Σελίδες

28/3/10

Ανάπτυξη και όχι εκμάθηση

Την προηγούμενη φορά, ξεκινώντας από την παραδοχή μου ότι δεν πρόκειται να μάθω τούρκικα, αναρωτηθήκαμε γιατί οι ενήλικες είναι τόσο κατώτεροι από τα νήπια στη γλωσσική κατάκτηση, κάτι που χαρακτήρισα παράδοξο.

Για να κατανοήσουμε αυτό το παράδοξο, πρέπει να μην αντιμετωπίζουμε τη γλωσσική κατάκτηση ως κλασσική μάθηση. Πράγματι οι ενήλικοι είναι καλύτεροι στο να αποστηθίζουν, να μαθαίνουν κανόνες παιχνιδιών, ιστορία, πώς να συναλλάσσονται με υπηρεσίες κτλ. Η γλώσσα όμως δε μαθαίνεται με αυτόν τον τρόπο, παρά αναπτύσσεται στον άνθρωπο περίπου όπως το περπάτημα ή η σεξουαλική συμπεριφορά. Και οι τρεις είναι εξαιρετικά σύνθετες συμπεριφορές, οι οποίες αποτελούν προϊόν αλληλεπίδρασης μεταξύ βιολογικής ανάπτυξης (ωρίμασης) και κοινωνικού περιβάλλοντος. Η ανάπτυξή και των τριών είναι αναπόφευκτη, καθορίζεται από συγκεκριμένα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, ενώ συντελείται μέσα σε καθορισμένο χρονικό πλαίσιο.

Μενοντας στη γλώσσα, τα ανθρώπινα όντα μεταξύ της γέννησης και πάνω-κάτω του τέταρτου έτους της ηλικίας τους έχουν ενεργή τη βιολογική προδιάθεση να αναπτύξουν γλώσσα, η οποία μετά το έκτο έτος σιγά-σιγά ατονεί, για να σβήσει μέχρι την ενηλικίωση. Κατά την «κρίσιμη περίοδο» αυτή, το παιδί θα απορροφήσει σα σφουγγάρι τη γλώσσα (ή γλώσσες) του περίγυρού του, χωρίς να έχει ανάγκη διδασκαλίας ή ειδικής εξάσκησης: έτσι, αν μεγαλώσει στο Τόκυο, η γλωσσική του ικανότητα θα ‘μεταφραστεί’ σε γιαπωνέζικα, κ.ο.κ.

Η γλωσσική μας ικανότητα παγιώνεται λοιπόν ως μία ή περισσότερες γλώσσες μέχρι το πέρας της κρίσιμης περιόδου. Μετά από εκείνη την ηλικία, η γλωσσική ανάπτυξη, η εκμάθηση δηλαδή μιας «ξένης» γλώσσας, παίρνει ποιοτικά διαφορετικό χαρακτήρα και καθίσταται δυσχερέστερη. Η φωνολογία (δηλαδή η γραμματική των φθόγγων) της μητρικής μας γλώσσας περιορίζει πλέον τις αρθρωτικές και τις αντιληπτικές μας ικανότητες: γι’ αυτό λ.χ. δυσκολευόμαστε στη διάκριση μακρού-βραχέος ι στα ‘sheep’—‘ship’ της αγγλικής. Η μορφολογία (η γραμματική του σχηματισμού λέξεων) της μητρικής μας γλώσσας μάς εμποδίζει να χειριστούμε και να αναλύσουμε ξένες λέξεις με γραμματικά χαρακτηριστικά που δεν απαντούν σε αυτή: έτσι οι ομιλητές της ρωσικής (που δεν έχει οριστικό άρθρο) δυσκολεύονται με τα άρθρα ενώ της τουρκικής (που δεν έχει γραμματικό γένος) με το γραμματικό γένος των ελληνικών. Τέλος, η σύνταξη (η γραμματική του σχηματισμού προτάσεων) επηρεάζει και την κατανόηση αλλά και την παραγωγή προτάσεων σε ξένες γλώσσες: χαρακτηριστικά, ακόμα και προχωρημένοι ελληνόφωνοι ομιλητές της αγγλικής ως ξένης γλώσσας, σχηματίζουν ερωτήσεις χωρίς την αντιστροφή του βοηθητικού, λέγοντας “We can go now?” αντί για “Can we go now?”. Και ούτω καθεξής.

Ένα εύλογο ερώτημα είναι γιατί χρειαζόμαστε ενδιάθετους γλωσσικούς κανόνες για να περιγράψουμε τη διαδικασία της γλωσσικής κατάκτησης. Γιατί, λόγου χάρη, δεν μπορούμε να πούμε ότι μαθαίνουμε τη γλώσσα κάνοντας γενικεύσεις με βάση τη γλώσσα που ακούμε ως μικροί ομιλητές; Άλλωστε, μεγάλο μέρος της κλασσικής μάθησης βασίζεται στην αναλογία και στη γενίκευση: έτσι, αν έχουμε χρησιμοποιήσει κινητό τηλέφωνο, ίσως μπορούμε αναλογικά να χειριστούμε και συσκευές που δεν έχουμε ξαναχρησιμοποιήσει.

