώφυλλου αλλά και από τη μυρωδιά του χαρτιού.

Δημοσιεύθηκε στο Book Press.

19/11/12

Δάσκαλοι πολυτελείας;

Η δημιουργία από το μηδέν και ανάπτυξη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στον τόπο τις τελευταίες δύο δεκαετίες αποτελούν σταθμό στην ιστορία της Κύπρου. Ειδικότερα, με την ίδρυση και λειτουργία του, το Πανεπιστήμιο Κύπρου συνέβαλε στο να πάρουν μορφή και να αναπτυχθούν η πανεπιστημιακή ζωή και κοινότητα, υπηρετώντας για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου την επιστήμη και την ανώτατη παιδεία και συμβάλλοντας παράλληλα στην δημιουργία εγχώριου πολιτισμού και εμπειρογνωμοσύνης.

Τι γνωρίζει όμως η κοινωνία για το έργο των πανεπιστημιακών δασκάλων; Συχνά υπάρχει η εντύπωση ότι ένα μέρος της κοινωνίας έχει μάλλον ελλιπή εικόνα για τα καθήκοντα των πανεπιστημιακών, ενώ κυκλοφορεί η άποψη ότι οι πανεπιστημιακοί δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αναβαθμισμένη εκδοχή των λειτουργών της Μέσης Εκπαίδευσης. Ποια όμως είναι τα πραγματικά καθήκοντα των πανεπιστημιακών; Σε πόσα επίπεδα καλούνται καθημερινά να λειτουργήσουν;

Μέρος της καθημερινού φόρτου εργασίας ενός πανεπιστημιακού δασκάλου είναι τα διοικητικά καθήκοντα. Αυτά περιλαμβάνουν α) γραμματειακή δουλειά (ετοιμασία εσωτερικών σημειωμάτων, αλληλογραφία με υπηρεσίες και άλλα ιδρύματα κι οργανισμούς, επιμέλεια κειμένων, συλλογή πληροφοριών και παρουσίασή τους), β) την αναπόφευκτη συμμετοχή σε επιτροπές και διοικητικά όργανα και συμβούλια, γ) τον επωμισμό ευθυνών όπως ο συντονισμός τομέα, η προεδρία τμήματος, η δημιουργία και ο συντονισμός προγραμμάτων σπουδών. Παράλληλα, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι αναλαμβάνουμε έναν αριθμό φοιτητών τους οποίους συμβουλεύουμε, καθοδηγούμε και στηρίζουμε ως ακαδημαϊκοί σύμβουλοι.

Από τα παραπάνω καθήκοντα δεν εξαιρείται κανείς, σε όποια βαθμίδα και αν βρίσκεται. Μάλιστα, την πληθώρα διοικητικών καθηκόντων του ειδικού διδακτικού προσωπικού, των λεκτόρων και των επίκουρων καθηγητών αντισταθμίζει η σοβαρότητα και ο χρονοβόρος χαρακτήρας των καθηκόντων που ανατίθενται σε αναπληρωτές και τακτικούς καθηγητές. Επιπλέον κανένας δεν αμείβεται παραπάνω για την εκτέλεση διοικητικών καθηκόντων, συμπεριλαμβανομένης και της υπεύθυνης και απαιτητικής συμμετοχής στη Σύγκλητο: μόνον οι πρόεδροι τμημάτων και οι κοσμήτορες σχολών δικαιούνται μείωση στις ώρες διδασκαλίας.

Σε καμμία περίπτωση η εκτέλεση των διοικητικών καθηκόντων δεν περιορίζεται, βεβαίως, στις τυπικά εργάσιμες ώρες και ημέρες. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι ευθύνες που συνεπάγονται πολλά από τα διοικητικά καθήκοντα των πανεπιστημιακών είναι σημαντικές και με σοβαρές συνέπειες: τα διοικητικά κάθε άλλο παρά τυπικά ή αυτοματοποιημένα καθήκοντα είναι.

Και περνάμε στην έρευνα η οποία, σε επίπεδο αρχής τουλάχιστον, αποτελεί το πρώτιστο καθήκον των πανεπιστημιακών. Άλλωστε με βάση την έρευνα κατά κύριο λόγο αξιολογούνται και κρίνονται για το κατά πόσον θα προαχθούν στην επόμενη βαθμίδα ή όχι. Η έρευνα, είτε θεωρητική, είτε πειραματική, είτε εφαρμοσμένη, δεν είναι σε καμμία περίπτωση εύκολη υπόθεση. Χρειάζεται στην πράξη άπλετο χρόνο: τον χρόνο που απομένει από την προετοιμασία της διδασκαλίας, τα διοικητικά, τον ύπνο και την όποια προσωπική ζωή του πανεπιστημιακού. Επιπλέον, η έρευνα απαιτεί διαρκή ενημέρωση και παρακολούθηση όχι μόνον του κλάδου στον οποίο εξειδικεύεται ο πανεπιστημιακός ερευνητής αλλά και στους συναφείς κλάδους. Και, οπωσδήποτε, η έρευνα κάθε πανεπιστημιακού δεν αξιολογείται μόνο για σκοπούς ακαδημαϊκής ανέλιξης, παρά διαρκώς. Έτσι η αξιολόγησή της από συναδέλφους (peer reviewing) αποτελεί μέρος της ερευνητικής διαδικασίας, αξιολόγησή που κρίνει εάν θα δημοσιοποιηθεί και θα δημοσιευθεί ή όχι το προϊόν της έρευνας.

