Γλωσσικοί μύθοι
Το σημερινό κείμενο αφορμάται από την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου ‘Αρχαιολατρία και Γλώσσα’ του λεξικογράφου Βασίλη Αργυρόπουλου. Ανάμεσα σε άλλα, το βιβλίο πραγματεύεται το διαρκές πρόβλημα των γλωσσικών μύθων, καθώς και την ανάγκη που πολλοί φαίνεται να έχουν να αποδίδουν στην ελληνική γλώσσα μεταφυσικές και μαντικές ιδιότητες. Ο Αργυρόπουλος επιχειρηματολογεί επίσης εναντίον όσων αυθαίρετα ανακηρύσσουν την ελληνική την αρχαιότερη γλώσσα της ανθρωπότητας και μητέρα-γλώσσα πολλών άλλων γλωσσών – ή και όλων τους.
Παγκόσμιες επιστημονικές συνωμοσίες
Είναι πολύ διαδεδομένη η αντίληψη ότι οι επιστήμονες συνεργούν με την εξουσία για να κρύψουν συγκλονιστικές αλήθειες από τον κόσμο: την υποτιθέμενη ύπαρξη εξωγήινων, το ένα θρυλικό φάρμακο που θεραπεύει όλους τους καρκίνους, τα καταποντισμένα ερείπια της μυθικής Ατλαντίδας, τη δυνατότητα τηλεμεταφοράς με τα λεγόμενα κύματα Τέσλα ήδη από το 1943 – και ούτω καθεξής. Παραδόξως, στην Ελλάδα η κατηγορία της συγκάλυψης και της συμπαιγνίας με την εξουσία προσάπτεται και στους γλωσσολόγους. Υποτίθεται λ.χ. ότι οι γλωσσολόγοι προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο ότι η ελληνική είναι μία ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και όχι η μητέρα των ινδοευρωπαϊκών (και άλλων) γλωσσών. Λέω ‘παραδόξως’ για δύο κυρίως λόγους:
Πρώτον, οι γλωσσολόγοι συνήθως έχουνε μηδενική ή επιδερμική σχέση με την εξουσία. Ελάχιστοι γλωσσολόγοι εργοδοτούνται π.χ. από μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες ενδιαφέρονται κυρίως για μεθόδους κωδικοποίησης και γλωσσομαθείς ωτακουστές. Επιπλέον, δείτε πώς η εξουσία αγνοεί ιταμά και συστηματικά τις γλωσσικές επιστήμες όταν σχεδιάζονται γλωσσικές πολιτικές ή όταν εκπρόσωποί της εκφέρουν φαιδρές απόψεις περί γλώσσας. Αυτό και μόνο αρκεί για να κατανοήσει κανείς τι είδους σχέσεις θα είχαμε οι γλωσσολόγοι με οποιουδήποτε τύπου παγκόσμιες κυβερνήσεις και θρυλούμενα μυστικά κονκλάβια υπό τον Χένρυ Κίσσιντζερ και με τη συμμετοχή της Βασίλισσας της Ολλανδίας…
Δεύτερον, ενώ τα δεδομένα που θα αποδείκνυαν την ύπαρξη εξωγήινων και της Ατλαντίδας ή το φάρμακο του καρκίνου και τη δυνατότητα τηλεμεταφοράς μπορούν ίσως να αποσιωπηθούν και να αποκρυβούν, οι συνωμοσίες περί τη γλώσσα είναι αδύνατες αφού τα δεδομένα της γλωσσολογίας βρίσκονται στις βιβλιοθήκες του κόσμου και – κυρίως – στα στόματα και στα μυαλά ομιλητών. Πώς θα μπορούσε να αποσιωπηθεί η «σκευωρία της ινδοευρωπαϊκής» και η «κρατυλική νοηματικότητα της ελληνικής»; Σε ποια αποθήκη και ποιο μυστικό εργαστήριο μπορούμε να αποθηκεύσουμε μυστικά τη λιθουανική γλώσσα (με τις συναρπαστικές ομοιότητές της με τη μακρινή της και αρχαιότερή της σανσκριτική); Πόσο συστηματικά μπορούμε να αφανίσουμε όλα τα αρχαιολογικά δεδομένα για την τοχαρική γλώσσα (συγγενική με τα ελληνικά και τα λατινικά – αν και μιλιόταν στο κινεζικό Τουρκεστάν, στο Σινκιάνγκ); Οι ελληνικές λέξεις δεν είναι έγκλειστες στις μυστικές φυλακές της CIA: πώς μας ξέφυγαν επί τόσους αιώνες οι κρατυλικές ή οι μυστικές σημασίες τους;
Οι γλωσσολόγοι τι λένε;
Πολλοί συνάδερφοι βλέπουν αυτές τις απόψεις με χιούμορ και αποστασιοποίηση. Μία καλή συνάδερφος δίνει στους φοιτητές της βιβλία των μυθογλωσσολόγων, λ.χ. εκείνο που μιλάει για την ελληνική καταγωγή των τζότζιλ (της γλώσσας των Μάγια) και των ναχουάτλ (της γλώσσας των Ίνκα), και τους ζητάει να αξιολογήσουν απροκατάληπτα τη μέθοδο των ετυμολογήσεων που παρατίθενται εκεί. Ωστόσο, οι περισσότεροι από εμάς τους γλωσσολόγους απλώς αγνοούμε όλο αυτό το κίνημα εναντίον της γλωσσολογίας, περίπου όπως πολλοί γιατροί αγνοούν τους τσαρλατάνους που πουλάνε ελπίδα στους δυστυχισμένους.
Ε, και;
Βεβαίως τα γλωσσικά ληρήματα και η επίθεση εναντίον των γλωσσικών επιστημών δεν πρόκειται να βλάψουν την υγεία κανενός, σε αντίθεση με τη φραπελιά. Ωστόσο, ο πόλεμος κατά της επιστήμης και η διάδοση ψευδοεπιστημονικών ή αντιεπιστημονικών μύθων είναι επικίνδυνος κοινωνικά και πολιτικά. Θυμηθείτε την αδιάσειστη επιστημονικότητα του μαρξισμού-λενινισμού, την απολυταρχία του Λυσένκο που στραγγάλισε τη σοβιετική βιολογία, την ανθρωπολογική ανωτερότητα της λευκής ή της άριας φυλής, την παρανάγνωση του δαρβινισμού που κατέστησε τη φυσική επιλογή κοινωνιολογικό και πολιτικό επιχείρημα, την μπιχεβιοριστική αξίωση να ξεριζώσουμε το έγκλημα (και την ομοφυλοφιλία ή τον κομμουνισμό) δια της πλύσης εγκεφάλου – και ούτω καθεξής.
Στην περίπτωσή μας, η εδραίωση αντιλήψεων περί ανωτερότητας, παναρχαιότητας και τελειότητας της ελληνικής γλώσσας σε συνδυασμό με τη συκοφάντηση της γλωσσικής επιστήμης και την καλλιέργεια καχυποψίας απέναντί της θα μπορούσε να αναδυθεί μέχρι τη σφαίρα της λήψης αποφάσεων σε θέματα γλωσσικής, κοινωνικής και εκπαιδευτικής πολιτικής.
Ίσως λοιπόν χρειάζεται να δείξουμε λιγότερο χιούμορ.
Ευχαριστώ πολύ τον Γιώργο Σεργάκη για την πολύτιμη συμβολή του και τα σχόλιά του.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 5ης Απριλίου 2009]
Σελίδες
5/4/09
8/3/09
Λόγος για τη γλώσσα
Το σκεπτικό ενός συνεδρίου για τη γλώσσα
Διαβάζουμε στο σκεπτικό των διοργανωτών του συνεδρίου με θέμα «Γλώσσα Ελληνική – Γραφή και Τέχνη», που διοργανώνεται από τις 20 έως τις 22 Μαρτίου στην Παλιά Βουλή στην Αθήνα και θα ασχοληθεί με «τη θέση της ελληνικής γλώσσας στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον στην αυγή του 21ου αιώνα»:
Διάδοση και αλλαγή
Κατ’ αρχήν επισημαίνεται ότι η ελληνική γλώσσα ομιλείται μέσα σε «περιορισμένα γεωγραφικά σύνορα», ότι δεν είναι διεθνής ή οικουμενική γλώσσα. Αυτό βεβαίως δεν είναι απαραίτητα κακό: την τελευταία φορά που η ελληνική, στην ελληνιστική Κοινή φάση της, υπήρξε οικουμενική γλώσσα υπέστη τόσες και τόσο βαθειές αλλαγές, ώστε να τροφοδοτήσει το κίνημα του αττικισμού και να πυροδοτήσει τη γένεση της ελληνικής διτυπίας (που έφτασε μέχρι τις μέρες μας ως το δίπολο δημοτική-καθαρεύουσα).
Συμβαίνει κι αλλού
Κατόπιν, η περιορισμένη γεωγραφική διάδοση της γλώσσας μας συνδέεται με κάποιον τρόπο με το ότι η ελληνική γλώσσα ‘βάλλεται’ μέσα από τη χρήση της στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή. Προσωπικά δεν κατανοώ πώς αυτά τα δύο θέματα συνδέονται, αφού μάλιστα υπάρχουν αντίστοιχα παράπονα εκ μέρους πολλών γλωσσοδιφούντων που ασχολούνται με την αγγλική γλώσσα, η οποία κάθε άλλο παρά περιορισμένη εντός συνόρων είναι: κι εκεί διαβάζουμε για το πώς η αγγλική γλώσσα κακοποιείται μέσα από τη χρήση της στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή, στην εκπαίδευση και στα μέσα ενημέρωσης. Το συμπέρασμα είναι λοιπόν ότι είτε οι περισσότερες γλώσσες του κόσμου, μαζί τους και η κραταιά αγγλική, βάλλονται και κακοποιούνται από τους χρήστες τους, είτε υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος να προσεγγίζουμε τη γλώσσα (και τη γλωσσική αλλαγή και ποικιλομορφία ειδικότερα) που εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε γλώσσα, ελλείψει εμπειρικού ερείσματος. Επειδή έχουμε ξανασυζητήσει εδώ το θέμα των γλωσσικών λαθών και κατά πόσον είναι ικανά να πλήξουν, να βάλουν ή να κακοποιήσουν μια γλώσσα, δε θα επανέρθω.
