Σελίδες

5/7/09

Από το ‘διανοούσουν’ στην ‘ευθραυστότητα’

Οι ζόρικοι παρατατικοί

Πρόσφατα πήρα ένα ιμέιλ από τον γνωστό μπλογκά old boy σχετικά με μια συζήτηση που είχε με κάποιον άλλο πολίτη του διαδικτύου. Ο προβληματισμός τους αφορούσε τους δύσκολους τύπους του παρατατικού μεσοπαθητικών ρημάτων όπως ‘διανοούμαι’, ‘διερωτώμαι’ και ούτω καθεξής. Πριν προχωρήσω, πρέπει να τονίσω ότι με το θέμα έχει ασχοληθεί προσεκτικά αλλά αναλυτικά ο Θ. Μωυσιάδης σε μια ανάρτησή του και όσα θα σημειώσω εδώ θα πρέπει να διαβαστούνε σε σχέση με το κείμενό του.

Μου ανέφερε λοιπόν ο old boy μια συζήτηση κατά την οποία ο συνομιλητής του δηλώνει ότι προτιμάει τη χρήση τύπων όπως ‘διενοείσο’ αντί για ‘διανοούσουν’, αφού στο δεύτερο, κατά τη γνώμη του, περισσεύουν τα ‘ου’. Αν και δεν το αναφέρει, ίσως ο συνομιλητής του old boy να ενοχλήθηκε και από τη χασμωδία του ‘οου’ στο ‘διανοούσουν’. Tο όλο ζήτημα κανονικά εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κ. Τζιονή δίπλα, όμως έχει ενδιαφέρουσες προεκτάσεις πέρα από το στενό θέμα του δόκιμου ή μη παρατατικού. Γι’αυτό λοιπόν θεωρησα σκόπιμο να μεταφέρω τη γνώμη μου και να την αναπτύξω εδώ.

Τεχνητοί τύποι

Υπάρχει πράγματι σαφής τάση είτε να αποφεύγονται τύποι όπως ‘διανοούσουν’ και ‘διερωτούμουν’ είτε να υποκαθίστανται από τεχνητούς αρχαιοπρεπείς τύπους όπως ‘διενοείσο’ ή ‘διανοείσο’ και ‘διερωτούμην’. Αφήνοντας στην άκρη την αποφυγή, θα συζητήσω τους τεχνητούς αυτούς αρχαιοπρεπείς τύπους.

Θεωρώ ότι η κατασκευή τέτοιων τύπων αποτελεί γλωσσικό ακκισμό, ή ‘τσαλίμι’, αν προτιμάτε. Γιατί όμως; Ας συζητήσουμε το παράδειγμα του ‘διενοείσο’ ή ‘διανοείσο’, για να γίνει η κουβέντα πιο σαφής και συγκεκριμένη.

Πρώτα-πρώτα, αν θέλαμε να είμαστε ‘σωστοί’, ο ορθός κλασσικός τύπος για το β' ενικό παρατατικού του ‘διανοούμαι’ θα ήταν ‘διενοού’. Φυσικά κανείς δε θα σας καταλάβαινε αν λέγατε π.χ. ‘διενοού όλην αυτή την ώρα τις συνέπειες των πράξεων σου;’ Βεβαίως, η κατάληξη –σο του τεχνητού ‘διενοείσο’ ή ‘διανοείσο’ πράγματι υπήρξε ως κατάληξη β' προσώπου παρατατικού, αλλά εξέλιπε από τη γλώσσα πριν περίπου 26 αιώνες. Στο βαθμό που θα χρησιμοποιηθεί στα νέα ελληνικά, σπανιότατα, δεν μπορεί να γενικευτεί καθόλου, έτσι τα ‘*κυλιόσο’ και ‘*αγαπιόσο’ είναι απλώς κορακίστικα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια νεκρή κατάληξη.

Τώρα, σχετικά με το θεωρούμενο ως πρόβλημα του ‘διανοούσουν’, ότι δηλαδή περιέχει πολλά 'ου'. Σιγουρα αυτό δεν είναι πρόβλημα, έχουμε πάμπολλες λέξεις με πολλά ‘ου’ στα νέα ελληνικά: δε θα καταργούσαμε τα ‘μπουμπουνιέρα’, ‘αμπελουργού’, ‘μουσουργού’, ‘(Μονή) Κουτλουμουσίου’ και άλλα πολλά. Ακόμα και η χασμωδία του ‘οού’ στο ‘διανοούσουν’ δεν είναι αρκετή για να μας βάλει να επινοούμε τύπους: ορίστε, υπάρχει λόγου χάρη στο ‘επινοούμε’. Ή και στο ‘δακρυρροούν’, και πάει λέγοντας.

Προς τι το άγχος, λοιπόν;

Όπως ξαναείδαμε συνοπτικά στο άρθρο ‘Ο νέος αρχαϊσμός’ (στις 2 Νοεμβρίου 2008), η μόδα των ‘διανοείσο’ / ‘διενοείσο’ και των άλλων τεχνητών τύπων ‘αποτελείτο’, ‘απειλείτο’, ‘συγκαλείτο’ (αντί για ‘αποτελούνταν’, ‘απειλούνταν’ και ‘συγκαλούνταν’) εντάσσεται σε ένα γενικότερο φαινόμενο. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που οφείλεται σε ένα μεταγλωσσικό αντανακλαστικό: αυτό μιας κοινωνικά διαδεδομένης και σχεδόν εσωτερικευμένης γλωσσικής αρχαιολατρίας. Με άλλα λόγια, κάποιοι προσπαθούν (ακόμα) να κάνουν κάποιους γλωσσικούς τύπους εδώ κι εκεί να ακούγονται αρχαιοπρεπέστεροι. Πρόκειται ίσως για αναζωπυρωμένο υπόλειμμα της ‘μαλλιαροφοβίας’, του τρόμου απέναντι στην εξτρέμ δημοτική (τη ‘μαλλιαρή’). Προφανώς πολλοί ακόμα αισθάνονται τον δαιμονοποιημένο ψυχαρισμό ως μια απειλή που θα καταντήσει την καθομιλουμένη να ακούγεται σαν ‘βλάχικα’, ‘χωριάτικα’, ή δεν ξέρω τι, και πάντως πολύ μακρινή από τη χαμένη Εδέμ των αρχαίων ελληνικών.