Η γλώσσα όμως δε δουλεύει έτσι, μέσω γενίκευσης και αναλογίας. Αναλύοντας χιλιάδες γλωσσικά φαινόμενα σε εκατοντάδες γλώσσες, πάντοτε αναγκαζόμαστε να υποθέσουμε μάλλον σύνθετους κι εξειδικευμένους κανόνες, ακόμα και σε περιπτώσεις φαινομενικά απλών γραμματικών δομών. Οι αναλογικές γενικεύσεις πάντοτε αποτυγχάνουν – όπως άλλωστε ξέρουμε όλοι όσοι προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε «απλά» ένα γραμματικό φαινόμενο.

Τα παραπάνω μόλις αρχίζουν να σκιαγραφούνε μια παραγνωρισμένη αλήθεια: η γλωσσική ικανότητα, κληρονομιά του καθενός από εμάς, αναλφάβητου ή μορφωμένου, είναι σαφώς συνθετότερη από όσο νομίζουμε.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής, της 28ης Μαρτίου 2010]

16/3/10

Διακοπή

Από την εφημερίδα Πολίτης ανακοινώθηκε σήμερα ένας αριθμός αποφάσεων που πάρθηκαν εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης. Ανάμεσά τους είναι η συρρίκνωση του κυριακάτικου Παραθύρου (του πολιτιστικού ένθετου της εφημερίδας που φιλοξενούσε τη στήλη μου) από 12σέλιδο σε 8σέλιδο. Επίσης, η άμεση διακοπή της συνεργασίας της εφημερίδας με εξωτερικούς συνεργάτες, ανάμεσα στους οποίους και εγώ. Ακόμα πιο δυσάρεστη είναι η απόφαση για απόλυση εννέα εργαζομένων στην εφημερίδα.

Όπως αντιλαμβάνεστε, τα παραπάνω συνεπάγονται ότι πλέον δε θα εμφανίζονται κείμενά μου από τον Πολίτη ανά (σχεδόν) τακτά διαστήματα. Επί της αρχής, δε θα είχα αντίρρηση να συνεχίσω να γράφω στην εφημερίδα αφιλοκερδώς. Ωστόσο, αφενός απλώς δεν υπάρχει πλέον ο χώρος που θα φιλοξενούσε κείμενά μου. Αφετέρου, δεν είναι σωστό να συνεισφέρει κανείς δωρεάν υλικό σε εφημερίδες, όταν πολλοί επαγγελματίες πασχίζουν να βιοποριστούν με την πέννα ή το πληκτρολόγιό τους: πολύ απλά, δεν είναι σωστό να χαλάμε την πιάτσα.

Θέλω να ευχαριστήσω τον Πολίτη για την τετραετή φιλοξενία και φροντισμένη παρουσία των περίπου 80 κειμένων μου. Πιο προσωπικά, θέλω να ευχαριστήσω ειλικρινά τις δημοσιογράφους Μερόπη Μωυσέως και Χριστίνα Λάμπρου (συντάκτριες του Παραθύρου) αλλά και τους διορθωτές και όσους μόχθησαν αυτά τα χρόνια στην παραγωγή των κειμένων μου. Επίσης, θέλω να ευχαριστήσω τους αναγνώστες της στήλης για τα σχόλια και την υποστήριξή τους.

Αντιλαμβάνομαι ότι θα συνεχίσω να γράφω στη στήλη Εξ Αφορμής της Καθημερινής, οπότε (αν όλα πάνε καλά) αυτό το μπλογκ θα συνεχίσει να ανανεώνεται τακτικά.

Ε. Φοίβος Παναγιωτίδης

14/3/10

Η Γλωσσολογία στα αθηναϊκά βιβλιοπωλεία

Βιβλιότσαρκα

Πρόσφατα γύρισα τα βιβλιοπωλεία της Αθήνας για να ενημερωθώ για τις καινούργιες εκδόσεις στον χώρο της Γλωσσολογίας. Όπως συνήθως, επισκέφτηκα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία στο κέντρο της πόλης. Τα περισσότερα από αυτά έχουν ένα τμήμα που ονομάζουν «Γλωσσολογία». Σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι δεν πέρασα από εκείνα τα μαγαζιά που διαθέτουν ξενόγλωσσα βιβλία, αφού με ενδιέφερε να ρίξω μια ματιά στις εκδοτικές εξελίξεις, στις νέες γλωσσολογικές εκδόσεις, πάνω στον ευρύτερο τομέα μου στα ελληνικά.