Κάποιες ασυνέπειες
Το σκεπτικό των διοργανωτών υποστηρίζει ότι «Γλώσσα ελληνική σημαίνει συνέχεια ζωής», κάτι που γενικότερα ισχύει για όλες τις γλώσσες: οι άνθρωποι διαθέτουμε πολιτισμική συνέχεια και πίσω από τις γενιές των γηραιότερων επιζώντων επειδή έχουμε γλώσσα και παράδοση γλωσσική, προφορική ή και γραπτή. Καταλήγει ωστόσο με τρόπο παράδοξο, για κείμενο συντεταγμένο από ανθρώπους με μεράκι και έγνοια για τη γλώσσα μας: «γιατί είναι η υπερουσία της οντολογικής υπόστασης του έθνους που την έπλασε.» Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα με το ουσιαστικό ‘υπερουσία’, νεολογισμό οπωσδήποτε, αφού οι γλωσσαμύντορες τείνουν να μη νεολογίζουν. Επιπλέον, δεν μπορούσα να μαντέψω τι μπορεί να σημαίνει. Τελικά έβγαλα μιαν άκρη βασισμένος στο δόκιμο επίθετο ‘υπερούσιος’: ‘υπερουσία’ πρέπει να σημαίνει κάτι σαν ‘μεταφυσική ουσία’. Ακόμα κι αν δεχόμουν ότι, σε μια έξαρση ποιητισμού, προσφιλούς σε όσους γράφουμε στα ελληνικά, μια γλώσσα θα μπορούσε να διαθέτει ‘μεταφυσική ουσία’, με μπέρδεψε πολύ η ιδέα ότι τα έθνη διαθέτουν οποιουδήποτε είδους ‘οντολογική υπόσταση’. Βεβαίως δεν είμαι ιστορικός. Ωστόσο, ως γλωσσολόγος, μπορώ να βεβαιώσω ότι τις γλώσσες δεν τις πλάθουν τα έθνη αλλά τα νήπια – όπως είδαμε και την προηγούμενη φορά – και, σ’ ένα άλλο επίπεδο, οι λόγιοι τους.
Τελειώνοντας μπαίνω στον πειρασμό να παραστήσω το ρυθμιστή: το ρήμα ‘ακινητώ’ είναι δόκιμο ως αμετάβατο. Λέμε λ.χ. ‘το νερό στις αλυκές ακινητούσε’. Το δόκιμο μεταβατικό αντίστοιχό του είναι ‘ακινητοποιώ’, λ.χ. ‘χάρη στο ABS, κατάφερα να ακινητοποιήσω το αμάξι εγκαίρως’. Εξ αφορμής αυτού του ολισθήματος, αναρωτιέμαι τελικά τι πρέπει να συμπεράνει κανείς για το δόκιμο των ελληνικών όσων ανησυχούν για τα ελληνικά.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 8ης Μαρτίου 2009]
Διαβάζουμε στο σκεπτικό των διοργανωτών του συνεδρίου με θέμα «Γλώσσα Ελληνική – Γραφή και Τέχνη», που διοργανώνεται από τις 20 έως τις 22 Μαρτίου στην Παλιά Βουλή στην Αθήνα και θα ασχοληθεί με «τη θέση της ελληνικής γλώσσας στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον στην αυγή του 21ου αιώνα»:
«Η ελληνική γλώσσα στα περιορισμένα γεωγραφικά της σύνορα βάλλεται σήμερα πολλαπλώς πρώτα από τη δική μας συμπεριφορά ως φορέων της, στην ιδιωτική και δημόσια χρήση της, στην εκπαιδευτική της αποστολή με τον τρόπο που τη μελετούμε και τη διδάσκουμε σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, με τον ελλιπή τρόπο που την προβάλλουμε εκτός των συνόρων, με τον τρόπο της ανοχής στην “κακοποίησή” της από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. [...] Γλώσσα ελληνική σημαίνει συνέχεια ζωής, γιατί είναι η υπερουσία της οντολογικής υπόστασης του έθνους που την έπλασε. Η αναφορά στην πορεία της δεν ακινητεί το χρόνο μας».Τα παραπάνω αποτελούν ένα χαρακτηριστικό δείγμα του λόγου περί γλώσσας σε κοινωνίες όπως η ελληνική, στις οποίες η εθνική γλώσσα καθ’ εαυτή αποτελεί αυτονομημένη αξία. Ας εξετάσουμε λοιπόν κάποιες χαρακτηριστικές θέσεις για τη γλώσσα όπως διατυπώνονται παραπάνω.
Διάδοση και αλλαγή
Κατ’ αρχήν επισημαίνεται ότι η ελληνική γλώσσα ομιλείται μέσα σε «περιορισμένα γεωγραφικά σύνορα», ότι δεν είναι διεθνής ή οικουμενική γλώσσα. Αυτό βεβαίως δεν είναι απαραίτητα κακό: την τελευταία φορά που η ελληνική, στην ελληνιστική Κοινή φάση της, υπήρξε οικουμενική γλώσσα υπέστη τόσες και τόσο βαθειές αλλαγές, ώστε να τροφοδοτήσει το κίνημα του αττικισμού και να πυροδοτήσει τη γένεση της ελληνικής διτυπίας (που έφτασε μέχρι τις μέρες μας ως το δίπολο δημοτική-καθαρεύουσα).
Συμβαίνει κι αλλού
Κατόπιν, η περιορισμένη γεωγραφική διάδοση της γλώσσας μας συνδέεται με κάποιον τρόπο με το ότι η ελληνική γλώσσα ‘βάλλεται’ μέσα από τη χρήση της στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή. Προσωπικά δεν κατανοώ πώς αυτά τα δύο θέματα συνδέονται, αφού μάλιστα υπάρχουν αντίστοιχα παράπονα εκ μέρους πολλών γλωσσοδιφούντων που ασχολούνται με την αγγλική γλώσσα, η οποία κάθε άλλο παρά περιορισμένη εντός συνόρων είναι: κι εκεί διαβάζουμε για το πώς η αγγλική γλώσσα κακοποιείται μέσα από τη χρήση της στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή, στην εκπαίδευση και στα μέσα ενημέρωσης. Το συμπέρασμα είναι λοιπόν ότι είτε οι περισσότερες γλώσσες του κόσμου, μαζί τους και η κραταιά αγγλική, βάλλονται και κακοποιούνται από τους χρήστες τους, είτε υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος να προσεγγίζουμε τη γλώσσα (και τη γλωσσική αλλαγή και ποικιλομορφία ειδικότερα) που εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε γλώσσα, ελλείψει εμπειρικού ερείσματος. Επειδή έχουμε ξανασυζητήσει εδώ το θέμα των γλωσσικών λαθών και κατά πόσον είναι ικανά να πλήξουν, να βάλουν ή να κακοποιήσουν μια γλώσσα, δε θα επανέρθω.
Κάποιες ασυνέπειες
Το σκεπτικό των διοργανωτών υποστηρίζει ότι «Γλώσσα ελληνική σημαίνει συνέχεια ζωής», κάτι που γενικότερα ισχύει για όλες τις γλώσσες: οι άνθρωποι διαθέτουμε πολιτισμική συνέχεια και πίσω από τις γενιές των γηραιότερων επιζώντων επειδή έχουμε γλώσσα και παράδοση γλωσσική, προφορική ή και γραπτή. Καταλήγει ωστόσο με τρόπο παράδοξο, για κείμενο συντεταγμένο από ανθρώπους με μεράκι και έγνοια για τη γλώσσα μας: «γιατί είναι η υπερουσία της οντολογικής υπόστασης του έθνους που την έπλασε.» Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα με το ουσιαστικό ‘υπερουσία’, νεολογισμό οπωσδήποτε, αφού οι γλωσσαμύντορες τείνουν να μη νεολογίζουν. Επιπλέον, δεν μπορούσα να μαντέψω τι μπορεί να σημαίνει. Τελικά έβγαλα μιαν άκρη βασισμένος στο δόκιμο επίθετο ‘υπερούσιος’: ‘υπερουσία’ πρέπει να σημαίνει κάτι σαν ‘μεταφυσική ουσία’. Ακόμα κι αν δεχόμουν ότι, σε μια έξαρση ποιητισμού, προσφιλούς σε όσους γράφουμε στα ελληνικά, μια γλώσσα θα μπορούσε να διαθέτει ‘μεταφυσική ουσία’, με μπέρδεψε πολύ η ιδέα ότι τα έθνη διαθέτουν οποιουδήποτε είδους ‘οντολογική υπόσταση’. Βεβαίως δεν είμαι ιστορικός. Ωστόσο, ως γλωσσολόγος, μπορώ να βεβαιώσω ότι τις γλώσσες δεν τις πλάθουν τα έθνη αλλά τα νήπια – όπως είδαμε και την προηγούμενη φορά – και, σ’ ένα άλλο επίπεδο, οι λόγιοι τους.
Τελειώνοντας μπαίνω στον πειρασμό να παραστήσω το ρυθμιστή: το ρήμα ‘ακινητώ’ είναι δόκιμο ως αμετάβατο. Λέμε λ.χ. ‘το νερό στις αλυκές ακινητούσε’. Το δόκιμο μεταβατικό αντίστοιχό του είναι ‘ακινητοποιώ’, λ.χ. ‘χάρη στο ABS, κατάφερα να ακινητοποιήσω το αμάξι εγκαίρως’. Εξ αφορμής αυτού του ολισθήματος, αναρωτιέμαι τελικά τι πρέπει να συμπεράνει κανείς για το δόκιμο των ελληνικών όσων ανησυχούν για τα ελληνικά.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 8ης Μαρτίου 2009]
22/2/09
Τα νήπια αλλάζουν τη γλώσσα
Χρόνια Πολλά, Δαρβίνε
Πριν ενάμισυ χρόνο από αυτή τη στήλη μίλησα για την παρωχημένη αντιμετώπιση των γλωσσών ως ζωντανών οργανισμών που (στερεο)τυπικά γεννιούνται, αναπτύσσονται, ακμάζουν και πεθαίνουν. Επίσης είδαμε τότε ότι αυτή η αντιμετώπιση οδήγησε τους φιλολόγους και τους πρωτοπόρους γλωσσολόγους του 19ου αιώνα σε μια αντίληψη της γλωσσικής αλλαγής ως μιας εξελικτικής διαδικασίας αντίστοιχης με αυτήν που υφίστανται τα είδη των ζωντανών οργανισμών.
Το ερώτημα γιατί αλλάζουν οι γλώσσες βασανίζει τους επιστήμονες για πολλά παραπάνω από τα 150-τόσα χρόνια της σύγχρονης γλωσσολογίας. Την τελευταία εικοσαετία έγιναν μεγάλες πρόοδοι στο θέμα, αλλά περιορίζονταν κυρίως σε απλούς ενδείκτες πάνω στο θέμα ή και σε επιμέρους πτυχές της γλωσσικής αλλαγής. Έτσι, μέρος της έρευνας εστιάζει στον ρόλο της γλωσσικής επαφής, όταν δηλαδή δυο γλώσσες μιλιούνται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Γνωρίζουμε λ.χ. ότι πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κυπριακής μάλλον οφείλονται στην επαφή της με τα μεσαιωνικά γαλλοπροβηγκιανά των φράγκων και τη βενετική διάλεκτο. Γλωσσική αλλαγή μπορούμε να έχουμε όμως και εσωτερικά, χωρίς να είναι συνέπεια γλωσσικής επαφής: αυτή πώς εξηγείται;
Κάποιοι τονίζουν την τάση που έχουν κάποιες λέξεις με το πέρασμα του χρόνου να γραμματικοποιούνται, να μικραίνουν και να χάνουν την αρχική σημασία τους, αποκτώντας παράλληλα γραμματικές λειτουργίες. Έτσι από το ‘θέλω ίνα’ της ελληνιστικής Κοινής φτάσαμε στο ‘θα’, στο ‘θαλά’ και στο ‘(θ)έννα’ των νεοελληνικών διαλέκτων. Ωστόσο, η γραμματικοποίηση είναι μόνο ένα από τα πολλά διαχρονικά φαινόμενα.