Για να το πούμε πιο απλά, κάποιοι τύποι απλώς χτυπούν άσχημα στο αυτί μας όχι λόγω των φθόγγων τους, παρά επειδή δε συμμορφώνονται με κάποιο θολό κι ακαθόριστο πρότυπο αρχαιοπρέπειας που (ακόμα) διέπει κάποιες κρίσεις μας για τη γλώσσα και, στην περίπτωσή μας, κάποιους ρηματικούς τύπους. Κατά συνέπεια, πολλές φορές πίσω από την υποτιθέμενη ανάγκη για ευφωνία κρύβεται η διάθεσή μας να εξαρχαΐσουμε κομμάτια της γλώσσας. Γι’αυτό, όπως σημείωσε ο Γ. Χάρης στα Νέα πριν περίπου δύο χρόνια, η κακοφωνία του ‘φιλεύσπλαγχνος’, του ‘επισπευσθεί’ και του ‘ευθραυστότητα’ ελάχιστους δείχνει να ενοχλεί.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 5ης Ιουλίου 2009]

21/6/09

Πεφωτισμένοι

Η γλωσσολογία και ο κόσμος

Σκεφτόμουν αυτές τις μέρες ότι ξεκίνησα αυτή τη στήλη πριν τρία χρόνια. Με την επετειακή αυτή αφορμή θυμήθηκα την έντονη κατάπληξη που ένιωσα περίπου τότε, όταν συνειδητοποίησα τη γενικευμένη εχθρότητα μεγάλων μερίδων της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στην επιστήμη και στη γλωσσική επιστήμη ειδικότερα. Μου είχε προκαλέσει σαστιμάρα η γενικευμένη απόρριψη της επιστημονικής μελέτης της γλώσσας, η εκ των προτέρων άρνηση να παρθούν υπόψη βασικές επιστημονικές αρχές και γλωσσικές πραγματικότητες, η παράθεση αναξιόπιστων ή και ανύπαρκτων αυθεντιών προς αναίρεση γλωσσολογικών ανακαλύψεων. Έκτοτε με αναστάτωσε πολλές φορές πόσο πεισματικά μερικοί βασίζονται αποκλειστικά στη διαίσθησή τους, σε κάποιες εκλάμψεις και σε μερικές σκόρπιες παρατηρήσεις τους για να διατυπώσουν τις γλωσσικές απόψεις τους.

Δράση, πλοκή, συγκινήσεις;

Αναρωτιέμαι ακόμα γιατί προτιμάει τόσος κόσμος να προβληματίζεται για τη γλώσσα ερήμην της επιστήμης, ενώ σαφώς λιγότεροι θα ισχυρίζονταν σήμερα εντύπως ότι, π.χ., η αριστοτελική θεωρία περί αναπαραγωγής είναι ανώτερη από τη σύγχρονη, ότι η καρδιά (κι όχι ο εγκέφαλος) είναι η έδρα των συναισθημάτων, ότι η γη είναι επίπεδη ή κούφια.

Η απάντηση νομίζω ότι βρίσκεται ακριβώς στην άκρη του νήματος της ‘κούφιας γης’ και των διάφορων συνωμοσιών. Όσο θαυμαστή κι αν είναι η μελέτη της ανθρώπινης φύσης, άρα και της γλώσσας, όσο συναρπαστική και αν είναι η γεωλογία, όσο κι αν παραμένουν ανεπίλυτα τόσα επιστημονικά ζητήματα, τους λείπει συνήθως ένα πράγμα: το στοιχείο του θρίλερ. Όταν λέω θρίλερ, εννοώ την πλοκή, την ίντριγκα, την πλεκτάνη, τις συνωμοσίες και – πάνω απ’ όλα – τις πολιτικές προεκτάσεις που προσφέρει ο κάθε Κώδικας Νταβίντσι, ο κάθε ισχυρισμός ότι δεν περπατήσαμε στο φεγγάρι πριν 40 χρόνια και άλλα τέτοια παρόμοια. Είναι πιο θρίλερ να πιστεύεις ότι η δική σου γλώσσα είναι ανώτερη κι ότι αντανακλά εξαίσια εθνικά χαρακτηριστικά. Είναι πιο συναρπαστικό να φρονείς ότι η ινδοευρωπαϊκή θεωρία είναι μια πελώρια συνωμοσία των γερμαναράδων – ή δεν ξέρω ποιων. Ο παράγοντας θρίλερ όμως δεν είναι ο μόνος που συντελεί στο σνομπάρισμα της γλωσσολογίας.

Λογική κι ευαισθησία

Ένας δημοσιογράφος, με τόνο επιτιμητικό και σχεδόν από καθέδρας, με χλεύασε κάποτε γιατί επισήμανα ένα λάθος του σε ένα γλωσσικό θέμα. Έψεξε την αδυναμία μου να δω την ομορφιά και τη βιωματική διάσταση της γλώσσας, θέματα για τα οποία βεβαίως ήταν αρμοδιότερος και ως δημοσιογράφος αλλά και ως πολύ ευαίσθητος άνθρωπος. Φυσικά, δεν τον εξισώνω με όσους διατυπώνουν, υποστηρίζουν και διαδίδουν ψευδογλωσσολογικές θεωρίες. Νομίζω όμως πως η καχυποψία και η απαξίωση των γλωσσικών επιστημών που εξέφρασε στρώνει τον δρόμο για τη διάδοση ψευδοεπιστημονικών εικασιών και κάθε λογής παραμυθιών για τη γλώσσα.