Η πειραματική και η εφαρμοσμένη έρευνα είναι εύκολο να γίνει κατανοητό γιατί αποτελούν πολύπλοκες και χρονοβόρες διεργασίες. Η θεωρητική έρευνα, αν και δε χρειάζεται εργαστήρια και πολύ τεχνικό εξοπλισμό, απαιτεί ωστόσο μελέτη και εξονυχιστική προσοχή και στη λεπτομέρεια αλλά και στο πώς το ερευνητικό έργο που παράγεται εντάσσεται στον κλάδο του. Πιο απλά: κανείς δεν πρόκειται να ακούσει μια ανακοίνωση ή να διαβάσει ένα άρθρο το οποίο απλώς διατυπώνει μια ενδιαφέρουσα ιδέα, εάν αυτή η ιδέα δεν ερμηνεύει ένα πραγματικό φαινόμενο, αν δεν είναι θεμελιωμένη λογικά και θεωρητικά και αν δε σχετίζεται με την υπόλοιπη έρευνα στον χώρο: αν δεν πάει την έρευνα, την επιστήμη και τη σκέψη λίγο παραπέρα, έστω και λίγο παραπέρα.

Ένα πανεπιστήμιο χωρίς φοιτητές δεν έχει λόγο ύπαρξης. Και οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι αντιλαμβάνονται ότι παραμένουν δάσκαλοι που απευθύνονται σε σπουδαστές ανώτατου επιπέδου, παρά την ποικιλία και σοβαρότητα των πολυσχιδών καθηκόντων τους. Αυτό ακριβώς αποτελεί κι έναν λόγο για τον οποίο η σύγκριση των ωρών διδασκαλίας ενός πανεπιστημιακού με αυτές των συναδέλφων τους που υπηρετούν στις άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης είναι άνευ περιεχομένου: ο πανεπιστημιακός δάσκαλος πρέπει να παραμένει ενεργός ερευνητής, διδασκαλία και έρευνα πρέπει να παραμένουν συγκοινωνούντα δοχεία. Επίσης, τα μαθήματα που διδάσκει ο πανεπιστημιακός πρέπει να ανανεώνονται διαρκώς. Αυτό συνεπάγεται ότι προϊόν της διδασκαλίας δεν είναι το γνωστό σε πολλούς εγχειρίδιο ή βιβλίο ή οποιαδήποτε μεμονωμένη πηγή γνώσης. Απεναντίας, αντικείμενο της πανεπιστημιακής διδασκαλίας είναι η γνώση που προκύπτει από την ίδια την έρευνα του δασκάλου-ερευνητή καθώς και η δυνατότητά του να μελετά συνεχώς την καινούργια γνώση που παράγεται διεθνώς στο αντικείμενο του. Για πολλούς πανεπιστημιακούς δασκάλους, εργαστήριο και διδασκαλία είναι μη διακριτοί χώροι καθώς συχνά αυτό που διδάσκεται είναι αυτό που παράγεται στο εργαστήριο αλλά και αντίστροφα. Έτσι, η διαλεκτική σχέση του πανεπιστημιακού δασκάλου με τους φοιτητές συχνά οδηγεί στην παραγωγή έρευνας της οποίας η ιδέα προκύπτει μέσα από την διδασκαλία.

Σε τελική ανάλυση, στόχος κάθε πανεπιστημιακού δασκάλου δεν είναι μόνο να μεταδώσει γνώσεις αλλά κυρίως να δώσει εργαλεία στους φοιτητές που θα τους επιτρέψουν να δημιουργήσουν τις δικές τους γνώσεις και να σταθούν κριτικά απέναντι σε αυτές. Αυτό το πολύπλοκο εκπαιδευτικό προϊόν, που αποτελεί ιδιαιτερότητα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, δεν μπορεί να προκύψει εάν από την ιδιότητα του πανεπιστημιακού δασκάλου αφαιρέσει κανείς της ιδιότητα του πανεπιστημιακού ερευνητή.