Πρόσφατη έρευνα έχει ρίξει περισσότερο φως στους μηχανισμούς και τις αιτίες της γλωσσικής αλλαγής. Στο μνημειώδες βιβλίο του 2006 ‘The computational nature of language learning and evolution’, o Partha Niyogi χρησιμοποιεί μεθόδους από τη γλωσσολογία, τη στατιστική και τη βιολογία για να στηρίξει κάτι που πολλοί γλωσσολόγοι τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 είχανε διατυπώσει ως υποψίες, εικασίες και υποθέσεις: η γλωσσική αλλαγή είναι συνέπεια του πώς τα παιδιά κατακτούν τη γλώσσα! Με άλλα λόγια, ακόμα και σε μια ομοιογενή και απομονωμένη γλωσσική κοινότητα, η γλωσσική αλλαγή είναι στατιστικά αναπόφευκτη μετά από μερικές γενιές. Γιατί όμως;
Τα παιδιά ευθύνονται για τη γλωσσική αλλαγή
Τα παιδιά κατακτούν τη μητρική τους γλώσσα μέσα στα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Δεσμεύονται από έμφυτες δομικές προδιαγραφές και με βάση τα γλωσσικά δείγματα που ακούν αναπτύσσουν μια νοητική γραμματική συμβατή με αυτές. Οι προδιαγραφές αυτές είναι αρκετά αυστηρές και περιοριστικές ώστε η νοητική γραμματική που προκύπτει να μην ποικίλλει αισθητά από άτομο σε άτομο, παρότι διαφορετικά παιδιά ακούν διαφορετικές προτάσεις κατά τη γλωσσική τους ανάπτυξη.
Εδώ ακριβώς κρύβονται δύο σημαντικοί παράγοντες όσον αφορά τα σπέρματα της γλωσσικής αλλαγής: πρώτον, η ανάπτυξη της νοητικής γραμματικής μας ολοκληρώνεται ή τερματίζεται μέσα σε ένα περιορισμένο χρονικό πλαίσιο μέχρι κάποια στιγμή κατά την παιδική μας ηλικία. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε στη διάθεσή μας τεράστια δείγματα προτάσεων με βάση τα οποία θα αποφασίσουμε αν πρέπει λ.χ. να βάλουμε το ρήμα στο τέλος της πρότασης ή πριν το αντικείμενό του: μόνον οι προτάσεις που θα ακούσουμε μέχρι μια συγκεκριμένη ηλικία μετράνε και με βάση αυτές θα πρέπει να αποφασίσουμε για τον σχετικό κανόνα της νοητικής γραμματικής μας. Όποιος πρόλαβε τον Κύριον είδε, δηλαδή.
Δεύτερον, συγκεκριμένα είδη προτάσεων (π.χ. εμφατικές δομές, ερωτήσεις ή αναφορικές προτάσεις) μας οδηγούν να καταλήξουμε σε συγκεκριμένους κανόνες. Αν για οποιοδήποτε λόγο κάποιος μικρός ομιλητής ακούει ένα είδος προτάσεων πολύ σπάνια, τότε ενδεχομένως να μην προλάβει να καταλήξει στον αντίστοιχο κανόνα μέσα στον δοσμένο χρόνο. Ένα ακραίο παράδειγμα, και στατιστικά απίθανο, είναι το εξής: αν ένα παιδάκι που θα μάθαινε αγγλικά δεν άκουγε ποτέ του ερώτηση, δεν θα μπορούσε να καταλήξει στον κανόνα της αντιστροφής (δηλαδή του να λέει ‘Have they left?’ αντί για ‘They have left’).
Τα κομμάτια του ντόμινο
Συνεπώς, ενδέχεται ένα μικρό ποσοστό μικρών ομιλητών να καταλήξουνε σε μια νοητική γραμματική ελαφρώς διαφορετική από των γονιών τους. Εάν αυτό συμβεί, θα παράγουνε προτάσεις ελαφρώς διαφορετικές από των γονιών τους, στις οποίες θα βασιστούν τα δικά τους παιδιά για να αναπτύξουν τη νοητική τους γραμματική. Με τη διαδοχή των γενεών, ενδέχεται αυτή η αποκλίνουσα γραμματική σταδιακά να συνυπάρχει παραπληρωματικά με την παλιότερη γραμματική ή και να την αντικαταστήσει. Η γλώσσα αλλάζει (σχεδόν) από κούνια.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 22ης Φεβρουαρίου 2009]
Πριν ενάμισυ χρόνο από αυτή τη στήλη μίλησα για την παρωχημένη αντιμετώπιση των γλωσσών ως ζωντανών οργανισμών που (στερεο)τυπικά γεννιούνται, αναπτύσσονται, ακμάζουν και πεθαίνουν. Επίσης είδαμε τότε ότι αυτή η αντιμετώπιση οδήγησε τους φιλολόγους και τους πρωτοπόρους γλωσσολόγους του 19ου αιώνα σε μια αντίληψη της γλωσσικής αλλαγής ως μιας εξελικτικής διαδικασίας αντίστοιχης με αυτήν που υφίστανται τα είδη των ζωντανών οργανισμών.
Το ερώτημα γιατί αλλάζουν οι γλώσσες βασανίζει τους επιστήμονες για πολλά παραπάνω από τα 150-τόσα χρόνια της σύγχρονης γλωσσολογίας. Την τελευταία εικοσαετία έγιναν μεγάλες πρόοδοι στο θέμα, αλλά περιορίζονταν κυρίως σε απλούς ενδείκτες πάνω στο θέμα ή και σε επιμέρους πτυχές της γλωσσικής αλλαγής. Έτσι, μέρος της έρευνας εστιάζει στον ρόλο της γλωσσικής επαφής, όταν δηλαδή δυο γλώσσες μιλιούνται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Γνωρίζουμε λ.χ. ότι πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κυπριακής μάλλον οφείλονται στην επαφή της με τα μεσαιωνικά γαλλοπροβηγκιανά των φράγκων και τη βενετική διάλεκτο. Γλωσσική αλλαγή μπορούμε να έχουμε όμως και εσωτερικά, χωρίς να είναι συνέπεια γλωσσικής επαφής: αυτή πώς εξηγείται;
Κάποιοι τονίζουν την τάση που έχουν κάποιες λέξεις με το πέρασμα του χρόνου να γραμματικοποιούνται, να μικραίνουν και να χάνουν την αρχική σημασία τους, αποκτώντας παράλληλα γραμματικές λειτουργίες. Έτσι από το ‘θέλω ίνα’ της ελληνιστικής Κοινής φτάσαμε στο ‘θα’, στο ‘θαλά’ και στο ‘(θ)έννα’ των νεοελληνικών διαλέκτων. Ωστόσο, η γραμματικοποίηση είναι μόνο ένα από τα πολλά διαχρονικά φαινόμενα.
Πρόσφατη έρευνα έχει ρίξει περισσότερο φως στους μηχανισμούς και τις αιτίες της γλωσσικής αλλαγής. Στο μνημειώδες βιβλίο του 2006 ‘The computational nature of language learning and evolution’, o Partha Niyogi χρησιμοποιεί μεθόδους από τη γλωσσολογία, τη στατιστική και τη βιολογία για να στηρίξει κάτι που πολλοί γλωσσολόγοι τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 είχανε διατυπώσει ως υποψίες, εικασίες και υποθέσεις: η γλωσσική αλλαγή είναι συνέπεια του πώς τα παιδιά κατακτούν τη γλώσσα! Με άλλα λόγια, ακόμα και σε μια ομοιογενή και απομονωμένη γλωσσική κοινότητα, η γλωσσική αλλαγή είναι στατιστικά αναπόφευκτη μετά από μερικές γενιές. Γιατί όμως;
Τα παιδιά ευθύνονται για τη γλωσσική αλλαγή
Τα παιδιά κατακτούν τη μητρική τους γλώσσα μέσα στα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Δεσμεύονται από έμφυτες δομικές προδιαγραφές και με βάση τα γλωσσικά δείγματα που ακούν αναπτύσσουν μια νοητική γραμματική συμβατή με αυτές. Οι προδιαγραφές αυτές είναι αρκετά αυστηρές και περιοριστικές ώστε η νοητική γραμματική που προκύπτει να μην ποικίλλει αισθητά από άτομο σε άτομο, παρότι διαφορετικά παιδιά ακούν διαφορετικές προτάσεις κατά τη γλωσσική τους ανάπτυξη.
Εδώ ακριβώς κρύβονται δύο σημαντικοί παράγοντες όσον αφορά τα σπέρματα της γλωσσικής αλλαγής: πρώτον, η ανάπτυξη της νοητικής γραμματικής μας ολοκληρώνεται ή τερματίζεται μέσα σε ένα περιορισμένο χρονικό πλαίσιο μέχρι κάποια στιγμή κατά την παιδική μας ηλικία. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε στη διάθεσή μας τεράστια δείγματα προτάσεων με βάση τα οποία θα αποφασίσουμε αν πρέπει λ.χ. να βάλουμε το ρήμα στο τέλος της πρότασης ή πριν το αντικείμενό του: μόνον οι προτάσεις που θα ακούσουμε μέχρι μια συγκεκριμένη ηλικία μετράνε και με βάση αυτές θα πρέπει να αποφασίσουμε για τον σχετικό κανόνα της νοητικής γραμματικής μας. Όποιος πρόλαβε τον Κύριον είδε, δηλαδή.
Δεύτερον, συγκεκριμένα είδη προτάσεων (π.χ. εμφατικές δομές, ερωτήσεις ή αναφορικές προτάσεις) μας οδηγούν να καταλήξουμε σε συγκεκριμένους κανόνες. Αν για οποιοδήποτε λόγο κάποιος μικρός ομιλητής ακούει ένα είδος προτάσεων πολύ σπάνια, τότε ενδεχομένως να μην προλάβει να καταλήξει στον αντίστοιχο κανόνα μέσα στον δοσμένο χρόνο. Ένα ακραίο παράδειγμα, και στατιστικά απίθανο, είναι το εξής: αν ένα παιδάκι που θα μάθαινε αγγλικά δεν άκουγε ποτέ του ερώτηση, δεν θα μπορούσε να καταλήξει στον κανόνα της αντιστροφής (δηλαδή του να λέει ‘Have they left?’ αντί για ‘They have left’).
