Σελίδες

15/4/07

Αληθώς ο Κύριος

Στο κλίμα των ημερών, θα ξεκινήσουμε από τον αναστάσιμο χαιρετισμό και την αντιφώνησή του, που ακούγονται την περίοδο του Πάσχα, και θα καταλήξουμε στο να ψηλαφήσουμε γραμματικές δομές που δεν προφέρονται αλλά είναι παρούσες και έχουν αντίκτυπο στην επικοινωνία.

Ελλειπτικοί χαιρετισμοί

Ο συγχωρεμένος ο παππούς μου ο Πολίτης, παρότι άθεος, ήταν «άθεος ηρέμα». Οπότε δεν είχε κανένα πρόβλημα να αντιφωνεί το «Χριστός Ανέστη» της Πασχαλιάς. Αντίθετα όμως με τα κρατούντα στην ελληνική πρωτεύουσα, δηλαδή αντί να αντιφωνεί «Αληθώς Ανέστη», απεναντίας απαντούσε στο «Χριστός Ανέστη» «Αληθώς ο Κύριος». Αυτό αποπροσανατόλιζε κάπως τη μητέρα μου, η οποία θεωρούσε το «Αληθώς ο Κύριος» ως ενός είδους υπεκφυγή (αφού δεν περιέχει το ρήμα «ανέστη»), άρα προϊόν απροθυμίας να αναγνωριστεί η Ανάσταση του Χριστού εκ μέρους του άθεου πεθερού της.

Φυσικά, όπως συμβαίνει πάρα πολλές φορές, η εξήγηση του γιατί ο παππούς χρησιμοποιούσε το λιγότερο σύνηθες «Αληθώς ο Κύριος» ήταν απλούστερη – και πάντως δεν αποτελούσε σε εκείνη την περίσταση δήλωση πίστης (ή, μάλλον, απιστίας): πρόκειται για μια εναλλακτική αντιφώνηση στο «Χριστός Ανέστη» που παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν από τους Έλληνες της Πόλης. Ο λαογράφος θα σταματούσε κάπου εδώ. Ένας θεωρητικός γλωσσολόγος όμως αναρωτιέται: τι απέγινε το ρήμα «ανέστη»; Είναι όντως πιο ασαφής η αντιφώνηση «Αληθώς ο Κύριος» από την αντιφώνηση «Αληθώς Ανέστη»;

Κατ’ αρχάς, και οι δύο αντιφωνήσεις αποτελούν ελλειπτικές προτάσεις, δηλαδή προτάσεις των οποίων κάποια συντακτικά συστατικά, όπως κάποιες λέξεις ή φράσεις, δεν προφέρονται. Για να το θέσουμε όπως θα το αναγνωρίσουν οι παλαιότεροι, και οι δύο είναι προτάσεις όπου «τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται». Έτσι, στο «Αληθώς Ανέστη» παραλείπεται το υποκείμενο «Χριστός» ενώ στο «Αληθώς ο Κύριος» παραλείπεται το ρήμα «ανέστη». (Για τη διευκόλυνση των αναγνωστών, θα βάζω σε παρενθέσεις το υλικό που απαλείφεται.) Για να δώσω ένα παράδειγμα, οι προτάσεις «Αληθώς Ανέστη» και «Αληθώς ο Κύριος» είναι συντακτικά ομόλογες με πιο καθημερινές και σαφώς μικρότερης σημασίας ανακοινώσεις όπως «Η επιταγή έφτασε» που μπορούν να σχολιαστούν με ελλειπτικές προτάσεις όπως «Επιτέλους ήρθε (η επιταγή)!», συντακτικώς αντίστοιχα με το «Αληθώς Ανέστη», ή «Επιτέλους (ήρθε) η σκασμένη!», συντακτικώς αντίστοιχα με το «Αληθώς ο Κύριος».

Η έλλειψη ως συντακτικό φαινόμενο

Το φαινόμενο της έλλειψης, δηλαδή της απαλοιφής συντακτικών συστατικών που εννοούνται από τα συμφραζόμενα, απαντά σε όλες τις φυσικές γλώσσες. Ωστόσο, η γραμματική κάθε φυσικής γλώσσας περιορίζει το ποια συστατικά της πρότασης και σε ποιες περιπτώσεις μπορούνε να απαλειφθούν. Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον ότι σε καμμία γλώσσα δεν μπορούμε να παραλείψουμε ό,τι να ’ναι μόνο και μόνο επειδή εννοείται από τα συμφραζόμενα. Πρέπει να επιτρέπει και το συντακτικό σύστημα της γλώσσας την έλλειψή του, την απαλοιφή του συγκεκριμένου συστατικού δηλαδή. Για να δώσω ένα παράδειγμα, οι Ορθόδοξοι Άγγλοι χρησιμοποιούν τον πασχαλινό χαιρετισμό “Christ is risen”, του οποίου η αντιφώνηση είναι “He is risen indeed”. Παρότι η μορφή του ρήματος ‘is’ στο τρίτο πρόσωπο του ενικού και στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα δεν αφήνει αμφιβολία για το ποιος ανέστη, η παράλειψη του υποκειμένου, της αντωνυμίας ‘he’ δεν είναι ποτέ δυνατή στα αγγλικά (αντίθετα με ό.τι συμβαίνει στα ελληνικά). Ωστόσο πάλι, στα αγγλικά μπορούμε να έχουμε έλλειψη της ρηματικής φράσης και μόνο, λόγου χάρη στον εξής διάλογο: “I have brought charcoal” («Έχω φέρει κάρβουνα»), “Susan has (brought charcoal), too”. Όπως φαίνεται από την αντιγραμματικότητα στα ελληνικά της μετάφρασης, «*Και η Σούζαν έχει (φέρει κάρβουνα)», η έλλειψη της ρηματικής φράσης στην ελληνική γλώσσα είναι αδύνατη ακόμα και όταν ευκόλως εννοείται από τα συμφραζόμενα.

Όπως συμβαίνει πολλές φορές στις φυσικές γλώσσες, μια δομική δυνατότητα του γλωσσικού συστήματος όπως η έλλειψη, παρότι περιορίζεται από ενδοσυντακτικούς παράγοντες, μπορεί να έχει τεράστια επικοινωνιακή χρησιμότητα. Έτσι, η ύπαρξη της έλλειψης μάς επιτρέπει να βραχυλογούμε, να μην κουράζουμε δηλαδή τον αποδέκτη του γλωσσικού μηνύματός μας με πληκτικές επαναλήψεις. Φανταστείτε δηλαδή να μην υπήρχε η δυνατότητα της έλλειψης: ακόμα και όταν η αναγκαία πληροφορία είναι μόνο μια λέξη, π.χ. «δύο», θα έπρεπε ανελλιπώς να δίνουμε πληροφορίες υπό τη μορφή ολόκληρων, ακέραιων προτάσεων όπως «Οι φράουλες κοστίζουνε δύο λίρες το κιλό». Ωστόσο, η επικοινωνιακή διευκόλυνση της βραχυλογίας είναι εφικτή μόνο και μόνο επειδή την επιτρέπει το δομικό σύστημα της γλώσσας. Για να χρησιμοποιήσω μια αναλογία: επειδή τα αυτιά μας βρίσκονται εκεί που βρίσκονται μπορούμε να στηρίζουμε τα γυαλιά μας, όμως τα αυτιά μας δε βρίσκονται εκεί που βρίσκονται ούτως ώστε να στηρίζουμε τα γυαλιά μας...

Το «Αληθώς ο Κύριος» και πάλι

Γιατί όμως το «Αληθώς (ανέστη) ο Κύριος» σκανδάλιζε τη μητέρα μου; Παρότι είναι λιγότερο συνηθισμένο, είναι και λιγότερο σαφές από το «Αληθώς (Χριστός) Ανέστη»; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση μπορεί να δοθεί αφού λάβουμε υπόψη την πραγματολογική πλευρά της γλώσσας, δηλαδή το κομμάτι εκείνο της επικοινωνίας που πάει πέρα από το στεγνό γλωσσικό μήνυμα, πέρα από τη σκέτη εκτός συμφραζομένων πρόταση, δηλαδή.

Ας υποθέσουμε ότι ο γραμματικός μηχανισμός που απαλείφει το υποκείμενο, όπως στο «Αληθώς (Χριστός) Ανέστη», είναι ο ίδιος με αυτόν που απαλείφει το ρήμα, όπως στο «Αληθώς (ανέστη) ο Κύριος». Ακόμα κι αν αυτή η παραδοχή είναι εσφαλμένη, οι δύο αντιφωνήσεις είναι γραμματικά μάλλον εξίσου απλές ή εξίσου πολύπλοκες. Πού έγκειται λοιπόν η διαφορά τους; Μα φυσικά στην επικοινωνιακή διάστασή τους. Πρώτα απ’ όλα, και οι δύο αντιφωνήσεις είναι πραγματολογικά εξίσου σαφείς και περιέχουν και οι δύο επιβεβαίωση του αναστάσιμου χαιρετισμού, με το «αληθώς». Ωστόσο, η πρώτη και πιο διαδεδομένη, το «Αληθώς (Χριστός) Ανέστη», επαναλαμβάνει ρητά την ουσία του πασχαλινού μηνύματος, όπως αυτή κωδικοποιείται στο ρήμα «ανέστη». Η δεύτερη αντιφώνηση, το «Αληθώς (ανέστη) ο Κύριος» θεωρεί την Ανάσταση δεδομένη και παραλείπει το ρήμα ενώ παράλληλα – πλεοναστικά θα έλεγε κανείς – ξαναδηλώνει το υποκείμενο της Ανάστασης, αλλά αυτή τη φορά με την ιδιότητα του Κυρίου. Ακριβώς επειδή ως επικοινωνιακά όντα απεχθανόμαστε τους πλεονασμούς, όταν το μήνυμα περιέχει πλεονασμούς, τείνουμε να τους εκλαβουμε ως το σημαντικό κομμάτι του μηνύματος, αυτό που δεν πρέπει να διαφύγει. Εν ολίγοις, το «Αληθώς (Χριστός) Ανέστη» τονίζει την Ανάσταση, το «Αληθώς (ανέστη) ο Κύριος» τη συνδέει με το ότι ο Χριστός είναι ο Κύριος.