Τα πανεπιστήμια τέλος δεν είναι και δεν μπορούν να είναι οργανισμοί αποξενωμένοι από την κοινωνία. Ιδιαίτερα τα δημόσια πανεπιστήμια έχουν στον πυρήνα της ταυτότητάς τους την προϋπόθεση ότι προκύπτουν από την κοινωνία και προορίζονται για την κοινωνία. Είναι φυσικά θεμιτή η κριτική που ασκείται από πολίτες και φορείς ενός τόπου, ειδικά όταν η κοινωνία διψά για τεκμηριωμένες, επιστημονικές παρεμβάσεις των πανεπιστημιακών δασκάλων ήδη από τα πρώτα κιόλας στάδια της δημιουργίας του δημόσιου πανεπιστημίου. Καθώς όμως τα δημόσια πανεπιστήμια του τόπου οδεύουν προς την ενηλικίωση τους και στη δημιουργία μιας κρίσιμης μάζας, μιας κοινότητας αποφοίτων, δασκάλων κι επιστημόνων, η κοινωνία ολοένα και περισσότερο γεύεται την έκφραση πανεπιστημιακού λόγου και τη συμμετοχή των πανεπιστημιακών στα κοινά: με διαλέξεις στα ελεύθερα πανεπιστήμια του τόπου, με συμμετοχή πανεπιστημιακών σε τεχνοκρατικές επιτροπές, με διοργάνωση υψηλού επιπέδου επιστημονικών συνεδρίων, με αξιοποίηση ακαδημαϊκών σε πολιτειακά αξιώματα, με παραγωγή πρωτογενούς πολιτισμού και πολιτιστικού προϊόντος, με αρθρογραφία στον τύπο και με δημόσια έκφραση κριτικής και απόψεων για σημαντικά ζητήματα του τόπου. Ορθά η κοινωνία έχει θέσει ψηλά τον πήχη για την σχέση μεταξύ πανεπιστημίου και κοινωνίας. Και οι πανεπιστημιακοί του τόπου μας ανταποκρίνονται σε αυτό το κάλεσμα κατανοώντας τις προσδοκίες αυτές.

Κανείς πανεπιστημιακός δάσκαλος δε θα παραπονιόταν στον καρδιολόγο του ότι για μια εξέταση μισής ώρας και τη συνακόλουθη διάγνωση τον χρεώνει όσα ο ίδιος βγάζει σε 1-2 μέρες. Ο γιατρός είναι φορέας γνώσης και εξειδίκευσης, ενώ σπούδασε πολλά χρόνια ώστε να βρεθεί σε θέση να κάνει τη διάγνωσή του. Αντίστοιχα, μια κοινωνία η οποία για περίπου τρεις δεκαετίες αφότου απαλλάχθηκε από τον αποικιακό ζυγό στερήθηκε την παρουσία και τη λειτουργία ενός εγχώριου πανεπιστημίου, πρέπει να έχει επίγνωση ότι οι εργάτες του, εργάτες του ευ ζην, δάσκαλοι και ερευνητές, εργάζονται χωρίς ωράριο και χωρίς αργίες για την προκοπή της κοινωνίας αυτής και για την ανάδειξή της σε όσα κάνουν τους ανθρώπους και τις κοινωνίες να ξεχωρίζουν.

Ταυτόχρονα, η κυπριακή κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να απαιτεί υψηλά επίπεδα λειτουργίας των δημόσιων πανεπιστημίων της χώρας. Άλλωστε, αποτελούν περιουσία και επένδυση της ίδιας της κοινωνίας, των φορολογούμενων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Την ίδια στιγμή όμως, όπως συχνά επιβεβαιώνουν διεθνείς αξιολογητές, κριτές επιστημονικών επιθεωρήσεων, ακαδημαϊκοί σημαντικών πανεπιστημίων του εξωτερικού και ευρωπαϊκοί μηχανισμοί χρηματοδότησης, οι Κύπριοι φορολογούμενοι μπορούν να είναι και υπερήφανοι για το πρώτο δημόσιο πανεπιστήμιο της χώρας.

[Γραμμένο μαζί με τον Παναγιώτη Σταυρινίδη. Δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο της 18ης Νοεμβρίου 2012]   

6/2/12

«Ευελφάλεια» εκ του πονηρού

Η αλλόκοτη λέξη μού κίνησε αμέσως το ενδιαφέρον. Ισως είναι η πρώτη φορά στα ελληνικά πράγματα που χρησιμοποιείται αμάλγαμα ως πολιτικός όρος. Βεβαίως έχουνε προηγηθεί παιδικά ανέκδοτα, που ωραιότατα παραδειγματίζουν τι είναι αμάλγαμα, για το προγατάκι (από το πρόβατο+γατάκι), τον τσιγκουίνο (από το τσίγκος+πιγκουίνος), το καρχαρίνι (από το καρχαρίας+καναρίνι), τη φεταλούδα (από το φέτα+πεταλούδα) κ.λπ. Επίσης υπάρχουν αμαλγάματα πιο ενήλικου προσανατολισμού, σαν αυτά που παραθέτει το www.slang.gr ή ο Λ. Καλοβυρνάς στο Πλαθολόγιό του.