Τα κομμάτια του ντόμινο
Συνεπώς, ενδέχεται ένα μικρό ποσοστό μικρών ομιλητών να καταλήξουνε σε μια νοητική γραμματική ελαφρώς διαφορετική από των γονιών τους. Εάν αυτό συμβεί, θα παράγουνε προτάσεις ελαφρώς διαφορετικές από των γονιών τους, στις οποίες θα βασιστούν τα δικά τους παιδιά για να αναπτύξουν τη νοητική τους γραμματική. Με τη διαδοχή των γενεών, ενδέχεται αυτή η αποκλίνουσα γραμματική σταδιακά να συνυπάρχει παραπληρωματικά με την παλιότερη γραμματική ή και να την αντικαταστήσει. Η γλώσσα αλλάζει (σχεδόν) από κούνια.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 22ης Φεβρουαρίου 2009]
8/2/09
Το εσωτερικό ρολόι της γλωσσικής ανάπτυξης
Από νωρίς μαζί με τα άλλα παιδάκια;
Κάποιοι μεταπτυχιακοί μου φοιτητές, που είναι επίσης γονείς μικρών παιδιών, ισχυρίστηκαν σήμερα ότι οι παιδίατροι συνιστούν να μπαίνουν τα παιδιά σε βρεφονηπιακό σταθμό όσο μικρότερα γίνεται. Ο λόγος, πάντα κατά τους φοιτητές μου, είναι ότι έτσι θα αναπτυχθούνε γλωσσικά καλύτερα. Με αφορμή αυτή την κουβέντα, ασχέτως αν αντιπροσωπεύει κάτι που πράγματι συνιστούν κάποιοι παιδίατροι ή όχι, θα μιλήσουμε κυρίως για τη γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών και λιγάκι για τους βρεφονηπιακούς σταθμούς.
Αναπτυξιακά στάδια της γλώσσας
Είναι γνωστό ότι η γλωσσική ανάπτυξη όλων των παιδιών περνάει από ακριβώς τα ίδια αναπτυξιακά στάδια: πρώτα έρχεται το βαύισμα, μετά έχουμε μεμονωμένες λέξεις γύρω στους 12 μήνες, ακολουθούν αποσπάσματα προτάσεων με δύο λέξεις και μετά (απότομα) ολόκληρες προτάσεις. Παρότι διαφορετικά παιδιά περνούν αυτά τα στάδια σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, αυτές κυμαίνονται μέσα σε καθορισμένα χρονικά πλαίσια. Επιπλέον, ισχύει κι εδώ το εξής: η γλωσσική ικανότητα δεν αντανακλάται απαραίτητα στη γλωσσική παραγωγή. Δηλαδή, υπάρχουν νήπια τα οποία δε μιλάνε πολύ. Αυτό δεν οφείλεται απαραίτητα στο ότι δεν έχουν αναπτυχθεί γλωσσικά: όπως υπάρχουν λιγομίλητοι και λαλίστεροι ενήλικες, έτσι υπάρχουν λιγομίλητα και λαλίστερα παιδιά.
Το αναπόδραστο της γλωσσικής κατάκτησης
Προτού προχωρήσει η συζήτηση, πρέπει να τονίσω ότι όλα τα παιδιά χωρίς κάποια παθολογία αναπτύσσουν τη μητρική τους γλώσσα τέλεια και ολοκληρωμένα. Μάλιστα, δεν υπάρχει τρόπος να αναστείλουμε, να επιβραδύνουμε ή να επιταχύνουμε εμείς ως γονείς ή ως παιδαγωγοί αυτή τη διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα, μιλώντας περισσότερο στο παιδί δε θα καταφέρουμε να το κάνουμε να αναπτυχθεί γλωσσικά ταχύτερα – και γιατί θα έπρεπε άλλωστε. Χρησιμοποιώντας μεγάλη ποικιλία λέξεων δε θα καταφέρουμε να εμπλουτίσουμε το λεξιλόγιο του νηπίου. Επιπλέον, μιλώντας «σωστά» στο παιδί – ό,τι κι αν σημαίνει το «σωστά» για τον καθένα – δεν πρόκειται να πετύχουμε να κατακτήσει τη «σωστή» γλώσσα που θέλουμε εμείς.
Ισχύει βεβαίως ότι τα παιδιά παραμένουν περισσότερο ή λιγότερο στα αναπτυξιακά στάδια που πολύ χοντρικά σκιαγράφησα πιο πάνω. Ωστόσο, το πότε θα πούνε την πρώτη λέξη, πότε θα μπούνε στο στάδιο των ολοκληρωμένων προτάσεων, πότε θα καταφέρουν να προφέρουν σπάνιους φθόγγους όπως το ‘δ’ και το ‘θ’ ή συμπλέγματα όπως το ‘στ’ και το ‘σκ’, δεν εξαρτάται από εξωτερικά ερεθίσματα, την ποιότητα ή τον πλούτο τους. Για τη μεγάλη πλειοψηφία των παιδιών, το ‘πότε’ είναι ζήτημα εσωτερικής ανάπτυξης και η απάντηση ‘αργά ή γρήγορα’.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα παιδιά κατακτούν τη μητρική τους γλώσσα τέλεια και ολοκληρωμένα μέσα σε πάνω-κάτω το ίδιο χρονικό διάστημα σε όποιο σημείο του κόσμου και να μεγαλώνουν, όποια κι αν είναι η γλώσσα (ή οι γλώσσες) στην οποία τα εκθέτουμε, είτε ομιλούνται είτε νοηματίζονται, όποια κι αν είναι η κοινωνία γύρω τους (τροφοσυλλεκτών, αγροτική, βιομηχανική, μεταβιομηχανική), είτε τα παιδιά μεγαλώνουν σε μονογονεϊκές, πυρηνικές, εκτεταμένες οικογένειες, κλαν, κοινόβια (όπως τα παλιότερα κιμπούτς στο Ισραήλ) ή ιδρύματα και όποιο κι αν είναι το στυλ διαπαιδαγώγησης που επικρατεί στο (οικογενειακό) περιβάλλον.
Γλώσσα κι όλα τ’ άλλα
Βεβαίως εδώ μιλάμε για τη γλωσσική ανάπτυξη και μόνο – υπάρχει λ.χ. έρευνα ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ιδρύματα όπως ορφανοτροφεία έχουν δυσκολίες στη συναισθηματική ανάπτυξή τους, πράγμα που ίσως τα κάνει λιγότερο επικοινωνιακά ως ενήλικες. Σε αυτό λοιπόν το σημείο πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός μεταξύ γλωσσικής και της υπόλοιπης ανάπτυξης των παιδιών: γνωστικής, συναισθηματικής, κοινωνικής κτλ. Ενδεχομένως, το να βάλουμε νωρίς το νήπιο στον βρεφονηπιακό σταθμό να έχει ευεργετικά αποτελέσματα σε αυτές τις πτυχές της ανάπτυξής του– αυτό είναι ένα θέμα για το οποίο ένας παιδοψυχολόγος ή ειδικός περί τα παιδαγωγικά γνωρίζει πολύ περισσότερα. Ωστόσο, γλωσσικά το παιδί θα κατακτήσει την ποικιλία που μιλούν οι συνομίληκοί του, είτε περάσει τα πρώτα χρόνια του με τη μητέρα, είτε με τη νταντά, είτε με τον παππού και τη γιαγιά, είτε μαζί με άλλα παιδάκια στον βρεφονηπιακό σταθμό: πράγματι, όλοι μιλάμε τη διάλεκτο της παιδικής παρέας μας, ούτε των γονέων ούτε των παππούδων μας.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 8ης Φεβρουαρίου 2009]
Κάποιοι μεταπτυχιακοί μου φοιτητές, που είναι επίσης γονείς μικρών παιδιών, ισχυρίστηκαν σήμερα ότι οι παιδίατροι συνιστούν να μπαίνουν τα παιδιά σε βρεφονηπιακό σταθμό όσο μικρότερα γίνεται. Ο λόγος, πάντα κατά τους φοιτητές μου, είναι ότι έτσι θα αναπτυχθούνε γλωσσικά καλύτερα. Με αφορμή αυτή την κουβέντα, ασχέτως αν αντιπροσωπεύει κάτι που πράγματι συνιστούν κάποιοι παιδίατροι ή όχι, θα μιλήσουμε κυρίως για τη γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών και λιγάκι για τους βρεφονηπιακούς σταθμούς.
Αναπτυξιακά στάδια της γλώσσας
Είναι γνωστό ότι η γλωσσική ανάπτυξη όλων των παιδιών περνάει από ακριβώς τα ίδια αναπτυξιακά στάδια: πρώτα έρχεται το βαύισμα, μετά έχουμε μεμονωμένες λέξεις γύρω στους 12 μήνες, ακολουθούν αποσπάσματα προτάσεων με δύο λέξεις και μετά (απότομα) ολόκληρες προτάσεις. Παρότι διαφορετικά παιδιά περνούν αυτά τα στάδια σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, αυτές κυμαίνονται μέσα σε καθορισμένα χρονικά πλαίσια. Επιπλέον, ισχύει κι εδώ το εξής: η γλωσσική ικανότητα δεν αντανακλάται απαραίτητα στη γλωσσική παραγωγή. Δηλαδή, υπάρχουν νήπια τα οποία δε μιλάνε πολύ. Αυτό δεν οφείλεται απαραίτητα στο ότι δεν έχουν αναπτυχθεί γλωσσικά: όπως υπάρχουν λιγομίλητοι και λαλίστεροι ενήλικες, έτσι υπάρχουν λιγομίλητα και λαλίστερα παιδιά.
Το αναπόδραστο της γλωσσικής κατάκτησης
Προτού προχωρήσει η συζήτηση, πρέπει να τονίσω ότι όλα τα παιδιά χωρίς κάποια παθολογία αναπτύσσουν τη μητρική τους γλώσσα τέλεια και ολοκληρωμένα. Μάλιστα, δεν υπάρχει τρόπος να αναστείλουμε, να επιβραδύνουμε ή να επιταχύνουμε εμείς ως γονείς ή ως παιδαγωγοί αυτή τη διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα, μιλώντας περισσότερο στο παιδί δε θα καταφέρουμε να το κάνουμε να αναπτυχθεί γλωσσικά ταχύτερα – και γιατί θα έπρεπε άλλωστε. Χρησιμοποιώντας μεγάλη ποικιλία λέξεων δε θα καταφέρουμε να εμπλουτίσουμε το λεξιλόγιο του νηπίου. Επιπλέον, μιλώντας «σωστά» στο παιδί – ό,τι κι αν σημαίνει το «σωστά» για τον καθένα – δεν πρόκειται να πετύχουμε να κατακτήσει τη «σωστή» γλώσσα που θέλουμε εμείς.
