Την προηγούμενη φορά είδαμε πώς οι μορφολογικοί κανόνες σχηματισμού, για παράδειγμα, του παρελθοντικού χρόνου αναλαμβάνουν δράση όταν δεν ανευρίσκεται κάποιος αποθηκευμένος τύπος. Σήμερα θα δούμε δύο εμπειρικές συνέπειες αυτής της συμβιωτικής σχέσης μεταξύ απομνημόνευσης και μορφολογικών κανόνων.
Η ιστορία των κανόνων
Είδαμε επίσης ότι η ύπαρξη των ανώμαλων τύπων (όπως το ‘είδα’ ως αόριστος του ‘βλέπω’ στα ελληνικά ή παραδείγματα όπως bring-brought, feel-felt, write-wrote, make-made κτλ. στα αγγλικά) εξαρτάται τελικά από την συχνότητά τους, από το πόσο κοινοί είναι. Με άλλα λόγια: τύποι όπως το ‘είδα’ ή το ‘brought’, παρότι είναι πολύ διαφορετικοί από τα ‘βλέπω’ και ‘bring’, είναι πολύ συχνοί στον λόγο. Έτσι, επαναλαμβάνονται τακτικά, τους ακούμε συχνά και είναι εύκολο να τους απομνημονεύσουμε.
Τι συμβαίνει όμως εάν ένας τύπος γίνει με το πέρασμα του χρόνου λιγότερο συχνός; Τι γίνεται όταν ένα ρήμα, λ.χ., πέφτει σε δημοτικότητα με το πέρασμα του χρόνου; Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η τύχη του ρήματος slay στα αγγλικά. Το ρήμα αυτό στο πρώτο μισό της προηγούμενης χιλιετίας, μέχρι και τα χρόνια του Σαίξπηρ, σήμαινε απλώς ‘σκοτώνω’ – από κοτόπουλα μέχρι ιππότες. Ήτανε συνεπώς ένα πολύ κοινό ρήμα. Σταδιακά όμως αντικαταστάθηκε από το ρήμα kill. Σήμερα το slay χρησιμοποιείται σπανιότατα, με λόγια συμφραζόμενα ή σε λογοτεχνίζον ύφος, ως κάτι αντίστοιχο του ‘φονεύω’ στα ελληνικά.
Ένα πολύ ενδιαφέρον πρόχειρο πείραμα είναι να ρωτήσει κανείς φυσικούς ομιλητές της αγγλικής ποιος είναι ο παρελθοντικός τύπος του slay. Κάποιοι διστάζουν για λίγο (ιδίως άμα έχουν φιλολογικές περγαμηνές ή αξιώσεις), οι πιο πολλοί όμως απαντούν ‘slayed’, εφαρμόζουν δηλαδή τον κανόνα του /d/, αφού δεν ανευρίσκουν κάποιον απομνημονευμένο ‘ανώμαλο’ τύπο. Ωστόσο, το slay, τον καιρό που ήταν ο βασικός τρόπος να πεις «σκοτώνω», διέθετε τον δικό του ανώμαλο παρελθοντικό τύπο: slew. Γιατί λοιπόν δεν επιβίωσε το slew και γιατί ο παρελθοντικός του slay παράγεται πλέον με τον μορφολογικό κανόνα; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: όσο λιγότερο χρησιμοποιούνταν το slay, τόσο λιγότερο άκουγε κανείς το slew, τον παρελθοντικό του. Η συχνή επανάληψη του τύπου, προϋπόθεση απομνημόνευσης, δεν υφίστατο πια, αφού σιγά-σιγά το kill αναλάμβανε τον ρόλο του slay. Από ένα σημείο στην ιστορία και μετά, το slew ακουγόταν σπανιότατα, οπότε ήταν σχεδόν αδύνατο να απομνημονευτεί και να αποθηκευτεί από τους ομιλητές. Η κατάσταση αυτή ισχύει φυσικά και σήμερα: όταν θα χρειαστεί κανείς τον παρελθοντικό του slay, καταφεύγει στον κανόνα πια και λέει ‘slayed’.
Νήπια και κανόνες
Το γεγονός ότι ο μηχανισμός του κανόνα αναλαμβάνει δράση όταν αποτύχει η ανεύρεση αποθηκευμένου τύπου φαίνεται και στο πεδίο της γλωσσικής κατάκτησης και ανάπτυξης. Παρατηρείται λοιπόν πάρα πολύ συχνά τα μικρά παιδιά να γενικεύουν μορφολογικούς κανόνες και να ομαλοποιούν ανώμαλα ρήματα, ουσιαστικά κ.ο.κ. Έτσι, νήπια που κατακτούν τα ελληνικά θα πουν πολλές φορές ‘ύπαρχαν’ αντί ‘υπήρχαν’, ενώ στα αγγλικά ακούμε μικρά παιδιά να λένε bringed αντί για brought, maked αντί για made – και τα λοιπά. Γιατί λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις καταφεύγουν τα μικρά παιδιά στον κανόνα, ενώ υπάρχει αποθηκευμένος τύπος;
Η απάντηση είναι και πάλι απλή: όταν τα μικρά παιδιά καταφεύγουν στον κανόνα και παράγουν τα ‘ύπαρχαν’, ‘bringed’, ‘maked’ και τα παρόμοια, το κάνουν γιατί αναγκάζονται. Τι τα αναγκάζει όμως; Μα φυσικά το ότι δεν έχουν ακόμα απομνημονεύσει τους κατάλληλους ανώμαλους τύπους ‘υπήρχαν’, ‘brought’ και ‘made’. Αυτό οφείλεται στο εξής:
Τα νήπια έχουν εκτεθεί σε γλωσσικά ερεθίσματα για πολύ λιγότερο χρόνο από τους μεγάλους, αφού είναι μικρότερα σε ηλικία. Άρα έχουν ακούσει τα ‘υπήρχαν’, ‘brought’ και ‘made’ πολύ λιγότερες φορές από ένα παιδί 8 χρονών ή από έναν ενήλικα 28 ή 58 ετών. Βεβαίως, η επανάληψη και η συχνότητα δεν παίζουν συστηματικό ρόλο στην κατάκτηση των κανόνων (συντακτικών και μορφολογικών). Όμως η εκμάθηση ανώμαλων τύπων συνίσταται κυρίως στην απομνημόνευση, και η απομνημόνευση χρειάζεται επανάληψη. Άρα, τα πολύ μικρά παιδιά που έχουν ανιχνεύσει τον κανόνα καταφεύγουν σε αυτόν ακόμα πιο τακτικά από τους ενήλικες, αφού δεν έχουν ακόμα απομνημονεύσει τους κατάλληλους ανώμαλους τύπους: και πάλι ο μορφολογικός κανόνας λειτουργεί ως εναλλακτική λύση, ελλείψει αποθηκευμένου τύπου.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 23ης Μαρτίου 2008]
Σελίδες
23/3/08
9/3/08
Γιατί υπάρχουν ανώμαλα ρήματα;
Όσοι προσπαθούνε να μάθουν τα ελληνικά ως ξένη γλώσσα γρήγορα συναπαντούν τα ανώμαλα ρήματα, ουσιαστικά και επίθετα της γλώσσας μας και πολλοί, αποθαρρυμένοι, εγκαταλείπουν την προσπάθεια. Όσοι έχουμε διδαχθεί ξένες γλώσσες, έχουμε επίσης ταλαιπωρηθεί από τους τύπους τους των ρημάτων, των ουσιαστικών και των επιθέτων που δε σχηματίζονται βάσει κανόνων. Είτε λοιπόν από αγανάκτηση σαν αυτή που αισθάνεται κάποιος που μαθαίνει ξένες γλώσσες, είτε από επιστημονικό ενδιαφέρον, αναρωτιόμαστε: γιατί να υπάρχουν ανώμαλοι τύποι;
Όταν σιωπούν οι κανόνες
Ας δούμε τον παρελθοντικό χρόνο στα αγγλικά, αφού η γλώσσα αυτή διαθέτει ισχνό ρεπερτόριο γραμματικών καταλήξεων και έτσι προσφέρεται για παραδεiγματισμό. Ως γνωστόν, ο παρελθοντικός χρόνος σχηματίζεται με βάση έναν απλούστατο μορφολογικό κανόνα: προσθετούμε τον φθόγγο /d/ στο ρήμα. Έτσι, το ρήμα lie (‘ψεύδομαι’) γίνεται lied. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον κανόνα μπορούμε να σχηματίσουμε τον παρελθοντικό χρόνο χιλιάδων ρημάτων, ακόμα και αν δεν τα έχουμε ξανακούσει ποτέ. Ωστόσο, η αγγλική διαθέτει επίσης αρκετά ρήματα των οποίων είναι αδύνατο να μαντέψουμε τον παρελθοντικό τύπο, αφού δεν είναι προϊόν κανόνα: έτσι όλοι έχουμε ταλαιπωρηθεί από τα bring-brought, feel-felt, write-wrote, make-made, tell-told, give-gave κτλ. Τα λεγόμενα ανώμαλα ρήματα της αγγλικής δεν είναι πάρα πολλά σε αριθμό. Ωστόσο, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο συνηθισμένα ρήματα της γλώσσας. Έτσι, ανάμεσα στα 25 κοινότερα αγγλικά ρήματα, μόνον οκτώ είναι ομαλά. Μάλιστα, τα πρώτα δέκα είναι όλα ανώμαλα.
Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό; Γιατί τα πιο συνηθισμένα αγγλικά ρήματα να είναι ανώμαλα στη μεγάλη πλειοψηφία τους; Αφού υπάρχει μορφολογικός κανόνας, και μάλιστα απλούστατος, γιατί δεν χρησιμοποιείται στο να σχηματίζονται οι παρελθοντικοί τύποι όλων των ρημάτων; Γιατί δε λέμε *bringed, *haved και *maked; Αυτά τα ερωτήματα απασχόλησαν σοβαρά τον γνωστό καναδό γλωσσολόγο Στήβεν Πίνκερ, και τα απαντάει στο βιβλίο του Words and Rules. Ας δούμε συνοπτικά τι λέει.
Οι δύο μηχανισμοί
Πρώτα πρώτα ο Πίνκερ ξεκαθαρίζει ότι όσοι τύποι δεν παράγονται από μορφολογικούς κανόνες, όπως ο κανόνας του /d/ στην περίπτωσή μας, αναγκαστικά μαθαίνονται όπως μαθαίνει κανείς λέξεις: με απομνημόνευση. Με άλλα λόγια, όποιος μαθαίνει αγγλικά, είτε πρόκειται για βρέφος που αναπτύσσεται γλωσσικά είτε για ενήλικο μαθητή, πρέπει να απομνημονεύσει ότι ο παρελθοντικός τύπος του bring είναι brought, του have είναι had, του make είναι made – και ούτω καθεξής. Αυτός κατά τον Πίνκερ είναι ο ένας μηχανισμός που χρησιμοποιεί το γλωσσικό μας όργανο: η απομνημόνευση και η αποθήκευση ενός τύπου για κάθε ρήμα, ουσιαστικό ή επίθετο. Τώρα, επειδή λ.χ. ο τύπος went που αποθηκεύουμε για τον παρελθοντικό χρόνο του go δεν είναι απαραίτητο να έχει οποιαδήποτε ομοιότητα με το ίδιο το go, προκύπτουν οι «ανώμαλοι» στη μορφή τύποι.
Ωστόσο, οι φυσικές γλώσσες διαθέτουν και έναν δεύτερο μηχανισμό, τους μορφολογικούς κανόνες. Οι κανόνες αυτοί παίρνουν έναν αρχικό τύπο, λ.χ. lie ή use και του προσθέτουν κάτι, ας πούμε έναν φθόγγο όπως το /d/, δίνοντας μας lied ή used για παράδειγμα.
Ως εδώ η κατάσταση είναι απλή: αν ψάχνουμε έναν πληθυντικό ουσιαστικού, έναν παρελθοντικό χρόνο ρήματος κ.ο.κ. είτε θα πρέπει να τον έχουμε αποθηκευμένο (όπως το brought και το went), είτε θα πρέπει να τον σχηματίσουμε βάσει κανόνα (όπως το lied και το used). Πώς όμως αλληλεπιδρούν αυτοί οι δύο μηχανισμοί; Γιατί τα πιο συνηθισμένα ρήματα της αγγλικής έχουν αποθηκευμένους, απομνημονευμένους δηλαδή, παρελθοντικούς τύπους;
Ο κανόνας ως εναλλακτική λύση
Είπαμε ότι οι λεγόμενοι ανώμαλοι τύποι είναι προϊόν απομνημόνευσης και αποθηκεύονται όπως αποθηκεύονται όλες οι άλλες λέξεις. Τι διευκολύνει την απομνημόνευση; Μα φυσικά και η επανάληψη. Όταν ακούμε συνέχεια τύπους όπως brought, went και τα λοιπά, αφού ανήκουνε σε ρήματα υψηλής συχνότητας, εύκολα θα τους απομνημονεύσουμε. Έτσι συμβαίνει και στις φυσικές γλώσσες: οι ανώμαλοι τύποι είναι συνήθως υψηλής συχνότητας, πράγμα που διευκολύνει την απομνημόνευσή τους. Συνεπώς, οι μορφολογικοί κανόνες επιστρατεύονται ακριβώς όταν το γλωσσικό όργανο δεν μπορεί να ανεύρει αποθηκευμένο τύπο. Για παράδειγμα: ας πούμε ότι χρειαζόμαστε τον παρελθοντικό τύπο του go, το γλωσσικό όργανο εύκολα θα αναζητήσει και θα ανεύρει τον τύπο went. Αν τώρα ψάχνουμε τον παρελθοντικό τύπο του lie ή του use, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει αποθηκευμένος τύπος, ο μορφολογικός κανόνας αναλαμβάνει να σχηματίσει τα lied και used, «κολλώντας» τον φθόγγο /d/ πάνω στο ρήμα.
Έτσι, ο μορφολογικός κανόνας αναλαμβάνει δράση όταν δεν υπάρχει κάτι κατάλληλο αποθηκευμένο στη μνήμη. Θα βάλουμε μια άνω τελεία εδώ και θα συνεχίσουμε στο επόμενο άρθρο.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 9ης Μαρτίου 2008]
Όταν σιωπούν οι κανόνες
Ας δούμε τον παρελθοντικό χρόνο στα αγγλικά, αφού η γλώσσα αυτή διαθέτει ισχνό ρεπερτόριο γραμματικών καταλήξεων και έτσι προσφέρεται για παραδεiγματισμό. Ως γνωστόν, ο παρελθοντικός χρόνος σχηματίζεται με βάση έναν απλούστατο μορφολογικό κανόνα: προσθετούμε τον φθόγγο /d/ στο ρήμα. Έτσι, το ρήμα lie (‘ψεύδομαι’) γίνεται lied. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον κανόνα μπορούμε να σχηματίσουμε τον παρελθοντικό χρόνο χιλιάδων ρημάτων, ακόμα και αν δεν τα έχουμε ξανακούσει ποτέ. Ωστόσο, η αγγλική διαθέτει επίσης αρκετά ρήματα των οποίων είναι αδύνατο να μαντέψουμε τον παρελθοντικό τύπο, αφού δεν είναι προϊόν κανόνα: έτσι όλοι έχουμε ταλαιπωρηθεί από τα bring-brought, feel-felt, write-wrote, make-made, tell-told, give-gave κτλ. Τα λεγόμενα ανώμαλα ρήματα της αγγλικής δεν είναι πάρα πολλά σε αριθμό. Ωστόσο, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο συνηθισμένα ρήματα της γλώσσας. Έτσι, ανάμεσα στα 25 κοινότερα αγγλικά ρήματα, μόνον οκτώ είναι ομαλά. Μάλιστα, τα πρώτα δέκα είναι όλα ανώμαλα.
Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό; Γιατί τα πιο συνηθισμένα αγγλικά ρήματα να είναι ανώμαλα στη μεγάλη πλειοψηφία τους; Αφού υπάρχει μορφολογικός κανόνας, και μάλιστα απλούστατος, γιατί δεν χρησιμοποιείται στο να σχηματίζονται οι παρελθοντικοί τύποι όλων των ρημάτων; Γιατί δε λέμε *bringed, *haved και *maked; Αυτά τα ερωτήματα απασχόλησαν σοβαρά τον γνωστό καναδό γλωσσολόγο Στήβεν Πίνκερ, και τα απαντάει στο βιβλίο του Words and Rules. Ας δούμε συνοπτικά τι λέει.
Οι δύο μηχανισμοί
Πρώτα πρώτα ο Πίνκερ ξεκαθαρίζει ότι όσοι τύποι δεν παράγονται από μορφολογικούς κανόνες, όπως ο κανόνας του /d/ στην περίπτωσή μας, αναγκαστικά μαθαίνονται όπως μαθαίνει κανείς λέξεις: με απομνημόνευση. Με άλλα λόγια, όποιος μαθαίνει αγγλικά, είτε πρόκειται για βρέφος που αναπτύσσεται γλωσσικά είτε για ενήλικο μαθητή, πρέπει να απομνημονεύσει ότι ο παρελθοντικός τύπος του bring είναι brought, του have είναι had, του make είναι made – και ούτω καθεξής. Αυτός κατά τον Πίνκερ είναι ο ένας μηχανισμός που χρησιμοποιεί το γλωσσικό μας όργανο: η απομνημόνευση και η αποθήκευση ενός τύπου για κάθε ρήμα, ουσιαστικό ή επίθετο. Τώρα, επειδή λ.χ. ο τύπος went που αποθηκεύουμε για τον παρελθοντικό χρόνο του go δεν είναι απαραίτητο να έχει οποιαδήποτε ομοιότητα με το ίδιο το go, προκύπτουν οι «ανώμαλοι» στη μορφή τύποι.