Καινούργιες εκδόσεις

Το θέαμα που αντίκρυσα δεν ήταν ενθαρρυντικό. Δεν είδα καμμία καινούργια έκδοση στη νεοελληνική γλώσσα στον κλάδο της Γλωσσολογίας. Μάλλον είδα, αλλά μόνο δύο: το καινούργιο ετυμολογικό λεξικό της νεοελληνικής που εξέδωσε το Κέντρο Λεξικολογίας, έργο μιας ομάδας επίλεκτων λεξικολόγων και λεξικογράφων υπό τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη, και έναν τιμητικό τόμο για τον Χρίστο Τσολάκη. Κατά τα άλλα, τίποτα. Είναι σαν να πάει κάποιος στο τμήμα αρχιτεκτονικής ενός βιβλιοπωλείου και, από καινούργιες κυκλοφορίες, να βρει λ.χ. έναν τόμο για τον μοντερνισμό στην Κύπρο και ένα αφιέρωμα στον Άρη Κωνσταντινίδη – ή κάτι τέτοιο. Με άλλα λόγια: σημαντικές και οι δύο εκδόσεις αλλά καλύπτουν ένα ελάχιστο μέρος του εκτενούς φάσματος της επιστημονικής μελέτης της γλώσσας.

Τα ράφια της Γλωσσολογίας

Έψαξα λοιπόν για παλιότερα βιβλία. Σε όλα τα βιβλιοπωλεία βρήκα κάποιες περιγραφές διαλέκτων της ελληνικής γλώσσας, πάντοτε καλοδεχούμενες. Βρήκα μελέτες για τη διδασκαλία της γλώσσας – αλλά αυτό δεν είναι ακριβώς Γλωσσολογία. Βρήκα πολλά παλιότερα βιβλία για την ιστορία της Ελληνικής και κάποια συγγράμματα που διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δε βρήκα την ελληνική έκδοση του «Γλωσσικού Ενστίκτου». Δε βρήκα τη «Φωνολογία» των Νέσπορ και Ράλλη. Δε βρήκα την «Εισαγωγή στη Θεωρητική Γλωσσολογία» της Φιλιππάκη-Warburton, την «Εισαγωγή στη μελέτη της γλώσσας», το «Λεξικό γλωσσολογικών όρων» των Κρύσταλ και Ξυδόπουλου, τους «Δέκα μύθους για την ελληνική γλώσσα». Δε βρήκα κανένα βιβλίο του Χριστίδη, του Μπαμπινιώτη ή της Φραγκουδάκη. Τουλάχιστον σε ένα βιβλιοπωλείο υπήρχαν τα δυο βιβλία του Σαραντάκου και ένα του Γ. Χάρη – κι αυτό ήταν όλο.

Γενικά είχα την εντύπωση ότι δεν περιδιάβαινα μια συγκροτημένη συλλογή βιβλίων Γλωσσολογίας προς πώληση, παρά το συμφυρματικό στοκ που βρίσκει κανείς σε στοκατζίδικα και σε βιβλιοπωλεία μεταχειρισμένων βιβλίων. Για να μην είμαι άδικος, πολλές φορές η συλλογή Γλωσσολογίας σε κάποια παλαιοβιβλιοπωλεία είναι πληρέστερη και πιο ισοζυγισμένη από αυτές των μεγάλων βιβλιοπωλείων της πρωτεύουσας του ελληνόφωνου κόσμου…

Και λοιπόν;

Θα πείτε ότι τα παραπάνω δεν είναι τόσο τραγικά. Ωστόσο νομίζω πως είναι για δύο λόγους:

Πρώτον, ενδιαφέρον για τη γλώσσα και τη γλωσσολογία υπάρχει, εντονότατο. Τα περισσότερα γλωσσολογικά βιβλία στα ελληνικά απευθύνονται σε ένα ευρύτερο κοινό και δεν είναι μονογραφίες τεχνικού χαρακτήρα ή συλλογικοί τόμοι που απευθύνονται σε ειδικούς. Γιατί δε φτάνουν στα ράφια των κεντρικών βιβλιοπωλείων;

Ο δεύτερος λόγος που η κατάσταση μοιάζει απογοητευτική είναι ο εξής: οι εκδότες αντιλαμβάνονται ότι το ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό ενδιαφέρεται για γλωσσικά θέματα, για τη Γλωσσολογία και τη μελέτη της Ελληνικής. Επίσης, είναι κατανοητό ότι θα δυσκολεύονταν να εκδώσουν και να προωθήσουν τεχνικού χαρακτήρα γλωσσολογικές μελέτες.

Πώς όμως επιλέγουν να ανταποκριθούν στο ενδιαφέρον του ελληνόφωνου αναγνωστικού κοινού για τη γλώσσα και τη Γλωσσολογία; Κυρίως εκδίδοντας είτε ψευδοεπιστημονικές ανοησίες, όπως βιβλία για την προϊστορική ή εξωγήινη προέλευση της ελληνικής γλώσσας και λεξαριθμικές σολωμονικές, είτε γλωσσαμυντορικούς (και επιπλέον κακογραμμένους και ατεκμηρίωτους) τσελεμεντέδες για «σωστά ελληνικά». Ευτυχώς, πού και πού, βγάζουν και κανα λεξικό ή δοκίμια για τη γλώσσα.