Το ενδιαφέρον της ευελφάλειας βρίσκεται και στην πρωτιά του, αλλά και ότι είναι αμάλγαμα μοναδικά κακόηχο και κακοχυμένο. Αυτό δεν οφείλεται στους ίδιους τους φθόγγους ή στον συνδυασμό τους αλλά στο ότι η λέξη είναι κακοσχηματισμένη γραμματικά. Ενώ υποτίθεται ότι «ευελφάλεια» είναι η ευέλικτη ασφάλεια, είναι πολύ δύσκολο για τον φυσικό ομιλητή της ελληνικής να το αντιληφθεί αυτό χρησιμοποιώντας μόνο τη γλωσσική του ικανότητα, την υπόρρητη γνώση του της γλώσσας. Αυτή η δυσκολία οφείλεται τουλάχιστον στον εξής λόγο:

Αντίθετα με λ.χ. το προγατάκι ή τη φεταλούδα, στην ευελφάλεια δεν συμφύρονται μια ρίζα, όπως πρόβατ-ο και φέτ-α, με μια λέξη (γατάκι ή πεταλούδα). Αντίθετα, στην ευελ-φάλεια, από την ευ-ελιξ-ία συμπεριλαμβάνεται το πρόθημα ευ- και προστίθενται οι δύο πρώτοι φθόγγοι της αυθαίρετα διχοτομημένης ρίζας, ενώ από την ασφάλ-εια προσαρτώνται πάλι αυθαίρετα οι τρεις τελευταίοι φθόγγοι του ασφάλ-. Αποτέλεσμα: ένα γραμματικό τέρας του Φρανκενστάιν που καταστρατηγεί τους κανόνες της ελληνικής γλώσσας και το γλωσσικό αίσθημα του φυσικού ομιλητή της.

Ως θεωρητικός γλωσσολόγος θα σταματούσα εδώ. Ωστόσο, αναρωτήθηκα γιατί κάποιος να μπει στον κόπο να συμπήξει ένα τόσο κακοσχηματισμένο αμάλγαμα. Ηθελε άραγε να αποδώσει μονολεκτικά το αμερικανικό flexicurity για λόγους λιτότητας; Δε θα πειθόμουν: μάλλον σε βερμπαλισμό και ακυρολεξίες μας έχουνε συνηθίσει οι πολιτικοί μας, παρά σε φιλότιμες προσπάθειες να λακωνίσουν. Ο λόγος που σκαρώθηκε το «ευελφάλεια» βρίσκεται αλλού: είναι ευφημισμός.

Διάφοροι φορείς, με προφανέστερους αλλά όχι μοναδικούς την ιδεολογία και τη διαφήμιση, καταχρώνται τον ευφημισμό ως μηχανισμό για να πουν μισές αλήθειες, δηλαδή ψέματα, αφού η απόκρυψη συναφούς μέρους της αλήθειας αποτελεί ψέμα. Πιο αναλυτικά: όταν προσπαθώ με τον ευφημισμό να συσκοτίσω μέρος των συμφραζομένων με πρόθεση να μην τα αντιληφθεί και να μην τα εξετάσει ο ακροατής μου, τότε ψεύδομαι. Ετσι, ο όρος «παράπλευρες απώλειες» (από το αγγλικό «collateral damage») θα δήλωνε όσα αφανίζονται γύρω από έναν στρατιωτικό στόχο («παραπλεύρως») όταν αυτός πλήττεται. Ωστόσο, η αμερικανική στρατιωτική μηχανή προπαγάνδας τον πρωτοχρησιμοποίησε για να περιγράψει όχι, λόγου χάρη, το οδόστρωμα ή τα γήπεδα γύρω από στρατιωτικές εγκαταστάσεις του εκάστοτε εχθρού της, αλλά ανθρώπους, και μάλιστα αμάχους. Φυσικά οι περισσότεροι έχουμε πια ανακωδικοποιήσει τον όρο «παράπλευρες απώλειες» ως «θύματα μεταξύ αμάχων», όμως η ηπιότερη συνδήλωσή της (λόγω και του ότι δεν περιέχει λέξεις όπως «θύμα» ή «άμαχος») την καθιστά μιας μορφής ψέμα.