Ωστόσο, οι φυσικές γλώσσες διαθέτουν και έναν δεύτερο μηχανισμό, τους μορφολογικούς κανόνες. Οι κανόνες αυτοί παίρνουν έναν αρχικό τύπο, λ.χ. lie ή use και του προσθέτουν κάτι, ας πούμε έναν φθόγγο όπως το /d/, δίνοντας μας lied ή used για παράδειγμα.
Ως εδώ η κατάσταση είναι απλή: αν ψάχνουμε έναν πληθυντικό ουσιαστικού, έναν παρελθοντικό χρόνο ρήματος κ.ο.κ. είτε θα πρέπει να τον έχουμε αποθηκευμένο (όπως το brought και το went), είτε θα πρέπει να τον σχηματίσουμε βάσει κανόνα (όπως το lied και το used). Πώς όμως αλληλεπιδρούν αυτοί οι δύο μηχανισμοί; Γιατί τα πιο συνηθισμένα ρήματα της αγγλικής έχουν αποθηκευμένους, απομνημονευμένους δηλαδή, παρελθοντικούς τύπους;
Ο κανόνας ως εναλλακτική λύση
Είπαμε ότι οι λεγόμενοι ανώμαλοι τύποι είναι προϊόν απομνημόνευσης και αποθηκεύονται όπως αποθηκεύονται όλες οι άλλες λέξεις. Τι διευκολύνει την απομνημόνευση; Μα φυσικά και η επανάληψη. Όταν ακούμε συνέχεια τύπους όπως brought, went και τα λοιπά, αφού ανήκουνε σε ρήματα υψηλής συχνότητας, εύκολα θα τους απομνημονεύσουμε. Έτσι συμβαίνει και στις φυσικές γλώσσες: οι ανώμαλοι τύποι είναι συνήθως υψηλής συχνότητας, πράγμα που διευκολύνει την απομνημόνευσή τους. Συνεπώς, οι μορφολογικοί κανόνες επιστρατεύονται ακριβώς όταν το γλωσσικό όργανο δεν μπορεί να ανεύρει αποθηκευμένο τύπο. Για παράδειγμα: ας πούμε ότι χρειαζόμαστε τον παρελθοντικό τύπο του go, το γλωσσικό όργανο εύκολα θα αναζητήσει και θα ανεύρει τον τύπο went. Αν τώρα ψάχνουμε τον παρελθοντικό τύπο του lie ή του use, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει αποθηκευμένος τύπος, ο μορφολογικός κανόνας αναλαμβάνει να σχηματίσει τα lied και used, «κολλώντας» τον φθόγγο /d/ πάνω στο ρήμα.
Έτσι, ο μορφολογικός κανόνας αναλαμβάνει δράση όταν δεν υπάρχει κάτι κατάλληλο αποθηκευμένο στη μνήμη. Θα βάλουμε μια άνω τελεία εδώ και θα συνεχίσουμε στο επόμενο άρθρο.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 9ης Μαρτίου 2008]
27/1/08
Οι ντετέκτιβ της γλώσσας
Μιλούσα πρόσφατα με τους φοιτητές μου γύρω από τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθούμε όταν μελετάμε τη δομή της γλώσσας, όταν κάνουμε έρευνα στη γλωσσολογία. Βεβαίως, εν πολλοίς προχωρούμε με βάση αρχές, μεθόδους και διαδικασίες κοινές στις περισσότερες επιστήμες. Είναι όμως χαρακτηριστικό πόσο προσεκτικός – και κάπως επιφυλακτικός – πρέπει να είναι πάντα κανείς όταν προσεγγίζει τα γλωσσικά φαινόμενα. Στην περίπτωση της γλώσσας μάλιστα, η προσοχή μας πρέπει να είναι αυξημένη και για τον εξής λόγο: ενώ πολλές φορές τα γλωσσικά φαινόμενα δημιουργούν μια πρώτη εντύπωση ότι μπορούν να αναλυθούν και να ερμηνευτούν με ευκολία, αυτή η εντύπωση είναι συχνά απατηλή και η πολυπλοκότητα της γλωσσικής δομής και οργάνωσης αποκαλύπτεται έστω και αν απλώς ξύσουμε απαλά την επιφάνειά της (όπως είδαμε και στο σχετικό άρθρο της 20ης Μαΐου 2007 αλλά και παλιότερα, σε αυτό της 26ης Νοεμβρίου του 2006). Σήμερα, χρησιμοποιώντας ένα σχετικά απλό παράδειγμα, θα προσπαθήσω να μυήσω κι εσάς στο πώς αναλύουμε τη γλώσσα.
Το παράδειγμα
Ας εξετάσουμε λοιπόν την παρακάτω πρόταση: «Αγόρασε ακριβά ρούχα και παπούτσια» και, πιο συγκεκριμένα, το αντικείμενο του ρήματος αυτής της πρότασης: τη φράση «ακριβά ρούχα και παπούτσια». Αν σας ρωτούσε κάποιος «σύμφωνα με τη φράση αυτή, τα ρούχα είναι ακριβά;», θα απαντούσατε θετικά. Εάν όμως σας ρωτούσε «σύμφωνα με τη φράση αυτή, τα παπούτσια είναι ακριβά;», οι περισσότεροι αναγνώστες, αν όχι όλοι, θα συμφωνούσατε ότι «εξαρτάται». Αυτό το «εξαρτάται» είναι σημάδι ότι η φράση που εξετάζουμε είναι αμφίσημη, δηλαδή ότι επιδέχεται δύο διαφορετικές ερμηνείες. Μπορεί δηλαδή να σημαίνει είτε «ακριβά ρούχα και ακριβά παπούτσια» είτε «ακριβά ρούχα και παπούτσια» (για των οποίων την τιμή δεν έχουμε πληροφορίες).
Πώς όμως αναλύουμε κι εξηγούμε τη αμφισημία της φράσης «ακριβά ρούχα και παπούτσια»; Το παράδειγμα φαίνεται σχετικά εύκολο, πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί: στη γλώσσα η αμφισημία μπορεί να προέρχεται από πολλές πηγές, και πρέπει να αποκλείσει κανείς με προσοχή τις εναλλακτικές λύσεις προτού προχωρήσει σε περιγραφές και αναλύσεις.
Αποκλείοντας εναλλακτικές λύσεις
Ας ξεκινήσουμε από τις λέξεις πρώτα. Φρασεις όπως «ωραίες πίτες», «καινούργια κόλλα», «μεγάλο γραφείο» είναι αμφίσημες γιατί περιέχουν συνώνυμες λέξεις. Έτσι, όταν λέμε «πίτες», εννοούμε για σουβλάκια ή του ταψιού; κόλλα χαρτί ή κόλλα που κολλάμε; γραφείο ο χώρος ή γραφείο το έπιπλο; Στο παράδειγμά μας όμως δεν υπάρχουν τέτοιες λέξεις. Άρα δεν μπορεί η αμφισημία του «ακριβά ρούχα και παπούτσια» να οφείλεται σε μεμονωμένες λέξεις.
Μήπως λοιπόν πρόκειται για ιδιωτισμό; Ιδιωτισμός, σύμφωνα με το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, είναι μια «έκφραση με ιδιαίτερη σημασία ή σύνταξη». Έτσι, για παράδειγμα, μια πρόταση όπως «θα φάει ξύλο» είναι ιδιωτισμός γιατί πέρα από την κυριολεκτική σημασία της (η οποία μπορεί να περιγράφει τι θα κάνει ένας τερμίτης ή κάποιος πλανόδιος παλαιστής από αυτούς που έσερναν φορτηγά με τα δόντια τους και σπάζαν μαλτεζόπλακες με κουτουλιές) έχει και τη σημασία «θα την / τον δείρουν». Παρότι λοιπόν και οι (περισσότεροι) ιδιωτισμοί είναι αμφίσημοι, έχουνε μια σημαντική διαφορά από το παράδειγμά μας, δηλαδή τη φράση «ακριβά ρούχα και παπούτσια»: αν αλλάξουμε μια λέξη στον ιδιωτισμό, η ιδιαίτερη σημασία χάνεται και συνήθως προκύπτει μια απλή μονοσήμαντη πρόταση. Έτσι, αν αλλάξω τη λέξη «τρώω» ή τη λέξη «ξύλο» στο «θα φάει ξύλο», προκύπτουν προτάσεις όπως «θα πιει ξύλο» ή «θα φάει γυαλί», οι οποίες ούτε ιδιωτισμοί ούτε μονοσήμαντες είναι. Απεναντίας, στο «ακριβά ρούχα και παπούτσια» αν αλλάξω τη λέξη «ακριβά», τη λέξη «ρούχα» ή τη λέξη «παπούτσια», η αμφισημία παραμένει: «κακόγουστα ρούχα και παπούτσια», «ακριβά ρολόγια και παπούτσια», «ακριβά ρούχα και καπέλα» – και ούτω καθεξής.
Μια ανάλυση
Βλέπουμε λοιπόν πόσο επιφυλακτικά πρέπει να κινούμαστε όταν προσπαθούμε να αναλύσουμε κάτι στη δομή της γλώσσας, έστω κι αν πρόκειται για κάτι τόσο απλό όσο η αμφισημία μιας ονοματικής φράσης που περιέχει «και». Ας συνεχίσουμε όμως. Αν η αμφισημία δεν είναι προϊόν συνωνύμων ή ιδιωτισμού, τότε πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσον είναι συντακτικής φύσεως, εάν δηλαδή οφείλεται στο ότι το παράδειγμά μας μπορεί να αντιστοιχεί σε δύο διαφορετικές συντακτικές δομές. Γιατί όμως διαφορετικές δομές να οδηγούν σε διαφορετικές ερμηνείες; Για να το θέσουμε απλά, επειδή αποτελεί θεμελιώδες θεωρητικό ζητούμενο, εάν δε θέλουμε να εικάσουμε ότι τυχαία προτάσεις με παρόμοιες δομές σημαίνουν παρόμοια πράγματα αλλά κι ότι διαφορετικές δομές συνεπάγονται διαφορετικές σημασίες: έτσι, «Ο Χάρης μίλησε στον Πάνο» σημαίνει κάτι παρόμοιο με την πρόταση «Ο Πάνος μίλησε στο Χάρη» – αλλά και κάτι διακριτά διαφορετικό ταυτόχρονα.
Ας έρθουμε τώρα στη φράση μας «ακριβά ρούχα και παπούτσια». Στην πρώτη ερμηνεία της, η φράση μπορεί να αναλυθεί ως εξής: «[ακριβά ρούχα] και [παπούτσια]». Το συμπλεκτικό «και» συνδέει δύο ονοματικά σύνολα: ένα που περιέχει το επίθετο «ακριβά» και ένα άλλο, το οποίο δεν περιέχει επίθετο. Έτσι, τα ρούχα είναι ακριβά αλλά όχι και τα παπούτσια.
Η δεύτερη ερμηνεία του παραδείγματός μας προκύπτει όταν η φράση αναλυθεί με έναν διαφορετικό τρόπο: «ακριβά [ρούχα και παπούτσια]». Απλουστεύοντας κάπως, σε αυτή την περίπτωση, το «και» συνδέει δύο σκέτα ουσιαστικά και το ονοματικό σύνολο που προκύπτει περιγράφεται ολόκληρο από το επίθετο «ακριβά». Έτσι, και τα ρούχα και τα παπούτσια είναι ακριβά.
Όπως είδαμε στη συζήτηση γύρω από τους ιδιωτισμούς, η συντακτική ερμηνεία της αμφισημίας που μας επιτρέπει να αποδώσουμε δύο εναλλακτικές δομές στο παράδειγμά μας, γενικεύεται άμεσα. Έτσι, η αμφισημία (και η ανάλυσή της) ισχύει για άπειρους συνδυασμούς επίθετο+ουσιαστικό+ΚΑΙ+ουσιαστικό, όπως «μεγάλες κολοκυθες και μελιτζάνες», «απίστευτοι ισχυρισμοί και κομπασμοί», «μικρά ζώα και φυτά» – και ούτω καθεξής.
Πόσο γενική είναι η ανάλυσή μας;
Ομολογουμένως το παράδειγμα που διάλεξα είναι σχετικά απλό, τουλάχιστον με τον τρόπο που επέλεξα να το παρουσιάσω. Ωστόσο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δε χρειαζόταν να είμαστε τόσο σχολαστικοί στην προσέγγισή του. Για παράδειγμα, αν στον συνδυασμό επίθετο+ουσιαστικό+ΚΑΙ+ουσιαστικό τα δύο ουσιαστικά διαφέρουν στο γένος, τότε για πολλούς ομιλητές χάνεται η αμφισημία. Ας το δούμε αυτό το στοιχείο από κοντά, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα «ακριβά ρούχα και κάλτσες», το οποίο συνήθως σημαίνει ότι μόνο τα ρούχα είναι ακριβά. Γιατί όμως;
Όπως και το προηγούμενο παράδειγμα, το «ακριβά ρούχα και κάλτσες» μπορεί να αναλυθεί με το «και» να συνδέει δύο ονοματικές φράσεις: «[ακριβά ρούχα] και [κάλτσες]». Εάν όμως τώρα προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε την ανάλυση των δύο σκέτων ουσιαστικών, δηλαδή «*ακριβά [ρούχα και κάλτσες]» – ώστε να πάρουμε μια ερμηνεία κατά την οποία και οι κάλτσες είναι ακριβές, προκύπτει πρόβλημα. Το πρόβλημα έχει ως εξής: αφού θέλουμε το επίθετο «ακριβά» να περιγράφει και τα ρούχα και τις κάλτσες, πρέπει να συμφωνεί μαζί τους σε γένος και αριθμό, όπως όλα τα επίθετα στα ελληνικά. Αυτό όμως δε γίνεται, αφού προσκρούουμε στην ασυμφωνία στο γένος μεταξύ επιθέτου «ακριβά» (ουδέτερο) και ουσιαστικού «κάλτσες» (θηλυκό).
Με τα παραπάνω μόλις που ξύσαμε την επιφάνεια ενός πολύ μικρού μέρους ενός γλωσσικού φαινομένου. Ωστόσο αποκαλύψαμε όχι μόνο λίγη από την πολυπλοκότητα της γλώσσας αλλά και τη συνέπεια και την προσοχή που χρειάζονται όταν τη μελετάμε.
Το παραπάνω άρθρο αφορμήθηκε από συζητήσεις με τους πρωτοετείς φοιτητές μου, στους οποίους αφιερώνεται και τους οποίους ευχαριστώ θερμά.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 27ης Ιανουαρίου 2008]
Το παράδειγμα
Ας εξετάσουμε λοιπόν την παρακάτω πρόταση: «Αγόρασε ακριβά ρούχα και παπούτσια» και, πιο συγκεκριμένα, το αντικείμενο του ρήματος αυτής της πρότασης: τη φράση «ακριβά ρούχα και παπούτσια». Αν σας ρωτούσε κάποιος «σύμφωνα με τη φράση αυτή, τα ρούχα είναι ακριβά;», θα απαντούσατε θετικά. Εάν όμως σας ρωτούσε «σύμφωνα με τη φράση αυτή, τα παπούτσια είναι ακριβά;», οι περισσότεροι αναγνώστες, αν όχι όλοι, θα συμφωνούσατε ότι «εξαρτάται». Αυτό το «εξαρτάται» είναι σημάδι ότι η φράση που εξετάζουμε είναι αμφίσημη, δηλαδή ότι επιδέχεται δύο διαφορετικές ερμηνείες. Μπορεί δηλαδή να σημαίνει είτε «ακριβά ρούχα και ακριβά παπούτσια» είτε «ακριβά ρούχα και παπούτσια» (για των οποίων την τιμή δεν έχουμε πληροφορίες).
Πώς όμως αναλύουμε κι εξηγούμε τη αμφισημία της φράσης «ακριβά ρούχα και παπούτσια»; Το παράδειγμα φαίνεται σχετικά εύκολο, πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί: στη γλώσσα η αμφισημία μπορεί να προέρχεται από πολλές πηγές, και πρέπει να αποκλείσει κανείς με προσοχή τις εναλλακτικές λύσεις προτού προχωρήσει σε περιγραφές και αναλύσεις.
Αποκλείοντας εναλλακτικές λύσεις
Ας ξεκινήσουμε από τις λέξεις πρώτα. Φρασεις όπως «ωραίες πίτες», «καινούργια κόλλα», «μεγάλο γραφείο» είναι αμφίσημες γιατί περιέχουν συνώνυμες λέξεις. Έτσι, όταν λέμε «πίτες», εννοούμε για σουβλάκια ή του ταψιού; κόλλα χαρτί ή κόλλα που κολλάμε; γραφείο ο χώρος ή γραφείο το έπιπλο; Στο παράδειγμά μας όμως δεν υπάρχουν τέτοιες λέξεις. Άρα δεν μπορεί η αμφισημία του «ακριβά ρούχα και παπούτσια» να οφείλεται σε μεμονωμένες λέξεις.