Αυτά λοιπόν θεωρούνται «Γλωσσολογία» από τα μεγάλα βιβλιοπωλεία της Αθήνας: λεξικά, δοκίμια (π.χ. για τη διδακτική της γλώσσας) και – δυστυχώς – πολλά ψευδογλωσσολογικά προϊόντα δημιουργικής γραφής, σταχυολόγησης, αναλογικής σκέψης και πλούσιας φαντασίας.

Δεν ξέρω πώς να κλείσω αυτό το άρθρο. Νομίζω πάντως ότι πρέπει να σοβαρευτούμε.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 14ης Μαρτίου 2010]

28/2/10

Τα μυστήρια του πληθυντικού

Είναι κοινός τόπος: οι προφανείς ερωτήσεις έχουνε συνήθως πραγματικά δύσκολες απαντήσεις. Στη γλώσσα αυτό συμβαίνει συχνά: επειδή η γλώσσα είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης, όταν ασχολούμαστε μαζί της συχνά ξεχνιόμαστε και νομίζουμε ότι κάποια ζητήματα είναι εύκολα και με ξεκάθαρες απαντήσεις. Πολλές φορές όμως δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα.

Ένα, δύο, πολλά

Φανταστείτε ότι σας ρωτούν τι σημαίνει ο πληθυντικός αριθμός. Η προφανής απάντηση είναι «το πλήθος», «τα πολλά». Παράδειγμα: ένα πόδι, δύο πόδια, τρία πόδια – και ούτω καθεξής. Τώρα, κάποιος ομιλητής μιας γλώσσας με δυικό αριθμό, όπως των αρχαίων ημών προγόνων ή των κοινοτικών εταίρων μας Σλοβένων, θα προέβαλλε την ένσταση ότι τα δύο πόδια σίγουρα δεν είναι πολλά ή πλήθος, συναποτελούν ζευγάρι, οπότε καλά κάνουν η κλασσική αττική και τα σλοβένικα που χρησιμοποιούνε τον δυικό αριθμό. Σχετικά με αυτή την ένσταση, μια διατύπωση ότι ο πληθυντικός χρησιμοποιείται για πράγματα περισσότερα από ένα θα μας ξελάσπωνε σχετικά εύκολα.

Θα ξελασπώναμε όμως μόνο προσωρινά. Αν ο πληθυντικός χρησιμοποιούνταν μόνο για να δηλώσει περισσότερα από ένα πράγμα, τότε θα έπρεπε να σχηματίζουνε πληθυντικό μόνον όσα ουσιαστικά είναι αριθμήσιμα, όπως τα ‘γάτα’, ‘βιβλίο’, ‘υπάλληλος’, ‘φουντούκι’ κτλ. Στην πραγματικότητα όμως, πληθυντικό σχηματίζουν και πολλά μη αριθμήσιμα ουσιαστικά. Πάρτε για παράδειγμα το ουσιαστικό ‘κρασί’. Δεν είναι αριθμήσιμο, αφού το κρασί είναι υγρό και γι’ αυτό το φυλάμε και το διακινούμε σε μπουκάλια, νταμιτζάνες, βαρέλια και (δυστυχώς) κουτιά. Υπάρχει πληθυντικός του ‘κρασί’; Βεβαίως: ‘κρασιά’.

Ο πληθυντικός φτιάχνει μονάδες και δοχεία

Τι σημαίνει ο πληθυντικός στο ‘κρασιά’; Ό,τι σημαίνει ο πληθυντικός παρόμοιων μη αριθμήσιμων ουσιαστικών όπως ‘βότκες’, ‘καφέδες’, ‘ζάχαρες’, ‘σοκολάτες’, ‘άμμοι’: ποτήρια ή μπουκάλια βότκα, κούπες ή φλυτζάνια καφέ, κουταλιές ή κούπες ή κύβους ζάχαρη, πλάκες σοκολάτα, σακιά άμμο. Όταν σχηματίζουμε τον πληθυντικό μη αριθμήσιμων ουσιαστικών, κάποτε δε μιλάμε πια για την ίδια την ουσία (π.χ. κρασί ή άμμο) αλλά για πολλά δοχεία (π.χ. κουταλιές, μπουκάλια) ή μονάδες (π.χ. κύβους ζάχαρη ή πλάκες σοκολάτα) που περιέχουν αυτή την ουσία. Άρα, στην περίπτωση του εργολάβου που παραγγέλνει 30 άμμους ή της παρέας που ζητάει 16 μπύρες, εξυπακούεται ότι ο πρώτος παραγγέλνει 30 σακιά άμμο, ενώ η δεύτερη 16 μπουκάλια ή κουτιά μπύρα. Ο πληθυντικός λοιπόν σημαίνει παραπάνω από απλώς ‘πολλά’ ή ‘πλήθος’ σε αυτές τις περιπτώσεις: σημαίνει πολλά δοχεία ή μονάδες από κάτι.