Ετσι ένας ευφημισμός όπως «ευέλικτη ασφάλεια» σύντομα θα γινόταν αντιληπτός ως τέτοιος, κατά το «παράπλευρες απώλειες», και λόγω της υποκριτικής χρήσης του επιθέτου «ευέλικτος», αντί λ.χ. του ακριβέστερου «μερική». Το πακετάρισμα (προκρούστειο, έστω) των δύο όρων στο «ευελφάλεια» πιθανόν εκφράζει την επιθυμία του δημιουργού του να κατασκευάσει έναν όρο καινούργιο, αδιαφανή και χωρίς καθόλου συνδηλώσεις, να πάει πέρα από τον ευφημισμό και προς την κατεύθυνση της συσκότισης. Είναι πράγματι ίδιον των δογματικών ιδεολογιών (κομμουνισμού, νεοφιλελευθερισμού κ.λπ.) να φροντίζουν να επινοούν όρους νεολογικούς ή αρκούντως αδιαφανείς ώστε να ονομάζουν την πραγματικότητα κατά βούληση, ελπίζοντας να την ποδηγετήσουν. Μόνο που στην περίπτωση του «ευελφάλεια», το αμάλγαμα είναι σκάρτο και από γραμματική άποψη.

Ευχαριστώ την Π. Σουλτάτου για τα σχόλιά της.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 5ης Φεβρουαρίου 2012]  

4/12/11

Λογική και σημασιολογία

Ας σκεφτούμε ποιοι κλάδοι επιστημονικής γνώσης χρησιμοποιούνται κάποτε ως λοιδορίες: η φιλολογία και η φιλοσοφία, ιδίως στον πληθυντικό. Οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν με παρόμοιο τρόπο και το «semantics» (σημασιολογία), θεωρώντας ότι πραγματεύεται σχολαστικά και «φιλολογικά» (είδατε;) τις σημασίες των λέξεων, ότι πρόκειται για στρυφνή εξάσκηση στη διύλιση του κώνωπα.

Η σημασιολογία είναι η μελέτη της γλωσσικής σημασίας και, κατ’ επέκταση, της σχέσης της με τη νόηση. Οπως κάθε θεωρητικός κλάδος επιστημονικής γνώσης, έχει πρακτικές εφαρμογές μόνον εμμέσως. Ωστόσο, όπως κάθε θεωρητικός κλάδος επιστημονικής γνώσης, οι πρακτικές και εμπειρικές συνέπειές της είναι κεφαλαιώδους σημασίας, έστω και εμμέσως.

Θα ξεκινήσω με μια εξιστόρηση, διαφωτιστική ελπίζω. Το 1995, όταν η Ευρώπη ήταν ακόμα και ιδεώδες, και όχι μόνον άθυρμα των «αγορών» ή σκακιέρα μικρών πολιτικών, πέντε φοιτητές από κάθε χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης στάλθηκαν στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών της Ρεν για να συμμετάσχουν σε σεμινάριο με θέμα τις προοπτικές καλής γειτονίας στην περιοχή, την εποχή αμέσως πριν από την ενδιάμεση συμφωνία με την περιφραστική γειτονική χώρα και μεσούσης της πολιορκίας του Σεράγεβο.

Ενας από τους εισηγητές ήταν και ο φημισμένος Τυνήσιος ψυχαναλυτής Φετί Μπενσλαμά, ο οποίος, ανάμεσα στα άλλα, μας είπε ότι «ως γνωστόν, το αντίθετο του “όλοι” δεν είναι “κανείς”: το αντίθετο του “όλοι” είναι “όχι όλοι”». Προσωπικά, παρότι μόλις είχα αποφοιτήσει από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, είχα διδαχθεί ελάχιστη Σημασιολογία και καθόλου Λογική. Συνεπώς, εντυπωσιάστηκα και προβληματίστηκα από αυτή την απόφανση, που μου είχε φανεί βαθυστόχαστη και πρωτότυπη· κι ας αναρωτιόμουν πού να στηριζόταν.

Πολύ συχνά, όπως συνέχισε ο Μπενσλαμά, η πολιτική ρητορεία προσπαθεί να μας πείσει ότι το αντίθετο του «όλοι» είναι «κανείς» ή ότι το αντίθετο του «πάντοτε» είναι «ποτέ». Ενίοτε η πολιτική ρητορεία εκβιάζει τη συναίνεσή μας με αυτόν τον τρόπο: λ. χ,. προσπαθεί να μας πείσει πως αν δεν είναι αλήθεια ότι όλοι υποστηρίζουν την τάδε πολιτική, τότε κανείς δεν υποστηρίζει την τάδε πολιτική. Επίσης, και πάλι παραδείγματος χάρη, αν δεν είναι αλήθεια ότι πάντοτε συμβαίνει το δείνα γεγονός, τότε ποτέ δεν συμβαίνει το δείνα γεγονός.