Να φέρω ένα παράδειγμα: τι συμβαίνει όταν χλευάζουμε ή αρνούμαστε ανεξέταστα την εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων στη μελέτη της ιστορίας της γλώσσας επειδή, λ.χ. «η ψυχή ενός έθνους δεν ανατέμνεται», ή επειδή «η γλώσσα μας είναι ο κόσμος μας» (γνωστή παρανάγνωση εδαφίου του Βιτγκενστάιν), ή γιατί «η ψυχρή λογική δεν μπορεί να αφουγκραστεί τους παλμούς της γλώσσας»; Προκύπτει ότι οποιοσδήποτε λόγος περί γλώσσας είναι εξίσου έγκυρος και ερμηνευτικός της γλωσσικής αλλαγής όσο και οποιοσδήποτε άλλος. Η επιστημονική αμφιβολία, η μεθοδική έρευνα και ο έλεγχος των δεδομένων υποκαθίστανται από τη φώτιση ή τη συσκότιση που εκδέχεται οποιοσδήποτε έχει χρόνο και διάθεση να εικοτολογεί. Συνεπώς, μπορεί ο καθένας μας να διαλέξει (ψάχνοντας στο διαδίκτυο, σε περιοδικά ποικίλης ύλης κ.ο.κ.) τη γλωσσική άποψη που ταιριάζει με τις αντιλήψεις, τις πεποιθήσεις ή τις προκαταλήψεις του: ότι η ελληνική είναι η μητέρα-γλώσσα όλων των ευρωπαϊκών, ότι διαθέτει αχανές λεξιλόγιο, ότι η γραμματική της κωδικοποιεί υπολογιστικές γλώσσες, ότι μας κατέφθασε από τον Σείριο, ότι το αλφάβητό της είναι γηγενές και ξεκλειδώνει πανάρχαιες προφητείες και μυστήρια.

Ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα και η απαξίωση της επιστήμης αυτόκλητους πεφωτισμένους. Όπου ανθεί η ημιμάθεια πληθύνονται οι επιτήδειοι που την επικονιάζουν. Και οι επιτήδειοι ποτέ δεν εργάζονται ανυστερόβουλα.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 21ης Ιουνίου 2009]

14/6/09

5.000.000

Ακούγεται κάθε τόσο, ακόμα και από σοβαρούς ανθρώπους, ότι η ελληνική γλώσσα είναι η πλουσιότερη του κόσμου διότι διαθέτει λεξιλόγιο τουλάχιστον 5.000.000 λέξεων. Αυτήν την τερατολογία την έχει καταρρίψει μεθοδικά κι εμπεριστατωμένα ο Νίκος Σαραντάκος και στο βιβλίο του «Γλώσσα μετ’ εμποδίων» και στον ιστότοπό του, οπότε δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω όσα γράφει εκεί. Εδώ απλώς θα σκιαγραφήσω πόσο εξωπραγματικός είναι ο ισχυρισμός, ιδίως στο στόμα ανθρώπων με μόρφωση.

Πρώτα-πρώτα, όταν λέμε ‘λέξη’, εννοούμε το λήμμα, όχι το δείγμα (token). Έτσι, όσα δείγματα της λέξης ‘και’ κι αν περιέχει αυτό το κείμενο, για σκοπούς λεξιλογίου εμείς θα μετρήσουμε ένα μόνο δείγμα: μία λέξη. Επίσης, όταν το λήμμα κλίνεται, πάλι θα μετρήσουμε μία λέξη: λ.χ. δε θα μετρήσουμε τους τέσσερις τύπους του λήμματος ‘γάτα’ (γάτα, γάτας, γάτες, γατών) ως τέσσερις λέξεις. Με άλλα λόγια, όταν μετράμε το μέγεθος λεξιλογίων, μετράμε λήμματα, όχι τύπους. Αλλιώς, γλώσσες όπως η τουρκική, με την ευελιξία κι ευχέρεια της να κατασκευάζει τύπους, θα είχε δεκάδες εκατομύρια λέξεις.

Μένουμε λοιπόν στα λήμματα και προχωρούμε στο ότι ένας αναλφάβητος ενήλικος, είτε προέρχεται από κοινωνία τροφοσυλλεκτών είτε από μεταβιομηχανική κοινωνία, ξέρει περί τις 40.000 λέξεις. Οπωσδήποτε, το λεξιλόγιο του τροφοσυλλέκτη περιέχει διαφορετικού είδους λέξεις από αυτό του μεταβιομηχανικού ανθρώπου: λ.χ. εκεί όπου ο τροφοσυλλέκτης έχει ονόματα για κοινωνικές δραστηριότητες της ομάδας που ανήκει, ο μεταβιομηχανικός αναλφάβητος θα έχει τις λέξεις Βουλή, εφάπαξ, αστυνομία, απεργία κ.ο.κ. Σε κάθε περίπτωση, η σούμα βγαίνει εκεί κάπου στα 40.000 λήμματα.

Αναπόφευκτα, ο αλφαβητισμός και η εκπαίδευση αυξάνουν το ενδιάθετο λεξιλόγιο μέχρι και τρεις φορές, αφού προσφέρουν πρόσβαση στον γραπτό λόγο και, άρα, σε πλήθος λέξεων. Αν το σκεφτεί κανείς, 120.000 λήμματα είναι πολλά: άλλωστε, ολόκληρο το έργο του Σαίξπηρ περιέχει περί τα 35.000 λήμματα. Ακόμα πιο κοντά μας, η ελληνική γλώσσα από τον Όμηρο έως την Άλωση, μία περίοδο περίπου 24 αιώνων, αριθμεί περίπου 160.000 λήμματα στον Thesaurus Linguae Graecae. Τέλος πάντων, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η απόσταση από το 160.000 μέχρι τα όποια εκατομύρια είναι αγεφύρωτη.