Ο πληθυντικός μετατρέπει τις ουσίες σε είδη

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στα κρασιά. Οι προσεκτικοί αναγνώστες μάλλον παρατήρησαν ότι ‘κρασιά’ ή ‘καφέδες’ δε σημαίνει απαραίτητα ‘μπουκάλια κρασί’ ή ‘ποτήρια κρασί’. Αν πάτε σε ένα μπαρ και ρωτήσετε «τι κρασιά έχετε;», δε θα σας δώσουν τον αριθμό μπουκαλιών που έχουνε στο κελάρι αλλά θα σας απαριθμήσουν μάλλον τα είδη κρασιών που έχουν (ροδίτη, κουμανταρία, μερλό, ξινόμαυρο κτλ.). Το ίδιο συμβαίνει και με τους καφέδες, τα κονιάκ, τις μπύρες, τα ελαιόλαδα, τις σοκολάτες και ούτω καθεξής. Αυτή τη φορά, ο πληθυντικός ενός μη αριθμήσιμου ουσιαστικού το μετατρέπει σε είδη αυτού που εκφράζει το ουσιαστικό.

Ο πληθυντικός δηλώνει και μεγάλη ποσότητα χύμα

Πολλές φορές ο πληθυντικός ουσιαστικών όπως ‘κρασί’ ή ‘ζάχαρη’ ή ‘καπνός’ μπορεί να σημαίνει μεγάλη ποσότητα από αυτά, όπως όταν λέμε «μάζεψε τα κρασιά από το πάτωμα», «πασαλείφτηκα με ζάχαρες», «δάκρυσα από τους καπνούς εκεί μέσα» κτλ. Αυτή όμως η ερμηνεία δεν είναι δυνατή με όλους τους πληθυντικούς μη αριθμήσιμων ουσιαστικών. Έτσι θα πούμε «σκούπισε τα αλεύρια» αλλά μάλλον όχι «*σκούπισε τις μουστάρδες», θα πούμε «με λίγωσαν τα βούτυρα» αλλά μάλλον όχι «*με λίγωσαν οι μαργαρίνες».

Ο πληθυντικός κάνει τα δικά του

Σκεφτείτε τώρα τον πληθυντικό του ‘νερό’. «Νερά» μπορεί να σημαίνει π.χ. μπουκάλια ή ποτήρια νερό, ή είδη νερού (της βρύσης, ανθρακούχο, μεταλλικό, φυσικό, πηγής κτλ.) αλλά μπορεί να σημαίνει και «βροχή» (στα κυπριακά) ή «πολύ νερό» (στη δική μου διάλεκτο). Διαπιστώνει κανείς ότι η σημασία «βροχή» είναι πολύ ιδιαίτερη. Πράγματι, κάποιες φορές ο πληθυντικός μπορεί να αλλάξει ριζικά τη σημασία του ουσιαστικού. Παράδειγμα η λέξη ‘ουρανός’, που δηλώνει κάτι το ένα και μοναδικό. Έχει όμως τύπους στον πληθυντικό, δύο μάλιστα: «ουρανοί» και «ουράνια». Και οι δύο σημαίνουν κάτι σαν «ατμόσφαιρα» ή και «παράδεισος». Τα πράγματα γίνονται πιο περίεργα άμα σκεφτείτε τους πληθυντικούς λέξεων όπως ‘ήθος’ («ήθη» είναι οι συνήθειες), ‘αγάπη’ («αγάπες» είναι πρόσωπα ή πράγματα που αγαπάμε), ‘ξύλο’ (αφού «ξύλα» σημαίνει συνήθως ξύλο ως καύσιμη ύλη) κ.ο.κ.

Η θεωρητική γλωσσολογία έχει αρχίσει να ενοποιεί και να εξηγεί αυτή την ποικιλομορφία μόλις την τελευταία δεκαπενταετία: όντως, καμμιά φορά οι πιο σαφείς ερωτήσεις (όπως τι σημαίνει ο πληθυντικός) προϋποθέτουν εκτενή θεωρητική θεμελίωση για να απαντηθούν.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 28ης Φεβρουαρίου 2010]

14/2/10

Τι ένα άρθρο, τι δύο…

Μια μικρή διαφορά

Έχω δείξει κάμποσες φορές από αυτή τη στήλη ότι κρύβεται απρόσμενη πολυπλοκότητα σε γλωσσικά φαινόμενα που εξ όψεως φαίνονται απλά και μάλλον αδιάφορα. Σκεφτείτε για παράδειγμα την ονοματική φράση ‘το καινούργιο το αμάξι’. Παρόμοιες ονοματικές φράσεις χρησιμοποιούμε καθημερινά. Φανταστείτε τώρα ότι κάποιος που μαθαίνει ελληνικά σας ρωτάει σε τι διαφέρει η φράση ‘το καινούργιο το αμάξι’ από τη φράση ‘το καινούργιο αμάξι’. Μια πρώτη πρόχειρη απάντηση θα ήταν «σε τίποτα». Πράγματι, συνήθως μπορεί να πει κανείς είτε το ένα, είτε το άλλο.