Και όμως (όπως έμαθα αργότερα) οι αρχές της κατηγορικής λογικής, κλάδου της Λογικής και βασικού εργαλείου της Σημασιολογίας, μας δείχνουν ξεκάθαρα ότι η άρνηση, το «αντίθετο» αν θέλετε, του «όλοι», είναι το «όχι όλοι» και ότι η άρνηση, το «αντίθετο» αν θέλετε, του «πάντοτε» είναι το «όχι πάντοτε».

Γιατί τα λέω αυτά. Πρώτον, γιατί η (τυπική) Λογική αποτελεί ουσιώδη γυμναστική για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης: μια έστω και στοιχειώδης εξοικείωση μαζί της θα μπορούσε να μας προστατέψει από λογικές πλάνες και λογικά άλματα που χρησιμοποιούνται στον δημόσιο λόγο, πλάνες και άλματα που αποσκοπούν στον πειθαναγκασμό και, ευρύτερα, στον έλεγχο της κοινής γνώμης. Το παράδειγμα που έφερα είναι σχετικά περιορισμένης εμβέλειας αλλά ενδεικτικό: αφθονούν τα δείγματα πολιτικής ρητορείας στα οποία η λογική καταστρατηγείται, ενώ βρίθουν από επικλήσεις στην «κοινή λογική». Δεύτερον, και γενικότερα, η εκλαΐκευση των θεωρητικών κλάδων της επιστήμης είναι δύσκολη υπόθεση και η εγγενής πολυπλοκότητά τους τις καθιστά μάλλον δύσπεπτες σε έναν κόσμο μπουχτισμένο από την πληροφορία και εθισμένο σε εύκολες εξηγήσεις και απλοϊκές ερμηνείες. Και όμως, όπως υπάρχει άρρηκτη σύνδεση μεταξύ των εξισώσεων της θεωρητικής φυσικής και του GPS στο αμάξι μας ή της μοριακής βιολογίας και των φαρμάκων μας, έτσι υπάρχει άρρηκτη σύνδεση μεταξύ Λογικής και πολιτικού λόγου, τελικά. Η Σημασιολογία μόνο περιττή δεν είναι.

Ευχαριστώ τους Γ. Βασιλάκη, Θ. Κάππα, Κ. Κωστάκο και Ι. Παπαδοπούλου για τη βοήθειά τους.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 4ης Δεκεμβρίου 2011] 

27/3/11

Το παρελθόν είναι ξένη χώρα

Δε χρειάζεται να εξηγήσει κανείς γιατί η αρχαία γλώσσα μας θεωρείται εθνικός θησαυρός, και μάλιστα αδαπάνητος και αναπαλλοτρίωτος: θα ήταν επίσης σπατάλη χώρου και αναγνωστικού χρόνου να εκθειάσει κανείς τη σημασία της ή το πόσο κεφαλαιώδη κείμενα γράφτηκαν σε αυτή. Αν αρμόζει η μεταφορά, η αρχαία ελληνική είναι μια θαυμαστή χώρα, όμορφη και συναρπαστική.

Ωστόσο είναι ξένη χώρα. Προτού αγανακτήσει ο αναγνώστης ή ξεκινήσει να γράφει κάποια επιστολή διαμαρτυρίας, να εξηγηθώ: δε λέω ότι ανήκει στους ξένους, αλίμονο, άλλωστε την αποκάλεσα αναπαλλοτρίωτη πιο πάνω. Στο κάτω κάτω, οι γλώσσες στους ομιλητές τους ανήκουν τελικά. Την αποκαλώ ξένη από την άποψη του πόσο οικεία (δε) μας είναι: η Αρχαία μάς είναι απροσπέλαστη γραμματικά, εκτός και αν της αφιερώσουμε πολλή και κοπιώδη μελέτη, ενώ το λεξιλόγιό της κάποτε μας ξεγελάει, κάποτε κάτι μας θυμίζει, αλλά σπάνια μας είναι αναγνωρίσιμο χωρίς λεξικό. Όμως ας τα παραμερίσουμε όλα αυτά· ας αφήσουμε πίσω μας ακόμα κι ότι διαβάζουμε τα Αρχαία στην έντυπη εκδοχή της μικρογράμματης μορφής τους (καινοτομίας των βυζαντινών, αφού μέχρι τότε μόνον κεφαλαία υπήρχαν). Τουλάχιστον, η «τρομερή μας η λαλιά» θα μας ήταν οικεία σαν άκουσμα αν, παρά τις περικοπές στους πόρους για την Παιδεία, απορροφούσαμε ένα κονδύλιο για την κατασκευή μιας χρονομηχανής και μεταφερόμασταν στην Αθήνα του Σοφοκλέους, του Θουκυδίδου ή και του Αριστοτέλους.