Ας αφήσουμε όμως κατά μέρος τη λογιστική περί λέξεων (λεξιλογιστική;), προχωρώντας σε ένα θέμα ουσίας: Άραγε είναι πλουσιότερη η αγγλική επειδή προσφέρει μονολεκτική έκφραση του frustration; Είναι η ελληνική πλουσιότερη επειδή προσφέρει μονολεκτική έκφραση του φιλότιμου; Όχι. Τελικά όταν μιλάμε για τον πλούτο μιας γλώσσας, μιλάμε για τον πλούτο των κειμένων που είναι γραμμένα σε αυτήν. Στο κάτω-κάτω, το γλωσσικό σύστημα δεν είναι παρά γραμματικοί κανόνες και λέξεις. Έτσι, το μεγαλείο της αρχαίας ελληνικής δε βρίσκεται ούτε στο μέγεθος του λεξιλογίου της, ούτε σε επιμέρους λέξεις όπως αλετρίβανος και τοιγαρούν, ούτε καν σε λέξεις όπως μένος, εντελέχεια ή λόγος. Μεγαλείο, δύναμη και βάθος βρίσκονται σε κάποια κείμενα (και στα νοήματα, στις εντυπώσεις, στους κόσμους τους) που γράφτηκαν στα ελληνικά.

Παρότι δεν υπάρχουν μεγαλειώδεις γλώσσες, υπάρχουν όμως μεγαλειώδη κείμενα, κείμενα δουλεμένα από ευφυείς, ευρηματικούς – ή απλώς φιλόπονους – στοχαστές και εργάτες του λόγου. Αυτοί δουλεύουν μέσα στους περιορισμούς που επιβάλλουν η γραμματική και το (εκτενές ή μη) λεξιλόγιο της γλώσσας τους.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ αφορμής, της 14ης Ιουνίου 2009]

24/5/09

Ερήμην της γλωσσολογίας;

Μια ημερίδα

Στις μέρες μας γίνεται πολύς λόγος για τη διεπιστημονικότητα. Ακριβώς επειδή τα ερευνητικά ενδιαφέροντα των επιστημόνων και των ανθρώπων της έρευνας εν γένει γίνονται ολοένα και πιο εξειδικευμένα, είναι χρήσιμο πολλές φορές να ακούμε τι έχουν να πούν όσοι εργάζονται σε παρόμοια αντικείμενα από μια άλλη επιστημονική σκοπιά. Έτσι, πολλές φορές σε ένα συνέδριο βιοχημείας μπορεί να προσκληθεί ένας γενετιστής (ή περισσότεροι), σε ένα συνέδριο αρχαιολογίας κάποιος ανθρωπολόγος ή εθνολόγος, σε ένα συνέδριο θεωρητικής φυσικής ένας ειδικός στα μαθηματικά μοντέλα, και ούτω καθεξής. Πάντως περιμένει κανείς ότι σε ένα επιστημονικό συνέδριο για τη βιοχημεία, η πλειοψηφία των συνέδρων – και, ιδίως, όσων παρουσιάζουν ανακοινώσεις – θα είναι βιοχημικοί ενώ σε ένα συνέδριο αρχαιολογίας αρχαιολόγοι.

Διάβασα πρόσφατα με απορία (αλλά, δυστυχώς, καθόλου με έκπληξη πια) για τη διοργάνωση μια ημερίδας με τίτλο «Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ελληνικής γλώσσας». Σύμφωνα με το δημοσίευμα της Καθημερινής της Αθήνας, την ημερίδα διοργάνωσε το σωματείο «Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά», το οποίο δεν τυχαίνει να γνωρίζω, σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ τη συζήτηση συντόνισε ο δημοσιογράφος, Νίκος Μέρτζος.

Κατ’ αρχήν το θέμα καθ’ εαυτό είναι πράγματι πάρα πολύ ενδιαφέρον και ευρύ και σίγουρα οι συμμετέχοντες στην ημερίδα δε θα κατάφεραν ούτε καν να το ψηλαφήσουν μέσα στα χρονικά περιθώρια της μιας ημέρας. Αυτό γιατί, τουλάχιστον από τον τίτλο, καταλαβαίνει κανείς ότι θα πρέπει να συζητήθηκαν θέματα ιστορίας της ελληνικής γλώσσας (παρελθόν), θέματα γραμματικής και κοινωνιογλωσσικής περιγραφής (παρόν) και, ενδεχομένως, σκέψεις για την πολυγλωσσία και την παγκοσμιοποίηση (μέλλον). Πράγματι, διαβάζουμε στο δημοσίευμα ότι τουλάχιστον η παγκοσμιοποίηση ως κίνδυνος απασχόλησε πολύ τους συμμετέχοντες.

Πού είναι οι γλωσσολόγοι;

Αυτό που με ξενίζει είναι, εφόσον το Αριστοτέλειο φέρεται να συμπεριλαμβάνεται στους διοργανωτές, γιατί δε συμμετείχε κανένας συνάδερφος γλωσσολόγος από τους πολλούς και πραγματικά λαμπρούς του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Όμως, ίσως να συμμετείχε κάποιος και να παρέλειψε το δημοσίευμα να το αναφέρει.