Τα πράγματα αρχίζουν όμως να γίνονται συνθετότερα όταν κοιτάξουμε τη σημασία και τη σειρά των λέξεων στις δύο φράσεις. Ας ξεκινήσουμε από τη σειρά των λέξεων: ενώ μπορούμε να πούμε είτε ‘[το καινούργιο το αμάξι] χάλασε’ είτε ‘[το αμάξι το καινούργιο] χάλασε’, μπορούμε να πούμε μόνο ‘[το καινούργιο αμάξι] χάλασε’ και με τίποτα ‘*[το αμάξι καινούργιο] χάλασε’. Συνεπώς, οι δύο τύποι ονοματικών φράσεων δεν μπορεί να είναι το ίδιο πράγμα. Φαίνεται ότι η παρουσία του δεύτερου άρθρου ‘το’ κατά κάποιον τρόπο απελευθερώνει τη σειρά των λέξεων, την κάνει πιο ευέλικτη –όχι όμως εντελώς ελεύθερη: δεν μπορούμε λ.χ. να πούμε ‘*[το αμάξι καινούργιο το πράσινο] χάλασε’.

Καινούργια αμάξια και ικανά στελέχη

Επιπλέον, η σημασία των δύο τύπων ονοματικών φράσεων μπορεί να είναι πολύ διαφορετική. Όταν λέμε ‘το καινούργιο αμάξι’, απλώς χαρακτηρίζουμε το αμάξι ως καινούργιο. Όταν όμως λέμε ‘το καινούργιο το αμάξι’ ή ‘το αμάξι το καινούργιο’, συνήθως εξυπακούεται ότι υπάρχουν δύο ή τρία αμάξια κι ότι εμείς θέλουμε να μιλήσουμε για το καινούργιο μόνο. Αντίστοιχα, λέγοντας ‘τα ικανά στελέχη της εταιρείας’, απλώς χαρακτηρίζουμε τα στελέχη, ενώ άμα πούμε ‘τα ικανά τα στελέχη της εταιρείας’, συνήθως ξεχωρίζουμε ένα υποσύνολο ικανών στελεχών, υπονοώντας ταυτόχρονα ότι στην εταιρεία υπάρχουν και άλλα, όχι τόσο ικανά στελέχη.

Προτού αποπειραθούμε να αναλύσουμε τη δομή και να εξερευνήσουμε την ερμηνεία κάθε τύπου ονοματικής φράσης, με ένα άρθρο ή με περισσότερα άρθρα, πρέπει πρώτα να δούμε κάποια επιπλέον στοιχεία. Κατ’ αρχήν, μπορούμε κάλλιστα να μιλήσουμε μόνο για τα ικανά στελέχη μιας εταιρείας ακόμα κι όταν χρησιμοποιούμε την ‘απλή’ ονοματική φράση, με μόνον ένα άρθρο, εάν τονίσουμε το επίθετο: ‘απέλυσαν [τα ΙΚΑΝΑ στελέχη]’ σημαίνει σχεδόν το ίδιο με το ‘απέλυσαν [τα ικανά τα στελέχη]’: και στις δυο περιπτώσεις τα μη ικανά στελέχη δεν απολύθηκαν. Επιπλέον, ακόμα και η δομή με τα δύο άρθρα πολλές φορές δεν είναι περιοριστική στην ερμηνεία της. Σκεφτείτε το εξής παράδειγμα: μόλις αγόρασα πρώτο μου και μοναδικό αυτοκίνητο, είναι καινούργιο και το καμαρώνω. Φανταστείτε ότι σχεδόν αμέσως χαλάει (π.χ. κάτι παθαίνουν τα ηλεκτρονικά του) και σας λέω «Μα, χάλασε [το καινούργιο το αμάξι]» ή «Μα, χάλασε [το αμάξι το καινούργιο]». Εδώ δεν ξεχωρίζω ένα καινούργιο αμάξι από άλλα παλιά, αφού έχω μόνον ένα, και το ξέρετε. Απλώς θέλω να δώσω έμφαση στο ότι το αυτοκίνητο είναι καινούργιο, οπότε δε θα περίμενε κανείς να πάθει βλάβη, και ούτω καθεξής.