Ισχύει βεβαίως ότι τα παιδιά παραμένουν περισσότερο ή λιγότερο στα αναπτυξιακά στάδια που πολύ χοντρικά σκιαγράφησα πιο πάνω. Ωστόσο, το πότε θα πούνε την πρώτη λέξη, πότε θα μπούνε στο στάδιο των ολοκληρωμένων προτάσεων, πότε θα καταφέρουν να προφέρουν σπάνιους φθόγγους όπως το ‘δ’ και το ‘θ’ ή συμπλέγματα όπως το ‘στ’ και το ‘σκ’, δεν εξαρτάται από εξωτερικά ερεθίσματα, την ποιότητα ή τον πλούτο τους. Για τη μεγάλη πλειοψηφία των παιδιών, το ‘πότε’ είναι ζήτημα εσωτερικής ανάπτυξης και η απάντηση ‘αργά ή γρήγορα’.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα παιδιά κατακτούν τη μητρική τους γλώσσα τέλεια και ολοκληρωμένα μέσα σε πάνω-κάτω το ίδιο χρονικό διάστημα σε όποιο σημείο του κόσμου και να μεγαλώνουν, όποια κι αν είναι η γλώσσα (ή οι γλώσσες) στην οποία τα εκθέτουμε, είτε ομιλούνται είτε νοηματίζονται, όποια κι αν είναι η κοινωνία γύρω τους (τροφοσυλλεκτών, αγροτική, βιομηχανική, μεταβιομηχανική), είτε τα παιδιά μεγαλώνουν σε μονογονεϊκές, πυρηνικές, εκτεταμένες οικογένειες, κλαν, κοινόβια (όπως τα παλιότερα κιμπούτς στο Ισραήλ) ή ιδρύματα και όποιο κι αν είναι το στυλ διαπαιδαγώγησης που επικρατεί στο (οικογενειακό) περιβάλλον.
Γλώσσα κι όλα τ’ άλλα
Βεβαίως εδώ μιλάμε για τη γλωσσική ανάπτυξη και μόνο – υπάρχει λ.χ. έρευνα ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ιδρύματα όπως ορφανοτροφεία έχουν δυσκολίες στη συναισθηματική ανάπτυξή τους, πράγμα που ίσως τα κάνει λιγότερο επικοινωνιακά ως ενήλικες. Σε αυτό λοιπόν το σημείο πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός μεταξύ γλωσσικής και της υπόλοιπης ανάπτυξης των παιδιών: γνωστικής, συναισθηματικής, κοινωνικής κτλ. Ενδεχομένως, το να βάλουμε νωρίς το νήπιο στον βρεφονηπιακό σταθμό να έχει ευεργετικά αποτελέσματα σε αυτές τις πτυχές της ανάπτυξής του– αυτό είναι ένα θέμα για το οποίο ένας παιδοψυχολόγος ή ειδικός περί τα παιδαγωγικά γνωρίζει πολύ περισσότερα. Ωστόσο, γλωσσικά το παιδί θα κατακτήσει την ποικιλία που μιλούν οι συνομίληκοί του, είτε περάσει τα πρώτα χρόνια του με τη μητέρα, είτε με τη νταντά, είτε με τον παππού και τη γιαγιά, είτε μαζί με άλλα παιδάκια στον βρεφονηπιακό σταθμό: πράγματι, όλοι μιλάμε τη διάλεκτο της παιδικής παρέας μας, ούτε των γονέων ούτε των παππούδων μας.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 8ης Φεβρουαρίου 2009]
25/1/09
Σιωπή διαφορετικών ειδών
Πάμε (στην) πλατεία
Στα σύγχρονα ελληνικά μπορούμε να μιλήσουμε για κίνηση σε τόπο χωρίς να χρησιμοποιήσουμε την τοπική πρόθεση ‘σε’. Έτσι, πάμε πλατεία, Ιταλία ή γήπεδο, ερχόμαστε κολυμβητήριο, Λεμεσό ή σπίτι. Αυτοί οι τύποι, όπου ένα ‘γυμνό’ ουσιαστικό φαίνεται να δηλώνει την κίνηση σε τόπο, συνυπάρχουν φυσικά με τους αντίστοιχους εμπρόθετους: έτσι, επίσης, πάμε στην πλατεία, στην Ιταλία ή στο γήπεδο, ερχόμαστε στο κολυμβητήριο, στη Λεμεσό ή στο σπίτι. Σήμερα θα δούμε πώς λειτουργεί αυτή η προαιρετική απαλοιφή του ‘στο’, του ‘στη’ κτλ.
Η δομή της σιωπής
Στη γλωσσολογία γνωρίζουμε καλά πως στη γλώσσα ακόμα και ό,τι παραλείπεται ανήκει σε γραμματική δομή και διαθέτει γραμματική δομή. Ειδικά για τα ελληνικά, και όπως αναλύει και εξηγεί ο Jason Merchant σε πρόσφατη μονογραφία του, δεν μπορούμε να απαλείψουμε οτιδήποτε ή οπουδήποτε. Έτσι, όντως «τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται», αλλά πρέπει να έχουν το μέγεθος και τη δομική θέση μιας κανονικής φράσης. Αυτό είναι το φαινόμενο της έλλειψης και ένα πολύ απλό παράδειγμα που το σκιαγραφεί είναι το εξής:
Αν πάτε για ψώνια και γυρίσετε (στο) σπίτι, ίσως σας ρωτήσει κάποιος από την οικογένεια «Αγόρασες μήλα τελικά;». Μπορείτε να απαντήσετε με μια ολόκληρη πρόταση, λ.χ. «αγόρασα δύο κιλά πράσινα μήλα», αλλά μάλλον όλο και κάτι θα αφήσετε απ’ έξω. Έτσι, μπορείτε να παραλείψετε το ουσιαστικό ‘μήλα’ και να πείτε «αγόρασα δύο κιλά πράσινα» (κι όχι, λ.χ., κόκκινα). Μπορείτε επίσης να παραλείψετε τον ‘πυρήνα’ της ονοματικής φράσης «πράσινα μήλα» και να πείτε «αγόρασα δύο κιλά». Μπορείτε πάλι να παραλείψετε ολόκληρη την ονοματική φράση «δύο κιλά πράσινα μήλα» και να πείτε «αγόρασα». Μπορείτε επίσης να παραλείψετε το ρήμα «αγόρασα» και να πείτε «δύο κιλά πράσινα μήλα». Άκόμα, μπορείτε να παραλείψετε το ρήμα «αγόρασα» και τον ‘πυρήνα’ της ονοματικής φράσης, λέγοντας «δύο κιλά». Ωστόσο, δεν μπορείτε να πείτε, π.χ., «αγόρασα δύο» (εννοώντας ‘δύο κιλά’) ή «κιλά πράσινα μήλα» – αφού και στις δύο περιπτώσεις το κομμάτι που προσπαθείτε να απαλείψετε δεν είναι φράση. Όπως λέει κι ο Merchant, που συνοψίζει έρευνα τεσσάρων δεκαετιών, «ακόμα και η σιωπή έχει δομή».
Άλλης μορφής σιωπή
Η επόμενη ερώτηση λοιπόν είναι εάν τα γυμνά ουσιαστικά αποτελούνε μια περίπτωση ελλείψεως. Ας επικεντρωθούμε σε ένα παράδειγμα όπως ‘πήγε νοσοκομείο’, που μπορεί προαιρετικά να ειπωθεί αντί για το ‘πήγε στο νοσοκομείο’. Το ‘στο’ δεν αποτελεί συντακτική φράση ή συντακτική μονάδα, πρόκειται για ένα μορφολογικό αμάλγαμα που συγκεράζει την πρόθεση ‘σε’ και το άρθρο ‘το’ – το οποίο όμως ανήκει στην ονοματική φράση. Το ‘στο’ δηλαδή είναι συντακτικά αντίστοιχο του ‘από το’ ή του ‘προς το’ ή του ‘με το’: δύο λέξεων, μιας πρόθεσης και ενός άρθρου, που ανήκουνε σε διαφορετικές φράσεις. Άρα δεν μπορεί να πρόκειται για έλλειψη: η έλλειψη ‘εξαφανίζει’ μόνον φράσεις, όχι λίγη φράση από ’δω και λίγη φράση από ’κει.
Δείτε και το εξής: ‘πήγε νοσοκομείο’ δεν μπορεί να σημαίνει ‘πήγε σε νοσοκομείο’. Αν κάποιος σας πει «μετά το ατύχημα πήγε νοσοκομείο να του βάλουν ράμματα», θα καταλάβετε ότι πήγε στο νοσοκομείο, σε συγκεκριμένο νοσοκομείο, όχι σε ένα κάποιο νοσοκομείο. Στο τραγούδι «πήγα σε μάγισσες, σε χαρτορίχτρες», ο στίχος δε θα μπορούσε να είναι «πήγα μάγισσες, χαρτορίχτρες» – και για μετρικούς αλλά και για γραμματικούς λόγους. Επιπλέον, συνήθως δεν μπορούμε να παραλείψουμε το «στο», «στα» κτλ. άμα η ονοματική φράση είναι πιο σύνθετη. Έτσι, λέμε «πήγα φούρνο και καθαριστήριο» αλλά όχι *«πήγα μεγάλο φούρνο και καθαριστήριο απέναντι». Θα πούμε «πήγα στον μεγάλο φούρνο και στο καθαριστήριο απέναντι».
Συνεπώς αυτά τα «γυμνά» ουσιαστικά που δηλώνουν κίνηση σε τόπο δεν αποτελούν περιπτώσεις ελλείψεως. Φαίνεται ότι το φαινόμενο είναι μορφολογικό. Αυτό δε σημαίνει ότι δε διέπεται από αδίδακτους αλλά λεπτοφυείς περιορισμούς, μάλιστα είδαμε μερικούς στην προηγούμενη παράγραφο. Σημαίνει ωστόσο ότι, αν και επιφανειακά μοιάζει με έλλειψη, ένα συντακτικό φαινόμενο, στην πραγματικότητα διαφέρει και στη δομή του και στο πώς δουλεύει.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 25ης Ιανουαρίου 2009]
Στα σύγχρονα ελληνικά μπορούμε να μιλήσουμε για κίνηση σε τόπο χωρίς να χρησιμοποιήσουμε την τοπική πρόθεση ‘σε’. Έτσι, πάμε πλατεία, Ιταλία ή γήπεδο, ερχόμαστε κολυμβητήριο, Λεμεσό ή σπίτι. Αυτοί οι τύποι, όπου ένα ‘γυμνό’ ουσιαστικό φαίνεται να δηλώνει την κίνηση σε τόπο, συνυπάρχουν φυσικά με τους αντίστοιχους εμπρόθετους: έτσι, επίσης, πάμε στην πλατεία, στην Ιταλία ή στο γήπεδο, ερχόμαστε στο κολυμβητήριο, στη Λεμεσό ή στο σπίτι. Σήμερα θα δούμε πώς λειτουργεί αυτή η προαιρετική απαλοιφή του ‘στο’, του ‘στη’ κτλ.