Μήπως λοιπόν πρόκειται για ιδιωτισμό; Ιδιωτισμός, σύμφωνα με το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, είναι μια «έκφραση με ιδιαίτερη σημασία ή σύνταξη». Έτσι, για παράδειγμα, μια πρόταση όπως «θα φάει ξύλο» είναι ιδιωτισμός γιατί πέρα από την κυριολεκτική σημασία της (η οποία μπορεί να περιγράφει τι θα κάνει ένας τερμίτης ή κάποιος πλανόδιος παλαιστής από αυτούς που έσερναν φορτηγά με τα δόντια τους και σπάζαν μαλτεζόπλακες με κουτουλιές) έχει και τη σημασία «θα την / τον δείρουν». Παρότι λοιπόν και οι (περισσότεροι) ιδιωτισμοί είναι αμφίσημοι, έχουνε μια σημαντική διαφορά από το παράδειγμά μας, δηλαδή τη φράση «ακριβά ρούχα και παπούτσια»: αν αλλάξουμε μια λέξη στον ιδιωτισμό, η ιδιαίτερη σημασία χάνεται και συνήθως προκύπτει μια απλή μονοσήμαντη πρόταση. Έτσι, αν αλλάξω τη λέξη «τρώω» ή τη λέξη «ξύλο» στο «θα φάει ξύλο», προκύπτουν προτάσεις όπως «θα πιει ξύλο» ή «θα φάει γυαλί», οι οποίες ούτε ιδιωτισμοί ούτε μονοσήμαντες είναι. Απεναντίας, στο «ακριβά ρούχα και παπούτσια» αν αλλάξω τη λέξη «ακριβά», τη λέξη «ρούχα» ή τη λέξη «παπούτσια», η αμφισημία παραμένει: «κακόγουστα ρούχα και παπούτσια», «ακριβά ρολόγια και παπούτσια», «ακριβά ρούχα και καπέλα» – και ούτω καθεξής.
Μια ανάλυση
Βλέπουμε λοιπόν πόσο επιφυλακτικά πρέπει να κινούμαστε όταν προσπαθούμε να αναλύσουμε κάτι στη δομή της γλώσσας, έστω κι αν πρόκειται για κάτι τόσο απλό όσο η αμφισημία μιας ονοματικής φράσης που περιέχει «και». Ας συνεχίσουμε όμως. Αν η αμφισημία δεν είναι προϊόν συνωνύμων ή ιδιωτισμού, τότε πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσον είναι συντακτικής φύσεως, εάν δηλαδή οφείλεται στο ότι το παράδειγμά μας μπορεί να αντιστοιχεί σε δύο διαφορετικές συντακτικές δομές. Γιατί όμως διαφορετικές δομές να οδηγούν σε διαφορετικές ερμηνείες; Για να το θέσουμε απλά, επειδή αποτελεί θεμελιώδες θεωρητικό ζητούμενο, εάν δε θέλουμε να εικάσουμε ότι τυχαία προτάσεις με παρόμοιες δομές σημαίνουν παρόμοια πράγματα αλλά κι ότι διαφορετικές δομές συνεπάγονται διαφορετικές σημασίες: έτσι, «Ο Χάρης μίλησε στον Πάνο» σημαίνει κάτι παρόμοιο με την πρόταση «Ο Πάνος μίλησε στο Χάρη» – αλλά και κάτι διακριτά διαφορετικό ταυτόχρονα.
Ας έρθουμε τώρα στη φράση μας «ακριβά ρούχα και παπούτσια». Στην πρώτη ερμηνεία της, η φράση μπορεί να αναλυθεί ως εξής: «[ακριβά ρούχα] και [παπούτσια]». Το συμπλεκτικό «και» συνδέει δύο ονοματικά σύνολα: ένα που περιέχει το επίθετο «ακριβά» και ένα άλλο, το οποίο δεν περιέχει επίθετο. Έτσι, τα ρούχα είναι ακριβά αλλά όχι και τα παπούτσια.
Η δεύτερη ερμηνεία του παραδείγματός μας προκύπτει όταν η φράση αναλυθεί με έναν διαφορετικό τρόπο: «ακριβά [ρούχα και παπούτσια]». Απλουστεύοντας κάπως, σε αυτή την περίπτωση, το «και» συνδέει δύο σκέτα ουσιαστικά και το ονοματικό σύνολο που προκύπτει περιγράφεται ολόκληρο από το επίθετο «ακριβά». Έτσι, και τα ρούχα και τα παπούτσια είναι ακριβά.
Όπως είδαμε στη συζήτηση γύρω από τους ιδιωτισμούς, η συντακτική ερμηνεία της αμφισημίας που μας επιτρέπει να αποδώσουμε δύο εναλλακτικές δομές στο παράδειγμά μας, γενικεύεται άμεσα. Έτσι, η αμφισημία (και η ανάλυσή της) ισχύει για άπειρους συνδυασμούς επίθετο+ουσιαστικό+ΚΑΙ+ουσιαστικό, όπως «μεγάλες κολοκυθες και μελιτζάνες», «απίστευτοι ισχυρισμοί και κομπασμοί», «μικρά ζώα και φυτά» – και ούτω καθεξής.
Πόσο γενική είναι η ανάλυσή μας;
Ομολογουμένως το παράδειγμα που διάλεξα είναι σχετικά απλό, τουλάχιστον με τον τρόπο που επέλεξα να το παρουσιάσω. Ωστόσο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δε χρειαζόταν να είμαστε τόσο σχολαστικοί στην προσέγγισή του. Για παράδειγμα, αν στον συνδυασμό επίθετο+ουσιαστικό+ΚΑΙ+ουσιαστικό τα δύο ουσιαστικά διαφέρουν στο γένος, τότε για πολλούς ομιλητές χάνεται η αμφισημία. Ας το δούμε αυτό το στοιχείο από κοντά, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα «ακριβά ρούχα και κάλτσες», το οποίο συνήθως σημαίνει ότι μόνο τα ρούχα είναι ακριβά. Γιατί όμως;
Όπως και το προηγούμενο παράδειγμα, το «ακριβά ρούχα και κάλτσες» μπορεί να αναλυθεί με το «και» να συνδέει δύο ονοματικές φράσεις: «[ακριβά ρούχα] και [κάλτσες]». Εάν όμως τώρα προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε την ανάλυση των δύο σκέτων ουσιαστικών, δηλαδή «*ακριβά [ρούχα και κάλτσες]» – ώστε να πάρουμε μια ερμηνεία κατά την οποία και οι κάλτσες είναι ακριβές, προκύπτει πρόβλημα. Το πρόβλημα έχει ως εξής: αφού θέλουμε το επίθετο «ακριβά» να περιγράφει και τα ρούχα και τις κάλτσες, πρέπει να συμφωνεί μαζί τους σε γένος και αριθμό, όπως όλα τα επίθετα στα ελληνικά. Αυτό όμως δε γίνεται, αφού προσκρούουμε στην ασυμφωνία στο γένος μεταξύ επιθέτου «ακριβά» (ουδέτερο) και ουσιαστικού «κάλτσες» (θηλυκό).
Με τα παραπάνω μόλις που ξύσαμε την επιφάνεια ενός πολύ μικρού μέρους ενός γλωσσικού φαινομένου. Ωστόσο αποκαλύψαμε όχι μόνο λίγη από την πολυπλοκότητα της γλώσσας αλλά και τη συνέπεια και την προσοχή που χρειάζονται όταν τη μελετάμε.
Το παραπάνω άρθρο αφορμήθηκε από συζητήσεις με τους πρωτοετείς φοιτητές μου, στους οποίους αφιερώνεται και τους οποίους ευχαριστώ θερμά.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 27ης Ιανουαρίου 2008]
2/12/07
Η δυσκολία του να είσαι φιλόλογος
Μέσα από τη διδακτική τους εμπειρία, οι φιλόλογοι καθηγητές αποκτούν μοναδική και πολλές φορές βιωματική εξοικείωση με τη γλώσσα. Πρόκειται για καθημερινή τριβή και εξοικείωση η οποία είναι διαφορετική σε ποιότητα και από αυτή του συγγραφέα (κειμενογράφου ή λογοτέχνη) αλλά και από αυτή του γλωσσολόγου. Για να γίνω σαφέστερος, αποτολμώ έναν παραλληλισμό με τα εικαστικά. Ο μεν συγγραφέας ασχολείται με τη γλώσσα όπως ο ζωγράφος με τα χρώματά του και τους δυνατούς συνδυασμούς τους: η δημιουργικότητα, οι συμβάσεις της τέχνης, οι ιδέες και οι προτιμήσεις του είναι αυτές που τον καθοδηγούν σε αυτή του την ενασχόληση. Ο δε γλωσσολόγος είναι κατά κάποιον τρόπο ο χημικός της γλώσσας: τα ερωτήματα που τον απασχολούν περιστρέφονται γύρω από το ποια είναι η σύνθεση των χρωμάτων, γιατί στέκονται στον καμβά (ή γιατί τρέχουν πάνω στον σοβά), πώς ανακατεύονται – και τα συναφή.
Οι φιλόλογοι όμως έχουν επωμιστεί το δύσκολο έργο να παλεύουν καθημερινά με τη γλώσσα ως δάσκαλοι. Αποστολή τους είναι να διδάξουν λίγα από την επιστήμη του χημικού, λίγα από την τέχνη του ζωγράφου, λίγα και από Ιστορία Τέχνης…
Γλωσσικά μαθήματα και μαθηματικά
Οι φιλόλογοι ταυτόχρονα βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Αντίθετα με τους φυσικούς ή τους μαθηματικούς, το αντικείμενο που διδάσκουν κινεί το ενδιαφέρον της κοινωνίας έντονα. Μάλιστα, δεν υπάρχει ούτε μία κοινωνία που να διαθέτει γραμματισμό η οποία να μην ασχολείται με τη γλώσσα της, και μάλιστα από πολιτική και ιδεολογική άποψη συνήθως, και μάλιστα αγνοώντας την ουσία του γλωσσικού φαινομένου, και μάλιστα εντελώς εσφαλμένα συνήθως. Παράδειγμα η έντονη διαμάχη που ταλανίζει την πορτογαλική κοινωνία μεταξύ όσων πρεσβεύουν ότι η νεολαία της Πορτογαλίας πρέπει να διδάσκεται κυρίως γλώσσα και ξένες γλώσσες και όσων φρονούν ότι πρέπει να διδάσκεται κυρίως την εθνική λογοτεχνία – παράδειγμα αρκούντως μακρινό κι ανώδυνο, πλην όμως χαρακτηριστικό. Άλλο τρανό παράδειγμα, σχεδόν εξίσου ανώδυνο, η έκθεση Μπεντολιλά στη Γαλλία, η οποία προτείνει την επανεισαγωγή της εκτενούς διδασκαλίας της γαλλικής γραμματικής στα σχολεία, ώστε τα παιδιά να μάθουν να σκέφτονται λογικά (δείτε και το προηγούμενο άρθρο αυτής της στήλης για σχετική συζήτηση). Στον ελληνόφωνο χώρο τώρα, και αλλού, μόνον η διδασκαλία της ιστορίας είναι ιδεολογικά φορτισμένη περισσότερο από αυτή της γλώσσας, κι αυτό όχι πάντοτε.
Η θέση των φιλολόγων καθίσταται δεινή και για άλλον ένα λόγο. Ας ξεκινήσουμε πάλι από τα μαθηματικά και τη φυσική που διδάσκονται στα σχολεία, τα οποία θεμελιώνονται στη σύγχρονη θεωρητική και εφαρμοσμένη έρευνα στους αντίστοιχους κλάδους. Απεναντίας, η διδασκαλία της γλώσσας στον ελληνόφωνο χώρο είναι αβάσταχτα πεπαλαιωμένη: είτε γίνεται με βάση αθεωρητικές αναλύσεις είτε βασίζεται στις παραδοσιακές γραμματικές – κι όταν μιλάμε για παραδοσιακές γραμματικές της ελληνικής, εννούμε ηλικίας από 2300 έως περίπου 70 ετών η νεώτερη, του Τριανταφυλλίδη. Αυτό είναι προβληματικότατο: πρώτον, οι αθεωρητικές αναλύσεις πάντοτε συγκαλύπτουν στην πραγματικότητα σιωπηρές θεωρητικές παραδοχές, συνήθως αυθαίρετες αλλά και σύνθετες. Δεύτερον, η γλωσσολογική έρευνα των είκοσι τελευταίων ετών και μόνο έχει αναλύσει και εξηγήσει ζητήματα για τα οποία εδώ και 23 αιώνες υπήρξε κυρίως σιωπή ή κάποιες επιδερμικές περιγραφές, ελλείψει των κατάλληλων θεωρητικών εργαλείων. Ένα πολύ απλό παράδειγμα είναι και η βαθύτερη κατανόηση των βασικών σειρών των όρων (ρήμα-υποκείμενο-αντικείμενο και υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο) στα ελληνικά και του πώς λειτουργούν, αρχής γενομένης με την έρευνα της Ειρήνης Φιλιππάκη-Warburton τη δεκαετία του 80. Έτσι, η γλωσσολογία έχει φωτίσει τις διαφορές μεταξύ του «διάβασα το βιβλίο που ο Νίκος έγραψε», όπου υπάρχει έμφαση στο υποκείμενο, και του πιο ουδέτερου «διάβασα το βιβλίο που έγραψε ο Νίκος» – τα παραδείγματα από άρθρο του Γιάννη Χάρη στα Νέα ήδη από το 2000. Οι σχολικές γραμματικές σιωπούν μέσα στην άγνοιά τους για τέτοια και άλλα πολλά ζητήματα.
Με άλλα λόγια, ζητείται από τον φιλόλογο να διδάξει στα παιδιά πώς λειτουργεί η γλώσσα αλλά χωρίς να του δίνεται πρόσβαση στη σύγχρονη έρευνα πάνω στα θέματα αυτά και χωρίς να του παρέχονται τα κατάλληλα εφόδια, τα κατάλληλα εργαλεία. Σημειωτέον μάλιστα ότι δεν αγγίξαμε καν θέματα παιδαγωγικής επάρκειας των εκπαιδευτικών υλικών, της (αν)ισορροπίας μεταξύ διδασκαλίας της Αρχαίας και διδασκαλίας της Νέας, του πώς πρέπει να διδάσκεται η Αρχαία γλώσσα ή του αιτήματος για διδιαλεκτική εκπαίδευση στην Κύπρο, ζήτημα το οποίο έχει μελετήσει εκτενώς ο Α. Παπαπαύλου...
Τα βάσανα των φιλολόγων (και των μαθητών τους)
Παραμένοντας στην ελληνόφωνη εκπαίδευση, επιστρέφουμε στον αρχικό παραλληλισμό σχετικά με τη δουλειά του φιλολόγου: ο φιλόλογος δεν καλείται μόνο να διδάξει πώς λειτουργεί η γλώσσα αλλά και να μάθει στα παιδιά να γράφουν. Εδώ τα προβλήματα είναι ίσως σοβαρότερα από αυτά της διδασκαλίας της γλώσσας. Όχι γιατί η διδασκαλία της γλώσσας γίνεται ορθότερα αλλά γιατί, ούτως ή άλλως, όλοι είμαστε προικισμένοι με το χάρισμα της γλώσσας: έτσι, ακόμα και αν δεν καταλαβαίνουμε σε επίπεδο ανάλυσης τη διαφορά χρόνου και ποιού ενεργείας, μπορούμε ωστόσο να τα χρησιμοποιούμε μια χαρά ως φυσικοί ομιλητές της ελληνικής: άλλο «θέλω να πίνω» κι άλλο «θέλω να πιω».
Όμως η διδασκαλία της γραφής πάει πολύ πιο μακριά από τη διδασκαλία της γραμματικής. Πρώτα απ’ όλα, η ίδια η γραφή είναι μια πολιτισμική κατασκευή: δεν αναπτύσσεται φυσικά στον άνθρωπο και αυθόρμητα όπως η γλώσσα, το περπάτημα ή η σεξουαλική συμπεριφορά. Δεύτερον, το να γράφει κανείς σωστά εξαρτάται από πολλούς ετερόκλητους παράγοντες, μάλιστα ένας από αυτούς είναι και η συγκρότηση της σκέψης, όπως θα λέγαμε απλά. Τρίτον, είναι απαραίτητο να είναι κανείς εξοικειωμένος με διάφορες κειμενικές συμβάσεις όταν γράφει, αναλόγως με το τι κείμενο χρειάζεται να γράψει: αλλιώς γράφονται απλές οδηγίες, αλλιώς συνταγές, αλλιώς ένα ερωτικό γράμμα, αλλιώς μια αναφορά ή μια αίτηση.