Μια πρώτη γεύση

Τα παραπάνω είναι μια μικρή περιγραφή μόνο, αφού δεν αναλύσαμε καθόλου το φαινόμενο των ονοματικών φράσεων με πολλαπλά άρθρα, ούτε το συγκρίναμε με αντίστοιχα φαινόμενα σε άλλες γλώσσες, ούτε το αντιπαραβάλαμε με άλλες δομές της ελληνικής γλώσσας με τις οποίες σχετίζεται όπως «εσείς οι γυναίκες», «ο αετός το πουλί» ή «ο Σολωμός ο ποιητής». Τέλος δεν κοιτάξαμε καθόλου μικροδιαλεκτικές διαφορές: λ.χ. υπάρχουν ομιλητές για τους οποίους η προτιμώμενη ερμηνεία του ‘το καινούργιο το αμάξι’ διαφέρει από αυτή του ‘το αμάξι το καινούργιο’. Ταυτόχρονα όμως θέλω να πιστεύω ότι πήραμε μια γεύση της πολυπλοκότητας σχετικά απλών γλωσσικών δομών.

Και πάλι, το γενικότερο ερώτημα είναι πώς κατακτούμε στη νηπιακή μας ηλικία μια τόσο λεπτομερή και εξειδικευμένη υπόρρητη γνώση χωρίς διδασκαλία: η γραμματική δομή που είδαμε, αλλά και εκατοντάδες άλλες, δε διδάσκεται στο σχολείο ενώ ήδη τη χειρίζονται με ευκολία και αλάνθαστα παιδιά πέντε χρονών.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 14ης Φεβρουαρίου 2010]

31/1/10

Μιλώντας στους πελάτες (και στα ζώα μας)

Το άρθρο και το μήνυμα του κ. Παπαχριστοφόρου

Έλαβα πρόσφατα ένα μήνυμα από τον κύριο Παπαχριστοφόρου, καθηγητή στο Τμήμα Γεωπονικών Επιστημών, Βιοτεχνολογίας και Επιστήμης Τροφίμων του ΤΕΠΑΚ, σχετικά με το προηγούμενο άρθρο μου -- ο οποίος μάλιστα είχε δημοσιεύσει κι ένα άρθρο γλωσσικού ενδιαφέροντος («Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική», Πολίτης 12 Νοεμβρίου 2009). Επειδή δεν είχα διαβάσει το άρθρο του (έλειπα στο εξωτερικό) και επειδή νομίζω ότι μαζί με το μήνυμά του εγείρουν ενδιαφέροντα ζητήματα, τον ενημέρωσα ότι θα απαντούσα μέσα από αυτή τη στήλη

Ο κύριος Παπαχριστοφόρου στο μήνυμά του διατυπώνει την εξής γνώμη:
«Δεν μπορώ να συμμεριστώ την αισιοδοξία σας για τη γενικότερη τοποθέτηση σας πως η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει στην Κύπρο. Νομίζω πως υπάρχει μια συνεχής μείωση του επιπέδου γνώσης και χρήσης της ελληνικής γλώσσας στον προφορικό και γραπτό λόγο. Το διαπιστώνω μέσα από την καθημερινή εμπειρία αλλά και από το γλωσσικό επίπεδο των φοιτητών μας, μεγάλο ποσοστό των οποίων δε μπορεί να εκφραστεί σωστά είτε μέσα από τον προφορικό είτε το γραπτό λόγο.»
Ένα δεύτερο ζήτημα που συζητάει εκτενώς ο κύριος Παπαχριστοφόρου στο άρθρο του είναι και η εκτενέστατη, σχεδόν αποκλειστική, χρήση των αγγλικών για τη συνεννόηση σε μπαρ, εστιατόρια, καφετέριες και συναφή μαγαζιά. Επίσης αναφέρεται και στη χρήση του λατινικού αλφάβητου σε πινακίδες μαγαζιών και σε γραπτά μηνύματα.

Έλλειμμα γραμματισμού

Συνιστούν όμως όλα τα παραπάνω «συνεχή μείωση του επιπέδου γνώσης και χρήσης της ελληνικής γλώσσας στον προφορικό και γραπτό λόγο»; Ακόμα κι αν το «επίπεδο γνώσης και χρήσης της» βρίσκεται χαμηλά, δεν ξέρω αν υπάρχουνε στοιχεία ότι μειώνεται κιόλας.

Πιο συγκεκριμένα, η γενικευμένη δυσκολία γραπτής έκφρασης που παρατηρείται και εδώ και στην Ελλάδα είναι πιθανότατα θέμα εκπαιδευτικό: πώς διδάσκεται το γλωσσικό μάθημα. Με το θέμα καταπιάστηκα στο άρθρο «Λεξιπενία ή ‘κειμενική δυσπραξία’;» (Πολίτης, 29 Οκτωβρίου 2006): σύμφωνα με μελέτες, υπάρχει ζήτημα «γραμματισμού, δηλαδή επιτυχούς και δόκιμης χρήσης της, γραπτής κυρίως, γλώσσας για την παραγωγή επικοινωνιακά κατάλληλων κειμένων. Το πρόβλημα λοιπόν δε βρίσκεται στη γλώσσα, παρά […] στο κατά πόσον μπορεί κάποιος να εκφράσει τη σκέψη του με τον επικοινωνιακά βέλτιστο τρόπο. Αυτός (πρέπει να) είναι ένας από τους στόχους του γλωσσικού μαθήματος στο σχολείο.»