Η δομή της σιωπής
Στη γλωσσολογία γνωρίζουμε καλά πως στη γλώσσα ακόμα και ό,τι παραλείπεται ανήκει σε γραμματική δομή και διαθέτει γραμματική δομή. Ειδικά για τα ελληνικά, και όπως αναλύει και εξηγεί ο Jason Merchant σε πρόσφατη μονογραφία του, δεν μπορούμε να απαλείψουμε οτιδήποτε ή οπουδήποτε. Έτσι, όντως «τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται», αλλά πρέπει να έχουν το μέγεθος και τη δομική θέση μιας κανονικής φράσης. Αυτό είναι το φαινόμενο της έλλειψης και ένα πολύ απλό παράδειγμα που το σκιαγραφεί είναι το εξής:
Αν πάτε για ψώνια και γυρίσετε (στο) σπίτι, ίσως σας ρωτήσει κάποιος από την οικογένεια «Αγόρασες μήλα τελικά;». Μπορείτε να απαντήσετε με μια ολόκληρη πρόταση, λ.χ. «αγόρασα δύο κιλά πράσινα μήλα», αλλά μάλλον όλο και κάτι θα αφήσετε απ’ έξω. Έτσι, μπορείτε να παραλείψετε το ουσιαστικό ‘μήλα’ και να πείτε «αγόρασα δύο κιλά πράσινα» (κι όχι, λ.χ., κόκκινα). Μπορείτε επίσης να παραλείψετε τον ‘πυρήνα’ της ονοματικής φράσης «πράσινα μήλα» και να πείτε «αγόρασα δύο κιλά». Μπορείτε πάλι να παραλείψετε ολόκληρη την ονοματική φράση «δύο κιλά πράσινα μήλα» και να πείτε «αγόρασα». Μπορείτε επίσης να παραλείψετε το ρήμα «αγόρασα» και να πείτε «δύο κιλά πράσινα μήλα». Άκόμα, μπορείτε να παραλείψετε το ρήμα «αγόρασα» και τον ‘πυρήνα’ της ονοματικής φράσης, λέγοντας «δύο κιλά». Ωστόσο, δεν μπορείτε να πείτε, π.χ., «αγόρασα δύο» (εννοώντας ‘δύο κιλά’) ή «κιλά πράσινα μήλα» – αφού και στις δύο περιπτώσεις το κομμάτι που προσπαθείτε να απαλείψετε δεν είναι φράση. Όπως λέει κι ο Merchant, που συνοψίζει έρευνα τεσσάρων δεκαετιών, «ακόμα και η σιωπή έχει δομή».
Άλλης μορφής σιωπή
Η επόμενη ερώτηση λοιπόν είναι εάν τα γυμνά ουσιαστικά αποτελούνε μια περίπτωση ελλείψεως. Ας επικεντρωθούμε σε ένα παράδειγμα όπως ‘πήγε νοσοκομείο’, που μπορεί προαιρετικά να ειπωθεί αντί για το ‘πήγε στο νοσοκομείο’. Το ‘στο’ δεν αποτελεί συντακτική φράση ή συντακτική μονάδα, πρόκειται για ένα μορφολογικό αμάλγαμα που συγκεράζει την πρόθεση ‘σε’ και το άρθρο ‘το’ – το οποίο όμως ανήκει στην ονοματική φράση. Το ‘στο’ δηλαδή είναι συντακτικά αντίστοιχο του ‘από το’ ή του ‘προς το’ ή του ‘με το’: δύο λέξεων, μιας πρόθεσης και ενός άρθρου, που ανήκουνε σε διαφορετικές φράσεις. Άρα δεν μπορεί να πρόκειται για έλλειψη: η έλλειψη ‘εξαφανίζει’ μόνον φράσεις, όχι λίγη φράση από ’δω και λίγη φράση από ’κει.
Δείτε και το εξής: ‘πήγε νοσοκομείο’ δεν μπορεί να σημαίνει ‘πήγε σε νοσοκομείο’. Αν κάποιος σας πει «μετά το ατύχημα πήγε νοσοκομείο να του βάλουν ράμματα», θα καταλάβετε ότι πήγε στο νοσοκομείο, σε συγκεκριμένο νοσοκομείο, όχι σε ένα κάποιο νοσοκομείο. Στο τραγούδι «πήγα σε μάγισσες, σε χαρτορίχτρες», ο στίχος δε θα μπορούσε να είναι «πήγα μάγισσες, χαρτορίχτρες» – και για μετρικούς αλλά και για γραμματικούς λόγους. Επιπλέον, συνήθως δεν μπορούμε να παραλείψουμε το «στο», «στα» κτλ. άμα η ονοματική φράση είναι πιο σύνθετη. Έτσι, λέμε «πήγα φούρνο και καθαριστήριο» αλλά όχι *«πήγα μεγάλο φούρνο και καθαριστήριο απέναντι». Θα πούμε «πήγα στον μεγάλο φούρνο και στο καθαριστήριο απέναντι».
Συνεπώς αυτά τα «γυμνά» ουσιαστικά που δηλώνουν κίνηση σε τόπο δεν αποτελούν περιπτώσεις ελλείψεως. Φαίνεται ότι το φαινόμενο είναι μορφολογικό. Αυτό δε σημαίνει ότι δε διέπεται από αδίδακτους αλλά λεπτοφυείς περιορισμούς, μάλιστα είδαμε μερικούς στην προηγούμενη παράγραφο. Σημαίνει ωστόσο ότι, αν και επιφανειακά μοιάζει με έλλειψη, ένα συντακτικό φαινόμενο, στην πραγματικότητα διαφέρει και στη δομή του και στο πώς δουλεύει.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 25ης Ιανουαρίου 2009]
30/11/08
Η διδασκαλία της γραμματικής των αγγλικών
Είναι περιττό, νομίζω, να κάτσει κάποιος να περιγράψει τη σημασία της αγγλομάθειας και εν γένει της πολυγλωσσίας στον σημερινό κόσμο. Κοινός τόπος λοιπόν η αυξανόμενη σημασία της γλωσσομάθειας: ενώ σε περασμένες δεκαετίες μέτραγε ως ένα έξτρα προσόν ή μια παραπάνω δεξιότητα για πρακτικούς-επαγγελματικούς σκοπούς, σήμερα είναι απαραίτητη σε βαθμό που φαίνεται να έχει τη σημασία που είχε ο αλφαβητισμός πριν μερικές δεκαετίες: ενός αναγκαίου κοινωνικού εφοδίου.
Μια ολίγη από ‘γραμματική της αγγλικής’
Όπως έχω ξαναγράψει, η κατανόηση των γλωσσικών φαινομένων έχει κάνει θεαματικά άλματα τα τελευταία πενήντα χρόνια. Διαπιστώνει όμως κανείς ότι ένα απελπιστικά μικρό κομμάτι αυτών των περιγραφών και των ανακαλύψεων πάνω στα γραμματικά φαινόμενα έχει διηθηθεί στα εγχειρίδια και τις μεθόδους διδασκαλίας της γραμματικής.
Εστιάζοντας στη διδασκαλία της γραμματικής ξένων γλωσσών, όπως τα αγγλικά, διαπιστώνουμε ότι εξετάζει μόνο ένα περιορισμένο σώμα γραμματικών φαινομένων, το οποίο διδάσκεται συστηματικά: ένα σώμα που ελάχιστα έχει αλλάξει ή εμπλουτιστεί τις τελευταίες δεκαετίες. Έτσι, όταν διδάσκουμε γραμματική της αγγλικής, διδάσκουμε κυρίως τα εξής:
Πρώτον, τους χρόνους του ρήματος, την παθητική φωνή και την αναθετικότητα (causatives), δεύτερον, τον υποταγμένο λόγο, δηλαδή τη σχέση εξάρτησης μεταξύ δύο προτάσεων (πώς λ.χ. θα εκφράσουμε στα αγγλικά σχέσεις όπως ‘δε θυμάμαι να έσβησα το φως’ ή ‘προσπάθησε να μην αργήσεις’ κ.ο.κ.), με έμφαση στον πλάγιο λόγο (π.χ. ‘είπε ότι θα ερχόταν’), τρίτον τον σχηματισμό των ερωτήσεων. Μετά έρχονται η παραγωγή λέξεων (όπως πώς να δημιουργούμε επίθετα από ρήματα), η χρήση των προθέσεων (on, in, at) και άλλα θέματα.
Τι παραλείπεται
Αν θα έπρεπε να απαριθμήσω τα γραμματικά φαινόμενα της αγγλικής που δεν περιγράφονται και δε διδάσκονται – και δε μιλάω για δευτερεύοντες ή περιφερειακούς κανόνες – δε θα μου έφτανε ολόκληρη η σελίδα. Ένα δεύτερο πρόβλημα ειναι ότι οι γραμματικές δομές που τελικά διδάσκονται δεν είναι εκείνες που πράγματι δυσκολεύουν περισσότερο τους ελληνόφωνους που μαθαίνουν αγγλικά. Ουσιαστικά, η συλλογή των γραμματικών φαινομένων που διδάσκονται στα σχολεία και στα φροντιστήρια δεν αποτελείται ούτε από τα πιο βασικά φαινόμενα της αγγλικής, ούτε από εκείνα τα οποία θα παρουσίαζαν τις περισσότερες δυσκολίες για τον ελληνόφωνο μαθητή.
Τέλος, υπάρχουν ολόκληρες περιοχές της γραμματικής της αγγλικής, όπως η Φωνολογία, η γραμματική αναπαράσταση των φθόγγων και της προσωδίας της γλώσσας, που είτε δε διδάσκονται σχεδόν ποτέ ή παρουσιάζονται στοιχειωδώς, ως λ.χ. οδηγίες για την προφορά συγκεκριμένων γραμμάτων, φθόγγων ή μεμονωμένων λέξεων. Αυτό το τελευταίο είναι σοβαρότατο πρόβλημα και αποτελεί μεγάλο κενό στη διδασκαλία της αγγλικής γραμματικής, ακριβώς επειδή τα αγγλικά και τα ελληνικά διαφέρουν φωνολογικώς τόσο καίρια μεταξύ τους, όπως συζητούσαμε και την προηγούμενη φορά.
Μια διεπιστημονική λύση
Νομίζω πως τα παραπάνω σκιαγράφησαν κάποια βασικά προβλήματα στη διδασκαλία της γραμματικής της αγγλικής ως ξένης γλώσσας και, τουλάχιστον, την ανάγκη να ξανασκεφτούμε και να ξανασχεδιάσουμε τη διδασκαλία της αγγλικής γραμματικής. Πώς όμως πρέπει να προχωρήσουμε;
Κατ’ αρχήν χρειαζόμαστε πλήρεις και επιστημονικές γραμματικές περιγραφές της αγγλικής γλώσσας. Ευτυχώς υπάρχουν τουλάχιστον δύο μνημειώδεις, λεπτομερέστατες αλλά και διαφωτιστικότατες αγγλικές γραμματικές: η μία, των Quirk, Greenbaum, Leech και Svartvik βγήκε το 1980 (κι έχει γνωρίσει απανωτές επανεκδόσεις): A grammar of contemporary English. Η δεύτερη, The Cambridge grammar of the English language, των Huddleston, Pullum και Bauer, κυκλοφόρησε το 2002.