Σε πείσμα όλων αυτών, ο φιλόλογος καλείται να διδάξει γραφή διδάσκοντας στον μαθητή κυρίως λογοτεχνία και ζητώντας του ταυτόχρονα να παραγάγει κυρίως κείμενα επιχειρηματολογίας – τις γνωστές μας εκθέσεις. Βεβαίως, έχουνε γίνει βήματα προς την σωστή κατεύθυνση, όπως προσπάθειες για εξοικείωση των μαθητών με διάφορα κειμενικά είδη πέρα από τα κείμενα γνώμης και τη λογοτεχνία. Ωστόσο, ένας από τους βασικούς πυρήνες του γλωσσικού μαθήματος εξακολουθεί να αποτελείται από την προγραμματική διδασκαλία της λογοτεχνίας ούτως ώστε ο μαθητής να μάθει να επιχειρηματολογεί γραπτώς. Δεν είναι άξιον απορίας που οι περισσότεροι μαθητές ούτε τη λογοτεχνία απολαμβάνουν ως αναγνώστες, ούτε κείμενα γνώμης και ανάπτυξης επιχειρημάτων μπορούνε να συντάξουν. Το πραγματικό δυστύχημα είναι ότι οι φιλόλογοι επωμίζονται μεγάλο μέρος της ευθύνης ενώ οι απόφοιτοι των Λυκείων δεν μπορούν τελικά ούτε απλές αιτήσεις εργασίας ή ακόμα και έκδοσης πιστοποιητικών να συντάξουν...
Σήμερα άγγιξα μόνο τις πιο προφανείς από τις δυσκολίες του να είσαι φιλόλογος: πολλαπλοί στόχοι του γλωσσικού μαθήματος, ιδεολογική του φόρτιση, απουσία γλωσσολογικής ενημερότητας στη διδασκαλία της γλώσσας, σύγχυση στόχων και ασυνέπεια μεθόδων στη διδασκαλία της γραφής. Θέλω να πιστεύω ότι έχει γίνει ευρύτερα κατανοητό, και ιδίως εκεί όπου σχεδιάζονται οι εκπαιδευτικές τακτικές και στρατηγικές, ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη ουσιώδους και όχι καιροσκοπικής ή ‘επικαιρικής’ μεταρρύθμισης του γλωσσικού μαθήματος. Αν θέλουμε να μάθουν τα παιδιά μας να ζωγραφίζουν...
Ευχαριστώ την Ιωάννα Παπαδοπούλου για την πολύτιμη βοήθειά της.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 2ας Δεκεμβρίου 2007]
Οι φιλόλογοι όμως έχουν επωμιστεί το δύσκολο έργο να παλεύουν καθημερινά με τη γλώσσα ως δάσκαλοι. Αποστολή τους είναι να διδάξουν λίγα από την επιστήμη του χημικού, λίγα από την τέχνη του ζωγράφου, λίγα και από Ιστορία Τέχνης…
Γλωσσικά μαθήματα και μαθηματικά
Οι φιλόλογοι ταυτόχρονα βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Αντίθετα με τους φυσικούς ή τους μαθηματικούς, το αντικείμενο που διδάσκουν κινεί το ενδιαφέρον της κοινωνίας έντονα. Μάλιστα, δεν υπάρχει ούτε μία κοινωνία που να διαθέτει γραμματισμό η οποία να μην ασχολείται με τη γλώσσα της, και μάλιστα από πολιτική και ιδεολογική άποψη συνήθως, και μάλιστα αγνοώντας την ουσία του γλωσσικού φαινομένου, και μάλιστα εντελώς εσφαλμένα συνήθως. Παράδειγμα η έντονη διαμάχη που ταλανίζει την πορτογαλική κοινωνία μεταξύ όσων πρεσβεύουν ότι η νεολαία της Πορτογαλίας πρέπει να διδάσκεται κυρίως γλώσσα και ξένες γλώσσες και όσων φρονούν ότι πρέπει να διδάσκεται κυρίως την εθνική λογοτεχνία – παράδειγμα αρκούντως μακρινό κι ανώδυνο, πλην όμως χαρακτηριστικό. Άλλο τρανό παράδειγμα, σχεδόν εξίσου ανώδυνο, η έκθεση Μπεντολιλά στη Γαλλία, η οποία προτείνει την επανεισαγωγή της εκτενούς διδασκαλίας της γαλλικής γραμματικής στα σχολεία, ώστε τα παιδιά να μάθουν να σκέφτονται λογικά (δείτε και το προηγούμενο άρθρο αυτής της στήλης για σχετική συζήτηση). Στον ελληνόφωνο χώρο τώρα, και αλλού, μόνον η διδασκαλία της ιστορίας είναι ιδεολογικά φορτισμένη περισσότερο από αυτή της γλώσσας, κι αυτό όχι πάντοτε.
Η θέση των φιλολόγων καθίσταται δεινή και για άλλον ένα λόγο. Ας ξεκινήσουμε πάλι από τα μαθηματικά και τη φυσική που διδάσκονται στα σχολεία, τα οποία θεμελιώνονται στη σύγχρονη θεωρητική και εφαρμοσμένη έρευνα στους αντίστοιχους κλάδους. Απεναντίας, η διδασκαλία της γλώσσας στον ελληνόφωνο χώρο είναι αβάσταχτα πεπαλαιωμένη: είτε γίνεται με βάση αθεωρητικές αναλύσεις είτε βασίζεται στις παραδοσιακές γραμματικές – κι όταν μιλάμε για παραδοσιακές γραμματικές της ελληνικής, εννούμε ηλικίας από 2300 έως περίπου 70 ετών η νεώτερη, του Τριανταφυλλίδη. Αυτό είναι προβληματικότατο: πρώτον, οι αθεωρητικές αναλύσεις πάντοτε συγκαλύπτουν στην πραγματικότητα σιωπηρές θεωρητικές παραδοχές, συνήθως αυθαίρετες αλλά και σύνθετες. Δεύτερον, η γλωσσολογική έρευνα των είκοσι τελευταίων ετών και μόνο έχει αναλύσει και εξηγήσει ζητήματα για τα οποία εδώ και 23 αιώνες υπήρξε κυρίως σιωπή ή κάποιες επιδερμικές περιγραφές, ελλείψει των κατάλληλων θεωρητικών εργαλείων. Ένα πολύ απλό παράδειγμα είναι και η βαθύτερη κατανόηση των βασικών σειρών των όρων (ρήμα-υποκείμενο-αντικείμενο και υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο) στα ελληνικά και του πώς λειτουργούν, αρχής γενομένης με την έρευνα της Ειρήνης Φιλιππάκη-Warburton τη δεκαετία του 80. Έτσι, η γλωσσολογία έχει φωτίσει τις διαφορές μεταξύ του «διάβασα το βιβλίο που ο Νίκος έγραψε», όπου υπάρχει έμφαση στο υποκείμενο, και του πιο ουδέτερου «διάβασα το βιβλίο που έγραψε ο Νίκος» – τα παραδείγματα από άρθρο του Γιάννη Χάρη στα Νέα ήδη από το 2000. Οι σχολικές γραμματικές σιωπούν μέσα στην άγνοιά τους για τέτοια και άλλα πολλά ζητήματα.
Με άλλα λόγια, ζητείται από τον φιλόλογο να διδάξει στα παιδιά πώς λειτουργεί η γλώσσα αλλά χωρίς να του δίνεται πρόσβαση στη σύγχρονη έρευνα πάνω στα θέματα αυτά και χωρίς να του παρέχονται τα κατάλληλα εφόδια, τα κατάλληλα εργαλεία. Σημειωτέον μάλιστα ότι δεν αγγίξαμε καν θέματα παιδαγωγικής επάρκειας των εκπαιδευτικών υλικών, της (αν)ισορροπίας μεταξύ διδασκαλίας της Αρχαίας και διδασκαλίας της Νέας, του πώς πρέπει να διδάσκεται η Αρχαία γλώσσα ή του αιτήματος για διδιαλεκτική εκπαίδευση στην Κύπρο, ζήτημα το οποίο έχει μελετήσει εκτενώς ο Α. Παπαπαύλου...
Τα βάσανα των φιλολόγων (και των μαθητών τους)
Παραμένοντας στην ελληνόφωνη εκπαίδευση, επιστρέφουμε στον αρχικό παραλληλισμό σχετικά με τη δουλειά του φιλολόγου: ο φιλόλογος δεν καλείται μόνο να διδάξει πώς λειτουργεί η γλώσσα αλλά και να μάθει στα παιδιά να γράφουν. Εδώ τα προβλήματα είναι ίσως σοβαρότερα από αυτά της διδασκαλίας της γλώσσας. Όχι γιατί η διδασκαλία της γλώσσας γίνεται ορθότερα αλλά γιατί, ούτως ή άλλως, όλοι είμαστε προικισμένοι με το χάρισμα της γλώσσας: έτσι, ακόμα και αν δεν καταλαβαίνουμε σε επίπεδο ανάλυσης τη διαφορά χρόνου και ποιού ενεργείας, μπορούμε ωστόσο να τα χρησιμοποιούμε μια χαρά ως φυσικοί ομιλητές της ελληνικής: άλλο «θέλω να πίνω» κι άλλο «θέλω να πιω».
Όμως η διδασκαλία της γραφής πάει πολύ πιο μακριά από τη διδασκαλία της γραμματικής. Πρώτα απ’ όλα, η ίδια η γραφή είναι μια πολιτισμική κατασκευή: δεν αναπτύσσεται φυσικά στον άνθρωπο και αυθόρμητα όπως η γλώσσα, το περπάτημα ή η σεξουαλική συμπεριφορά. Δεύτερον, το να γράφει κανείς σωστά εξαρτάται από πολλούς ετερόκλητους παράγοντες, μάλιστα ένας από αυτούς είναι και η συγκρότηση της σκέψης, όπως θα λέγαμε απλά. Τρίτον, είναι απαραίτητο να είναι κανείς εξοικειωμένος με διάφορες κειμενικές συμβάσεις όταν γράφει, αναλόγως με το τι κείμενο χρειάζεται να γράψει: αλλιώς γράφονται απλές οδηγίες, αλλιώς συνταγές, αλλιώς ένα ερωτικό γράμμα, αλλιώς μια αναφορά ή μια αίτηση.
Σε πείσμα όλων αυτών, ο φιλόλογος καλείται να διδάξει γραφή διδάσκοντας στον μαθητή κυρίως λογοτεχνία και ζητώντας του ταυτόχρονα να παραγάγει κυρίως κείμενα επιχειρηματολογίας – τις γνωστές μας εκθέσεις. Βεβαίως, έχουνε γίνει βήματα προς την σωστή κατεύθυνση, όπως προσπάθειες για εξοικείωση των μαθητών με διάφορα κειμενικά είδη πέρα από τα κείμενα γνώμης και τη λογοτεχνία. Ωστόσο, ένας από τους βασικούς πυρήνες του γλωσσικού μαθήματος εξακολουθεί να αποτελείται από την προγραμματική διδασκαλία της λογοτεχνίας ούτως ώστε ο μαθητής να μάθει να επιχειρηματολογεί γραπτώς. Δεν είναι άξιον απορίας που οι περισσότεροι μαθητές ούτε τη λογοτεχνία απολαμβάνουν ως αναγνώστες, ούτε κείμενα γνώμης και ανάπτυξης επιχειρημάτων μπορούνε να συντάξουν. Το πραγματικό δυστύχημα είναι ότι οι φιλόλογοι επωμίζονται μεγάλο μέρος της ευθύνης ενώ οι απόφοιτοι των Λυκείων δεν μπορούν τελικά ούτε απλές αιτήσεις εργασίας ή ακόμα και έκδοσης πιστοποιητικών να συντάξουν...
Σήμερα άγγιξα μόνο τις πιο προφανείς από τις δυσκολίες του να είσαι φιλόλογος: πολλαπλοί στόχοι του γλωσσικού μαθήματος, ιδεολογική του φόρτιση, απουσία γλωσσολογικής ενημερότητας στη διδασκαλία της γλώσσας, σύγχυση στόχων και ασυνέπεια μεθόδων στη διδασκαλία της γραφής. Θέλω να πιστεύω ότι έχει γίνει ευρύτερα κατανοητό, και ιδίως εκεί όπου σχεδιάζονται οι εκπαιδευτικές τακτικές και στρατηγικές, ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη ουσιώδους και όχι καιροσκοπικής ή ‘επικαιρικής’ μεταρρύθμισης του γλωσσικού μαθήματος. Αν θέλουμε να μάθουν τα παιδιά μας να ζωγραφίζουν...
Ευχαριστώ την Ιωάννα Παπαδοπούλου για την πολύτιμη βοήθειά της.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 2ας Δεκεμβρίου 2007]
7/10/07
Η μαγική εικόνα
Ένας γνωστός μου από την Ελλάδα που επισκέφτηκε την Κύπρο τον Ιούλιο με ρώτησε τι σημαίνει η πινακίδα «Απαγορεύεται η διακίνηση πεζών στον αυτοκινητόδρομο». Παρότι είναι φυσικός ομιλητής της ελληνικής, δεν ήταν εξοικειωμένος με τα ελληνικά της Κύπρου. Και δεν εννοώ την κυπριακή ελληνική διάλεκτο, παρά τα ντόπια επίσημα ελληνικά, τα ντόπια ‘καλαμαρίστικα’, δηλαδή αυτά που χρησιμοποιεί το κυπριακό κράτος και τα κυπριακά μέσα ενημέρωσης.
Διακίνηση, με και χωρίς διακινητή
Για ποιον λόγο τράβηξε η συγκεκριμένη πινακίδα την προσοχή του Γιώργου; (ο γνωστός μου, που λέγαμε). Η απάντηση είναι ότι στην κοινή νεοελληνική όπως μιλιέται στην Ελλάδα, το ουσιαστικό ‘διακίνηση’ προϋποθέτει την ύπαρξη ενός εξωτερικού δράστη, κάποιου που κάνει τη διακίνηση – ενός ‘διακινητή’, σαν να λέμε. Αναφερόμαστε λοιπόν στη ‘διακίνηση ναρκωτικών’ επειδή κάποιος μεσάζοντας, ο διακινητής, τα μεταφέρει και τα προωθεί από την παραγωγή στην κατανάλωση. Μιλάμε για (ελεύθερη ή απρόσκοπτη) διακίνηση ιδεών επειδή κάποιος διακινητής, ο δημοσιογράφος, συγγραφέας ή ακτιβιστής, τις κυκλοφορεί. Για τους ομιλητές της νεοελληνικής γλωσσικής ποικιλίας όπως μιλιέται στην Ελλάδα, η ‘διακίνηση πεζών’ ή η ‘διακίνηση σκύλων’ θα εξυπάκουε οπωσδήποτε κάποιον διακινητή, ο οποίος θα μετέφερε τους πεζούς ή τους σκύλους – πράγμα παραδοξολογικό. Σε αυτή τη γλωσσική ποικιλία όταν ο εξωτερικός δράστης, ο ‘διακινητής’, δεν υπάρχει ή δε χρειάζεται, θα χρησιμοποιούνταν το ουσιαστικό ‘διέλευση’, ‘κυκλοφορία’ ή κάποιο παρόμοιο – τέλος πάντων, ένα ουσιαστικό που δε θα υπαινίσσεται την παρουσία εξωτερικού δράστη.
Σήμερα όμως η πρόθεσή μου δεν είναι να επισημάνω ένα γλωσσικό λάθος, όπως έκανα στηλιτεύοντας τα σχεδόν κορακίστικα ‘να δεκτώ’ και ‘δέκτηκε’ στο άρθρο μου στις 22 Ιουλίου. Απεναντίας, θέλω να επιστήσω την προσοχή σας σε ένα πολύ σημαντικό αλλά παραγνωρισμένο θέμα: στο γλωσσικό τοπίο της ελληνόφωνης Κύπρου και στη μελέτη του. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Ο λόγος που το ‘διακίνηση πεζών’ είναι αποδεκτό στην κοινή νεοελληνική όπως χρησιμοποιείται στην Κύπρο (μια ποικιλία που έχουνε περιγράψει και μελετήσει οι Α. Παναγιώτου, Α. Αρβανίτη και Μ. Καρυολαίμου) είναι γιατί το ‘διακίνηση’ δεν εξυπακούει εξωτερικό δράστη, ‘διακινητή’, αντίθετα με την κοινή νεοελληνική όπως χρησιμοποιείται στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια απλή διαφορά στο λεξιλογικό ρεπερτόριο των δύο ποικιλιών. Άλλες διαφορές εντοπίζονται στη χρήση του παρακειμένου, σε κάποιες προφορές, και σε πολλούς όρους όπως ‘αφυπηρετώ’ και ‘συνταξιοδοτούμαι’, ‘φώτα (τροχαίας)’ και ‘φανάρια’, ‘έντιμος (υπουργός)’ και ‘αξιότιμος (υπουργός)’ και άλλα πολλά. Τονίζω για άλλη μια φορά ότι εδώ δε συζητάμε τις διαφορές μεταξύ της κυπριακής ελληνικής (της διαλέκτου) και της κοινής, αλλά για διαφορές μεταξύ της κοινής της Κύπρου (όπου ανήκει λ.χ. το ‘αφυπηρετώ’) και της Ελλάδας (όπου θα λέγαμε ‘συνταξιοδοτούμαι’).
Γλωσσική διτυπία;
Η διαφορές μεταξύ λέξεων όπως ‘διακίνηση’ (Ελλάδας) και ‘διακίνηση’ (Κύπρου) αποτελούν απλώς πινελιές σε μια εικόνα πολύ σύνθετη, τη γλωσσική εικόνα της ελληνόφωνης Κύπρου. Πρόκειται για ένα ζήτημα με το οποίο έχουν ασχοληθεί εκτενώς και συστηματικά οι περισσότεροι γλωσσολόγοι που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο, φωτίζοντας σε βάθος τη γλωσσική κατάσταση στο νησί. Αλλά ας εξετάσουμε την εικόνα αυτή από την αρχή, προσπαθώντας να διακρίνουμε τα βασικά της χαρακτηριστικά, τις αδρές γραμμές της.