Τι διαλέγουμε να (μην) πούμε

Πέρα από τον εθιμοτυπικό ή μη χαρακτήρα του αναστάσιμου χαιρετισμού και τις οποιεσδήποτε πεποιθήσεις των στενών συγγενών μου ή οποιουδήποτε άλλου, το μήνυμα αυτού του άρθρου είναι ότι η σύνταξη κάθε γλώσσας μάς προσφέρει ένα ρεπερτόριο από δομικές δυνατότητες, κάποιες από τις οποίες μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να καταστήσουμε την επικοινωνιακή πράξη πιο αποτελεσματική. Όμως – όπως είδαμε παλιότερα με αφορμή το τι μπορούμε να κάνουμε με τις ερωτήσεις, ασχέτως τι σημαίνουν – μεγάλο μέρος του επικοινωνιακού γεγονότος, ιδίως όσον αφορά τις πιο λεπτοφυείς λειτουργίες του, βασίζεται στο τι επιλέγουμε να απαλείψουμε, τι επιλέγουμε να επαναλάβουμε και με ποιον τρόπο. Σε αυτό το θέμα θα επανέρθουμε σε δυο εβδομάδες.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 15ης Απριλίου 2007]

1/4/07

Γράφονται τα κυπριακά;

Σε μια πρόσφατη τηλεοπτική συζήτηση κατά τη διάρκεια μιας ειδησεογραφικής-ενημερωτικής εκπομπής, ο παρουσιαστής ρωτούσε την καλεσμένη του αν γράφονται τα κυπριακά, βεβαιώνοντάς την παράλληλα ότι δε γράφονται και ότι είναι μια καθομιλουμένη διάλεκτος και μόνο. Είναι όμως αλήθεια ότι δε γράφονται τα κυπριακά; Γιατί όχι;

Η γραπτή μορφή

Το αν πρέπει να γράφεται μια γλωσσική ποικιλία καθώς και πώς πρέπει να γράφεται, δηλαδή με ποιο σύστημα γραφής, αποτελεί πολύ σημαντικό ζήτημα για πάρα πολλές γλώσσες, και μάλιστα όσες δεν έχουν επίσημο χαρακτήρα ή νομοθετική κατοχύρωση. Στην Τουρκία ισχύει ακόμη γενική απαγόρευση χρήσης των γραμμάτων q, w και x με το πρόσχημα ότι δεν υπάρχουν στην τουρκική γλώσσα (βεβαίως ‘τυχαίνει’ να χρησιμοποιούνται στη γραφή της κουρδικής). Τα παιχνίδια της ελληνικής κυβέρνησης με το σλαβομακεδονικό αλφαβητάριο τη δεκαετία του 1920 τα είδαμε συνοπτικά παλιότερα. Οι ομιλητές της αρβανίτικης και της αρωμουνικής (βλάχικης) για δεκαετίες ταλαντεύθηκαν ανάμεσα στο ελληνικό και το λατινικό αλφάβητο: το μεν ελληνικό απηχεί τις εθνικές και πολιτικές επιλογές αυτών των κοινοτήτων αλλά αποδίδει ελλιπώς τους φθόγγους των γλωσσών τους, το δε λατινικό αποδίδει καλύτερα τους φθόγγους αλλά παραπέμπει σε ανεπιθύμητα συγγενικές με τα αρβανίτικα και τα αρωμουνικά γλώσσες: την αλβανική και τη ρουμανική. Σήμερα πάντως η αρβανίτικη και η αρωμουνική γενικά δε γράφονται, εν μέρει και λόγω των διλημμάτων αυτών. Τέλος, η χίντι και η ούρντου, εξαιρετικά κοντινές μεταξύ τους γλώσσες της ινδικής υποηπείρου που κατάγονται από τη σανσκριτική, γράφονται με τελείως διαφορετικά συστήματα: η χίντι γράφεται με το συλλαβικό αλφάβητο ντεβανάγκαρι ενώ για την ούρντου χρησιμοποιείται τροποποιημένο το αραβικό αλφάβητο ώστε να γίνεται και οπτικά σαφής η πίστη των ομιλητών της ούρντου στο Ισλάμ.

Τα παραπάνω τα αναφέρω για να υπογραμμίσω ότι το αν θα γράφεται μια γλωσσική ποικιλία και πώς θα γράφεται είναι για άλλη μια φορά ζήτημα πολιτισμικό, πολιτικό και κοινωνικό – όχι γλωσσικό. Με άλλα λόγια, οποιαδήποτε γλώσσα μπορεί να γραφτεί: άλλωστε έχουν προταθεί συστήματα γραφής ακόμα και για τις νοηματικές γλώσσες, στις οποίες οι λέξεις δεν αρθρώνονται γραμμικά, όπως στις ομιλούμενες, αλλά πολλές φορές ταυτόχρονα η μία με την άλλη.

(Πώς) γράφεται η κυπριακή ελληνική;

Η απάντηση, για όποιον έχει περάσει από το κυπριακό σχολείο, είναι βεβαίως γνωστή. Η νεοελληνική διάλεκτος της Κύπρου γράφεται εδώ και αιώνες, πρόκειται μάλιστα για μία από τις πρώτες νεοελληνικές διαλέκτους από τις οποίες έχουμε γραπτά μνημεία. Αρκεί κανείς να θυμηθεί τις απαρχές, τα πετραρχικής εμπνεύσεως ερωτικά ποιήματα του 16ου αιώνα, και όλη τη συνακόλουθη γραμματεία, διερευνημένη ή μη, όπως συνεχίζεται τον 19ο αιώνα μέσω των Βασίλη Μιχαηλίδη, Δημήτρη Λιπέρτη – αλλά και άλλων πολλών – μέχρι και σήμερα, αναφέροντας δειγματοληπτικά τον ποιητή Κώστα Βασιλείου ή τα βιβλία του χαράκτη Χαμπή. Η κυπριακή ελληνική γράφεται λοιπόν εδώ και αιώνες.

Το ελληνικό σύστημα γραφής παγιώθηκε, όπως και η ιστορική ορθογραφία της ελληνικής γλώσσας, σε μια εποχή κατά την οποία η προφορά της γλώσσας μας ήταν πολύ διαφορετική από σήμερα. Έκτοτε η προφορά όλων των ελληνικών ποικιλιών έχει μεταβληθεί αισθητά. Χαρακτηριστικά αξίζει να θυμηθεί κανείς ότι έχουμε έξι τρόπους για να αποδώσουμε τον φθόγγο /i/ στη γραφή της νέας ελληνικής – με τα γράμματα ιώτα, ήτα και ύψιλον καθώς και με τα δίψηφα ‘ει’, ‘οι’ και ‘υι’ – ενώ καθένας από αυτούς τους τρόπους απέδιδε διαφορετικούς φθόγγους όταν παγιώθηκε η ορθογραφία. Η φωνολογική αυτή μεταβολή μοιραία οδήγησε στο να επινοηθούν νέοι τρόποι απόδοσης των «καινούργιων» φθόγγων. Έτσι, από την εποχή που το γράμμα δέλτα χρησιμοποιείται για να αποδώσει τον τριβόμενο φθόγγο στην αρχή του ‘δέμα’, στις περισσότερες ελληνικές διαλέκτους ο φθόγγος που απέδιδε παλιότερα σημειώνεται πλέον με ‘ντ’, ακόμα κι όταν δεν ακούγεται το νι, όπως λόγου χάρη στην ηχοποίητη λέξη ‘ντριν’ (τουλάχιστον στη διάλεκτο του γράφοντος).

Τώρα, μερικές διάλεκτοι (κάποιες βόρειες και μοραΐτικες διάλεκτοι και τα κυπριακά) ανέπτυξαν με το πέρασμα του χρόνου ένα φατνιακό συριστικό σύμφωνο, όπως στην αρχή του ‘σιύλλος’. Όταν γράφουμε τα κυπριακά, μπορούμε είτε να το αποδώσουμε με ‘σι’ (όπως έπραξα εδώ), είτε με κάποιο διακριτικό σημάδι πάνω από το σίγμα, όπως πράττουν πολλοί εδώ και δεκαετίες. Η επιλογή ανάμεσα στους δύο τρόπους ορθογράφησης μπορεί να αφεθεί και ελεύθερη, όμως επικρατεί η αντίληψη ότι η ορθογραφική ελευθερία, να γράφει δηλαδή ο καθένας όπως θέλει, προκαλεί σύγχυση και δυσχέρειες στη γραπτή επικοινωνία. Μια τέτοια δυσχέρεια οξύνεται μάλιστα εάν, όπως στην περίπτωση του φατνιακού συριστικού, ένας από τους δύο τρόπους θα απαιτούσε την εισαγωγή στη γραφή (και στην τυπογραφία) ενός καινούργιου διακριτικού σημαδιού. Η τελική απόφαση για αυτό και για άλλα ζητήματα ορθογράφησης ανήκει φυσικά στους χρήστες της κυπριακής ελληνικής.

Προσωπική μου πεποίθηση είναι ότι η τυποποίηση της ορθογραφίας της κυπριακής ελληνικής αποτελεί καθήκον του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, του οποίου άλλωστε ο ρόλος περιλαμβάνει και την προστασία και καλλιέργεια της ελληνικής κληρονομιάς στο νησί. Αυτό βεβαίως πρέπει να γίνει μετά από διάλογο και με τη συνδρομή φιλολόγων και ιστορικών γλωσσολόγων, καθώς και τεχνοκρατών που θα αποφανθούν κατά πόσο τα προτεινόμενα είναι εύχρηστα και εφαρμόσιμα. Γενικότερα, πρέπει να ανοίξει δημόσιος διάλογος στην Κύπρο για την καλλιέργεια και περαιτέρω ανάδειξη της ελληνικής κυπριακής ως εκφραστικού μέσου. Αυτό φυσικά αποτελεί έργο εθνικό το οποίο θα διαμορφωθεί και από την αναντικατάστατη συνδρομή των ειδικών και το οποίο θα κριθεί στην εφαρμογή του. Πάντως, σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί η τυποποίηση της ορθογραφίας της κυπριακής ή και η (επιθυμητή και δυνητικά πολλαπλώς ευεργετική) παράλληλη διδασκαλία της γραμματικής της κυπριακής ελληνικής δίπλα σε αυτήν της κοινής νεοελληνικής, να προκύψει από εσωτερικές διεργασίες διοικητικού χαρακτήρα.