Με βάση λοιπόν μια γερή γραμματική μπορούμε να έχουμε πλήρη εποπτεία και σωστή περιγραφή των δομών και των φαινομένων που πρέπει να διδαχτούν. Πώς όμως θα καταρτίσουμε την ακριβή ύλη και τις μεθόδους διδασκαλίας; Εδώ φυσικά θα χρειαστούμε τη συνδρομή της Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας.
Επιπλέον, πρέπει βεβαιωθούμε ότι τα φαινόμενα στα οποία θα ρίξουμε το βάρος της διδασκαλίας είναι αυτά στα οποία οι μαθητές μας θα δυσκολεύονται. Γι’ αυτό τον σκοπό χρειάζεται να ανατρέξουμε στη βιβλιογραφία στην Κατάκτηση Δεύτερης Γλώσσας (Second Language Acquisition), όπου μελετάται ποιες δομές είναι ‘δύσκολες’ και για τους ομιλητές ποιων γλωσσών. Λόγου χάρη, γνωρίζουμε ότι οι ελληνόφωνοι μαθητές δυσκολεύονται στην κατάκτηση του κανόνα του υποχρεωτικού υποκειμένου της αγγλικής (π.χ. το it στο ‘it is clear that she is deranged’) και στις συνέπειές του.
Εν κατακλείδι, χρειάζεται μια φρέσκια και διεπιστημονική προσέγγιση στη διδασκαλία της γραμματικής των αγγλικών ως ξένης γλώσσας.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 30ης Νοεμβρίου 2008]
Μια ολίγη από ‘γραμματική της αγγλικής’
Όπως έχω ξαναγράψει, η κατανόηση των γλωσσικών φαινομένων έχει κάνει θεαματικά άλματα τα τελευταία πενήντα χρόνια. Διαπιστώνει όμως κανείς ότι ένα απελπιστικά μικρό κομμάτι αυτών των περιγραφών και των ανακαλύψεων πάνω στα γραμματικά φαινόμενα έχει διηθηθεί στα εγχειρίδια και τις μεθόδους διδασκαλίας της γραμματικής.
Εστιάζοντας στη διδασκαλία της γραμματικής ξένων γλωσσών, όπως τα αγγλικά, διαπιστώνουμε ότι εξετάζει μόνο ένα περιορισμένο σώμα γραμματικών φαινομένων, το οποίο διδάσκεται συστηματικά: ένα σώμα που ελάχιστα έχει αλλάξει ή εμπλουτιστεί τις τελευταίες δεκαετίες. Έτσι, όταν διδάσκουμε γραμματική της αγγλικής, διδάσκουμε κυρίως τα εξής:
Πρώτον, τους χρόνους του ρήματος, την παθητική φωνή και την αναθετικότητα (causatives), δεύτερον, τον υποταγμένο λόγο, δηλαδή τη σχέση εξάρτησης μεταξύ δύο προτάσεων (πώς λ.χ. θα εκφράσουμε στα αγγλικά σχέσεις όπως ‘δε θυμάμαι να έσβησα το φως’ ή ‘προσπάθησε να μην αργήσεις’ κ.ο.κ.), με έμφαση στον πλάγιο λόγο (π.χ. ‘είπε ότι θα ερχόταν’), τρίτον τον σχηματισμό των ερωτήσεων. Μετά έρχονται η παραγωγή λέξεων (όπως πώς να δημιουργούμε επίθετα από ρήματα), η χρήση των προθέσεων (on, in, at) και άλλα θέματα.
Τι παραλείπεται
Αν θα έπρεπε να απαριθμήσω τα γραμματικά φαινόμενα της αγγλικής που δεν περιγράφονται και δε διδάσκονται – και δε μιλάω για δευτερεύοντες ή περιφερειακούς κανόνες – δε θα μου έφτανε ολόκληρη η σελίδα. Ένα δεύτερο πρόβλημα ειναι ότι οι γραμματικές δομές που τελικά διδάσκονται δεν είναι εκείνες που πράγματι δυσκολεύουν περισσότερο τους ελληνόφωνους που μαθαίνουν αγγλικά. Ουσιαστικά, η συλλογή των γραμματικών φαινομένων που διδάσκονται στα σχολεία και στα φροντιστήρια δεν αποτελείται ούτε από τα πιο βασικά φαινόμενα της αγγλικής, ούτε από εκείνα τα οποία θα παρουσίαζαν τις περισσότερες δυσκολίες για τον ελληνόφωνο μαθητή.
Τέλος, υπάρχουν ολόκληρες περιοχές της γραμματικής της αγγλικής, όπως η Φωνολογία, η γραμματική αναπαράσταση των φθόγγων και της προσωδίας της γλώσσας, που είτε δε διδάσκονται σχεδόν ποτέ ή παρουσιάζονται στοιχειωδώς, ως λ.χ. οδηγίες για την προφορά συγκεκριμένων γραμμάτων, φθόγγων ή μεμονωμένων λέξεων. Αυτό το τελευταίο είναι σοβαρότατο πρόβλημα και αποτελεί μεγάλο κενό στη διδασκαλία της αγγλικής γραμματικής, ακριβώς επειδή τα αγγλικά και τα ελληνικά διαφέρουν φωνολογικώς τόσο καίρια μεταξύ τους, όπως συζητούσαμε και την προηγούμενη φορά.
Μια διεπιστημονική λύση
Νομίζω πως τα παραπάνω σκιαγράφησαν κάποια βασικά προβλήματα στη διδασκαλία της γραμματικής της αγγλικής ως ξένης γλώσσας και, τουλάχιστον, την ανάγκη να ξανασκεφτούμε και να ξανασχεδιάσουμε τη διδασκαλία της αγγλικής γραμματικής. Πώς όμως πρέπει να προχωρήσουμε;
Κατ’ αρχήν χρειαζόμαστε πλήρεις και επιστημονικές γραμματικές περιγραφές της αγγλικής γλώσσας. Ευτυχώς υπάρχουν τουλάχιστον δύο μνημειώδεις, λεπτομερέστατες αλλά και διαφωτιστικότατες αγγλικές γραμματικές: η μία, των Quirk, Greenbaum, Leech και Svartvik βγήκε το 1980 (κι έχει γνωρίσει απανωτές επανεκδόσεις): A grammar of contemporary English. Η δεύτερη, The Cambridge grammar of the English language, των Huddleston, Pullum και Bauer, κυκλοφόρησε το 2002.
Με βάση λοιπόν μια γερή γραμματική μπορούμε να έχουμε πλήρη εποπτεία και σωστή περιγραφή των δομών και των φαινομένων που πρέπει να διδαχτούν. Πώς όμως θα καταρτίσουμε την ακριβή ύλη και τις μεθόδους διδασκαλίας; Εδώ φυσικά θα χρειαστούμε τη συνδρομή της Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας.
Επιπλέον, πρέπει βεβαιωθούμε ότι τα φαινόμενα στα οποία θα ρίξουμε το βάρος της διδασκαλίας είναι αυτά στα οποία οι μαθητές μας θα δυσκολεύονται. Γι’ αυτό τον σκοπό χρειάζεται να ανατρέξουμε στη βιβλιογραφία στην Κατάκτηση Δεύτερης Γλώσσας (Second Language Acquisition), όπου μελετάται ποιες δομές είναι ‘δύσκολες’ και για τους ομιλητές ποιων γλωσσών. Λόγου χάρη, γνωρίζουμε ότι οι ελληνόφωνοι μαθητές δυσκολεύονται στην κατάκτηση του κανόνα του υποχρεωτικού υποκειμένου της αγγλικής (π.χ. το it στο ‘it is clear that she is deranged’) και στις συνέπειές του.
Εν κατακλείδι, χρειάζεται μια φρέσκια και διεπιστημονική προσέγγιση στη διδασκαλία της γραμματικής των αγγλικών ως ξένης γλώσσας.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 30ης Νοεμβρίου 2008]
2/11/08
Ο νέος αρχαϊσμός
Αρχαϊσμός και υπερδιόρθωση
Ο Γιάννης Χάρης αρθρογραφεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια για γλωσσικά θέματα και ενδέχεται να είναι ο οξυδερκέστερος παρατηρητής και αναλυτής τους ανάμεσα σε όσους καταπιάνονται με τη γλώσσα στον ελληνικό τύπο. Η προσοχή και η ακρίβεια στις περιγραφές του συνοδεύονται πολύ συχνά από συναρπαστική απλότητα αλλά και από πετυχημένη εκλαΐκευση των ευρημάτων της γλωσσικής επιστήμης. Πολλά κείμενά του αποτελούν παραδείγματα του πώς πρέπει να προσεγγίζουμε γενικά τη γλώσσα και τα γλωσσικά ζητήματα: χωρίς να προσκυνούμε τις προκαταλήψεις μας και προσπαθώντας να είμαστε περισσότερο φιλοπερίεργοι παρά επικριτικοί – όπως τονίζει στο διαδικτυακό Language Log ο Mark Liberman.
Ο Γ. Χάρης έχει ασχοληθεί επανειλημμένα στα κείμενά του στην εφημερίδα τα Νέα με τις αρχαϊστικές τάσεις στη σύγχρονη χρήση της ελληνικής. Παραθέτει πλήθος παραδειγμάτων, σταχυολογημένων με υπομονή και επιμέλεια: αρχαϊστικών γραμματικών τύπων και λέξεων όπως «του πολυπραγμονήσαντος» και «επιλαγχάνουν», νεοαρχαϊσμών όπως «αρνείτο», τη γενίκευση χρήσης ρημάτων όπως το ‘λαμβάνω’ και, ακόμα, σόλοικες συντάξεις με γενική ρημάτων όπως ‘διαφεύγω’ ή ‘μετέρχομαι’ (δηλαδή για τη μόδα του, λ.χ., «διαφεύγω της σύλληψης» αντί «διαφεύγω τη σύλληψη»).
Ο Χάρης ορθώς επισημαίνει τα παραπάνω παραδείγματα και τα όμοιά τους ως περιπτώσεις υπερδιόρθωσης, της παραγωγής και χρήσης δηλαδή καινοπαγών τύπων που μοιάζουν πιο σωστοί – κι ας είναι αρκετές φορές αδόκιμοι ή και αντιγραμματικοί. Η υπερδιόρθωση είναι η διαδικασία που δίνει τα ‘αποδέκτηκε’, ‘παιγνίδια’, ‘αβάστακτος’ και ‘ελέγκτηκε’ στην Κοινή Νεοελληνική της Κύπρου (‘Περί Γλώσσας’ της 22ης Ιουλίου 2007), ενώ στο παρελθόν μάς έδωσε τις γνωστές ελληνικούρες αλλά και την προφορά των νι-δέλτα ως ‘νδ’ αντί για ‘nd’, η οποία με τη σειρά της μας εξανάγκασε να ξαναορθογραφήσουμε τις λέξεις ‘άνδρας’ και ‘δένδρο’ ως ‘άντρας’ και ‘δέντρο’ – ώστε να αποδίδεται η παλιότερη και ‘λαϊκότερη’ προφορά τους...