Για τους περισσότερους μη ειδικούς, η κυπριακή διάλεκτος της ελληνικής, τα κυπραίικα, απλώς κείται αντιθετικά προς την κοινή νεολληνική, τα καλαμαρίστικα. Όταν λέω «αντιθετικά», το εννοώ με δύο τρόπους: Πρώτον, ότι η κυπριακή και η κοινή υπάρχουν δομικά και λεξιλογικά ως δύο γλωσσικές ποικιλίες ξεχωριστές και ξεκάθαρα διαφορετικές – όπως τα ιταλικά και τα ισπανικά, λόγου χάρη. Έτσι, ο μέσος Ελληνοκύπριος αντιλαμβάνεται ότι το ‘δε(ν) θα το πάρω’ και το ‘τα έφεραν / τα φέραν(ε)’ είναι καλαμαρίστικα, ενώ το ‘έθθα το πκιά(σ)ω’ και το ‘εφέραν τα’ είναι κυπραίικα. Δεύτερον, οι δύο ποικιλίες γίνονται αντιληπτές από τους ομιλητές σαν να επιτελούν εντελώς διαφορετικές λειτουργίες και σαν να χρησιμοποιούνται για τελείως διαφορετικούς σκοπούς και σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Στην κοινωνιογλωσσολογία λέμε σε αυτές τις περιπτώσεις ότι επικρατεί ένα καθεστώς διτυπίας ή διφυίας (diglossia), όπως ίσχυε στην Ελλάδα τον καιρό που η καθαρεύουσα είχε τον χαρακτήρα επίσημης γλώσσας. Συνεπώς, ο μέσος Ελληνοκύπριος φρονεί πως τα καλαμαρίστικα χρησιμοποιούνται σε δημόσια, επίσημα και ‘σοβαρά’ περιβάλλοντα ενώ τα κυπραίικα σε ιδιωτικές, ανεπίσημες και πιο οικείες περιστάσεις.
Την αντίληψη ότι στην Κύπρο επικρατεί διτυπία / διφυία τροφοδοτεί και η στάση της κρατούσας ιδεολογίας απέναντι στη χρήση αλλά και την ίδια την ύπαρξη της διαλέκτου. Αυτή η στάση κυμαίνεται από επεικώς αμήχανη, όπως στο ζήτημα της τυποποίησης των τοπωνυμίων της Κύπρου, έως και εχθρική, όπως όταν απαγορεύει κάθε χρήση της διαλέκτου μέσα στη σχολική τάξη – ενδεχομένως γιατί η χρήση θα προκαλούσε σύγχυση στους μαθητές κατά τη γνώμη κάποιων ιθυνόντων, ίσως άμοιρων γλωσσολογικής ή ψυχολογικής παίδευσης. Εν πάση περιπτώσει, και για ιδεολογικούς λόγους, οι δυο ποικιλίες γίνονται τελικά αντιληπτές ως ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Σχετικά υπενθυμίζω ότι στο πρώτο άρθρο που έγραψα ειδικά για αυτή τη στήλη, τον Μάιο του 2006, παρέθεσα τη γνώμη ντόπιου λογίου ότι πρέπει «να περιορίζεται η χρήση της [διαλέκτου] ώστε σε εκατό, ας πούμε, χρόνια να έχει απομείνει μόνο μια ντόπια χαρακτηριστική προφορά» ώστε να αποφευχθεί η «δια παντός αποκοπή των Κυπρίων από το σώμα του Ελληνισμού». Αναρωτιέται πάντως κανείς εάν το ενδεχόμενο αυτής της «αποκοπής» έχει πια νόημα ή και εάν η «αποκοπή» αυτή είναι πια εφικτή.
Οι πολλές γλωσσικές ποικιλίες της Κύπρου
Αυτό το αυστηρό αντιθετικό σχήμα διτυπίας / διφυίας με την κοινή (τα καλαμαρίστικα) από τη μια μεριά και τη διάλεκτο (τα κυπραίικα) από την άλλη υπονομεύεται αμέσως από την ύπαρξη μιας κοινής νεοελληνικής στην Κύπρο ελαφρώς διαφορετικής από αυτήν της Ελλάδας. Όπως επισημαίνει η γλωσσολόγος Μαριλένα Καρυολαίμου, η κατάσταση αυτή μάς φέρνει στον νου την πολυκεντρική κατάσταση που επικρατεί με την αγγλική γλώσσα, η οποία διαθέτει διάφορες επίσημες εκδοχές: την αμερικανική, τη βρετανική, την αυστραλιανή κ.ο.κ.
Ακόμα περισσότερο, η αντίληψη ότι στην Κύπρο επικρατεί διτυπία / διφυία διαψεύδεται και από τις γλωσσικές πρακτικές των ίδιων των ομιλητών. Όποιες και αν είναι οι στάσεις και γνώμες τους για το θέμα, η μεγάλη πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων αναμιγνύει στην καθημερινή χρήση τις ποικιλίες. Σε επίπεδο λιανικής, όπως διαπίστωσε σε πρόσφατη έρευνά της η γλωσσολόγος Σταυρούλα Τσιπλάκου, κοντά στα «αμιγή» ‘έθθα το πκιά(σ)ω’ και ‘εφέρασιν τα’ ακούγονται και πολλά ενδιάμεσα όπως ‘δε θα το πκιάσω’, ‘τα εφέρασι’ και ούτω καθεξής. Επιπλέον, περνώντας στην χοντρική, κάθε άλλο παρά σαφή διαχωριστικά όρια υπάρχουν στις χρήσεις (ντόπιας) κοινής και διαλέκτου: έχω συμμετάσχει σε επίσημες συσκέψεις σχεδιασμού προγραμμάτων που «έλαβαν χώρα» αποκλειστικά σε ένα αγγλο-ελληνοκυπριακό ιδίωμα και έχω ακούσει συζητήσεις σε διπλανά τραπέζια σε γνωστό καφέ μεταξύ δημοσίων (εννοώ «κυβερνητικών») υπαλλήλων σε άπταιστη ντόπια κοινή (για αυτά τα θέματα υπάρχει και η σημαντική έρευνα της Ελισάβετ Σίβας). Τέλος, έχω διανοούμενους διαλεκτόφωνους γνωστούς που δε θυμάμαι να έχουνε καλαμαρίσει ποτέ...
Αυτή η ανάμιξη των ποικιλιών, λιανική και χοντρική, δε συνεπάγεται φυσικά την ύπαρξη μιας γλωσσικής σούπας στην ελληνόφωνη Κύπρο. Οπωσδήποτε υφίσταται η λεγόμενη «αστική κυπριακή», η μορφή της κυπριακής διαλέκτου σε χρήση από τους κατοίκους κυρίως των πόλεων και όπως διαμορφώθηκε μετά το 1974. Υπάρχουν ακόμα οι ντόπιες ποικιλίες της κυπριακής ελληνικής διαλέκτου (π.χ. Πάφου, Κοκκινοχωρίων, Καρπασίας) και οι ομιλητές τους. Είδαμε πώς μαρτυρείται και η χρήση μιας ντόπιας εκδοχής της κοινής νεοελληνικής. Με άλλα λόγια, ακόμα κι αν δε μετρήσει κανείς τις υπό διαμόρφωση ποικιλίες των Ποντίων και άλλων μεταναστών, η εικόνα που σχηματίζεται μπροστά στα μάτια μας είναι τωόντι πιο σύνθετη από μια ξεκάθαρη διτυπική κατάσταση όπου κοινή και διάλεκτος συνυπάρχουν πλάι-πλάι και με σαφώς καθορισμένες λειτουργίες η καθεμία.
Οι Ελληνοκύπριοι ομιλητές σε πραγματικές συνθήκες επικοινωνίας επιλέγουν ανά πάσα στιγμή, μέσα από μια υποσυνείδητη δημιουργική διαδικασία, προφορές, τύπους, δομές και λέξεις από όλες τις ποικιλίες που τυχαίνει να γνωρίζουν: την κοινή της Κύπρου, την αστική κυπριακή ή και κάποια τοπική ποικιλία, αλλά και τα αγγλικά ή και την κοινή της Ελλάδας, και παράγουν προφορικά (κυρίως) κείμενα τα οποία με δυσκολία θα μπορούσαν να ταξινομηθούν αυστηρά σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες.
Βλέποντας αυτή την εικόνα αλλιώς, χάρη στην πρόσβαση του μέσου Ελληνοκύπριου σε παραπάνω από μία νοητική γραμματική, σε κάθε επικοινωνιακό γεγονός παράγει δυναμικά λόγο με χαρακτηριστικά που δεν ανήκουν αποκλειστικά σε καμμιά από αυτές, παρά σε όλες τους.
(Ευχαριστώ θερμά τη Μαριλένα Καρυολαίμου για την πολύτιμη συνεισφορά της στο σημερινό άρθρο).
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 7ης Οκτωβρίου 2007]
Διακίνηση, με και χωρίς διακινητή
Για ποιον λόγο τράβηξε η συγκεκριμένη πινακίδα την προσοχή του Γιώργου; (ο γνωστός μου, που λέγαμε). Η απάντηση είναι ότι στην κοινή νεοελληνική όπως μιλιέται στην Ελλάδα, το ουσιαστικό ‘διακίνηση’ προϋποθέτει την ύπαρξη ενός εξωτερικού δράστη, κάποιου που κάνει τη διακίνηση – ενός ‘διακινητή’, σαν να λέμε. Αναφερόμαστε λοιπόν στη ‘διακίνηση ναρκωτικών’ επειδή κάποιος μεσάζοντας, ο διακινητής, τα μεταφέρει και τα προωθεί από την παραγωγή στην κατανάλωση. Μιλάμε για (ελεύθερη ή απρόσκοπτη) διακίνηση ιδεών επειδή κάποιος διακινητής, ο δημοσιογράφος, συγγραφέας ή ακτιβιστής, τις κυκλοφορεί. Για τους ομιλητές της νεοελληνικής γλωσσικής ποικιλίας όπως μιλιέται στην Ελλάδα, η ‘διακίνηση πεζών’ ή η ‘διακίνηση σκύλων’ θα εξυπάκουε οπωσδήποτε κάποιον διακινητή, ο οποίος θα μετέφερε τους πεζούς ή τους σκύλους – πράγμα παραδοξολογικό. Σε αυτή τη γλωσσική ποικιλία όταν ο εξωτερικός δράστης, ο ‘διακινητής’, δεν υπάρχει ή δε χρειάζεται, θα χρησιμοποιούνταν το ουσιαστικό ‘διέλευση’, ‘κυκλοφορία’ ή κάποιο παρόμοιο – τέλος πάντων, ένα ουσιαστικό που δε θα υπαινίσσεται την παρουσία εξωτερικού δράστη.
Σήμερα όμως η πρόθεσή μου δεν είναι να επισημάνω ένα γλωσσικό λάθος, όπως έκανα στηλιτεύοντας τα σχεδόν κορακίστικα ‘να δεκτώ’ και ‘δέκτηκε’ στο άρθρο μου στις 22 Ιουλίου. Απεναντίας, θέλω να επιστήσω την προσοχή σας σε ένα πολύ σημαντικό αλλά παραγνωρισμένο θέμα: στο γλωσσικό τοπίο της ελληνόφωνης Κύπρου και στη μελέτη του. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Ο λόγος που το ‘διακίνηση πεζών’ είναι αποδεκτό στην κοινή νεοελληνική όπως χρησιμοποιείται στην Κύπρο (μια ποικιλία που έχουνε περιγράψει και μελετήσει οι Α. Παναγιώτου, Α. Αρβανίτη και Μ. Καρυολαίμου) είναι γιατί το ‘διακίνηση’ δεν εξυπακούει εξωτερικό δράστη, ‘διακινητή’, αντίθετα με την κοινή νεοελληνική όπως χρησιμοποιείται στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια απλή διαφορά στο λεξιλογικό ρεπερτόριο των δύο ποικιλιών. Άλλες διαφορές εντοπίζονται στη χρήση του παρακειμένου, σε κάποιες προφορές, και σε πολλούς όρους όπως ‘αφυπηρετώ’ και ‘συνταξιοδοτούμαι’, ‘φώτα (τροχαίας)’ και ‘φανάρια’, ‘έντιμος (υπουργός)’ και ‘αξιότιμος (υπουργός)’ και άλλα πολλά. Τονίζω για άλλη μια φορά ότι εδώ δε συζητάμε τις διαφορές μεταξύ της κυπριακής ελληνικής (της διαλέκτου) και της κοινής, αλλά για διαφορές μεταξύ της κοινής της Κύπρου (όπου ανήκει λ.χ. το ‘αφυπηρετώ’) και της Ελλάδας (όπου θα λέγαμε ‘συνταξιοδοτούμαι’).
Γλωσσική διτυπία;
Η διαφορές μεταξύ λέξεων όπως ‘διακίνηση’ (Ελλάδας) και ‘διακίνηση’ (Κύπρου) αποτελούν απλώς πινελιές σε μια εικόνα πολύ σύνθετη, τη γλωσσική εικόνα της ελληνόφωνης Κύπρου. Πρόκειται για ένα ζήτημα με το οποίο έχουν ασχοληθεί εκτενώς και συστηματικά οι περισσότεροι γλωσσολόγοι που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο, φωτίζοντας σε βάθος τη γλωσσική κατάσταση στο νησί. Αλλά ας εξετάσουμε την εικόνα αυτή από την αρχή, προσπαθώντας να διακρίνουμε τα βασικά της χαρακτηριστικά, τις αδρές γραμμές της.
Για τους περισσότερους μη ειδικούς, η κυπριακή διάλεκτος της ελληνικής, τα κυπραίικα, απλώς κείται αντιθετικά προς την κοινή νεολληνική, τα καλαμαρίστικα. Όταν λέω «αντιθετικά», το εννοώ με δύο τρόπους: Πρώτον, ότι η κυπριακή και η κοινή υπάρχουν δομικά και λεξιλογικά ως δύο γλωσσικές ποικιλίες ξεχωριστές και ξεκάθαρα διαφορετικές – όπως τα ιταλικά και τα ισπανικά, λόγου χάρη. Έτσι, ο μέσος Ελληνοκύπριος αντιλαμβάνεται ότι το ‘δε(ν) θα το πάρω’ και το ‘τα έφεραν / τα φέραν(ε)’ είναι καλαμαρίστικα, ενώ το ‘έθθα το πκιά(σ)ω’ και το ‘εφέραν τα’ είναι κυπραίικα. Δεύτερον, οι δύο ποικιλίες γίνονται αντιληπτές από τους ομιλητές σαν να επιτελούν εντελώς διαφορετικές λειτουργίες και σαν να χρησιμοποιούνται για τελείως διαφορετικούς σκοπούς και σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Στην κοινωνιογλωσσολογία λέμε σε αυτές τις περιπτώσεις ότι επικρατεί ένα καθεστώς διτυπίας ή διφυίας (diglossia), όπως ίσχυε στην Ελλάδα τον καιρό που η καθαρεύουσα είχε τον χαρακτήρα επίσημης γλώσσας. Συνεπώς, ο μέσος Ελληνοκύπριος φρονεί πως τα καλαμαρίστικα χρησιμοποιούνται σε δημόσια, επίσημα και ‘σοβαρά’ περιβάλλοντα ενώ τα κυπραίικα σε ιδιωτικές, ανεπίσημες και πιο οικείες περιστάσεις.
Την αντίληψη ότι στην Κύπρο επικρατεί διτυπία / διφυία τροφοδοτεί και η στάση της κρατούσας ιδεολογίας απέναντι στη χρήση αλλά και την ίδια την ύπαρξη της διαλέκτου. Αυτή η στάση κυμαίνεται από επεικώς αμήχανη, όπως στο ζήτημα της τυποποίησης των τοπωνυμίων της Κύπρου, έως και εχθρική, όπως όταν απαγορεύει κάθε χρήση της διαλέκτου μέσα στη σχολική τάξη – ενδεχομένως γιατί η χρήση θα προκαλούσε σύγχυση στους μαθητές κατά τη γνώμη κάποιων ιθυνόντων, ίσως άμοιρων γλωσσολογικής ή ψυχολογικής παίδευσης. Εν πάση περιπτώσει, και για ιδεολογικούς λόγους, οι δυο ποικιλίες γίνονται τελικά αντιληπτές ως ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Σχετικά υπενθυμίζω ότι στο πρώτο άρθρο που έγραψα ειδικά για αυτή τη στήλη, τον Μάιο του 2006, παρέθεσα τη γνώμη ντόπιου λογίου ότι πρέπει «να περιορίζεται η χρήση της [διαλέκτου] ώστε σε εκατό, ας πούμε, χρόνια να έχει απομείνει μόνο μια ντόπια χαρακτηριστική προφορά» ώστε να αποφευχθεί η «δια παντός αποκοπή των Κυπρίων από το σώμα του Ελληνισμού». Αναρωτιέται πάντως κανείς εάν το ενδεχόμενο αυτής της «αποκοπής» έχει πια νόημα ή και εάν η «αποκοπή» αυτή είναι πια εφικτή.