Το πραγματικά αλλόκοτο είναι ότι οι ομιλητές στην ημερίδα δεν είναι γλωσσολόγοι, στην πλειοψηφία τους έστω, ούτε φυσικά ο συντονιστής. Πώς γίνεται συνέδριο για τη γλώσσα χωρίς γλωσσολόγους; Ποιος έχει πείσει το κοινό στην Ελλάδα ότι για τη γλώσσα μπορούν να παρουσιάζουν επιστημονικές ανακοινώσεις ένας κοινωνιολόγος (ο κ. Φίλιας), ένας καθηγητής της Ιατρικής (ο κ. Μάνθος) καθώς και δύο φιλόλογοι (ο κύριος Λαζάρου κι ο κύριος Καζάζης); Και, τουλάχιστον, ο κύριος Καζάζης είναι αναπληρωτής πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας. Οι υπόλοιποι όμως;

Η απορία μου και οι αντιρρήσεις μου δεν είναι συνδικαλιστικού και συντεχνιακού χαρακτήρα. Άλλωστε, ως γλωσσολόγος, γνωρίζω ότι όλοι έχουν γνώμη για τη γλώσσα αλλά και ότι οι περισσότεροι επιστήμονες των περισσότερων κλάδων (και στις θετικές επιστήμες) καταπιάνονται με τη γλώσσα με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Αλλά, για να επανέρθω στο παράδειγμά μου στην αρχή, ποιος θα οργανώσει συνέδριο παιδιατρικής και θα φέρει έναν νηπιαγωγό για να μιλήσει για τη σημασία του ομαδικού παιχνιδιού στην κοινωνικοποίηση των νηπίων (και καθόλου παιδιάτρους); Επίσης, επιστημονικό αντικείμενο των φιλολόγων είναι η ενασχόληση με τα κείμενα, μην κοιτάτε που το σχολείο μας τους έχει αναθέσει το υπεράνθρωπο έργο να διδάξουν κείμενα, γλώσσα, γραφή, ιστορία, πολιτικές επιστήμες και άλλα: σε καμμία περίπτωση δεν υποκαθιστούν τους γλωσσολόγους, η οποίοι ασχολούνται με τη γλώσσα.

Θέματα εγκυρότητας

Πού θέλω να καταλήξω; Οι ανοιχτές συζητήσεις για τη γλώσσα είναι καλοδεχούμενες και αναγκαίες. Η οπτική γιατρών, κοινωνιολόγων, φιλολόγων, δημοσιογράφων, θεολόγων και παιδαγωγών πάνω στη γλώσσα είναι κάποτε πολύτιμη. Ωστόσο, δεν μπορούμε να διοργανώνουμε επιστημονικά ‘συνέδρια’ και ‘ημερίδες’ για τη γλώσσα ερήμην των γλωσσολόγων. Για να το πω κι αλλιώς: δημόσιες συζητήσεις για τη γλώσσα στις οποίες δε συμμετέχουν γλωσσολόγοι, λ.χ. επειδή δεν προσκλήθηκαν ή επειδή δεν ενημερώθηκαν καν, είναι τουλάχιστον αμφίβολης επιστημονικής αξίας και ενίοτε αποσκοπούν απλώς στην άσκηση πολιτικής πίεσης σε φορείς και θεσμούς – ή κι εγώ δεν ξέρω τι. Για να το ξαναπώ, είναι σαν να έχουμε συνέδρια παιδιατρικής χωρίς γιατρούς.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 24ης Μαΐου 2009]

10/5/09

Γράφοντας για τη γλώσσα: Ζήσιμος Λορεντζάτος

O tempora κτλ.

Όταν ήμουνα μαθητής της Γ' Λυκείου μελετούσαμε δοκίμια Ελλήνων συγγραφέων για την έκθεση ιδεών, ώστε να εμπλουτίσουμε τις ιδέες μας και να καλλιεργήσουμε την κριτική σκέψη μας. Εγώ πάντως, που δεν ήμουνα καλός στην έκθεση, καθόλου δεν ήθελα να μελετάω δοκίμια, αφού σ’ αυτά περίσσευε η επιδερμική ανάλυση κοινωνικών φαινομένων, ηθικών ζητημάτων και πολιτικών εννοιών, ενώ οι αναλύσεις παρουσιάζονταν συνήθως μέσα από το πρίσμα μιας γενικευμένης κινδυνολογίας και, ενίοτε, καταστροφολογίας: οι ηθικές αξίες εκπίπτουν, ο κοινωνικός ιστός αποσυντίθεται, οι θεσμοί απαξιώνονται, η παράδοση σβήνει, η εθνική συνείδηση αποχρωματίζεται, οι άνθρωποι υποτάσσονται στον αποχαυνωτικό έλεγχο της τηλεόρασης (τότε δεν υπήρχε διαδίκτυο) – και ούτω καθεξής.

Το τέλος της (ελληνικής) γλώσσας

Φυσικά, από το ζοφερό πανόραμα του χαμού και της παρακμής δε θα μπορούσε να απουσιάζει η γλώσσα, και μάλιστα η ελληνική. Η θρυλούμενη διαδικασία εξαγγλισμού της γλώσσας και η προϊούσα λεξιπενία (η οποία θα έπρεπε να είχε αφήσει τη σημερινή γενιά με καμμιά πενηνταριά λέξεις, εάν οι αστήρικτες τερατολογίες των δοκιμιογράφων είχαν κάποια εμπειρική θεμελίωση) υποτίθεται ότι διάβρωναν ταχύτατα την ελληνική γλώσσα και ότι θα υπονόμευαν το μέλλον της. Πρόκειται βεβαίως για γνωστούς γλωσσικούς μύθους που πολλάκις έχουν ανασκευαστεί εκτενέστατα και εξαντλητικά, και από πολλούς συναδέρφους αλλά και από αυτήν εδώ τη στήλη, οπότε δε θα επανέρθω.