Η εξήγηση του φαινομένου
Πώς ερμηνεύεται όμως αυτό το κύμα υπερδιόρθωσης; Ο Γ. Χάρης σε άρθρο του της 18ης Οκτωβρίου εκφράζει τη γνώμη ότι η χρήση γραμματικών αρχαϊσμών (π.χ. ‘εσχηκότες’) και εξαρχαϊσμών (π.χ. ‘του πλέκειν’) καθώς και η εντατική χρήση σπάνιων λόγιων λέξεων (π.χ. ‘οψέποτε’ ή ‘κρύβδην’) αποτελούν συμπτώματα «απαξίωσης της [δημοτικής] γλώσσας» και της παλινόρθωσης μιας νεοσυντηρητικής ιδεολογίας.
Αυτή η γνώμη σίγουρα έχει βάση: πολλές υπερδιορθωτικές τάσεις είναι κοινωνιογλωσσικού χαρακτήρα, συνέπεια συνειδητής στροφής προς τη λόγια γλώσσα. Ωστόσο, δεν αρκούν η επίδειξη λογιότητας και ο νεοσυντηρητισμός για να εξηγήσουν πλήρως το φαινόμενο. Λόγου χάρη, ο Θ. Μωυσιάδης, που στο μπλογκ του Linguarium καταπιάνεται με το ίδιο πάνω-κάτω ζήτημα, επισημαίνει καίρια τη λειτουργική ευκολία του να χρησιμοποιούμε εξαρχαϊσμένους ρηματικούς τύπους στον παρατατικό όπως λ.χ. ‘διερωτώντο’ (πλάι στο ‘αναρωτιόνταν’) ή ‘αφορμώντο’ (αντί για ‘αφορμούνταν’ ή αντί για τις υπό στιγματισμό διαλεκτικές παραλλαγές του).
Έτσι, χωρίς να αρνείται κανείς ότι η χρήση λόγιου και εξαρχαϊσμένου λόγου μπορεί να είναι ένας τρόπος απλώς να κάνουμε φιγούρα (δείτε κι όσα έγραφα στις 22 Ιουνίου, άλλωστε), δεν αποτελούν όλες οι περιπτώσεις (εξ)αρχαϊσμού τσαλίμια και δεν έχουν απαραίτητα ιδεολογικό χαρακτήρα: κάποιες φορές, ένας τύπος σαν το ‘ετίθετο’ είναι η εύκολη λύση που συμπληρώνει ένα μορφολογικό κενό.
Ο αρχαϊσμός ως δανεισμός
Τέλος, ο Γ. Χάρης στο παραπάνω άρθρο κάνει μια έκκληση:
Γενικότερα, η γλωσσική αλλαγή, όποιες κι αν είναι οι εκάστοτε αφορμές της και όποια κι αν είναι η «κατεύθυνσή» της, δεν αποτελεί μια διαδικασία αντικατάστασης μιας ξεκάθαρα περι(γε)γραμμένης ποικιλίας (λ.χ. «κοινή νεοελληνική») από μια άλλη (λ.χ. «αρχαΐζουσα κοινή νεοελληνική»), παρά μια διεργασία με εξωτερικές-κοινωνικοϊδεολογικές όσο και εσωτερικές-ενδογλωσσικές αιτίες.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 2ης Νοεμβρίου 2008]
Ο Γιάννης Χάρης αρθρογραφεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια για γλωσσικά θέματα και ενδέχεται να είναι ο οξυδερκέστερος παρατηρητής και αναλυτής τους ανάμεσα σε όσους καταπιάνονται με τη γλώσσα στον ελληνικό τύπο. Η προσοχή και η ακρίβεια στις περιγραφές του συνοδεύονται πολύ συχνά από συναρπαστική απλότητα αλλά και από πετυχημένη εκλαΐκευση των ευρημάτων της γλωσσικής επιστήμης. Πολλά κείμενά του αποτελούν παραδείγματα του πώς πρέπει να προσεγγίζουμε γενικά τη γλώσσα και τα γλωσσικά ζητήματα: χωρίς να προσκυνούμε τις προκαταλήψεις μας και προσπαθώντας να είμαστε περισσότερο φιλοπερίεργοι παρά επικριτικοί – όπως τονίζει στο διαδικτυακό Language Log ο Mark Liberman.
Ο Γ. Χάρης έχει ασχοληθεί επανειλημμένα στα κείμενά του στην εφημερίδα τα Νέα με τις αρχαϊστικές τάσεις στη σύγχρονη χρήση της ελληνικής. Παραθέτει πλήθος παραδειγμάτων, σταχυολογημένων με υπομονή και επιμέλεια: αρχαϊστικών γραμματικών τύπων και λέξεων όπως «του πολυπραγμονήσαντος» και «επιλαγχάνουν», νεοαρχαϊσμών όπως «αρνείτο», τη γενίκευση χρήσης ρημάτων όπως το ‘λαμβάνω’ και, ακόμα, σόλοικες συντάξεις με γενική ρημάτων όπως ‘διαφεύγω’ ή ‘μετέρχομαι’ (δηλαδή για τη μόδα του, λ.χ., «διαφεύγω της σύλληψης» αντί «διαφεύγω τη σύλληψη»).
Ο Χάρης ορθώς επισημαίνει τα παραπάνω παραδείγματα και τα όμοιά τους ως περιπτώσεις υπερδιόρθωσης, της παραγωγής και χρήσης δηλαδή καινοπαγών τύπων που μοιάζουν πιο σωστοί – κι ας είναι αρκετές φορές αδόκιμοι ή και αντιγραμματικοί. Η υπερδιόρθωση είναι η διαδικασία που δίνει τα ‘αποδέκτηκε’, ‘παιγνίδια’, ‘αβάστακτος’ και ‘ελέγκτηκε’ στην Κοινή Νεοελληνική της Κύπρου (‘Περί Γλώσσας’ της 22ης Ιουλίου 2007), ενώ στο παρελθόν μάς έδωσε τις γνωστές ελληνικούρες αλλά και την προφορά των νι-δέλτα ως ‘νδ’ αντί για ‘nd’, η οποία με τη σειρά της μας εξανάγκασε να ξαναορθογραφήσουμε τις λέξεις ‘άνδρας’ και ‘δένδρο’ ως ‘άντρας’ και ‘δέντρο’ – ώστε να αποδίδεται η παλιότερη και ‘λαϊκότερη’ προφορά τους...
Η εξήγηση του φαινομένου
Πώς ερμηνεύεται όμως αυτό το κύμα υπερδιόρθωσης; Ο Γ. Χάρης σε άρθρο του της 18ης Οκτωβρίου εκφράζει τη γνώμη ότι η χρήση γραμματικών αρχαϊσμών (π.χ. ‘εσχηκότες’) και εξαρχαϊσμών (π.χ. ‘του πλέκειν’) καθώς και η εντατική χρήση σπάνιων λόγιων λέξεων (π.χ. ‘οψέποτε’ ή ‘κρύβδην’) αποτελούν συμπτώματα «απαξίωσης της [δημοτικής] γλώσσας» και της παλινόρθωσης μιας νεοσυντηρητικής ιδεολογίας.
Αυτή η γνώμη σίγουρα έχει βάση: πολλές υπερδιορθωτικές τάσεις είναι κοινωνιογλωσσικού χαρακτήρα, συνέπεια συνειδητής στροφής προς τη λόγια γλώσσα. Ωστόσο, δεν αρκούν η επίδειξη λογιότητας και ο νεοσυντηρητισμός για να εξηγήσουν πλήρως το φαινόμενο. Λόγου χάρη, ο Θ. Μωυσιάδης, που στο μπλογκ του Linguarium καταπιάνεται με το ίδιο πάνω-κάτω ζήτημα, επισημαίνει καίρια τη λειτουργική ευκολία του να χρησιμοποιούμε εξαρχαϊσμένους ρηματικούς τύπους στον παρατατικό όπως λ.χ. ‘διερωτώντο’ (πλάι στο ‘αναρωτιόνταν’) ή ‘αφορμώντο’ (αντί για ‘αφορμούνταν’ ή αντί για τις υπό στιγματισμό διαλεκτικές παραλλαγές του).
Έτσι, χωρίς να αρνείται κανείς ότι η χρήση λόγιου και εξαρχαϊσμένου λόγου μπορεί να είναι ένας τρόπος απλώς να κάνουμε φιγούρα (δείτε κι όσα έγραφα στις 22 Ιουνίου, άλλωστε), δεν αποτελούν όλες οι περιπτώσεις (εξ)αρχαϊσμού τσαλίμια και δεν έχουν απαραίτητα ιδεολογικό χαρακτήρα: κάποιες φορές, ένας τύπος σαν το ‘ετίθετο’ είναι η εύκολη λύση που συμπληρώνει ένα μορφολογικό κενό.
Ο αρχαϊσμός ως δανεισμός
Τέλος, ο Γ. Χάρης στο παραπάνω άρθρο κάνει μια έκκληση:
Αν δηλαδή αποφασίσει η γλωσσική κοινότητα να μιλάει ακόμα και σκέτη καθαρεύουσα ή έστω ένα αρχαΐζον υβριδικό γλωσσικό ιδίωμα, ας μιλάει καθαρεύουσα: να το ξέρουμε όμως ότι πρόκειται για καθαρεύουσα.Νομίζω όμως ότι το απόσπασμα περιέχει δύο παρανοήσεις. Κατ’ αρχήν η γλωσσική κοινότητα δεν πρόκειται να ‘αποφασίσει’ να χρησιμοποιεί τη μια ή την άλλη ποικιλία συνειδητά, κάτι τέτοιο συμβαίνει σπανιότατα. Επίσης, η εισαγωγή και κατασκευή λογίων και (νεο)αρχαϊζόντων τύπων στη σύγχρονη ελληνική έχει τελικά τον χαρακτήρα δανεισμού, όπως είδαμε και πάλι από αυτήν εδώ τη στήλη στις 22 Ιουνίου και στις 3 Αυγούστου. Ο δανεισμός όμως έχει ποικίλα κίνητρα και λειτουργίες. Για παράδειγμα, αν παρατηρούνταν μαζικός δανεισμός λ.χ. από την αγγλική, θα είχε άραγε νόημα μια έκκληση να ζητάμε να ανασχεθεί αυτός ο δανεισμός αυτός, εκτός και αν – αντίστοιχα – ‘ξέρουμε ότι μιλάμε αγγλικά’;
Γενικότερα, η γλωσσική αλλαγή, όποιες κι αν είναι οι εκάστοτε αφορμές της και όποια κι αν είναι η «κατεύθυνσή» της, δεν αποτελεί μια διαδικασία αντικατάστασης μιας ξεκάθαρα περι(γε)γραμμένης ποικιλίας (λ.χ. «κοινή νεοελληνική») από μια άλλη (λ.χ. «αρχαΐζουσα κοινή νεοελληνική»), παρά μια διεργασία με εξωτερικές-κοινωνικοϊδεολογικές όσο και εσωτερικές-ενδογλωσσικές αιτίες.
[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 2ης Νοεμβρίου 2008]
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)