Οι πολλές γλωσσικές ποικιλίες της Κύπρου
Αυτό το αυστηρό αντιθετικό σχήμα διτυπίας / διφυίας με την κοινή (τα καλαμαρίστικα) από τη μια μεριά και τη διάλεκτο (τα κυπραίικα) από την άλλη υπονομεύεται αμέσως από την ύπαρξη μιας κοινής νεοελληνικής στην Κύπρο ελαφρώς διαφορετικής από αυτήν της Ελλάδας. Όπως επισημαίνει η γλωσσολόγος Μαριλένα Καρυολαίμου, η κατάσταση αυτή μάς φέρνει στον νου την πολυκεντρική κατάσταση που επικρατεί με την αγγλική γλώσσα, η οποία διαθέτει διάφορες επίσημες εκδοχές: την αμερικανική, τη βρετανική, την αυστραλιανή κ.ο.κ.
Ακόμα περισσότερο, η αντίληψη ότι στην Κύπρο επικρατεί διτυπία / διφυία διαψεύδεται και από τις γλωσσικές πρακτικές των ίδιων των ομιλητών. Όποιες και αν είναι οι στάσεις και γνώμες τους για το θέμα, η μεγάλη πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων αναμιγνύει στην καθημερινή χρήση τις ποικιλίες. Σε επίπεδο λιανικής, όπως διαπίστωσε σε πρόσφατη έρευνά της η γλωσσολόγος Σταυρούλα Τσιπλάκου, κοντά στα «αμιγή» ‘έθθα το πκιά(σ)ω’ και ‘εφέρασιν τα’ ακούγονται και πολλά ενδιάμεσα όπως ‘δε θα το πκιάσω’, ‘τα εφέρασι’ και ούτω καθεξής. Επιπλέον, περνώντας στην χοντρική, κάθε άλλο παρά σαφή διαχωριστικά όρια υπάρχουν στις χρήσεις (ντόπιας) κοινής και διαλέκτου: έχω συμμετάσχει σε επίσημες συσκέψεις σχεδιασμού προγραμμάτων που «έλαβαν χώρα» αποκλειστικά σε ένα αγγλο-ελληνοκυπριακό ιδίωμα και έχω ακούσει συζητήσεις σε διπλανά τραπέζια σε γνωστό καφέ μεταξύ δημοσίων (εννοώ «κυβερνητικών») υπαλλήλων σε άπταιστη ντόπια κοινή (για αυτά τα θέματα υπάρχει και η σημαντική έρευνα της Ελισάβετ Σίβας). Τέλος, έχω διανοούμενους διαλεκτόφωνους γνωστούς που δε θυμάμαι να έχουνε καλαμαρίσει ποτέ...
Αυτή η ανάμιξη των ποικιλιών, λιανική και χοντρική, δε συνεπάγεται φυσικά την ύπαρξη μιας γλωσσικής σούπας στην ελληνόφωνη Κύπρο. Οπωσδήποτε υφίσταται η λεγόμενη «αστική κυπριακή», η μορφή της κυπριακής διαλέκτου σε χρήση από τους κατοίκους κυρίως των πόλεων και όπως διαμορφώθηκε μετά το 1974. Υπάρχουν ακόμα οι ντόπιες ποικιλίες της κυπριακής ελληνικής διαλέκτου (π.χ. Πάφου, Κοκκινοχωρίων, Καρπασίας) και οι ομιλητές τους. Είδαμε πώς μαρτυρείται και η χρήση μιας ντόπιας εκδοχής της κοινής νεοελληνικής. Με άλλα λόγια, ακόμα κι αν δε μετρήσει κανείς τις υπό διαμόρφωση ποικιλίες των Ποντίων και άλλων μεταναστών, η εικόνα που σχηματίζεται μπροστά στα μάτια μας είναι τωόντι πιο σύνθετη από μια ξεκάθαρη διτυπική κατάσταση όπου κοινή και διάλεκτος συνυπάρχουν πλάι-πλάι και με σαφώς καθορισμένες λειτουργίες η καθεμία.
Οι Ελληνοκύπριοι ομιλητές σε πραγματικές συνθήκες επικοινωνίας επιλέγουν ανά πάσα στιγμή, μέσα από μια υποσυνείδητη δημιουργική διαδικασία, προφορές, τύπους, δομές και λέξεις από όλες τις ποικιλίες που τυχαίνει να γνωρίζουν: την κοινή της Κύπρου, την αστική κυπριακή ή και κάποια τοπική ποικιλία, αλλά και τα αγγλικά ή και την κοινή της Ελλάδας, και παράγουν προφορικά (κυρίως) κείμενα τα οποία με δυσκολία θα μπορούσαν να ταξινομηθούν αυστηρά σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες.
Βλέποντας αυτή την εικόνα αλλιώς, χάρη στην πρόσβαση του μέσου Ελληνοκύπριου σε παραπάνω από μία νοητική γραμματική, σε κάθε επικοινωνιακό γεγονός παράγει δυναμικά λόγο με χαρακτηριστικά που δεν ανήκουν αποκλειστικά σε καμμιά από αυτές, παρά σε όλες τους.
(Ευχαριστώ θερμά τη Μαριλένα Καρυολαίμου για την πολύτιμη συνεισφορά της στο σημερινό άρθρο).
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 7ης Οκτωβρίου 2007]
26/8/07
Μίλα μου για γλώσσα
Ο Αύγουστος, αν και κανονικά μήνας διακοπών, είναι η εποχή κατά την οποία οι δάσκαλοι αρχίζουμε να σκεφτόμαστε τι θα διδάξουμε το επερχόμενο ακαδημαϊκό έτος και πώς. Επίσης προετοιμάζουμε το υλικό μας ή, στη χειρότερη περίπτωση, προσπαθούμε να το οργανώσουμε με συστηματικό και εύληπτο τρόπο ώστε τον Σεπτέμβριο να το παρουσιάσουμε στους φοιτητές και να το συζητήσουμε μαζί τους.
Εισαγωγικά μαθήματα
Οι πρωτοετείς φοιτητές είναι πάντα το πιο συναρπαστικό γκρουπ φοιτητών. Υπάρχουν ωστόσο δυσκολίες: οι πρωτοτετείς φοιτητές έρχονται στην ανώτατη εκπαίδευση από ένα σχολικό σύστημα το οποίο εν πολλοίς καταστέλλει την κριτική σκέψη (κακά τα ψέματα) ενώ δεν ενθαρρύνει καθόλου τον μαθητή (και μέλλοντα φοιτητή και πολίτη) να κάνει ερωτήσεις, να αμφιβάλλει, ενδεχομένως να αμφισβητεί. Πολλές φορές οι πρωτοτετείς φοιτητές διακατέχονται από ένα κάποιο μούδιασμα απέναντι στις αυξημένες απαιτήσεις της ύλης στο πανεπιστήμιο, αφού από το σχολείο έχουνε προετοιμαστεί να αντιλαμβάνονται τις ανώτατες σπουδές αποκλειστικά ως πρόσκτηση και αφομοίωση ύλης. Κατά συνέπεια, καμμιά φορά τους διακρίνει και μια προκαταβολική απαξίωση απέναντι στη γνώση (“τι μας χρειάζονται όλα αυτά, κύριε;” και ούτω καθεξής).
Όταν μάλιστα διδάσκει κανείς Εισαγωγή στη Γλωσσολογία σε πρωτοτετείς, αντιμετωπίζει ένα επιπλέον πρόβλημα: πρέπει να μιλήσει στους φοιτητές για ένα γνωστικό αντικείμενο το οποίο (δυστυχώς) δε διδάσκεται καθόλου στα σχολεία. Έτσι, η εικόνα που έχουν οι πρωτοετείς φοιτητές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για τη γλωσσολογία συνήθως είτε είναι ένας κενός καμβάς, είτε αποτελείται από ένα σκαρίφημα περί ετυμολογίας.
Γιατί λοιπόν πρόκειται για “συναρπαστικό γκρουπ” φοιτητών; Γιατί η διδασκαλία της Εισαγωγής στη Γλωσσολογία, που απευθύνεται συνήθως σε πρωτοτετείς, είναι το αγαπημένο μου μάθημα; Κατά κάποιο παράδοξο τρόπο, ακριβώς για τους παραπάνω λόγους!
Πρώτα από όλα, παρουσιάζοντας τη Γλωσσολογία, έχει κανείς την ευκαιρία να παρουσιάσει για σχεδόν πρώτη φορά ένα καινούργιο γνωστικό πεδίο στην ολότητά του και από την αρχή. Επιπλέον, δεν πρόκειται για ένα γνωστικό πεδίο με κάποιο μακρινό αντικείμενο, όπως λ.χ. η παλαιοντολογία ή με αντικείμενο δυσπρόσιτο και άπιαστο για πολλούς, όπως λ.χ. η μαθηματική ανάλυση ή η τοπολογία: η γλώσσα βρίσκεται παντού και με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο μάς αφορά όλους.
Πολλοί προορισμοί
Ένας άλλος λόγος που χαίρομαι πραγματικά να διδάσκω εισαγωγές στη Γλωσσολογία είναι το εύρος και ο πλούτος της. Δε θα ήταν υπερβολικό ίσως να αναπαραγάγω εδώ τον ισχυρισμό του Neil Smith ότι η γλωσσολογία μας βάζει στο κέντρο του κόσμου – ή, τουλάχιστον, στο κέντρο της ανθρώπινης εμπειρίας περί τον κόσμο. Σε μια εποχή αναγκαίας και αναπόφευκτης εξειδίκευσης, η Γλωσσολογία ανοίγει πολλές πόρτες και παράθυρα ταυτόχρονα σε ένα πλατύ και ποικίλο τοπίο γνώσης, αντίληψης και επιστημονικής εξήγησης.
Αν κάποιος συναρπάζεται με τα αινίγματα του νου και της ανθρώπινης φύσης, π.χ. πώς ένα τόσο πολύπλοκο τυπικό σύστημα όπως η γλώσσα μπορεί να παράγεται στον ανθρώπινο εγκέφαλο με βάση λίγες αλλά σαφείς γενικές αρχές, θα βρει ενδιαφέρουσα τη Θεωρητική Γλωσσολογία και τα μυστικά της νοητικής γραμματικής. Αν κάποιος αισθάνεται δέος απέναντι στην ανάπτυξη του ανθρώπου, απέναντι στη μετάβασή του από άλαλο νήπιο σε παιδί που μιλάει ή νοηματίζει μέσα σε ένα διάστημα τριών-τεσσάρων χρόνων, αν θέλει να κατανοήσει και να βοηθήσει τα παιδιά με τυχόν γλωσσικές δυσκολίες, θα καταπιαστεί με την Εξελικτική Γλωσσολογία και τη μελέτη της γλωσσικής ανάπτυξης. Εάν κανείς προβληματίζεται για το πώς λειτουργεί η γλώσσα στις ανθρώπινες κοινωνίες και για τον κεντρικό ρόλο που παίζει η γλώσσα (η προφορά, η διάλεκτος, η αργκό…) όσον αφορά τη θέση του καθενός μας μέσα στην κοινωνία, θα στραφεί προς την Κοινωνιογλωσσολογία. Αν κάποιος είναι πιο ‘πειραματικός’ τύπος και επιθυμεί να φωτίσει το πώς παράγεται και γίνεται κατανοητή η ομιλία και ο γραπτός λόγος σε πραγματικό χρόνο, ίσως τότε να αφοσιωθεί περισσότερο στην Ψυχογλωσσολογία. Μπορεί κανείς πάλι, ενδεχομένως ομιλητής της ελληνικής, μιας γλώσσας με μακροχρόνια γραπτή παράδοση, να βρει γοητευτικό το πρόβλημα στο κέντρο της Ιστορικής Γλωσσολογίας: πώς και γιατί αλλάζουν οι ανθρώπινες γλώσσες με το πέρασμα του χρόνου.
Τα παραπάνω είναι λίγα μόνο από τα παράθυρα και τις πόρτες που μπορεί να ανοίξει ένα εισαγωγικό μάθημα στη Γλωσσολογία, και παρουσιάζονται ενδεικτικά (αλλά και ως ορεκτικά). Άλλωστε δε θα είχα σκοπό να δώσω εδώ έναν κατάλογο των πολλών κλάδων της Γλωσσολογίας ή των ακόμα περισσότερων περιοχών όπου συναντάει και συνδιαλέγεται με άλλα γνωστικά αντικείμενα, από τη μετάφραση μέχρι τους υπολογιστές, από την ανατομία μέχρι τα νομικά – και πάει λέγοντας. Εδώ θέλω απλώς να μοιραστώ τη χαρά του να ανοίγει κανείς πόρτες και παράθυρα στη μελέτη της γλώσσας. Φυσικά, η χαρά γίνεται μεγαλύτερη όταν τα πορτοπαράθυρα αυτά ανοίγονται για νέους ανθρώπους, και όχι μόνο για τους ‘λόγιους’ ή τους πολύ μελετηρούς: ακριβώς επειδή η γλώσσα είναι αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης, η μελέτη της, η Γλωσσολογία, έχει να προσφέρει κάτι και στους ‘θεωρητικούς’ και στους ‘πρακτικούς’.
Ακόμα καλύτερα, στη Γλωσσολογία θα βρούνε κάτι και εκείνοι οι νεανικοί νόες που τους απασχολούν οι γρίφοι, το πώς είναι φτιαγμένος ο κόσμος γύρω μας και το πώς δουλεύουνε τα πράγματα, αλλά και εκείνοι που κυρίως προβληματίζονται πάνω στην ανθρώπινη φύση και συμπεριφορά, την κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις. Με άλλα λόγια υπάρχει απήχηση στη Γλωσσολογία για εμάς, είτε είμαστε από αυτούς που διέλυαν ραδιόφωνα για να δούν από πού έρχεται η μουσική και που τους αρέσει να επιλύουν προβλήματα, είτε είμαστε από εκείνους που ονειρεύονται άλλες εποχές και κοινωνίες και που αναρωτιούνται για τη συμπεριφορά των ανθρώπων και τις διαφορές μεταξύ τους.
“Τι μας χρειάζονται όλα αυτά, κύριε;”
Δε μίλησα καθόλου για την πρακτική χρησιμότητα της Γλωσσολογίας και τις αναρίθμητες εφαρμογές της, ούτε για την επαγγελματική αποκατάσταση όσων τελικά επιλέγουν να τη σπουδάσουν. Άλλωστε, ακόμα και όταν διδάσκω εισαγωγικά μαθήματα, αφιερώνω πολύ λίγο χρόνο σε θέματα πρακτικών εφαρμογών και επαγγελματικών λύσεων. Δεν οφείλεται σε αμέλεια ή έλλειψη ρεαλισμού αυτή η παράλειψη, ούτε επειδή παραγνωρίζω τα πρακτικά προβλήματα των νέων ανθρώπων – και φυσικά το ζήτημα της εργασίας είναι ίσως το πιο σημαντικό από αυτά. Απλώς θέλω να πιστεύω ότι σπουδάζουμε για τον εαυτό μας και όχι για τον μέλλοντα εργοδότη μας, ότι επενδύουμε στον εαυτό μας και στη γνώση, προσπαθώντας – όσο γίνεται – να απαντήσουμε ερωτήσεις, να κατανοήσουμε τον κόσμο γύρω μας και να καλλιεργήσουμε τη δυνατότητά μας να συνεχίσουμε να κάνουμε ερωτήσεις. Η ανώτατη εκπαίδευση δεν είναι – και δεν μπορεί να είναι – ένα πολυετές σεμινάριο κατάρτισης προς απόκτηση πιστοποιητικών (α)καταλληλότητας για το ένα ή για το άλλο επάγγελμα. Αφήστε που σπάνια είναι ξεκάθαρο πότε και σε τι θα χρειαστεί κάτι που σπουδάζουμε στα είκοσί μας, ούτως ή άλλως…
Εύχομαι τέλος καλή σχολική και ακαδημαϊκή χρονιά σε όλους, είτε πρόκειται να διδαχθούν Γλωσσολογία, είτε όχι!
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 26ης Αυγούστου 2007]
Εισαγωγικά μαθήματα
Οι πρωτοετείς φοιτητές είναι πάντα το πιο συναρπαστικό γκρουπ φοιτητών. Υπάρχουν ωστόσο δυσκολίες: οι πρωτοτετείς φοιτητές έρχονται στην ανώτατη εκπαίδευση από ένα σχολικό σύστημα το οποίο εν πολλοίς καταστέλλει την κριτική σκέψη (κακά τα ψέματα) ενώ δεν ενθαρρύνει καθόλου τον μαθητή (και μέλλοντα φοιτητή και πολίτη) να κάνει ερωτήσεις, να αμφιβάλλει, ενδεχομένως να αμφισβητεί. Πολλές φορές οι πρωτοτετείς φοιτητές διακατέχονται από ένα κάποιο μούδιασμα απέναντι στις αυξημένες απαιτήσεις της ύλης στο πανεπιστήμιο, αφού από το σχολείο έχουνε προετοιμαστεί να αντιλαμβάνονται τις ανώτατες σπουδές αποκλειστικά ως πρόσκτηση και αφομοίωση ύλης. Κατά συνέπεια, καμμιά φορά τους διακρίνει και μια προκαταβολική απαξίωση απέναντι στη γνώση (“τι μας χρειάζονται όλα αυτά, κύριε;” και ούτω καθεξής).