Ζήσιμος Λορεντζάτος

Πού και πού ο τελειόφοιτος μαθητής Λυκείου είχε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με δοκίμια που διαπραγματεύονταν τα θέματά τους με πρωτότυπο και ουσιώδη τρόπο. Σπάνια γινόταν αυτό, αφού η έρευνα και η τεκμηρίωση συνήθως απουσιάζουν από την ελληνική δοκιμιογραφία σχεδόν όσο κι από την ελληνική δημοσιογραφία – αλλά δε θα συνεχίσω επ’ αυτού.

Ένας από αυτούς που έγραφαν για θέματα τα οποία είχαν πρώτα μελετήσει και χωνέψει καλά ήταν και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος (1915-2004). Παρότι δε με έβρισκαν πάντοτε σύμφωνο οι απόψεις και οι αναλύσεις του, ακόμα κι ως μαθητής μπορούσα να αντιληφθώ ότι ήξερε τι έλεγε και υποψιαζόμουν ότι σπούδαζε πραγματικά το θέμα για το οποίο θα έγραφε, πριν γράψει.

Μια πρόσφατη έκδοση ενός βιβλίου με 1210 καταχωρίσεις/σημειώσεις του Λορεντζάτου, τα Collectanea του, επιβεβαίωσε πέρα από κάθε αμφιβολία την υποψία μου αυτή. Γράφει λοιπόν για τη γλώσσα στη σελίδα 12 (καταχώριση αριθμός 9) ο Λορεντζάτος:
Τον τελευταίο καιρό δοκίμασα να ξεδιαλύνω (μπορεί γνωστές από καιρό σε άλλους) μερικές απορίες μου για τη γλώσσα. Αποτέλεσμα της μελέτης αυτής, σημειώνω εδώ τα εξής γενικά:
1. Όλα μέσα στην ιστορία της γλώσσας γίνονται (συμβαίνουν) ασυνείδητα.
2. Η γλώσσα δεν είναι επινόημα του ανθρώπου˙ όπως δεν είναι και το περπάτημα ή το γέλιο του.
3. Οι κλίσεις είναι κάτι μονιμότερο από τις ρίζες˙ και πιο χαρακτηριστικό μιας γλώσσας.
4. Καμιά γλώσσα δεν είναι οριστική (συνακόλουθα και καμιά γραμματική)
Η συγκεκριμένη σημείωση αποτελεί απόσταγμα πολλών από όσα διαβάζει κανείς σε οποιοδήποτε άρθρο ή βιβλίο προσπαθεί να εκλαϊκεύσει τα ευρήματα και τις ανακαλύψεις των γλωσσικών επιστημών: η γλωσσική αλλαγή είναι μια μη συνειδητή διαδικασία, η πανανθρώπινη δυνατότητα για γλώσσα είναι ένστικτο (και δη όπως το περπάτημα), ο χαρακτήρας μιας γλώσσας εγγράφεται στα γραμματικά μορφήματά της (τις ‘κλίσεις’), γι’ αυτό και ο δανεισμός πολύ δύσκολα αλλοιώνει τον χαρακτήρα μιας γλώσσας, η γλωσσική αλλαγή ενυπάρχει μέσα στη γλωσσική πραγματικότητα.

Και οι υπόλοιποι;

Όσοι σκαμπάζουμε από γλωσσικά θέματα αλλά και, πλέον, οι περισσότεροι αναγνώστες αυτής εδώ της στήλης αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι ο Λορεντζάτος συνοψίζει τέσσερις πολύ σημαντικές ανακαλύψεις της σύγχρονης γλωσσολογίας. Από την ευστοχία και τη διατύπωση των παρατηρήσεών του, προκύπτει ότι ο Λορεντζάτος παρακολουθούσε την έρευνα συστηματικά και από πολύ κοντά, όπως είναι άλλωστε το χρέος κάθε ανθρώπου που θέλει να μπορεί να έχει τεκμηριωμένη κι εμπεριστατωμένη γνώμη για τα γλωσσικά θέματα. Ταυτόχρονα, θλίβεται κανείς για το ότι τα απλά σημεία όπως τα παραπάνω δεν έχουν ακόμα εμπεδωθεί από πολλούς ανθρώπους, πνευματικούς ή μη, που αρθρογραφούν, ομιλούν και συχνά δογματίζουν για τη γλώσσα.

Ευχαριστώ πολύ τον Γιώργο Σεργάκη για την πολύτιμη συμβολή του και τα σχόλιά του.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 10ης Μαΐου 2009]

3/5/09

Ελληνικά της καφετέριας

Τα τελευταία χρόνια η πραγματικότητα του γλωσσικού θανάτου και της εξαφάνισης πλήθους γλωσσών αποκτά ολοένα και ευρύτερη δημοσιότητα. Η συζήτηση συνήθως αφορά τον θάνατο γλωσσών που ομιλούνται (ή ομιλούνταν) από αγροτικές ή νομαδικές κοινωνίες σε απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη.

Δε απαιτείται όμως ιδιαίτερη οξυδέρκεια για να διαπιστώσει κανείς ότι γλώσσες πεθαίνουνε παντού, ακόμα και στην ίδια την Ελλάδα. Για μένα η υπενθύμιση ήρθε σε ένα φανάρι πεζών της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Στεκόμουν δίπλα σε δύο ηλικιωμένες κυρίες οι οποίες συζητούσαν έντονα αλλά ακατάληπτα. Λόγω επαγγελματικής διαστροφής αναρωτήθηκα τι γλώσσα να μίλαγαν. Στήνοντας αυτί κατάλαβα ότι ήταν βλάχικα (τα οποία οι ομιλητές τους ονομάζουν αρωμουνικά – ναι, όπως λέμε Αρμάνι). Σχεδόν αντανακλαστικά γύρισα και τις κοίταξα, τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν, είδα μια ακαθόριστη στιγμιαία έκφραση στα πρόσωπά τους και αμέσως αφοσιώθηκαν στο απέναντι φανάρι, σιωπηλές.