Η ουσία του ζητήματος: το προνόμιο της διμορφίας

«Διμορφία» (diglossia) είναι ένας όρος που χοντρικά περιγράφει τη χρήση δύο γλώσσικών ποικιλιών σε μια γλωσσική κοινότητα με σχετικά διακριτούς ρόλους και πρόκειται για μια κατάσταση εξαιρετικά διαδεδομένη παγκοσμίως. Οι δύο ποικιλίες στην περίπτωση της ελληνοκυπριακής κοινότητας είναι, βεβαίως, η κοινή νεοελληνική και η κυπριακή ελληνική. Ο πραγματικός λόγος που τα κυπριακά δε γράφονται τόσο εκτενώς όσο θα ήτανε δυνατόν είναι επειδή επικρατεί η αντίληψη ότι η χρήση της κοινής για τη γραπτή επικοινωνία είναι αρκετή. Αυτός ο διακανονισμός σε πολύ γενικές γραμμές φαίνεται να λειτουργεί, ωστόσο αποστερεί από τον μέσο Ελληνοκύπριο τη δυνατότητα να εκφράζεται και γραπτώς στη μητρική γλωσσική ποικιλία του, με ό,τι συνέπειες μπορεί αυτό να έχει για τον γραμματισμό και την επαφή με τη γραφή και την ανάγνωση, είτε στο χαρτί είτε ηλεκτρονικώς.

Ας όμως δούμε τι συμβαίνει σε μια άλλη κοινωνία όπου επικρατεί γλωσσική διμορφία. Στη γερμανόφωνη Ελβετία βρίσκεται σε χρήση η επίσημη γερμανική και η καθομιλουμένη γερμανοελβετική. Όπως στην Κύπρο, στα κρατικά έγγραφα, ομοσπονδιακά και τοπικά, καθώς και για τις πιο τυπικές περιστάσεις χρησιμοποιείται η επίσημη γερμανική. Ωστόσο, η χρήση της γερμανοελβετικής είναι σαφώς εκτενέστερη από αυτή της κυπριακής ελληνικής στην Κύπρο, αφού χρησιμοποιείται και γράφεται ευρέως στα γερμανόφωνα μέσα ενημέρωσης της Ελβετίας. Έτσι, για παράδειγμα, ενώ οι πολιτικές και οικονομικές στήλες σε μια εφημερίδα είναι στην επίσημη γερμανική, οι στήλες που αφορούν την καθημερινή ζωή είναι στα γερμανοελβετικά. Το τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων εκφωνείται στην επίσημη γερμανική αλλά το δελτίο καιρού στα γερμανοελβετικά. Στην Κύπρο αρχίσε να διαφαίνεται ότι διαμορφώνεται μια ομόλογη κατάσταση πριν λίγα χρόνια, όταν τα κυπριακά δραπέτευσαν από τη μάντρα του φολκλόρ και της φαρσοκωμωδίας και πέρασαν σε ‘σοβαρές’ δραματικές σειρές που διαδραματίζονται στη σύγχρονη κυπριακή κοινωνία. Ταυτόχρονα, στο διαδίκτυο παρατηρείται άνθηση στα κυπριακά ιστολόγια όπου η ελληνική κυπριακή χρησιμοποιείται όχι μόνο για σάτιρα (παραδοσιακό ‘χώρο’ των διαλέκτων) αλλά και εκμυστηρεύσεις, πολιτικές αναλύσεις, αφηγήματα καθώς και διάλογο πάνω σε σύνθετα ζητήματα.

Για να κλείσω με μια μεταφορά, φρονώ πως αξίζει να προσβλέπουμε σε μια ελληνοκυπριακή κοινωνία όπου οι ομιλητές θα αισθάνονται άνετοι να ανοίξουν το «σπίτι τους» (τη μητρική κυπριακή ελληνική) σε περισσότερες χρήσεις, προφορικές και γραπτές, αλλά και επαρκώς καταρτισμένοι να κυκλοφορούν στο «δημόσιο χώρο» (την κοινή ελληνική).

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 1ης Απριλίου 2007]

5/2/07

Είναι ωραία στη Βαβέλ

Η ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι θα έπρεπε να μιλάμε την ίδια γλώσσα υπήρξε και αρκετά διαδεδομένη στο παρελθόν και διαχρονικά πολύ δημοφιλής. Η αντίληψη ότι η ύπαρξη μίας κοινής γλώσσας για όλη την ανθρωπότητα θα συντελούσε αποτελεσματικά στην εδραίωση της ανεκτικότητας, της ειρήνης, της αμοιβαίας κατανόησης και της αδελφοσύνης δεν έχει χάσει εντελώς την ευρύτατη απήχηση που άλλοτε απολάμβανε.

Πολλές φορές, κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης ιδίως, η επιθυμία για μια ενιαία πανανθρώπινη γλώσσα ταυτίστηκε λίγο έως πολύ με την προσπάθεια στοχαστών και λογίων για την κατασκευή μιας ιδανικής γλώσσας, ενός «τέλειου» γλωσσικού εργαλείου στοχασμού και επικοινωνίας. Συνήθως τέτοιες ιδανικές γλώσσες κατασκευάζονταν με βάση τις αρχές του ενός ή του άλλου φιλοσοφικού συστήματος. Οι περισσότερες από αυτές δεν αποκτήσανε δεύτερο ομιλητή πέραν του δημιουργού τους, ενώ καμμία τους δε σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία. Ωστόσο, η ιδέα μιας τεχνητής γλώσσας που θα διευκόλυνε την επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά και ανάμεσα στους λαούς ως σύνολα, δεν εγκαταλείφθηκε. Μάλιστα, ο 19ος αιώνας γνώρισε μια σειρά από τεχνητές γλώσσες, ουδέτερες και απαλλαγμένες από την ιστορία και την κουλτούρα συγκεκριμένων λαών, με τις οποίες αναπόφευκτα ταυτίζονται όλες οι φυσικές γλώσσες. Η χρήση αυτών των γλωσσών θα εξάλειφε τις γλωσσικές και εθνοτικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους και θα είχε ως σκοπό να συντελέσει στην ειρήνευση και στην ενότητα του ανθρωπίνου γένους, γι’ αυτό και η προώθησή τους συμπορεύθηκε για περισσότερο ή λιγότερο με κινήματα όπως ο σοσιαλισμός, ο σιωνισμός, ο μπαχαϊσμός αλλά και με χριστιανικές ομολογίες. Εξέχον παράδειγμα τεχνητής γλώσσας είναι η Εσπεράντο, η οποία δημιουργήθηκε το 1887 από τον Πολωνοεβραίο γιατρό Ζάμενχοφ, με στόχους λίγο-πολύ αυτούς που περιγράφτηκαν παραπάνω. Σήμερα η Εσπεράντο ομιλείται ως δεύτερη γλώσσα από περίπου 2.000.000 ομιλητές σύμφωνα με κάποιες μάλλον αισιόδοξες εκτιμήσεις, αν και πρόκειται για την πιο διαδεδομένη «πανανθρώπινη» γλώσσα.

Γιατί λοιπόν απέτυχαν οι προσπάθειες να θεσπιστεί μια κοινή γλώσσα για ολόκληρη την ανθρωπότητα; Γιατί οι άνθρωποι φαίνονται να επιμένουν στη Βαβέλ, στην πολυγλωσσία;

Ένας από τους λόγους για τους οποίους οι οργανωμένες προσπάθειες να διαδοθεί η μία ή η άλλη τεχνητή γλώσσα προς χρήση ολόκληρης της ανθρωπότητας, ή τουλάχιστον ενός μεγάλου μέρους της, είναι, βεβαίως, επειδή το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας ήδη χρησιμοποιεί (τουλάχιστον) μία δεύτερη γλώσσα. Δεν αναφέρομαι εδώ μόνο στην αγγλική γλώσσα της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης. Ίσα ίσα, διαθέτουμε αδιάσειστα ντοκουμέντα ότι κατά καιρούς μία ή περισσότερες γλώσσες λειτουργούνε σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές ως lingua franca, δηλαδή ως δεύτερες γλώσσες για την επικοινωνία ανάμεσα σε ομιλητές άλλων γλωσσών. Έτσι, στη Μεσόγειο της ύστερης αρχαιότητας η ελληνιστική Κοινή λειτούργησε ως η γλώσσα των γραμμάτων και του πολιτισμού. Χαρακτηριστικότατα, οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης έγραψαν όλοι (πλην του Ευαγγελιστή Ματθαίου) κατευθείαν στα ελληνικά. Ωστόσο, κανείς τους δε φαίνεται να ήτανε φυσικός ομιλητής της ελληνικής, εκτός πιθανόν από τον Απόστολο Λουκά. Ο λόγος για τον οποίο δεν επέλεξαν τα εβραϊκά ή τα αραμαϊκά για να γράψουν ήταν, βεβαίως, ώστε το μήνυμά τους να γίνει προσιτό και κατανοητό από όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο. Επιπλέον, και πέρα από ζητήματα πολιτιστικού και πνευματικού ενδιαφέροντος, σώζονται χιλιάδες αιγυπτιακοί πάπυροι στους οποίους ομιλητές της κοπτικής αλληλογραφούν μεταξύ τους αλλά και με ομιλητές άλλων γλωσσών για καθημερινά ζητήματα (από ψώνια και παραινέσεις μέχρι ραντεβού και προικοσύμφωνα) σε σπασμένα ελληνικά. Οπωσδήποτε αυτή η εικόνα είναι πολύ κοντά σε αυτή του σημερινού κόσμου, αν αντικαταστήσει κανείς τα κομμάτια παπύρου στην ελληνιστική Κοινή με ηλεκτρονικά μηνύματα στα αγγλικά.

Εδώ θέλω να τονίσω πως η ύπαρξη δεύτερων γλωσσών δεν περιορίζεται στον ευρωμεσογειακό κόσμο. Παραδείγματα κραταιών δεύτερων γλωσσών βρίσκουμε παντού σε όλον τον κόσμο και μάλιστα από τότε που έχουμε γραπτά μνημεία ή και έμμεσες μαρτυρίες. Έτσι έχουμε την αραμαϊκή στην αρχαιότατη Εγγύς Ανατολή, τη λατινική στη μεσαιωνική Δυτική Ευρώπη, την κινεζική σε ολόκληρη την Ανατολική Ασία, τη σανσκριτική στη Νότια Ασία, την (κλασσική) αραβική στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, τη σουαχίλι στην Ανατολική Αφρική, την κέτσουα (τη γλώσσα των Ίνκας) και τη ναχουάτλ (τη γλώσσα των Αζτέκων) στις Άνδεις και στην Κεντρική Αμερική αντίστοιχα, και ούτω καθεξής. Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση lingua franca είναι και η εξής: πριν την κατάκτησή τους από τους Ευρωπαίους, στις Μεγάλες Πεδιάδες της Βορείου Αμερικής οι γλωσσικές-εθνοτικές ομάδες των Αράπαχο, των Σεγιέν και των Σιου (Λαχότα) χρησιμοποιούσανε για τη μεταξύ τους συνεννόηση τη σήμερα εξαφανισμένη νοηματική γλώσσα των Μεγάλων Πεδιάδων.