Όταν μάλιστα διδάσκει κανείς Εισαγωγή στη Γλωσσολογία σε πρωτοτετείς, αντιμετωπίζει ένα επιπλέον πρόβλημα: πρέπει να μιλήσει στους φοιτητές για ένα γνωστικό αντικείμενο το οποίο (δυστυχώς) δε διδάσκεται καθόλου στα σχολεία. Έτσι, η εικόνα που έχουν οι πρωτοετείς φοιτητές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για τη γλωσσολογία συνήθως είτε είναι ένας κενός καμβάς, είτε αποτελείται από ένα σκαρίφημα περί ετυμολογίας.
Γιατί λοιπόν πρόκειται για “συναρπαστικό γκρουπ” φοιτητών; Γιατί η διδασκαλία της Εισαγωγής στη Γλωσσολογία, που απευθύνεται συνήθως σε πρωτοτετείς, είναι το αγαπημένο μου μάθημα; Κατά κάποιο παράδοξο τρόπο, ακριβώς για τους παραπάνω λόγους!
Πρώτα από όλα, παρουσιάζοντας τη Γλωσσολογία, έχει κανείς την ευκαιρία να παρουσιάσει για σχεδόν πρώτη φορά ένα καινούργιο γνωστικό πεδίο στην ολότητά του και από την αρχή. Επιπλέον, δεν πρόκειται για ένα γνωστικό πεδίο με κάποιο μακρινό αντικείμενο, όπως λ.χ. η παλαιοντολογία ή με αντικείμενο δυσπρόσιτο και άπιαστο για πολλούς, όπως λ.χ. η μαθηματική ανάλυση ή η τοπολογία: η γλώσσα βρίσκεται παντού και με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο μάς αφορά όλους.
Πολλοί προορισμοί
Ένας άλλος λόγος που χαίρομαι πραγματικά να διδάσκω εισαγωγές στη Γλωσσολογία είναι το εύρος και ο πλούτος της. Δε θα ήταν υπερβολικό ίσως να αναπαραγάγω εδώ τον ισχυρισμό του Neil Smith ότι η γλωσσολογία μας βάζει στο κέντρο του κόσμου – ή, τουλάχιστον, στο κέντρο της ανθρώπινης εμπειρίας περί τον κόσμο. Σε μια εποχή αναγκαίας και αναπόφευκτης εξειδίκευσης, η Γλωσσολογία ανοίγει πολλές πόρτες και παράθυρα ταυτόχρονα σε ένα πλατύ και ποικίλο τοπίο γνώσης, αντίληψης και επιστημονικής εξήγησης.
Αν κάποιος συναρπάζεται με τα αινίγματα του νου και της ανθρώπινης φύσης, π.χ. πώς ένα τόσο πολύπλοκο τυπικό σύστημα όπως η γλώσσα μπορεί να παράγεται στον ανθρώπινο εγκέφαλο με βάση λίγες αλλά σαφείς γενικές αρχές, θα βρει ενδιαφέρουσα τη Θεωρητική Γλωσσολογία και τα μυστικά της νοητικής γραμματικής. Αν κάποιος αισθάνεται δέος απέναντι στην ανάπτυξη του ανθρώπου, απέναντι στη μετάβασή του από άλαλο νήπιο σε παιδί που μιλάει ή νοηματίζει μέσα σε ένα διάστημα τριών-τεσσάρων χρόνων, αν θέλει να κατανοήσει και να βοηθήσει τα παιδιά με τυχόν γλωσσικές δυσκολίες, θα καταπιαστεί με την Εξελικτική Γλωσσολογία και τη μελέτη της γλωσσικής ανάπτυξης. Εάν κανείς προβληματίζεται για το πώς λειτουργεί η γλώσσα στις ανθρώπινες κοινωνίες και για τον κεντρικό ρόλο που παίζει η γλώσσα (η προφορά, η διάλεκτος, η αργκό…) όσον αφορά τη θέση του καθενός μας μέσα στην κοινωνία, θα στραφεί προς την Κοινωνιογλωσσολογία. Αν κάποιος είναι πιο ‘πειραματικός’ τύπος και επιθυμεί να φωτίσει το πώς παράγεται και γίνεται κατανοητή η ομιλία και ο γραπτός λόγος σε πραγματικό χρόνο, ίσως τότε να αφοσιωθεί περισσότερο στην Ψυχογλωσσολογία. Μπορεί κανείς πάλι, ενδεχομένως ομιλητής της ελληνικής, μιας γλώσσας με μακροχρόνια γραπτή παράδοση, να βρει γοητευτικό το πρόβλημα στο κέντρο της Ιστορικής Γλωσσολογίας: πώς και γιατί αλλάζουν οι ανθρώπινες γλώσσες με το πέρασμα του χρόνου.
Τα παραπάνω είναι λίγα μόνο από τα παράθυρα και τις πόρτες που μπορεί να ανοίξει ένα εισαγωγικό μάθημα στη Γλωσσολογία, και παρουσιάζονται ενδεικτικά (αλλά και ως ορεκτικά). Άλλωστε δε θα είχα σκοπό να δώσω εδώ έναν κατάλογο των πολλών κλάδων της Γλωσσολογίας ή των ακόμα περισσότερων περιοχών όπου συναντάει και συνδιαλέγεται με άλλα γνωστικά αντικείμενα, από τη μετάφραση μέχρι τους υπολογιστές, από την ανατομία μέχρι τα νομικά – και πάει λέγοντας. Εδώ θέλω απλώς να μοιραστώ τη χαρά του να ανοίγει κανείς πόρτες και παράθυρα στη μελέτη της γλώσσας. Φυσικά, η χαρά γίνεται μεγαλύτερη όταν τα πορτοπαράθυρα αυτά ανοίγονται για νέους ανθρώπους, και όχι μόνο για τους ‘λόγιους’ ή τους πολύ μελετηρούς: ακριβώς επειδή η γλώσσα είναι αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης, η μελέτη της, η Γλωσσολογία, έχει να προσφέρει κάτι και στους ‘θεωρητικούς’ και στους ‘πρακτικούς’.
Ακόμα καλύτερα, στη Γλωσσολογία θα βρούνε κάτι και εκείνοι οι νεανικοί νόες που τους απασχολούν οι γρίφοι, το πώς είναι φτιαγμένος ο κόσμος γύρω μας και το πώς δουλεύουνε τα πράγματα, αλλά και εκείνοι που κυρίως προβληματίζονται πάνω στην ανθρώπινη φύση και συμπεριφορά, την κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις. Με άλλα λόγια υπάρχει απήχηση στη Γλωσσολογία για εμάς, είτε είμαστε από αυτούς που διέλυαν ραδιόφωνα για να δούν από πού έρχεται η μουσική και που τους αρέσει να επιλύουν προβλήματα, είτε είμαστε από εκείνους που ονειρεύονται άλλες εποχές και κοινωνίες και που αναρωτιούνται για τη συμπεριφορά των ανθρώπων και τις διαφορές μεταξύ τους.
“Τι μας χρειάζονται όλα αυτά, κύριε;”
Δε μίλησα καθόλου για την πρακτική χρησιμότητα της Γλωσσολογίας και τις αναρίθμητες εφαρμογές της, ούτε για την επαγγελματική αποκατάσταση όσων τελικά επιλέγουν να τη σπουδάσουν. Άλλωστε, ακόμα και όταν διδάσκω εισαγωγικά μαθήματα, αφιερώνω πολύ λίγο χρόνο σε θέματα πρακτικών εφαρμογών και επαγγελματικών λύσεων. Δεν οφείλεται σε αμέλεια ή έλλειψη ρεαλισμού αυτή η παράλειψη, ούτε επειδή παραγνωρίζω τα πρακτικά προβλήματα των νέων ανθρώπων – και φυσικά το ζήτημα της εργασίας είναι ίσως το πιο σημαντικό από αυτά. Απλώς θέλω να πιστεύω ότι σπουδάζουμε για τον εαυτό μας και όχι για τον μέλλοντα εργοδότη μας, ότι επενδύουμε στον εαυτό μας και στη γνώση, προσπαθώντας – όσο γίνεται – να απαντήσουμε ερωτήσεις, να κατανοήσουμε τον κόσμο γύρω μας και να καλλιεργήσουμε τη δυνατότητά μας να συνεχίσουμε να κάνουμε ερωτήσεις. Η ανώτατη εκπαίδευση δεν είναι – και δεν μπορεί να είναι – ένα πολυετές σεμινάριο κατάρτισης προς απόκτηση πιστοποιητικών (α)καταλληλότητας για το ένα ή για το άλλο επάγγελμα. Αφήστε που σπάνια είναι ξεκάθαρο πότε και σε τι θα χρειαστεί κάτι που σπουδάζουμε στα είκοσί μας, ούτως ή άλλως…
Εύχομαι τέλος καλή σχολική και ακαδημαϊκή χρονιά σε όλους, είτε πρόκειται να διδαχθούν Γλωσσολογία, είτε όχι!
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 26ης Αυγούστου 2007]
17/6/07
Από τους λεξάριθμους μέχρι το μέλλον της ελληνικής
Ξεκινήσαμε πριν δύο εβδομάδες να εξετάζουμε τις αντιλήψεις περί φθοράς, έκπτωσης και κινδύνου αφανισμού της γλώσσας μας. Είδαμε πως τέτοιες ιδέες είναι πάρα πολύ διαδεδομένες αλλά ατεκμηρίωτες – ωστόσο συχνά υπαγορεύουν κυβερνητικές πολιτικές. Με αφορμή έναν συλλογικό τόμο, σήμερα θα δούμε ότι η γλωσσική κινδυνολογία βασίζεται είτε σε στρεβλές αντιλήψεις για τη γλώσσα είτε σε λανθασμένες ιδέες για τη σχέση γλώσσας και πολιτισμού.
Το βιβλίο «Το μέλλον της ελληνικής γλώσσας»
Ο συλλογικός τόμος «Το μέλλον της ελληνικής γλώσσας» κυκλοφόρησε το 2003. Τον επιμελείται η Εύα Αυλίδου, ενώ οι εκδόσεις Αρχέτυπο έκαναν μια αξιέπαινη δουλειά στην επιμέλεια και στο στήσιμο του βιβλίου. Μακάρι όλες οι εκδόσεις στα ελληνικά για τη γλώσσα να ήτανε τόσο φροντισμένες.
Το βιβλίο περιέχει δύο εξαιρετικά κείμενα: το πρώτο είναι του σπουδαίου κλασσικού φιλολόγου Γεράσιμου Χρυσάφη, το οποίο ανατέμνει (ή «αποδομεί», αν προτιμάτε) τον λογιοτατισμό και τον αττικισμό, τις μεταμορφώσεις τους και τα αποτελέσματά τους στην ελληνική παιδεία και γραμματεία, από τους αλεξανδρινούς φιλολόγους μέχρι και σήμερα. Ο Χρυσάφης αφήνει τις πηγές να μιλήσουν από μόνες τους και, παρότι αναφέρεται στο παρελθόν και το παρόν της ελληνικής, αφήνει τον αναγνώστη να συναγάγει τα δικά του συμπεράσματα για το μέλλον της. Το δεύτερο υπογράφεται από τον εκλεκτό συνάδελφο Χριστόφορο Χαραλαμπάκη, ο οποίος με κατατοπιστικό αλλά και διεξοδικό τρόπο αντικρούει τον μύθο ότι η (ελληνική) γλώσσα κινδυνεύει – παράλληλα επισημαίνοντας τον διαχρονικό και παγκόσμιο χαρακτήρα αυτής της κινδυνολογίας. Εάν βρήκατε το προηγούμενο κείμενο αυτής της στήλης («Κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα;») ορεκτικό, το κείμενο του Χαραλαμπάκη με τη διεξοδικότητα και την ακρίβειά του θα σας χορτάσει.
Φαντασιοκοπήματα και προχειρότητες
Δεδομένου του ενδιαφέροντος των παραπάνω δύο κειμένων, αποτελεί δυσάρεστη έκπληξη ότι τα μισά περίπου κείμενα στον τόμο της Αυλίδου ασχολούνται με τη γλώσσα ερήμην της γλωσσολογίας ή και της φιλολογίας! Βεβαίως, όλοι έχουμε γνώμες και γούστα σχετικά με τη γλώσσα. Πώς όμως και γιατί η επιμελήτρια συμπεριέλαβε γλωσσολογικά δοκίμια και άλλες σοβαρές μελέτες (όπως θα δούμε κατόπιν) μαζί με ένα πλήθος ψευδογλωσσολογικών ληρημάτων; Υπάρχουν άραγε τόμοι για την ιατρική, έστω απευθυνόμενοι στο ευρύ κοινό, οι οποίοι επίσης φιλοξενούν ξόρκια, γητειές και συνταγές για μαγιλίκια τσαρλατάνων και ‘πρακτικών γιατρών’;
Έχουμε και λέμε: η Νίκη Μάρκου ισχυρίζεται ότι η ελληνική ήταν η γλώσσα των αρχανθρώπων και ότι οι νέοι βωμολοχούν γιατί δεν έχουνε λεξιλόγιο, στηλιτεύει τον δανεισμό ξένων λέξεων και αναπαράγει το άτοπο αναμάσημα ότι «η γλώσσα των υπολογιστών» είναι τα αρχαία ελληνικά. Οι Σταύρος Δωρικός και Κωνσταντίνος Χατζηγιαννάκης χρησιμοποιούν απίθανες παρετυμολογήσεις για να μας πείσουν ότι η ελληνική είναι η μητέρα όλων των γλωσσών. Η Τζίνα Αργυριάδη-Σταθοπούλου δίνει μια λεξαριθμική-καββαλιστική ανάλυση της ελληνικής (ξανασχοληθήκαμε με αυτά τα θέματα πέρσι τον Δεκέμβριο), παραθέτοντας και ποιήματά της. Η Μαρία Στούπη μάς μιλάει για τον «προσωδιακό» χαρακτήρα της ελληνικής, κάτι που θα μπορούσαμε να είχαμε γλιτώσει εάν είχε συμβουλευτεί μια καλή εισαγωγή στη Γενική Γλωσσολογία. Η Μαρίνα Καραβά-Γαλάνη παραθέτει πίνακα βάσει του οποίου σχεδόν οποιαδήποτε ακολουθία ‘φθόγγων’ μπορεί να κωδικοποιεί οτιδήποτε. Π.χ. ΕΣΕΝΟΠΟΕΙ ΠΟΝ ΟΚΛΟΠΟ ΚΟΕ ΣΟΙ ΚΕΠΕΛΚΝΟΠΕΙ ΚΕΝ ΙΣΙΕΙΠΕΝΟΣΙΣΕ σημαίνει «ετεροποιεί τον άνθρωπο και καταστρέφει την ιδιαιτερότητα» – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.
Ο Αριστείδης Κωνσταντινίδης μετράει λέξεις ελληνικής προέλευσης στην ξένη ορολογία, και προβλέψιμα αιτιάται τους ομιλητές της ελληνικής ότι αφήνουμε αναξιοποίητο όλον αυτό τον λεκτικό πλούτο. Ο Κωνσταντίνος Καρκανιάς «ανησυχεί» επειδή δεν καταλαβαίνει τους νέους, επειδή οι νέοι δεν καταλαβαίνουν Πλούταρχο και Παπαδιαμάντη (σε αυτό οι νέοι μοιάζουν με τους γονείς και τους παππούδες μου), επειδή γεμίσαμε ξένες λέξεις και επιγραφές και, φυσικά, για τη λεγόμενη λεξιπενία. Ο Αδαμάντιος Κρασανάκης απαριθμεί τους λόγους για τους οποίους η ελληνική μπορεί και πρέπει να γίνει διεθνής γλώσσα. Δυστυχώς το εικοσιμιάς σελίδων κείμενό του (άνευ βιβλιογραφίας) περιέχει αναρίθμητα τερατώδη λάθη. Και πάλι, η ανάγνωση μιας εισαγωγής στη Γενική Γλωσσολογία θα είχε αποτρέψει το κακό.
Η πλάνη της ταύτισης γλώσσας και πολιτισμού
Ίσως το πιο οδυνηρό από τα κείμενα που περιλαμβάνει ο τόμος είναι του νεοελληνιστή Φώτη Δημητρακόπουλου. Ο Δημητρακόπουλος με σύνθημα «η ελληνική γλώσσα είναι το παρελθόν της» (σ. 31) επιχειρηματολογεί υπέρ της επιστροφής στην Καθαρεύουσα και στο πολυτονικό (σ. 27), προκρίνοντας την ανάγκη για άνετη πρόσβαση στον αττικό και αττικίζοντα λόγο. Αυτή υποτίθεται ότι θα ανακόψει τη θρυλούμενη επέλαση της αγγλικής και θα αποτρέψει το ενδεχόμενο πολυδιάσπασης των ελληνικών σε διαλέκτους (!) – λες και η αδιάσπαστη πρόσβαση του αραβικού κόσμου στην κλασσική αραβική απέτρεψε τον διαλεκτικό κατακερματισμό του. Συγχέοντας γλωσσική μορφή («καθαρεύουσα») και ύφος, ισχυρίζεται ότι οι σοβαρές εφημερίδες γράφονται «στην απλή Καθαρεύουσα με καταλήξεις της απλοελληνικής» (σ. 22). Όμως, τι είναι πλεόν η Καθαρεύουσα χωρίς τις καταλήξεις της; Γενικά, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς θα μπορούσε κάποιος φιλόλογος, έστω και αν αγνοεί βασικές αρχές της γλωσσικής επιστήμης, να επιμένει (ακόμα) στην απαξίωση της γλωσσικής αλλαγής και στο παμπάλαιο επιχείρημα ότι η ‘νέα γλώσσα’ χρειάζεται φως και ρεύμα από τον αττικό λόγο για να λειτουργήσει. Την απάντηση δίνει, κατά κάποιον τρόπο, μια προσεκτική ανάγνωση τεσσάρων κειμένων του τόμου: του Εμμανουήλ Μικρογιαννάκη, του Βασίλη Φίλια, του Γιάννη Σπυρόπουλου και του Γιώργου Καραμπελιά.