Όχι. Δυστυχώς και εδώ, ιδίως εδώ, η Αρχαία θα μας ήταν αγνώριστη. Θα μας φαινόταν όχι μόνον ακατάληπτη στην προφορική της μορφή αλλά κι εντελώς ξενόφωνη. Τους χαρακτηριστικούς φθόγγους χ, γ, θ, δ, φ και β της νέας ελληνικής δε θα τους βρίσκαμε πουθενά, ο συνωστισμός μακρών φωνηέντων, βραχέων φωνηέντων και διφθόγγων (μερικών γνώριμων σε εμάς μόνον από ξένες γλώσσες) μέσα στα στόματα των ομιλητών θα μας ξένιζε οπωσδήποτε. Η κάπως σουηδόφωνη προσωδία της Αρχαίας με τα όντως μακρά και και τα όντως βραχέα αλλά και τους μουσικούς τόνους να ανεβαίνουν (οξεία) και να ανεβοκατεβαίνουν (περισπωμένη) θα μας έκανε να αναρωτιόμαστε μήπως η χρονομηχανή δε μας ταξίδεψε μόνο στον χρόνο αλλά και στον χώρο. Κα ποιος ξέρει τι άλλο, που χάθηκε μετά από 24 αιώνες σιωπής και μόνο γραπτής επιβίωσης της Αρχαίας. Μιας γλωσσικής ποικιλίας η οποία, μέσα από την Κοινή, διαμόρφωσε τη δική μας και, σε μεγάλο βαθμό, τον κόσμο όλο.

Δε θα μπορούσε όμως να έχει λειτουργήσει η καθαρεύουσα ως γέφυρα μεταξύ Αρχαίας και Νέας; Η καθαρεύουσα, αλλά και γενικά η προσέγγισή μας στην Αρχαία, ήταν βαθιά ανιστορική. Όπως μας δίδασκε η Μάρω Κακριδή-Φερράρι όταν ήμασταν φοιτητές, δε γίνεται να αναστήσεις τη μορφολογία και το συντακτικό μιας γλώσσας με τόσο διαφορετική προφορά από τη δική σου. Κοινώς, αν η καθαρεύουσα επικρατούσε, θα ήμασταν τουλάχιστον καταδικάσμένοι να μπερδεύουμε ημάς με υμάς. Παρόμοιες διαπιστώσεις έκαναν και οι λόγιοι που, ενώ ξεκίνησαν να αναβιώσουν τη βιβλική εβραϊκή στην Παλαιστίνη των αρχών του 20ου αιώνα, έγιναν κάποιοι από αυτούς μάρτυρες της δημιουργίας μιας καινούργιας ποικιλίας, της σύγχρονης εβραϊκής. Στη δική μας περίπτωση, η καθαρεύουσα ξεκίνησε ως πανελλήνιο διδακτικό πείραμα γλωσσικής αναβίωσης αλλά κατέληξε τροφοδότης λογαριασμός της σύγχρονης γλώσσας με λεξιλογικό πλούτο – αλλά και με πολλή επιπόλαια ή και επίπλαστη λογιοσύνη: τις ελληνικούρες. Δεν νομίζω πως θα μπορούσε να είχε γίνει κι αλλιώς.

Γενικότερα, δεν πρέπει να μας ξεγελάει η σχετική αναγνωρισιμότητα που δίνει στην Αρχαία ο τρόπος γραφής της: η νέα ελληνική και η αρχαία ελληνική μοιάζουν και μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως δύο στάδια μιας αδιάσπαστης συνέχειας μόνο χάρη στη φιλολογική, στη γλωσσική και (τον τελευταίο ενάμισυ αιώνα) στη γλωσσολογική ανάλυση.

Και όπως πάντοτε, από την ξένη χώρα που λέγεται παρελθόν παίρνουμε βεβαίως ό,τι χρειαζόμαστε αλλά και μόνον ό,τι είμαστε σε θέση να πάρουμε.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 26ης Μαρτίου 2011]

20/2/11

(Δε) μαθαίνω αγγλικές λεξούλες με τους αγαπημένους μου ήρωες

Ο ανηψιός μου βλέπει πολλή τηλεόραση. Το γεγονός αυτό δε με ανησυχεί ιδιαίτερα, άλλωστε ανήκω στην πρώτη γενιά που μεγάλωσε με τηλεόραση στην Ελλάδα και όταν ήμουν μικρός δεν ξεκολλούσα από μπροστά της, ενώ ήξερα απ’ έξω τις διαφημίσεις, τα διάφορα σήριαλ, κτλ. Ωστόσο δε με έβλαψε ιδιαιτέρως η προσήλωσή μου στο χαζοκούτι, παρ’ όλα όσα θρυλούνταν τότε κι αργότερα.