Τα παραπάνω είναι λίγο έως πολύ είτε γνωστά είτε αναμενόμενα. Ωστόσο η ύπαρξη όλων αυτών των κοινών γλωσσών δε φαίνεται τους τελευταίους αιώνες να συνέβαλε ιδιαιτέρως στην αδελφοσύνη και στην ειρήνη. Για παράδειγμα, το ότι οι (μορφωμένοι τουλάχιστον) δυτικοευρωπαίοι μπορούσανε να επικοινωνούν μεταξύ τους τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση στα λατινικά και αργότερα στα γαλλικά, ποσώς δεν τους εμπόδισε να αλληλοσφάζονται σε αναρίθμητους πολέμους μεταξύ τους. Μήπως τελικά ο Ζάμενχοφ είχε δίκιο, λοιπόν; Μήπως πρέπει να ξαναρχίσουμε από την αρχή; Μήπως πρέπει να οργανώσουμε ένα κίνημα για την προώθηση μιας πανανθρώπινης μητρικής γλώσσας και να ξανακαλλιεργήσουμε την ιδέα μιας κοινής γλώσσας για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος;

Είναι χαρακτηριστικό πως οράματα σαν κι αυτό της μιας μόνο γλώσσας για όλη την ανθρωπότητα κάθε άλλο παρά δημοφιλή είναι πια. Μάλιστα, κινήματα όπως ο εσπεραντισμός δεν αποτελούνε πια παρά σύντομες ενότητες στην ιστορία των ιδεών, στο κεφάλαιο ‘Ουτοπίες’. Υπάρχουνε κατ’ αρχήν πρακτικοί λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό. Πρώτα από όλα, λόγοι που αφορούν τη γλωσσική κατάκτηση: όπως έχουμε ξαναπεί, μια γλώσσα, για να κατακτηθεί ως μητρική, πρέπει να υφίσταται ως γλώσσα επικοινωνίας μέσα στο περιβάλλον του αναπτυσσόμενου παιδιού, και μάλιστα κατά την κρίσιμη περίοδο για τη γλωσσική ανάπτυξη (0-4 έτη). Έτσι έγιναν τα εβραϊκά μια από τις γλώσσες του Ισραήλ: σε πείσμα των διαφορετικών γλωσσικών υποβάθρων τους, οι Εβραίοι μετανάστες στην Παλαιστίνη χρησιμοποιούσαν τα εβραϊκά για την επικοινωνία μεταξύ τους κι έτσι οι νέες γενιές κατέκτησαν τη γλώσσα αυτή ως μητρική. Το παράδειγμα του Ισραήλ μάς δείχνει επίσης και το γιατί η επιθυμία για μία κοινή γλώσσα για ολόκληρη την ανθρωπότητα αποτελεί χίμαιρα. Παρότι τα εβραϊκά άρχισαν να χρησιμοποιούνται συστηματικά στην Παλαιστίνη ανάμεσα στους Εβραίους μετανάστες μόλις γύρω στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ήδη η γλώσσα έχει υποστεί έκτοτε σημαντικές αλλαγές, ενώ έχουνε ξεπηδήσει τοπικές διάλεκτοι και κοινωνιόλεκτοι. Με άλλα λόγια, οποιοδήποτε όραμα για μια ενιαία γλώσσα παραγνωρίζει τη δυναμική της γλωσσικής αλλαγής. Άλλωστε, οι πρόγονοι γλωσσών τόσο διαφορετικών σήμερα όσο τα ισλανδικά, τα πολωνικά, τα ελληνικά, τα κουρδικά, τα ούρντου και τα βεγγαλέζικα ξεκίνησαν όλοι σαν διάλεκτοι της γλώσσας που ονομάζουμε Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκή...

Φυσικά, δεδομένης της διάδοσης και της κυριαρχίας της αγγλικής σήμερα ως της πρώτης ιστορικά παγκόσμιας γλώσσας, στην πραγματικότητα ελάχιστοι θα συγκινούνταν πια με το όραμα μίας πανανθρώπινης γλώσσας, φυσικής ή τεχνητής. Ευτυχώς εκτιμούμε στις μέρες μας πολύ περισσότερο τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που κάθε γλώσσα και διάλεκτος κουβαλάει μαζί της και έχουμε σχετικά απομακρυνθεί από ισοπεδωτικές (και ανεδαφικές) ουτοπίες. Θα συνεχίσουμε όμως τη συζήτηση για αυτό το θέμα την επόμενη φορά.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 4ης Φεβρουαρίου 2007]

26/11/06

Γλωσσολόγοι-Νήπια 0-1 (ή «Τα μυστικά της γραμματικής»)

Σήμερα θα μιλήσουμε για τη γραμματική. Φαντάζομαι αμέσως τις αντιδράσεις. Άλλωστε, η σχολική γραμματική για πολλούς πρώην και νυν μαθητές αποτελεί απλώς έναν μακρύ κατάλογο εξαιρέσεων, ένα πληκτικό και άχαρο νοητικό γύμνασμα. Για άλλους δεν είναι παρά ένας μπελάς, ένα γνωστικό αντικείμενο στο οποίο δύσχρηστη ορολογία, σχολαστική ταξινόμηση και συστηματική απομνημόνευση συναντιούνται μοναδικά κι ανελέητα. Αυτή η κατάσταση οφείλεται εν μέρει σε περιορισμούς και σφάλματα της παραδοσιακής γραμματικής περιγραφής, εν μέρει σε κάποιες (μάλλον ατελέσφορες) παιδαγωγικές επιλογές και τακτικές. Ευτυχώς στη γλωσσολογία ο όρος ‘γραμματική’ έχει απλώς την έννοια της δομής της γλώσσας, του ‘σχεδίου της γλώσσας’ που λέγαμε και από αυτή τη στήλη. ‘Γραμματική’ δηλαδή σημαίνει τους κανόνες με τους οποίους προφέρουμε τη γλώσσα (φωνολογία), φτιάχνουμε λέξεις (μορφολογία) και σχηματίζουμε προτάσεις (σύνταξη).

Η επόμενη ερώτηση, βεβαίως, είναι πού βρίσκονται αυτοί οι κανόνες (αν όχι μέσα σε βιβλία), τι σόι κανόνες είναι και πώς λειτουργούν.

Οι κανόνες της μητρικής μας γλώσσας βρίσκονται μέσα στον νου μας, ο οποίος – με έναν τρόπο κάθε άλλο παρά ξεκάθαρο – εδράζεται στον εγκέφαλό μας. Γι’ αυτό και το σύνολο των κανόνων της μητρικής μας γλώσσας (ή των μητρικών μας γλωσσών) ονομάζεται ‘νοητική γραμματική’. Αυτούς τους κανόνες, τη νοητική γραμματική, τους κατακτούμε, δεν τους μαθαίνουμε, μέσα στα πρώτα τέσσερα με πέντε περίπου χρόνια της ζωής μας, όπως είδαμε πριν δύο εβδομάδες. Εννοείται ότι η γνώση αυτών των κανόνων είναι επίσης υποσυνείδητη: όταν παράγουμε ή όταν προσλαμβάνουμε λόγο δεν έχουμε επίγνωση του ποια μορφή πρέπει να έχει το άρθρο (ή γιατί), πώς θα σχηματίσουμε μια δευτερεύουσα πρόταση ή ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος...

Φυσικά, το εύλογο ερώτημα είναι γιατί χρειαζόμαστε ενδιάθετους γλωσσικούς κανόνες που τους ρουφάμε σα σφουγγάρια όταν είμαστε νήπια. Γιατί, λόγου χάρη, δεν μπορούμε να πούμε ότι μαθαίνουμε τη γλώσσα κάνοντας κάποιες γενικεύσεις με βάση τη γλώσσα που ακούμε ως μικροί ομιλητές (ή που βλέπουμε, αν είμαστε μικροί νοηματιστές); Άλλωστε, μεγάλο μέρος της μάθησης βασίζεται στην αναλογία και στη γενίκευση: έτσι, αν δούμε να ξεβιδώνουν ένα καπάκι βάζου, μπορούμε να γενικεύσουμε αυτή την κίνηση και σύντομα να ξεβιδώνουμε κι εμείς καπάκια βάζων ή μπουκαλιών. Αντί να παραθέσω θεωρητικά επιχειρήματα κατά μιας τέτοιας αντίληψης σχετικά με το πώς καταλήγουμε στη γραμματική γνώση, θα φέρω δύο μόνο παραδείγματα φαινομενικά απλών γραμματικών δομών. Θα δείξω πως αυτές οι δομές μπορούν να αναλυθούν και να εξηγηθούν μόνο με επίκληση σε πολύ εξειδικευμένους και σύνθετους κανόνες και όχι σε αναλογικές γενικεύσεις.

Ας ξεκινήσουμε πρώτα από τα μπουκάλια, μια και τα αναφέραμε. Ένας απλός (φαινομενικά) γραμματικός κανόνας της ελληνικής είναι αυτός που έχει να κάνει με το πώς βάζουμε δύο ουσιαστικά μαζί. Επίσης πρόκειται για έναν κανόνα που κανείς ποτέ δε μας διδάσκει αναλυτικά, στη σχολική γραμματική ή αλλού. Ας πούμε λοιπόν ότι μεγαλώνετε ακούγοντας ελληνικά γύρω σας. Ακούτε φρασεις όπως ‘λάδι ελιάς’, ‘γυαλιά μυωπίας’, ‘ξύλο κερασιάς’. Ας υποθέσουμε ότι με βάση τα παραπάνω κάνετε μια γενίκευση: «ουσιαστικό που ακολουθεί ουσιαστικό είναι στη γενική», αφήνοντας κατά μέρος πώς αναγνωρίζετε τι είναι ‘ουσιαστικό’ ή ‘γενική’ (διόλου ευκαταφρόνητος άθλος). Ας πούμε τώρα ότι ταυτόχρονα ακούτε και φράσεις όπως ‘μπουκάλι μπύρα’, ‘ποτήρι κρασί’, ‘πιάτο σούπα’, ‘καφάσι μήλα’. Ας υποθέσουμε ότι με βάση τα νέα αυτά δεδομένα κάνετε ακόμα μια γενίκευση: «ουσιαστικό που ακολουθεί ουσιαστικό είναι στην ονομαστική», αφήνοντας κατά μέρος πώς αναγνωρίζετε τι είναι ‘ονομαστική’ (επίσης διόλου ευκαταφρόνητος άθλος).