Η επιβίωση της ελληνικής κατά τους Φίλια, Καραμπελιά και Μικρογιαννάκη απειλείται μακροπρόθεσμα από την παγκοσμιοποίηση. Τα κεφάλαιά τους, όπως και του Σπυρόπουλου, συντονίζονται στην εξής άποψη: η ελληνική γλώσσα θα επιβιώσει εφόσον παράγει πολιτισμό (γραμματειακού περιεχομένου – ό,τι φτιάχνεται με γλώσσα δηλαδή) ή και εφόσον θα αποτελεί κομμάτι ενός δυναμικού και αυτοδύναμου πολιτισμού (πνευματικού και πολιτικού). Αυτή η θεώρηση ανήκει φυσικά στη σφαίρα της κοινωνικής και πολιτικής κριτικής, άρα δεν μπορεί να σχολιαστεί με επάρκεια από έναν γλωσσολόγο. Ωστόσο, νομίζω ότι μπορώ να συνεισφέρω τα παρακάτω στον διάλογο για το αν η δυναμικότητα ενός πολιτισμού συσχετίζεται με την επιβίωση της γλώσσας του.
Ένα από τα πιο συναρπαστικά ευρήματα της σύγχρονης γλωσσολογίας είναι και η αναίρεση του ιδεολογήματος των γραμματικών του 19ου αιώνα ότι πολιτισμός και γλώσσα βρίσκονται σε σχέση συμπόρευσης, ισομορφίας ή και ταύτισης μεταξύ τους. Έχουμε π.χ. ξαναδεί ότι η γλώσσα των Αβορίγινων Γουόλμπιρι διαθέτει μορφολογία και συντακτικά χαρακτηριστικά που τη φέρνουνε πολύ κοντά στις κλασσικές γλωσσες. Σε πιο πρακτικό επίπεδο, συχνά μια γλώσσα επιβιώνει ή και καλλιεργείται ενώ έχει ξεπέσει ο πολιτισμός ο οποίος τη γέννησε ή μέσα στον οποίο ‘μεγαλούργησε’: αρκεί κανείς να σκεφτεί τα τζότζιλ των Μάγια, τα κέτσουα των Ίνκα ή τα αρμενικά και τα γεωργιανά. Μάλιστα, τα αρμενικά και τα γεωργιανά είναι περιπτώσεις πολύ ενδιαφέρουσες, εφόσον διατηρούν ολοζώντανα και τα αλφάβητά τους. Αυτό το σημειώνω γιατί ο Καραμπελιάς φαίνεται να αναγνωρίζει τη χαμηλή πιθανότητα αφανισμού της ελληνικής αλλά να ανησυχεί για την πιθανότητα απεμπόλησης της ελληνικής γραφής.
Οι Φίλιας, Καραμπελιάς, Μικρογιαννάκης και Σπυρόπουλος δείχνουνε λοιπόν να θεωρούν δεδομένο ότι η ευρωστία μιας γλώσσας εξαρτάται από την πολιτική και οικονομική ηγεμονία του οργανισμού (κράτους ή άλλου) που τη χρησιμοποιεί. Ενώ είναι γεγονός ότι οι διεθνείς γλώσσες διαδόθηκαν ακριβώς χάρη στην πολιτικοοικονομική ισχύ των ομιλητών τους, παρόλα αυτά η ισχύς μιας ελίτ δε συνεπάγεται απαραιτήτως ευρωστία και εξάπλωση της γλώσσας της: έτσι, η περσική αυτοκρατορία μιλούσε αραμαϊκά (όχι περσικά) και η ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία ελληνικά, ακόμα και πριν τον διαχωρισμό της. Επίσης, παρά την οικονομική παντοδυναμία της Ιαπωνίας σήμερα, οι ιάπωνες μαθαίνουν αγγλικά, ενώ ιαπωνικά μαθαίνουν ελάχιστοι μη-Ιάπωνες.
Συμπερασματικά, το βασικό ερώτημα δεν αφορά τελικά την επιβίωση της ελληνικής (η οποία, επιμένω, πρέπει να θεωρείται δεδομένη), παρά τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στο μέλλον και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η ελληνική κοινωνία και εξελίσσεται ο ελληνικός πολιτισμός. Και γι’ αυτά τα θέματα δεν έχω τίποτε να πω εδώ.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 17ης Ιουνίου 2007]
Το βιβλίο «Το μέλλον της ελληνικής γλώσσας»
Ο συλλογικός τόμος «Το μέλλον της ελληνικής γλώσσας» κυκλοφόρησε το 2003. Τον επιμελείται η Εύα Αυλίδου, ενώ οι εκδόσεις Αρχέτυπο έκαναν μια αξιέπαινη δουλειά στην επιμέλεια και στο στήσιμο του βιβλίου. Μακάρι όλες οι εκδόσεις στα ελληνικά για τη γλώσσα να ήτανε τόσο φροντισμένες.
Το βιβλίο περιέχει δύο εξαιρετικά κείμενα: το πρώτο είναι του σπουδαίου κλασσικού φιλολόγου Γεράσιμου Χρυσάφη, το οποίο ανατέμνει (ή «αποδομεί», αν προτιμάτε) τον λογιοτατισμό και τον αττικισμό, τις μεταμορφώσεις τους και τα αποτελέσματά τους στην ελληνική παιδεία και γραμματεία, από τους αλεξανδρινούς φιλολόγους μέχρι και σήμερα. Ο Χρυσάφης αφήνει τις πηγές να μιλήσουν από μόνες τους και, παρότι αναφέρεται στο παρελθόν και το παρόν της ελληνικής, αφήνει τον αναγνώστη να συναγάγει τα δικά του συμπεράσματα για το μέλλον της. Το δεύτερο υπογράφεται από τον εκλεκτό συνάδελφο Χριστόφορο Χαραλαμπάκη, ο οποίος με κατατοπιστικό αλλά και διεξοδικό τρόπο αντικρούει τον μύθο ότι η (ελληνική) γλώσσα κινδυνεύει – παράλληλα επισημαίνοντας τον διαχρονικό και παγκόσμιο χαρακτήρα αυτής της κινδυνολογίας. Εάν βρήκατε το προηγούμενο κείμενο αυτής της στήλης («Κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα;») ορεκτικό, το κείμενο του Χαραλαμπάκη με τη διεξοδικότητα και την ακρίβειά του θα σας χορτάσει.
Φαντασιοκοπήματα και προχειρότητες
Δεδομένου του ενδιαφέροντος των παραπάνω δύο κειμένων, αποτελεί δυσάρεστη έκπληξη ότι τα μισά περίπου κείμενα στον τόμο της Αυλίδου ασχολούνται με τη γλώσσα ερήμην της γλωσσολογίας ή και της φιλολογίας! Βεβαίως, όλοι έχουμε γνώμες και γούστα σχετικά με τη γλώσσα. Πώς όμως και γιατί η επιμελήτρια συμπεριέλαβε γλωσσολογικά δοκίμια και άλλες σοβαρές μελέτες (όπως θα δούμε κατόπιν) μαζί με ένα πλήθος ψευδογλωσσολογικών ληρημάτων; Υπάρχουν άραγε τόμοι για την ιατρική, έστω απευθυνόμενοι στο ευρύ κοινό, οι οποίοι επίσης φιλοξενούν ξόρκια, γητειές και συνταγές για μαγιλίκια τσαρλατάνων και ‘πρακτικών γιατρών’;
Έχουμε και λέμε: η Νίκη Μάρκου ισχυρίζεται ότι η ελληνική ήταν η γλώσσα των αρχανθρώπων και ότι οι νέοι βωμολοχούν γιατί δεν έχουνε λεξιλόγιο, στηλιτεύει τον δανεισμό ξένων λέξεων και αναπαράγει το άτοπο αναμάσημα ότι «η γλώσσα των υπολογιστών» είναι τα αρχαία ελληνικά. Οι Σταύρος Δωρικός και Κωνσταντίνος Χατζηγιαννάκης χρησιμοποιούν απίθανες παρετυμολογήσεις για να μας πείσουν ότι η ελληνική είναι η μητέρα όλων των γλωσσών. Η Τζίνα Αργυριάδη-Σταθοπούλου δίνει μια λεξαριθμική-καββαλιστική ανάλυση της ελληνικής (ξανασχοληθήκαμε με αυτά τα θέματα πέρσι τον Δεκέμβριο), παραθέτοντας και ποιήματά της. Η Μαρία Στούπη μάς μιλάει για τον «προσωδιακό» χαρακτήρα της ελληνικής, κάτι που θα μπορούσαμε να είχαμε γλιτώσει εάν είχε συμβουλευτεί μια καλή εισαγωγή στη Γενική Γλωσσολογία. Η Μαρίνα Καραβά-Γαλάνη παραθέτει πίνακα βάσει του οποίου σχεδόν οποιαδήποτε ακολουθία ‘φθόγγων’ μπορεί να κωδικοποιεί οτιδήποτε. Π.χ. ΕΣΕΝΟΠΟΕΙ ΠΟΝ ΟΚΛΟΠΟ ΚΟΕ ΣΟΙ ΚΕΠΕΛΚΝΟΠΕΙ ΚΕΝ ΙΣΙΕΙΠΕΝΟΣΙΣΕ σημαίνει «ετεροποιεί τον άνθρωπο και καταστρέφει την ιδιαιτερότητα» – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.
Ο Αριστείδης Κωνσταντινίδης μετράει λέξεις ελληνικής προέλευσης στην ξένη ορολογία, και προβλέψιμα αιτιάται τους ομιλητές της ελληνικής ότι αφήνουμε αναξιοποίητο όλον αυτό τον λεκτικό πλούτο. Ο Κωνσταντίνος Καρκανιάς «ανησυχεί» επειδή δεν καταλαβαίνει τους νέους, επειδή οι νέοι δεν καταλαβαίνουν Πλούταρχο και Παπαδιαμάντη (σε αυτό οι νέοι μοιάζουν με τους γονείς και τους παππούδες μου), επειδή γεμίσαμε ξένες λέξεις και επιγραφές και, φυσικά, για τη λεγόμενη λεξιπενία. Ο Αδαμάντιος Κρασανάκης απαριθμεί τους λόγους για τους οποίους η ελληνική μπορεί και πρέπει να γίνει διεθνής γλώσσα. Δυστυχώς το εικοσιμιάς σελίδων κείμενό του (άνευ βιβλιογραφίας) περιέχει αναρίθμητα τερατώδη λάθη. Και πάλι, η ανάγνωση μιας εισαγωγής στη Γενική Γλωσσολογία θα είχε αποτρέψει το κακό.
Η πλάνη της ταύτισης γλώσσας και πολιτισμού
Ίσως το πιο οδυνηρό από τα κείμενα που περιλαμβάνει ο τόμος είναι του νεοελληνιστή Φώτη Δημητρακόπουλου. Ο Δημητρακόπουλος με σύνθημα «η ελληνική γλώσσα είναι το παρελθόν της» (σ. 31) επιχειρηματολογεί υπέρ της επιστροφής στην Καθαρεύουσα και στο πολυτονικό (σ. 27), προκρίνοντας την ανάγκη για άνετη πρόσβαση στον αττικό και αττικίζοντα λόγο. Αυτή υποτίθεται ότι θα ανακόψει τη θρυλούμενη επέλαση της αγγλικής και θα αποτρέψει το ενδεχόμενο πολυδιάσπασης των ελληνικών σε διαλέκτους (!) – λες και η αδιάσπαστη πρόσβαση του αραβικού κόσμου στην κλασσική αραβική απέτρεψε τον διαλεκτικό κατακερματισμό του. Συγχέοντας γλωσσική μορφή («καθαρεύουσα») και ύφος, ισχυρίζεται ότι οι σοβαρές εφημερίδες γράφονται «στην απλή Καθαρεύουσα με καταλήξεις της απλοελληνικής» (σ. 22). Όμως, τι είναι πλεόν η Καθαρεύουσα χωρίς τις καταλήξεις της; Γενικά, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς θα μπορούσε κάποιος φιλόλογος, έστω και αν αγνοεί βασικές αρχές της γλωσσικής επιστήμης, να επιμένει (ακόμα) στην απαξίωση της γλωσσικής αλλαγής και στο παμπάλαιο επιχείρημα ότι η ‘νέα γλώσσα’ χρειάζεται φως και ρεύμα από τον αττικό λόγο για να λειτουργήσει. Την απάντηση δίνει, κατά κάποιον τρόπο, μια προσεκτική ανάγνωση τεσσάρων κειμένων του τόμου: του Εμμανουήλ Μικρογιαννάκη, του Βασίλη Φίλια, του Γιάννη Σπυρόπουλου και του Γιώργου Καραμπελιά.
Η επιβίωση της ελληνικής κατά τους Φίλια, Καραμπελιά και Μικρογιαννάκη απειλείται μακροπρόθεσμα από την παγκοσμιοποίηση. Τα κεφάλαιά τους, όπως και του Σπυρόπουλου, συντονίζονται στην εξής άποψη: η ελληνική γλώσσα θα επιβιώσει εφόσον παράγει πολιτισμό (γραμματειακού περιεχομένου – ό,τι φτιάχνεται με γλώσσα δηλαδή) ή και εφόσον θα αποτελεί κομμάτι ενός δυναμικού και αυτοδύναμου πολιτισμού (πνευματικού και πολιτικού). Αυτή η θεώρηση ανήκει φυσικά στη σφαίρα της κοινωνικής και πολιτικής κριτικής, άρα δεν μπορεί να σχολιαστεί με επάρκεια από έναν γλωσσολόγο. Ωστόσο, νομίζω ότι μπορώ να συνεισφέρω τα παρακάτω στον διάλογο για το αν η δυναμικότητα ενός πολιτισμού συσχετίζεται με την επιβίωση της γλώσσας του.
Ένα από τα πιο συναρπαστικά ευρήματα της σύγχρονης γλωσσολογίας είναι και η αναίρεση του ιδεολογήματος των γραμματικών του 19ου αιώνα ότι πολιτισμός και γλώσσα βρίσκονται σε σχέση συμπόρευσης, ισομορφίας ή και ταύτισης μεταξύ τους. Έχουμε π.χ. ξαναδεί ότι η γλώσσα των Αβορίγινων Γουόλμπιρι διαθέτει μορφολογία και συντακτικά χαρακτηριστικά που τη φέρνουνε πολύ κοντά στις κλασσικές γλωσσες. Σε πιο πρακτικό επίπεδο, συχνά μια γλώσσα επιβιώνει ή και καλλιεργείται ενώ έχει ξεπέσει ο πολιτισμός ο οποίος τη γέννησε ή μέσα στον οποίο ‘μεγαλούργησε’: αρκεί κανείς να σκεφτεί τα τζότζιλ των Μάγια, τα κέτσουα των Ίνκα ή τα αρμενικά και τα γεωργιανά. Μάλιστα, τα αρμενικά και τα γεωργιανά είναι περιπτώσεις πολύ ενδιαφέρουσες, εφόσον διατηρούν ολοζώντανα και τα αλφάβητά τους. Αυτό το σημειώνω γιατί ο Καραμπελιάς φαίνεται να αναγνωρίζει τη χαμηλή πιθανότητα αφανισμού της ελληνικής αλλά να ανησυχεί για την πιθανότητα απεμπόλησης της ελληνικής γραφής.
Οι Φίλιας, Καραμπελιάς, Μικρογιαννάκης και Σπυρόπουλος δείχνουνε λοιπόν να θεωρούν δεδομένο ότι η ευρωστία μιας γλώσσας εξαρτάται από την πολιτική και οικονομική ηγεμονία του οργανισμού (κράτους ή άλλου) που τη χρησιμοποιεί. Ενώ είναι γεγονός ότι οι διεθνείς γλώσσες διαδόθηκαν ακριβώς χάρη στην πολιτικοοικονομική ισχύ των ομιλητών τους, παρόλα αυτά η ισχύς μιας ελίτ δε συνεπάγεται απαραιτήτως ευρωστία και εξάπλωση της γλώσσας της: έτσι, η περσική αυτοκρατορία μιλούσε αραμαϊκά (όχι περσικά) και η ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία ελληνικά, ακόμα και πριν τον διαχωρισμό της. Επίσης, παρά την οικονομική παντοδυναμία της Ιαπωνίας σήμερα, οι ιάπωνες μαθαίνουν αγγλικά, ενώ ιαπωνικά μαθαίνουν ελάχιστοι μη-Ιάπωνες.
Συμπερασματικά, το βασικό ερώτημα δεν αφορά τελικά την επιβίωση της ελληνικής (η οποία, επιμένω, πρέπει να θεωρείται δεδομένη), παρά τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στο μέλλον και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η ελληνική κοινωνία και εξελίσσεται ο ελληνικός πολιτισμός. Και γι’ αυτά τα θέματα δεν έχω τίποτε να πω εδώ.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 17ης Ιουνίου 2007]
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)