Γλώσσες πεθαίνουν κι εξαφανίζονται συνεχώς, απλώς ο ρυθμός εξαφάνισης έχει αυξηθεί σημαντικά την τελευταία πεντηκονταετία. Δε φταίνε τα αγγλικά και η παγκοσμιοποίηση, παρά – κυρίως – η συγκρότηση και εδραίωση συγκεντρωτικών εθνικών κρατών. Και φυσικά, γλώσσες πεθαίνουν και στην Ελλάδα: τα αρβανίτικα, τα τσακώνικα (και οι δύο διαβρώνονται προϊόντως από τα ελληνικά), τα βλάχικα, τα ποντιακά, τα λαντίνο κ.α. Βεβαίως, ο αφανισμός των μειονοτικών γλωσσών της Ελλάδας αποτελεί εθνική επιταγή, ιστορική αναγκαιότητα και προϋπόθεση εναρμόνισης με την νέα ελληνική ιστορική συνέχεια – ή τουλάχιστον αυτό κηρύσσει το εθνικό μας κράτος και οι οργανικοί διανοούμενοί του εδώ και πολλές δεκαετίες. Υπάρχει ωστόσο μια διάσταση του φαινομένου του γλωσσικού θανάτου στην Ελλάδα που δεν έχει τύχει πολλής προσοχής: αυτή της άλωσης των ντόπιων διαλέκτων.

Το εκπαιδευτικό σύστημα του συγκεντρωτικού ελληνικού κράτους δεν αρκέστηκε στον πόλεμο κατά των μειονοτικών γλωσσών, παρά προχώρησε και στον διωγμό των ντόπιων ελληνικών διαλέκτων. Μάλιστα, ο πόλεμος αυτός είναι από τις λίγες επιχειρήσεις του εκπαιδευτικού συστήματός μας που στέφθηκε με επιτυχία. Έτσι, γλωσσικός (άρα και πολιτισμικός) πλούτος νησιών, χωριών και πόλεων κολοβώθηκε ή και αφανίστηκε στο όνομα της εθνικής ομοιογένειας και του γενικότερου εκσυγχρονισμού: όπως η δημοτική για τους αρχαϊστές, έτσι και οι ντόπιες διάλεκτοι (από τα ναξιώτικα μέχρι τα κοζανίτικα και από τα συμιακά μέχρι τα κερκυραϊκά) είναι τελικά εθνικώς ύποπτες – όταν βεβαίως δεν αποτελούν κωμικά στοιχεία τοπικών φολκλόρ, όπως τα βόρεια και τα μωραΐτικα λάμδα.

Λίγοι βεβαίως θα συνηγορούσαν υπέρ της μουσειακής διατήρησης γλωσσών και διαλέκτων. Ωστόσο υπήρχε και υπάρχει και μια τρίτη επιλογή μεταξύ της φολκλορικής διαλεκτοφωνίας και του γλωσσικού θανάτου: η πανανθρώπινη λύση της διτυπίας και της εναλλαγής μεταξύ δύο ποικιλιών: της Κοινής και της διαλέκτου ή της μειονοτικής γλώσσας, στην περίπτωσή μας. Δυστυχώς αυτή η λύση ούτε καλλιεργείται, ούτε καν συζητιέται. Κι έτσι, όπως συμβαίνει συνήθως με τον γλωσσικό φόνο, η μεταμέλεια (αν υπάρξει) έρχεται αργά: στις καφετέριες ανά την επικράτεια ακούς πια σχεδόν τα ίδια ελληνικά, ενώ γλωσσικά στοιχεία τοπικού χαρακτήρα και τοπικής ταυτότητας χάνονται μαζί με τις μαντήλες των γιαγιάδων μας.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ αφορμής, της 3ης Μαΐου 2009]

26/4/09

Συντακτικές αποκλίσεις: ποίηση και δημοσιογραφία

Το συντακτικό της ποίησης

Πριν λίγες εβδομάδες είχα τη χαρά να ξανακούσω τη Δήμητρα Θεοφανοπούλου-Κοντού σε μια ομιλία της στο 19ο Διεθνές Συνέδριο Θεωρητικής και Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας στη Θεσσαλονίκη. Λέω ‘ξανακούσω’ επειδή η Θεοφανοπούλου-Κοντού, ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εισηγήτρια της σύγχρονης συντακτικής θεωρίας στην Ελλάδα, δίδαξε γλωσσολογία σε πολυάριθμους γλωσσολόγους και φιλολόγους, ανάμεσα στους οποίους είχε την ευτυχία να συγκαταλέγεται και ο γράφων.

Η ομιλία της Θεοφανοπούλου-Κοντού είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αφού πραγματευόταν τη σχέση καθημερινού και ποιητικού λόγου. Αντίθετα όμως με το πώς προσεγγίζεται το ζήτημα συνήθως, και όπως θα ανέμενε κανείς με βάση την ειδίκευση της δασκάλας μου, η ανακοίνωσή της δεν επικεντρώθηκε σε θέματα λεξιλογίου αλλά σε θέματα δομής της πρότασης: στη συντακτική πλευρά του θέματος. Το συμπέρασμά της, βασισμένο σε ένα σώμα ποιητικών κειμένων του Οδυσσέα Ελύτη, του Μίλτου Σαχτούρη και άλλων νεοελλήνων ποιητών, είναι ότι από πλευράς δομής της πρότασης, η ποίηση μπορεί να φτάσει στα όριά τους τις δυνατότητες του γλωσσικού συστήματος και τις δομές που η νοητική γραμματική επιτρέπει, ωστόσο δεν τις παραβιάζει (σχεδόν) ποτέ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σύνταξη παραμένει αυτή που είναι, η γνωστή, ακόμα και σε μορφές ποίησης στις οποίες οι λέξεις ξεχαρβαλώνονται και όπου συναρμολογούνται νέες λέξεις εκ νέου με βάση τα δομικά συστατικά της γλώσσας. Θυμηθείτε π.χ. μια ακραία περίπτωση, το υπερλεξιστικό ποίημα του Λαπαθιώτη ‘Βάο Γάο Δάο’: «Ζινώντας αποβίδονο σαβίνι / κι απονιβώντας ερομιδαλιό […]».