Τι γίνεται τώρα; Έχουμε δύο γενικεύσεις: «ουσιαστικό που ακολουθεί ουσιαστικό είναι στη γενική» και «ουσιαστικό που ακολουθεί ουσιαστικό είναι στην ονομαστική». Αν χρησιμοποιούσαμε μόνο φράσεις και προτάσεις που έχουμε ξανακούσει, θα είχαμε απλώς δύο γενικεύσεις στα χέρια μας και η ιστορία θα τελείωνε εδώ. Ωστόσο, ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της γραμματικής μας ικανότητας είναι ότι μας επιτρέπει να σχηματίζουμε και να κατανοούμε λέξεις και προτάσεις που δεν έχουμε ξανακούσει ποτέ. Άρα γίνεται να χρησιμοποιήσουμε τις δύο μας γενικεύσεις ώστε, αναλογικά, να φτιάξουμε καινούργιες φράσεις που να αποτελούνται από δύο ουσιαστικά; Αρχικά φαίνεται καλή ιδέα: παίρνοντας τα ουσιαστικά ‘ποτήρι’ και ‘κρασί’ κι εφαρμόζοντας τη γενίκευση ‘ουσιαστικό + ουσιαστικό στην ονομαστική’, έχουμε ‘ποτήρι κρασί’. Παίρνοντας τα ίδια ουσιαστικά κι εφαρμόζοντας τη γενίκευση ‘ουσιαστικό + ουσιαστικό στη γενική’, έχουμε ‘ποτήρι κρασιού’. Το ίδιο και με τα ουσιαστικά ‘μπουκάλι’ και ‘μπύρα’, και ούτω καθεξής.

Αμέσως όμως αρχίζουν τα προβλήματα. Πρώτα πρώτα, η γενίκευση ‘ουσιαστικό + ουσιαστικό στην ονομαστική’ δίνει πάμπολλες εντελώς αντιγραμματικές φράσεις (στη γλωσσολογία, τις σημειώνουμε με αστερίσκο): *λάδι ελιά, *γυαλιά μυωπία, *ξύλο κερασιά και ούτω καθεξής. Επιπλέον, ‘ποτήρι κρασί’ σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό από ‘ποτήρι κρασιού’: μπορούμε να πιούμε το πρώτο και να σπάσουμε το δεύτερο – όχι όμως αντίστροφα. Μπορούμε να φάμε ένα πιάτο σούπα αλλά συνήθως όχι ένα πιάτο σούπας. Παρομοίως, αν μας ρίξουν ένα μπουκάλι μπύρα, θα βραχούμε, αν μας ρίξουν ένα μπουκάλι μπύρας, μπορεί να βρεθούμε στο νοσοκομείο: στην πρώτη περίπτωση μας ρίχνουν το περιεχόμενο του μπουκαλιού, στη δεύτερη το ίδιο το μπουκάλι. Εδώ λοιπόν χρειάζεται ένας κανόνας που το παιδί θα κατακτήσει αβίαστα και ο οποίος θα προσδιορίζει ότι ‘ουσιαστικό + ουσιαστικό στην ονομαστική’ χοντρικά σημαίνει «περιεχόμενο», ένας κανόνας που δεν μπορεί να προκύψει μέσω γενίκευσης και αναλογίας.

Οι φυσικοί ομιλητές μιας γλώσσας γνωρίζουν όμως ακόμα πιο λεπτοφυώς διαμορφωμένους και πιο σύνθετους γραμματικούς κανόνες, αφηρημένους κανόνες. Ένα σχετικό παράδειγμα είναι και η θέση των κλιτικών αντωνυμιών στην κυπριακή ελληνική, παράδειγμα που έκλεψα από τη συνάδελφο Γεωργία Αγγουράκη, η οποία έχει ερευνήσει εκτενώς το εν λόγω θέμα. Και πάλι, πρόκειται για έναν κανόνα που κανείς ποτέ δε μας διδάσκει, στη σχολική γραμματική ή αλλού. Άλλωστε, αν περίμεναν οι ομιλητές να μάθουνε τους πραγματικά σημαντικούς γραμματικούς κανόνες στο σχολείο, μάλλον θα τους αποθάρρυνε η πολυπλοκότητά τους και ο αφηρημένος χαρακτήρας τους. Δείτε και μόνοι σας:

Στην κυπριακή ελληνική οι κλιτικές αντωνυμίες κατ’ αρχήν ακολουθούν το ρήμα: π.χ. ‘είδα το’. Και πάλι, αφήνουμε κατά μέρος τα καθόλου ευκαταφρόνητα: πώς αναγνωρίζει κανείς τι είναι ‘ρήμα’ ή ‘κλιτική αντωνυμία’. Εν πάση περιπτώσει, προχωρούμε. Αν, τώρα, μπροστά από το ρήμα βρίσκεται κάτι σχετικό με αυτό, η κλιτική αντωνυμία προηγείται του ρήματος: «εν το είδα», «μεν το δεις» (άρνηση), «(εν)να το δω» (υποτακτική ή μέλλοντας), «έθθα το δω» (άρνηση και μέλλοντας). Φυσικά, η διατύπωση που χρησιμοποίησα («κάτι σχετικό» με το ρήμα) είναι ανακριβέστατη: ενώ με τα παραπάνω στοιχεία (‘να’, ‘εν’ κτλ.) και τις ερωτηματικές λέξεις η κλιτική αντωνυμία προηγείται του ρήματος – π.χ. «πκοιος (έμπου) το είδε;» ή «πού (έμπου) το είδε;» – δε συμβαίνει το ίδιο με τα υποκείμενα του ρήματος: έτσι, το γραμματικό είναι «ο Γιώρκος είδε το» ή «ο Γιώρκος είδε το;» όχι *ο Γιώρκος το είδε. Επίσης, και ο σύνδεσμος ‘που’ συμπεριφέρεται όπως η άρνηση, το ‘να’ και οι ερωτηματικές λέξεις: «εν ο Γιώρκος που το είδε», όχι *εν ο Γιώρκος που είδε το. Οι γλωσσολόγοι, μετά από συστηματική έρευνα, έχουμε μια αντίληψη για το τι ενώνει όλα αυτά τα στοιχεία που προκαλούνε πρόκλιση, την εμφάνιση δηλαδή της κλιτικής αντωνυμίας πριν το ρήμα. Πληροφοριακά, η κυπριακή ελληνική συμπεριφέρεται σε αυτό το θέμα όπως η ποντιακή αλλά, κυρίως, όπως τα πορτογαλικά!

Για να μη δώσω την εντύπωση πως έχουμε φωτίσει όλους τους ενδιάθετους γραμματικούς κανόνες (απέχουμε πάρα πολύ από κάτι τέτοιο) ή ότι έχουμε ολοκληρωμένη κατανόηση του τόσο πολύπλοκου γραμματικού και θαυμαστού συστήματος που έχει ο καθένας μας μέσα στο κεφάλι του, να αναφέρω απλώς ένα άλυτο πρόβλημα, και πάλι από την κυπριακή ελληνική και τις κλιτικές αντωνυμίες της: ενώ η άρνηση προκαλεί πρόκλιση, θυμηθείτε το «εν το είδα», αν προσθέσουμε το «τζαι» μετά από αυτήν, το σκηνικό αλλάζει: «εν τζαι είδα το». Γιατί; Δεν ξέρουμε.

Τα παραπάνω δε σκιαγραφούνε μόνο την πολυπλοκότητα και την εξειδίκευση της ενδιάθετης γραμματικής γνώσης μας, της νοητικής γραμματικής. Φέρνουν επίσης στην επιφάνεια μια παραγνωρισμένη αλήθεια: η γλωσσική ικανότητα, κληρονομιά του καθενός από εμάς, αναλφάβητου ή μορφωμένου, είναι σαφώς συνθετότερη από όσο νομίζουμε συνήθως. Η πληρότητα της υποσυνείδητης γνώσης αυτού του συστήματος κανόνων είναι πραγματικά θαυμαστή και ξεπερνάει τις δυνατότητές μας να το κατανοήσουμε επαρκώς. Προς το παρόν τα νήπια, κατακτώντας τέλεια και αβίαστα ένα σύνολο σύνθετων γραμματικών κανόνων, έχουνε το πάνω χέρι έναντι των γλωσσολόγων, που δυσκολεύονται να το περιγράψουν στην πληρότητά του και να το αναλύσουν ικανοποιητικά.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 26ης Νοεμβρίου 2006]

1/10/06

Δεινόσαυροι, γατάκια και το σχέδιο της γλώσσας

Στις ρετρό ταινίες με προϊστορικούς ανθρώπους, αυτές με τα λαστιχένια τέρατα και τα ζωγραφισμένα τοπία, υπάρχουν τουλάχιστον δύο πράγματα που τραβούν την προσοχή: πρώτον, οι άνθρωποι συνυπάρχουν με τους δεινόσαυρους. Παρότι ο τελευταίος δεινόσαυρος έβγαλε την τελευταία του σπαρακτική κραυγή εκατομμύρια χρόνια προτού εμφανιστεί το πρώτο ανθρωποειδές, δε θα ασχοληθούμε εδώ με αυτό το θέμα. Το δεύτερο που μας τραβάει την προσοχή είναι πως οι κινηματογραφικοί προϊστορικοί άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους είτε με άναρθρες κραυγές είτε χρησιμοποιώντας ένα περιορισμένο ρεπερτόριο αρθρωμένων εκφωνημάτων, συνήθως δισύλλαβων, όπως «ούγκα-μπούγκα». Δεδομένου πως οι αρχαιότερες γλωσσικές μαρτυρίες που έχουνε φτάσει έως εμάς είναι μαρτυρίες γραμματικά πολύπλοκων γλωσσών με πλούσιο λεξιλόγιο – όπως όλες οι σύγχρονες γλώσσες – αναρωτιέται κανείς: «από πού προήλθε η ανθρώπινη γλώσσα;»

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι πολύ σημαντικό. Όταν λέμε ‘γλώσσα’, υπενθυμίζω ότι εννοούμε τις λέξεις και τους γραμματικούς κανόνες που τις διέπουν. Όταν λέμε ‘γλώσσα’, δεν εννοούμε επικοινωνία. Το ότι χρησιμοποιούμε τη γλώσσα (και) για να επικοινωνήσουμε, δε σημαίνει πως αυτά τα δύο, γλώσσα και επικοινωνία, ταυτίζονται. Μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τη γλώσσα αλλά και με μορφασμούς, με χειρονομίες, με το τι φοράμε, με τις εκφράσεις του προσώπου μας, με το πώς στεκόμαστε, με τον τόνο της φωνής μας, με σφυρίγματα, με σχεδιαγράμματα, με χάρτες, με εικόνες, με σήματα της τροχαίας κλπ. Πολλές φορές μάλιστα η γλώσσα δεν είναι ο καταλληλότερος τρόπος επικοινωνίας, όχι μόνον όταν δε «βρίσκουμε λόγια» αλλά και σε πιο καθημερινές συγκυρίες. Λόγου χάρη, όταν πηγαίνουμε στον χασάπη, συνήθως είναι ευκολότερο να δείξουμε με το χέρι το κομμάτι που θέλουμε για σούβλα, παρά να το περιγράψουμε...