Ο ανηψιός μου, που θα κλείσει τα τρία τον Μάιο, είναι πάντως πιο τυχερός από εμένα, αφού σήμερα υπάρχουν πάρα πολλές παιδικές εκπομπές που απευθύνονται σε συγκεκριμένες ηλικίες και με σαφείς εκπαιδευτικούς σκοπούς: να αναπτύξουν την προσοχή, την εφευρετικότητα και την παρατηρητικότητα των παιδιών, να εξασκήσουν τις μουσικές δεξιότητές τους ή να τα εξοικειώσουν με μουσική πέρα από τον καθημερινό θόρυβο, να τους εμπλουτίσουν το λεξιλόγιο, να τους βοηθήσουν να μάθουν ξένες γλώσσες κ.ο.κ.

Ας δούμε λίγο αυτό το τελευταίο. Πολλές παιδικές εκπομπές αφηγούνται ιστοριούλες των οποίων οι χαρακτήρες επαναλαμβάνουν πολλές από τις λέξεις-κλειδιά και στα αγγλικά. Στην αρχή νόμισα ότι παράκουσα, μετά ξενίστηκα, κατέληξα να δυσαρεστηθώ. Να εξηγήσω γιατί.

Ας πούμε ότι σε αυτά τα εκπαιδευτικού χαράκτηρα κινούμενα σχέδια η μικρή εξερευνήτρια ή ο φιλόπονος μάστορας βλέπουν, λ.χ., έναν χιμπαντζή ή ένα σφυρί. Θα πουν αντίστοιχα «κοίτα! ένας χιμπαντζής» ή «να το σφυρί!», ή κάτι τέτοιο. Κι αμέσως μετά θα προσθέσουν «τσιμπανζή» και «χάμερ». Υποθέτω ότι ο σκοπός αυτής της παράθεσης των αγγλικών συνωνύμων μετά από μια καινούργια λέξη είναι να εξοικειωθούν τα ελληνόπουλα με το αγγλικό λεξιλόγιο. Κι ενώ αυτή η πρακτική δε βλάπτει τους μικρούς τηλεθεατές, είναι πάντως εν πολλοίς μάταιη για τουλάχιστον τρεις λόγους.

Πρώτον, οι λέξεις δίνονται με ελληνικότατη προφορά (γι’ αυτό χρησιμοποίησα ελληνικά γράμματα για τα πιο πάνω παραδείγματα), άρα τα νήπια και τα παιδιά μάλλον αδυνατούν να τις ξεχωρίσουν από τις λέξεις της μητρικής τους γλώσσας: κανένα τρίχρονο δεν προβληματίστηκε αν η λέξη ‘μπιμπερό’ ή ‘ασανσέρ’ είναι γαλλικής καταγωγής…

Δεύτερον, η παράθεση «αγγλικών» λέξεων εκτός γλωσσικών συμφραζομένων, δηλαδή «να το σφυρί! χάμερ!» δεν οδηγεί απαραιτήτως τους μικρούς θεατές στο να συμπεράνουν ότι λ.χ. το ‘χάμερ’ θα μπορούσε να είναι συνώνυμο του ‘σφυρί’ σε μια ξένη γλώσσα. Πιθανότατα λοιπόν αγνοούν εντελώς αυτά τα παράξενα εκφωνήματα.

Τρίτον, ακόμα και αν οι αγγλικές λέξεις δίνονταν με τις ορθές προφορές τους (π.χ. «chimpanzee» με παχύ ch στην αρχή, βραχύ ι και μακρό ι στο τέλος κτλ.), είναι πάρα πολύ αμφίβολο ότι ο μικρός τηλεθεατής ή η μικρή τηλεθεάτρια θα μπορούσαν να ταυτίσουν τη σημασία της με την προηγούμενη λέξη. Στην καλύτερη περίπτωση θα εξοικειώνονταν μόνο με την ύπαρξη μιας ξένης γλώσσας, της αγγλικής, αλλά αυτή η εξοικείωση πρέπει να είναι αυτονόητη σε σπιτικά που διαθέτουν τηλεόραση.

Γενικότερα, ούτε οι μικροί, αλλά ούτε καλά-καλά οι μεγάλοι, μαθαίνουμε λεξιλόγιο εκτός συμφραζομένων, πολλώ δε μάλλον με την κάπως μπακάλικη μέθοδο του να παρατίθεται η ξένη μετάφρασή της αμέσως μετά την ελληνική λέξη. Εάν οι μεταγλωττιστές (και, βεβαίως, οι παραγωγοί) των εκπαιδευτικών αυτών εκπομπών συμβουλεύονταν κάποιον ειδικό στη γλωσσική ανάπτυξη, ίσως θα είχαν αποφύγει να ακολουθούν και να εφαρμόζουν τέτοιες ατελέσφορες μεθόδους.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 20ης Φεβρουαρίου 2011]