Πέρα από την ποίηση;

Φυσικά, ακόμα κι όταν γνωρίζουμε τα όρια του συντακτικού μηχανισμού (της εκάστοτε γλώσσας) και τον έχουμε μελετήσει και κατανοήσει σε βάθος, μας επιφυλάσσονται εκπλήξεις. Ο φιλόλογος Χριστόδουλος Τζιονής, του οποίου η στήλη Γλωσσοσκόπιο μοιράζεται την ίδια σελίδα με αυτήν εδώ, επισήμανε πριν τρεις εβδομάδες (στο φύλλο της 5ης Απριλίου) κάποιες πολύ τρανταχτές παραβιάσεις συντακτικών περιορισμών, οι οποίες μάλιστα δεν προέρχονται από την ποίηση αλλά από τον κυπριακό ημερήσιο Τύπο. Έτσι, ο κ. Τζιονής εντοπίζει προτάσεις όπως ‘η σύλληψη (αντί για ‘τη σύλληψη’) ακολούθησε θύελλα αντιδράσεων’ και ‘η παροχή οικονομικής στήριξης (αντί για ‘την παροχή οικονομικής στήριξης’) συζήτησε ο Υπουργός Γεωργίας’. Για περισσότερες λεπτομέρειες, ο αναγνώστης παραπέμπεται στο Γλωσσοσκόπιο της 5ης Απριλίου.

Γιατί;

Βεβαίως ως γλωσσολόγοι προσπαθούμε να είμαστε περισσότερο φιλοπερίεργοι παρά επικριτικοί (όπως έγραφα στις 2 Νοεμβρίου, παραθέτοντας τον συνάδερφο Mark Liberman). Πριν αναθεματίσουμε λοιπόν το λάθος, που δε φαίνεται να είναι απλό lapsus ή ενέργεια του λεγόμενου δαίμονα του τυπογραφείου, πρέπει να το εξηγήσουμε και ίσως και να το ερμηνεύσουμε.

Γιατί λοιπόν να βάλει κάποιος το αντικείμενο σε ονομαστική (‘σύλληψη’ και ‘στήριξη’), κάτι που φαντάζει χονδροειδές και τερατώδες λάθος; Η απάντηση βρίσκεται σε δύο στοιχεία: Πρώτον, το αντικείμενο δεν απαντά στην κανονική του θέση μετά το ρήμα. Δεύτερον, ο συντάκτης είναι πιθανότατα ομιλητής και της κυπριακής ελληνικής. Εξηγούμαι:

Στην αριστερή άκρη της πρότασης

Επειδή το θέμα είναι δαιδαλώδες, ας πούμε απλώς ότι στα ελληνικά μπορούμε να προτάξουμε αντικείμενα, να τα μετακινήσουμε στην αριστερή άκρη της πρότασης, είτε για λόγους έμφασης (π.χ. ‘ΜΠΑΝΑΝΕΣ είπα να πάρεις, όχι ανανά!’), είτε (σπανιότερα) επειδή πρόκειται για ήδη γνωστή πληροφορία (π.χ. μιλώντας για κάποια δικαστική απόφαση: ‘την απόφαση σχολίασε η κυρία Χ…’ κτλ.). Και οι δύο προτάσεις που αναφέρει ο κ. Τζιονής εμπίπτουν στη δεύτερη περίπτωση.

Τώρα, από τη συντακτική θεωρία και έρευνα γνωρίζουμε ότι αυτά τα ‘εκτοπισμένα’ αντικείμενα διακρίνονται από μια σειρά ιδιομορφίες, οι οποίες μάλιστα είναι πολύπλευρες και διαφέρουν από διάλεκτο σε διάλεκτο. Στην περίπτωσή μας, η κυπριακή ελληνική επιτρέπει να έχουμε εκτοπισμένα αντικείμενα στην αριστερή άκρη της πρότασης σε ονομαστική, ιδίως αν έπεται μια μικρή παύση: ‘η σύλληψη [παύση] ακολούθησε θύελλα αντιδράσεων’. Αυτή νομίζω ότι είναι η πηγή των δύο επίμαχων διατυπώσεων. Ωστόσο, εκτοπισμένα αντικείμενα σε ονομαστική είναι αντιγραμματικά στην Κοινή Νεοελληνική, την οποία χρησιμοποιούμε όταν γράφουμε στον Τύπο.

Φιλόλογοι και γλωσσολόγοι

Βλέπουμε και πάλι ότι πολλές φορές η μητρική μας διάλεκτος, ιδίως όταν διαφέρει ανεπαίσθητα από την κοινή, τυποποιημένη γλώσσα, μας οδηγεί να εκφραζόμαστε αδόκιμα. Θυμηθείτε λ.χ. τις δικές μου δυσκολίες με κάποιες προστακτικές, όπως τις κατέγραψα στο άρθρο της 14ης Δεκεμβρίου.

Σε κάθε περίπτωση, ο φιλόλογος επισημαίνει τους αδόκιμους τύπους και κάποτε τους εκθειάζει, εάν δημιουργούν αισθητικό αποτέλεσμα, όπως στην ποίηση. Ο γλωσσολόγος όμως καλείται πάντοτε να τους κατανοήσει και να τους εξηγήσει.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 26ης Απριλίου 2009]