Κρατώντας στον νου μας πως ‘επικοινωνία’ και ‘γλώσσα’ είναι δύο διαφορετικές οντότητες, μπορούμε και να αντιληφθούμε πιο ξεκάθαρα το γεγονός ότι γλώσσα (δηλαδή λέξεις + γραμματικούς κανόνες) έχουνε μόνον οι άνθρωποι και κανένα ζώο. Ακόμη και τα πιο έξυπνα ζώα στερούνται γλώσσας. Σκεφτείτε εν προκειμένω το εξής: οι άνθρωποι τείνουμε να μιλάμε στα κατοικίδιά μας, ιδίως σε γάτες και σε σκύλους, και μάλιστα τους απευθυνόμαστε στα ‘μωρουδίστικα’, όπως ακριβώς και στα ανθρώπινα βρέφη και νήπια. Ωστόσο, από όσο μικρά και αν τα έχουμε κοντά μας (και σε προφανή αντίθεση με τα ανθρώπινα βρέφη) τα γατάκια και τα κουτάβια δε θα αναπτύξουνε ποτέ γλώσσα, όσο και να τους μιλάμε: η γλώσσα είναι ανθρώπινο προνόμιο. Παρόλα αυτά, τα ζώα βεβαίως επικοινωνούν, και με τους ανθρώπους (όταν είναι κατοικίδια) και, πρώτα και κύρια, μεταξύ τους. Μάλιστα, πολλά είδη, όπως οι μέλισσες, τα μυρμήγκια, οι φάλαινες, τα δελφίνια αλλά και τα ανώτερα πρωτεύοντα (χιμπατζήδες και γορίλλες) έχουνε τα δικά τους αρκετά σύνθετα μη-γλώσσικά συστήματα επικοινωνίας.

Η γλώσσα λοιπόν είναι ανθρώπινο προνόμιο, με τον τρόπο που η ύφανση ιστών είναι προνόμιο των αραχνών, το ραντάρ υπερήχων είναι των νυχτερίδων και η χρησιμότατη προβοσκίδα των ελεφάντων. Ταυτόχρονα η γραμματική δομή των ανθρώπινων γλωσσών είναι εξαιρετικά πολύπλοκη, όπως γνωρίζει πάρα πολύ καλά καθένας που έχει ξεκινήσει να μαθαίνει κάποια ξένη γλώσσα. Πώς προέκυψε, πώς εξελίχθηκε ένα τόσο πολύπλοκο εργαλείο, ένα τόσο σύνθετα οργανωμένο υποσύστημα όπως η γλώσσα, μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο;

Τις τελευταίες δεκαετίες, χάρη στα εντυπωσιακά άλματα της γλωσσολογίας, της ψυχογλωσσολογίας, της γνωστικής ψυχολογίας και της νευρογλωσσολογίας από τη μια πλευρά καθώς και χάρη στην ανάπτυξη των κλάδων που μελετούν τα πολύπλοκα συστήματα εν γένει, έχουμε προοδεύσει θεαματικά στην κατανόηση των απαρχών της γλώσσας. Υπάρχει πλέον ένας ικανός αριθμός σοβαρών επιστημονικών υποθέσεων σχετικά με την προέλευση του γλωσσικού οργάνου. Όσο μάλιστα περνάει ο καιρός και γίνεται πιο σύνθετη η συζήτηση για το θέμα «πώς προέκυψε η ανθρώπινη γλώσσα», με όλη την πολυπλοκότητα και με όλη τη μοναδικότητά της ανάμεσα στους ανώτερους οργανισμούς, τόσο πιο σαφές γίνεται ότι το κλειδί για να απαντηθεί η ερώτηση βρίσκεται εν πολλοίς στην κατανόηση της οργάνωσης και του σχεδιασμού της ανθρώπινης γλώσσας.

Με άλλα λόγια, για να καταλάβουμε πώς ο ανατομικά σύγχρονος άνθρωπος βρέθηκε προικισμένος με τη γλώσσα, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε συστηματικά και σε βάθος πώς είναι οργανωμένη η ίδια η γλώσσα, και μάλιστα το γραμματικό της σύστημα. Επομένως, για να απαντήσουμε στο ερώτημα από πού προέρχεται η γλώσσα δεν αρκούν επιφανειακές περιγραφές των επιμέρους εκφάνσεων του γλωσσικού οργάνου, των επιμέρους «γλωσσών» δηλαδή. Θα φέρω ένα πολύ απλό παράδειγμα: ας υποθέσουμε ότι σας λένε: «Νομίζω ότι είδα κάποιον». Για διευκρίνιση, μπορείτε να ρωτήσετε «Ποιον νομίζεις ότι είδες;», με την ερωτηματική λέξη ‘ποιον’ να εμφανίζεται στην αρχή της πρότασης. Εδώ σταματάει η επιφανειακή περιγραφή, που λέγαμε. Εάν τώρα αυτός ο διάλογος γινόταν στα κινέζικα, για διευκρίνιση θα ρωτούσατε κάτι πάνω-κάτω σαν κι αυτό: «Νομίζεις ότι είδες ποιον;» (με κινέζικες λέξεις, βεβαίως). Εδώ θα σταματούσε η επιφανειακή περιγραφή για τα κινέζικα: η ερωτηματική λέξη εμφανίζεται ακριβώς εκεί όπου βρίσκουμε και τα υπόλοιπα αντικείμενα, μετά το ρήμα.

Τα φαινόμενα όμως και πάλι απατούν. Εκτενής έρευνα στη Γενετική Σύνταξη τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 βασισμένη σε λεπτοφυείς αλλά εντελεχείς αναλύσεις κατέδειξε πως γλώσσες όπως τα ελληνικά και τα κινέζικα, παρά τις επιφανειακές μεταξύ τους διαφορές, έχουν την ίδια δομή ερωτήσεων ‘μερικής αγνοίας’ (όπως λέγονται οι παραπάνω ερωτήσεις). Συγκεκριμένα: στα μεν ελληνικά η ερωτηματική λέξη «ποιον» συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται και στην αρχή της πρότασης (όπου και την προφέρουμε) αλλά και αμέσως μετά το ρήμα! Θα μπορούσαμε δηλαδή, υπεραπλουστεύοντας, να πούμε πως η δομή της ερώτησής μας στα ελληνικά είναι κάπως έτσι: «Ποιον νομίζεις ότι είδες <ποιον>;» Στα δε κινέζικα, η ερωτηματική λέξη «ποιον» συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται και αμέσως μετά το ρήμα (όπου και την προφέρουμε) αλλά και στην αρχή της πρότασης! Θα μπορούσαμε αντίστοιχα να πούμε πως η δομή της ερώτησής μας στα κινέζικα είναι κάπως έτσι: «<Ποιον> νομίζεις ότι είδες ποιον;»

Αυτές και πάμπολλες παρόμοιες ανακαλύψεις, κάνουν τους γλωσσολόγους να κινούνται προς την κατεύθυνση αναζήτησης των γενικών αρχών σχεδιασμού της ανθρώπινης γλώσσας. Μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα αυτών των αρχών θα μας βοηθήσει τελικά να ανιχνεύσουμε τη φυλογένεση της ανθρώπινης γλώσσας, την εξελικτική της πορεία. Είναι λοιπόν ευτύχημα που ένας από τους πιο διακεκριμένους μελετητές των γενικών αρχών με βάση τις οποίες είναι σχεδιασμένη η ανθρώπινη γλώσσα, ο Henk van Riemsdijk, θα βρίσκεται στην Κύπρο στα μέσα Οκτωβρίου για να μας μιλήσει για αυτά ακριβώς τα θέματα – και μάλιστα λίγους μόλις μήνες μετά την επίσκεψη του Noam Chomsky και τα δύο σημαντικά συνέδρια που την πλαισίωσαν. Ο καθηγητής van Riemsdijk, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί και ως «o ευρωπαίος Τσόμσκυ», αποτελεί μία από τις δεσπόζουσες φυσιογνωμίες της σύγχρονης Γλωσσολογίας παγκοσμίως: θεωρείται ο εισηγητής της Γενετικής Γλωσσολογίας στην Ευρώπη τη δεκαετία του ’70, έχει υπάρξει ακούραστος δάσκαλος, μέντορας και εκλαϊκευτής, ενώ επί 35 χρόνια έχει επιτελέσει κεφαλαιώδες ερευνητικό έργο σημαίνουσας επιρροής στους τομείς της ανάλυσης της γραμματικής δομής των ανθρώπινων γλωσσών και της σχέσης γλώσσας, σημασίας και σκέψης.

O Henk van Riemsdijk θα δώσει μία ομιλία ανοιχτή για το κοινό (στα αγγλικά – είσοδος ελεύθερη) με θέμα «Η οργάνωση της γραμματικής» ("Organizing Grammar") στο Cyprus College την Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2006 στις 8 μμ. Για περισσότερες πληροφορίες μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να αποταθούν στο 22 713258.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 1ης Οκτωβρίου 2006]

3/9/06

Λόγια της σιωπής

Πολλοί από εμάς γνωρίζουμε, ή τουλάχιστον έχουμε ακουστά, ότι σε πολλά μέρη του κόσμου υπάρχουν γλωσσικές ποικιλίες (διαλέκτοι και γλώσσες δηλαδή) οι οποίες υφίστανται διωγμό από το επίσημο κράτος ή οι οποίες είναι στιγματισμένες από την τοπική κοινωνία. Αυτό που διαφεύγει από τους περισσότερούς μας είναι ότι υπάρχει μια ολόκληρη κατηγορία γλωσσών που βρίσκεται υπό διωγμό, ακόμα και από εκπαιδευτικούς και παιδαγωγούς σε κάποιες ατυχείς περιπτώσεις, μια ολόκληρη κατηγορία γλωσσών που μέχρι πρόσφατα δεν θεωρούνταν καν γλώσσες, παρά αδέξιες και χονδροειδείς παντομίμες, συμπιλήματα χειρονομιών με αποστολή τη μεταγραφή των ομιλουμένων γλωσσών – κάτι σαν τα σήματα Μορς δηλαδή.

Αναφέρομαι φυσικά στις νοηματικές γλώσσες, τις γλώσσες που χρησιμοποιούν οι κοινότητες των κωφών – και όχι ΄κωφαλάλων’, αφού μόνον άλαλοι δε χρειάζεται να παραμένουν οι κωφοί. Οι νοηματικές γλώσσες δεν είναι, όπως η γραφή ή τα σήματα Μορς, άλλος ένας τρόπος να αποδώσουμε τις ομιλούμενες γλώσσες, μάλιστα σχετίζονται ελάχιστα με τις γλώσσες που ομιλούνται σε έναν τόπο. Στην πραγματικότητα, οι νοηματικές γλώσσες είναι φυσικές γλώσσες οι οποίες διαφέρουν από τις ομιλούμενες γλώσσες, όπως τα ισπανικά ή τα ρώσικα λόγου χάρη, κατά ένα μόνο χαρακτηριστικό: ενώ οι ομιλούμενες γλώσσες χρησιμοποιούν τη λεγόμενη «φθογγοακουστική τροπικότητα», τις προφέρουμε δια της αναπνευστικής οδού και τις ακούμε δηλαδή, οι νοηματικές γλώσσες χρησιμοποιούν την «οπτικοχωρική τροπικότητα», τις βλέπουμε και τις νοηματίζουμε με τα χέρια και το πρόσωπο δηλαδή. Η γραμματική οργάνωση των νοηματικών γλωσσών είναι η ίδια, και άρα εξίσου πλήρης και πολύπλοκη, με αυτήν των ομιλουμένων. Επιπλέον, ομιλούμενες και νοηματικές γλώσσες εδράζονται νευρολογικά στις ίδιες περιοχές του εγκεφάλου, ενώ και οι δύο κατηγορίες κατακτώνται από τα βρέφη μέσω της ίδιας αναπτυξιακής πορείας κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου μεταξύ 0 και 4 ετών. Τέλος, ποίηση, θέατρο και λογοτεχνία δημιουργούνται και μεταφράζονται σε νοηματικές γλώσσες ανά τον κόσμο.

Αν και τα παραπάνω είναι πια αυτονόητα για τη συντριπτική πλειοψηφία των ειδικών και αποτελούν κοινό τόπο στις γλωσσικές επιστήμες, η πρώτη επιστημονική δημοσίευση που διατύπωσε ξεκάθαρα το γεγονός ότι οι νοηματικές γλώσσες είναι πλήρεις φυσικές γλώσσες, και όχι ατελείς χειρονομικές μεταγραφές ομιλουμένων γλωσσών, ήρθε μόλις το 1960 και ανήκει στον William Stokoe. Από το 1960 έως σήμερα η έρευνα στις νοηματικές γλώσσες έχει κάνει άλματα καλύπτοντας πολύ έδαφος. Η έρευνα αυτή όχι μόνο μας έχει φανερώσει πολλά και θαυμαστά για τη δομή των νοηματικών γλωσσών αλλά επιπλέον μας έχει αποκαλύψει πόσο ίδιες είναι με τις ομιλούμενες γλώσσες στην ουσία τους. Επιπλέον, μελετώντας τις νοηματικές γλώσσες, οι γλωσσολόγοι και οι ψυχολόγοι κατάφεραν να προχωρήσουν σε πολύ σημαντικές ανακαλύψεις που αφορούν τη φύση της ανθρώπινης γλώσσας εν γένει καθώς και να εμπλουτίσουν τη συζήτηση γύρω από αυτή με τρόπους δυσθεώρητους εάν μέναμε προσηλωμένοι μόνο στη μελέτη των ομιλουμένων γλωσσών.

Γιατί όμως οι νοηματικές γλώσσες υφίσταντο και υφίστανται τέτοιο διωγμό, σε σημείο μάλιστα που να μην αναγνωρίζονται ως γλώσσες; Η απάντηση είναι σχετικά απλή: αναλογιστείτε ότι μία γλώσσα είναι τόσο ‘ισχυρή’ όσο και οι ομιλητές της, άλλωστε γι’ αυτό και η γλώσσα των Ηνωμένων Πολιτειών απολαμβάνει το σχετικό κύρος και διάδοση στην εποχή μας. Φανταστείτε τώρα λοιπόν την ‘αδυναμία’ των νοηματικών γλωσσών, οι χρήστες των οποίων είναι συνήθως οι κωφοί, άρα άνθρωποι με περιορισμένα μέσα και περιορισμένη ισχύ, μία ομάδα εις βάρος της οποίας αφθονούσαν και αφθονούν οι διακρίσεις, η περιθωριοποίηση και – πολλές φορές – η ωμή καταπίεση. Ωστόσο, δεν είχαν παντού έτσι τα πράγματα. Για παράδειγμα, στο βιβλίο της N.E. Groce ‘Everybody here spoke sign language’ διαβάζουμε πώς στην κωμόπολη Chilmark στο Martha’s Vineyard, ένα νησί έξω από τη Βοστώνη, όλος ο ακούων πληθυσμός ήτανε για περίπου τρεις αιώνες δίγλωσσος μεταξύ μιας ομιλουμένης (της ντόπιας αγγλικής διαλέκτου) και της ντόπιας νοηματικής γλώσσας. Αυτό εν πολλοίς οφειλόταν στο κύρος, την κοινωνική ενσωμάτωση και την οικονομική επιφάνεια της εκεί πολυάριθμης κοινότητας των κωφών, αφού το Martha’s Vineyard ήταν σχετικά απομονωμένο από τον έξω κόσμο – αν και δημοφιλής τουριστικός προορισμός σήμερα.

Οι συνθήκες για τις πολυάριθμες νοηματικές γλώσσες ανά τον κόσμο φαίνονται να βελτιώνονται ενώ η εκπαίδευση των κωφών σε αυτές, στις γλώσσες δηλαδή τις οποίες μπορούν να κατακτήσουν και να χρησιμοποιούν με φυσικό τρόπο, κερδίζει έδαφος σιγά σιγά. Σε πολλά μέρη του κόσμου τα πράγματα έχουνε προοδεύσει σημαντικά από τον καιρό που οι κωφοί μαθητές τιμωρούνταν αυστηρά από τους δασκάλους τους όταν χρησιμοποιούσαν νοηματική μέσα στα ειδικά σχολεία όπου φοιτούσαν, κυρίως την ώρα των διαλειμμάτων. Θα αναφέρω δύο κοντινά μας παραδείγματα του πώς αλλάζουν τα πράγματα. Στην Ελλάδα η καλλιέργεια της ελληνικής νοηματικής γνωρίζει πρωτοφανή άνθηση, κάτι που εν πολλοίς ενίσχυσε και η επίσημη θέσπιση της χρήσης της στην εκπαίδευση των κωφών με τον ιστορικό νόμο 2817 του 2000. Λίγο αργότερα, το 2002, η κοινή γνώμη στην Ελλάδα είχε την ευκαιρία κατ’ αρχάς να πληροφορηθεί την ύπαρξη της ελληνικής νοηματικής, επίσης να ανασκευάσει κάποιους μύθους σχετικά με αυτήν και – κυρίως – να δει στην πράξη ζωντανούς καθημερινούς ανθρώπους να νοηματίζουν για τα προβλήματα, τις εμπειρίες και τις χαρές τους στο βραβευμένο ντοκυμαντέρ της Λουκίας Ρικάκη ‘Λόγια της Σιωπής’ – τον τίτλο του οποίου δανείστηκα για το σημερινό άρθρο. Η εν λόγω ταινία, γυρισμένη χωρίς πατερναλισμό και ρητορείες, πιστεύω πως συνέβαλε σημαντικά στο να αλλάξει η στάση της κοινής γνώμης στην Ελλάδα όχι μόνον απέναντι στις νοηματικές γλώσσες αλλά και απέναντι στην κοινότητα των Ελλήνων κωφών, λόγω και της επιτυχίας της. Στην Κύπρο τώρα, και αναφέροντας ένα οικειότερό μου παράδειγμα, η Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Σπουδών του Cyprus College ξεκίνησε πιλοτικά μαθήματα νοηματικής το προηγούμενο ακαδημαϊκό έτος υπό την κυρία Κυπρούλα Μακρή, καθηγήτρια και διερμηνέα νοηματικής. Το ενδιαφέρον και η ανταπόκριση του κοινού υπήρξαν τόσο σημαντικά, ώστε φέτος διερευνώνται τρόποι να συστηματοποιήσουμε και να επεκτείνουμε περαιτέρω αυτά τα μαθήματα στο Κολλέγιό μας.

Κλείνοντας με κάποιες πιο προσωπικές σκέψεις, η αποκατάσταση των νοηματικών γλωσσών από γλωσσολόγους, παιδαγωγούς και ψυχολόγους καθώς και η συστηματική τους μελέτη και η έρευνα της φύσης τους τα τελευταία 40 χρόνια πέτυχε δύο κεφαλαιώδη: εμβάθυνε την κατανόηση της ανθρώπινης γλώσσας ως φαινομένου και – κυρίως – έδωσε το έναυσμα και επιστημονική στήριξη ώστε εκατοντάδες γλώσσες να βγούνε από το κοινωνικό περιθώριο και, αναπόφευκτα, να αποκατασταθεί εν μέρει η αξιοπρέπεια όσων τις νοηματίζουν. Αυτό νομίζω πως δεν είναι μικρό πράγμα.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 3ης Σεπτεμβρίου 2006]

5/7/06

Μεταξύ Ομήρου και Τουρκίας

Δε χρειάζεται να μείνει κανείς στην Κύπρο για πολύν καιρό για να αντιληφθεί πόσο σημαντικά είναι για τον μέσο Ελληνοκύπριο τα ζητήματα γλώσσας. Κάποια από τα ζητήματα αυτά ανακύπτουν ακριβώς λόγω του μεγάλου γλωσσικού πλούτου και της γλωσσικής ποικιλίας με τα οποία είναι προικισμένη η Μεγαλόνησος, άλλα αποτελούν ζητήματα πανελλήνιας μέριμνας (και ενίοτε εμμονής), άλλα πάλι έχουν έναν πιο ευρύ, ίσως πανανθρώπινο, χαρακτήρα.

Αφουγκραζόμενος κανείς τις συζητήσεις για τη γλώσσα στην Κύπρο, θα ακούσει πολυάριθμες απόψεις σχετικά με την κυπριακή ελληνική και σύντομα θα διακρίνει ανάμεσα τους και την ύπαρξη δύο στρατοπέδων με αντικρουόμενες, μάλλον ακραίες και τελικά αθεμελίωτες αντιλήψεις για τη διάλεκτο.

Για το μεν, η κυπριακή ελληνική αποτελεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια ποικιλία παραφθαρµένων ελληνικών, μια εκφραστικά περιορισμένη ντοπιολαλιά που προσήκει σε βραδύγλωσσους χωρικούς και ανελλήνιστους νεόπλουτους. Γεμάτη φράγκικες, βενετσιάνικες, τούρκικες και αγγλικές λέξεις, εξ ορισμού δεν προσφέρεται να καταστεί εργαλείο υψηλόφρονος έκφρασης, λογικού συλλογισμού και σύνθετου προβληματισμού. Η κυπριακή ελληνική (πρέπει να) είναι το στίγμα του Κυπραίου, μια γλωσσική ποικιλία κατάλληλη μόνο για χονδροειδείς φάρσες με γραφικούς χαρακτήρες, για ανταλλαγή ύβρεων μεταξύ αγανακτισμένων οδηγών και για κακεντρεχή κουτσομπολιά. Οι ξενόφωνοι φθόγγοι της, επονείδιστη κληρονομιά ενός μακραίωνου παρελθόντος δουλείας, δεν αξίζουν να απαθανατίζονται γραπτώς – παρά μόνο για πλάκα ή σε παραπολιτικές στήλες· η αλλόκοτη βαρβαρική χροιά της διαλέκτου σίγουρα θα συντελέσει «στην δια παντός αποκοπή των Κυπρίων από το σώμα του Ελληνισμού», όπως προ τριετίας μου εμπιστεύτηκε ντόπιος λόγιος, ο οποίος μάλιστα φρονεί πως θα έπρεπε «να περιορίζεται η χρήση της ώστε σε εκατό, ας πούμε, χρόνια να έχει απομείνει μόνο μια ντόπια χαρακτηριστική προφορά.»

Για το απέναντι στρατόπεδο τα πράγματα είναι εξίσου υπεραπλουστευμένα, αλλά ακριβώς από την ανάποδη. Δεν υπάρχει ‘κυπριακή ελληνική’, αφού δεν πρόκειται για (οποιαδήποτε) διάλεκτο. Απεναντίας, στην Κύπρο επιβιώνει η αρχαία ελληνική γλώσσα, και μάλιστα η ομηρική ελληνική – κληρονομιά το δίχως άλλο της εδώ αποβίβασης των Αχαιών προ χιλιετιών. Οι λέξεις της διαλέκτου διατηρούν τις αρχαίες προφορές τους, όπως τα διπλά σύμφωνα στο ‘θάλασσα’ και στο ‘αλλά’, ενώ εδώ η αλβανική ‘κότα’ είναι ακόμη ‘όρνιθα’ και το απλοποιημένο ‘αλάτι’ ‘άλας’. Βεβαίως, όπως δυστυχώς συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που στον ελληνικό κόσμο γίνεται λόγος για παράδοση, ο λόγος πρέπει να συνοδεύεται από έναν κινδυνολογικό επίλογο. Πράγματι, στο στρατόπεδο των ‘ομηριστών’ επικρατεί η αντίληψη πως η αρχαία ελληνική της Κύπρου επιβιώνει µε δυσκολία και μετά βίας και ποιος ξέρει για πόσο ακόμα, στα χέρια (και στο στόμα) μιας άλαλης, αναίσθητης και αφασικής νεολαίας. Εν ολίγοις, σύμφωνα με αυτό το στρατόπεδο, η κυπριακή ελληνική αποτελεί μιαν ανόθευτη και γνήσια γλωσσική ποικιλία, αρχαϊκή και πολύ ελληνική· διαθέτει ουσία ακριβώς και επειδή είναι ελληνικότερη και αρχαιότερη της κοινής νεοελληνικής.

Το ζητούμενο και στα δυο στρατόπεδα είναι τελικά και πάντα η υπεράσπιση του ελληνισμού των Ελληνοκυπρίων: είτε δια του κοραϊκού καθαρισμού της γλώσσας τους, κατά το σχήμα «κυπραίικα=τούρτσικα» (ή και εγγλέζικα – ποιος ασχολείται με τα φραγκοβενετσιάνικα), είτε δια της ανάδειξης της γνησιότητας της γλώσσας τους, όπου «κυπριακή=ομηρική» (δεν αρκεί πάντως να είναι απλώς ‘αρχαία’). Όσο ευγενές και δημοφιλές κι αν είναι όμως το ζητούμενο αυτό, η πραγματική εικόνα για την ίδια τη διάλεκτο θα προκύψει, όχι από σχηματικές και έξωθεν επιβεβλημένες αντιλήψεις, παρά από τη γλωσσολογική έρευνα. Θα παραθέσω κάποια πορίσματα εδώ καθαρά δειγματοληπτικά.

Γιατί η ‘θάλασσα’ έχει δύο σίγμα στα κυπριακά; διότι όντως η λέξη διατήρησε την αρχαία της προφορά. Γιατί όμως το ‘σήμμερα’ ή το ‘σιύλλος’ έχουν, επίσης, δύο μι και δύο λάμδα; Όχι γιατί διατήρησαν την αρχαία προφορά, αφού τότε θα είχαν ένα μι και ένα λάμδα, αλλά γιατί η διάλεκτος νεωτέρισε, ήδη από την ελληνιστική εποχή (πολύ μετά τον Όμηρο). Στη σημερινή μορφή της, η κυπριακή ελληνική τείνει γενικά να έχει διπλά σύμφωνα μετά από τις τονισμένες συλλαβές, όπως έδειξαν οι Άννα Παναγιώτου και Jim Davy του Πανεπιστηµίου Κύπρου. Ο αναγνώστης μπορεί να το επιβεβαιώσει αυτό με μια πρόχειρη δοκιμή. Εδώ νομίζω λοιπόν πως η αλήθεια είναι πιο συναρπαστική από την ιδέα μιας γλωσσικής ποικιλίας κολλημένης στο 900 π.Χ.

Τι συμβαίνει όμως με όλες αυτές τις αρχαίες λέξεις; Πράγματι, υπάρχουν στην κυπριακή ελληνική (ενίοτε ως γνήσια επιβιώµατα, ενίοτε επανεισηγµένες από καθαρευουσιάνους λογίους του 19ου και του 20ου αιώνα) πολλές αρχαιότατες και αρχαίες ελληνικές λέξεις. Αυτό φυσικά ισχύει για όλες τις ελληνικές διαλέκτους καθώς και για πολλές γλώσσες που έχουνε δανειστεί εκτενώς από τα ελληνικά (αλβανικά, τούρκικα, σλαβομακεδονικά, βλάχικα κ.ο.κ.) ακόµα και, επιλεκτικά, για τα αγγλικά (π.χ. το ομηρικό kudos). Ωστόσο, σε κάθε ελληνική διάλεκτο, για κάθε αρχαία λέξη υπάρχει (τουλάχιστον) μία ‘εισαγωγής’· στην Κύπρο για κάθε αρχαίο ‘άλας’, ‘κανεί’ και ‘λούμα’ υπάρχει κι ένα ‘μούχτιν’, ένα ‘σάτζιη’ και ένα ‘μάππα’. Αυτό φυσικά ισχύει και για τη διάλεκτο του γράφοντος: για κάθε αρχαίο ‘δωρεάν’, ‘αρκεί’ και ‘τάχα’ υπάρχει κι ένα ‘κόρα’, ένα ‘κατσίκι’ και ένα ‘ντουλάπα’. Τέλος, όσον αφορά τα τούρκικα, τη «γλώσσα του εχθρού», όπως περισπούδαστα δήλωσε φοιτήτρια του Τμήματος Τουρκικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, τι να πούνε κι αυτά που είναι γεμάτα ‘ντομάτες’, ‘γαρίδες’, ‘πατάτες’, ‘σαλάτες’ κι άλλα πολλά εδώδιμα και μη από την ελληνική; Η αλήθεια είναι πως όλες οι ελληνικές ποικιλίες (επίσημες ή μη) διατηρούν κάτι από τις παλιότερες µορφές της γλώσσας· αλλού νεωτερίζουν· άλλοτε δανείζονται – η καθεμιά σε διαφορετικό σημείο όμως.

Τα παραπάνω ισχύουν, φυσικά, και για τους εχθρούς των διαλέκτων, και της κυπριακής πιο συγκεκριμένα. Σκεπτόμενοι με τους όρους τους, αναλογιζόμενοι δηλαδή ‘τι θα έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι για την κυπριακή ελληνική’, να επισημάνω πως για τους αρχαίους Έλληνες, το ‘τσι’ στο ‘τσιάι’ θα ήτανε τόσο ξενόφωνο όσο το ‘τσ’ στο ‘τσάι’· το τσιτακισμένο ‘κ’ στο κρητικό και το κυπριακό ‘και’ θα ακουγόταν τόσο αλλόκοτο όσο και το ουρανικοποιημένο ‘κ’ στα υπόλοιπα ελληνικά ‘και’· πιθανότατα θα χλεύαζαν το ‘θ’ στο ‘θεά’ επίσης, ενώ από πολύτιμη μαρτυρία στο Pro Fundano του Κικέρωνα μαθαίνουμε πως οι πρόγονοί μας δεν μπορούσαν να πούν το ‘φ’ (το προέφεραν κάπως σαν το ‘ππ’ στο ‘ππασιάς’). Πάω τέλος στοίχημα πως τους αρχαίους θα τους ενοχλούσε το τραγουδιστό πάνω-κάτω της κυπριακής προσωδίας (από τη Βενετία φερμένης, λένε) των Κυπρίων και των Κερκυραίων όσο και το δικό μου μονότονο στακάτο – όσο και τα πανελλήνια πέντε μας φωνήεντα α, ε, ι, ο, ου που δε διακρίνονται σε μακρά και βραχέα...

Κλείνοντας, πρέπει να βεβαιώσω τους αναγνώστες πως η κυπριακή ελληνική ζει και βασιλεύει και διαρκώς καλλιεργείται εκ μέρους και των νέων ανθρώπων αυτού του τόπου: από το Ίντερνετ και την τηλεόραση μέχρι την αυλή του σχολείου, όπως µας βεβαιώνουν πρόσφατες έρευνες της Σταυρούλας Τσιπλάκου καθώς και αυτές του Ανδρέα Παπαπαύλου, του Πανεπιστηµίου Κύπρου.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 2ας Ιουλίου 2006]