Παραγγέλνοντας ‘a salad and a beer’

Κι εμένα με ενοχλεί σε προσωπικό επίπεδο η απαίτηση, όχι πάντα σιωπηλή κι όχι πάντα ευγενικά επιβαλλόμενη, να πρέπει συχνά να παραγγέλνω στα αγγλικά. Πολλές φορές μάλιστα, το επίπεδο των αγγλικών του σερβιτόρου ή του υπαλλήλου δεν είναι πολύ υψηλότερο από του πελάτη, με ενίοτε τραγελαφικά αποτελέσματα. Ωστόσο, εδώ υπάρχουνε δύο θέματα που πρέπει να διευκρινιστούν: γιατί υπάρχει αυτή η τάση και, δεύτερον, κατά πόσο συνιστά απειλή για την ελληνική γλώσσα.

Η αναζήτηση του «γιατί» ανήκει στη δικαιοδοσία κοινωνιογλωσσολόγων. Ωστόσο αντιλαμβάνομαι ότι ο μέσος ελληνοκύπριος πελάτης αισθάνεται ότι αποκτά κύρος παραγγέλνοντας το φιλέτο του στα αγγλικά, ενώ θα συνεχίσει να παραγγέλνει ραφκιόλες, λουφκιά κι αγρέλια με τ’ αυκά στα κυπριακά, σε ένα διαφορετικό μαγαζί. Όσον αφορά τη στρατολόγηση υπαλλήλων που δε μιλάν ελληνικά, το θέμα το αναλύει ο ίδιος ο κύριος Παπαχριστοφόρου στο άρθρο του, και δε θα επαναλάβω όσα επισημαίνει. Απλώς και με δύο λόγια: κοστίζουν λιγότερο οι υπάλληλοι που ξέρουν μόνο (δύο κουτσές λέξεις στα) αγγλικά.

Δημόσια και ιδιωτικά

Ακολουθεί το ερώτημα γιατί πολλοί απευθύνονται στους σκύλους τους στα αγγλικά, ή γιατί είναι διαδομένη η χρήση λατινικού αλφαβήτου σε πινακίδες ή και σε προσωπικά μηνύματα. Δεν είναι απαραίτητο να αισθάνονται υπήκοοι της βασίλισσας της Αγγλίας όσοι συμπεριφέρονται έτσι: αντίστοιχες συμπεριφορές παρατηρούνται και σε άλλες χώρες με αποικιακό παρελθόν και έχουνε μελετηθεί εκτενέστατα: ούτε εδώ η Κύπρος αποτελεί εξαίρεση. Πέρα από το αποικιακό παρελθόν, υπάρχουν και πρακτικά θέματα: όταν θες να προσελκύσεις αγγλόφωνους τουρίστες, θα διαφημίσεις το τουριστικό προϊόν σου στα αγγλικά, άλλωστε με την κάθοδο ρωσόφωνων τουριστών αλλά και μεταναστών, πλήθυναν οι πινακίδες και στα ρωσικά. Επίσης, αν ο εκπαιδευτής του σκύλου σου σπούδασε στη Βρετανία, μάλλον στα αγγλικά συνηθίζει να του δίνει εντολές, οπότε, αναγκαστικά, ακολουθείς κι εσύ.

Στην Κύπρο, όπως και στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, υπήρχε πάντοτε πολυγλωσσία αλλά και σαφής διάκριση μεταξύ δημόσιας γλώσσας (ιστορικά μιλώντας: αραβικά, προβηγκιανά, βενετσιάνικα, τούρκικα, αγγλικά, κοινή νεοελληνική) και της γλώσσας που μιλιέται στο σπίτι. Οι δημόσιες γλώσσες που επιβλήθηκαν στην Κύπρο χάθηκαν, όπως π.χ. χάθηκε η ελληνιστική κοινή ως διεθνής γλώσσα στην Εγγύς Ανατολή. Ωστόσο, η γλώσσα που μιλιέται στο ελληνικό κυπριακό σπίτι ζει και, πλέον, καλλιεργείται κιόλας. Πιστεύω ότι θα εξακολουθήσει να ζει.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 31ης Ιανουαρίου 2010]

17/1/10

Η μελλοντική γλωσσική κατάσταση στην Κύπρο

Κατακλυσμός και ξηρασία

Μια από τις προσφιλείς προφητείες κάθε λογής γλωσσαμυντόρων και κινδυνολόγων είναι ότι η εκάστοτε γλώσσα, η ελληνική στην περίπτωσή μας, κινδυνεύει με αλλοίωση ή και εξαφάνιση (δείτε και το άρθρο ‘Κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα;’ της 3ης Ιουνίου 2007). Μια εκδοχή αυτού του φόβου είναι και ότι απειλείται με εξαφάνιση η ελληνική γλώσσα στην Κύπρο. Ειλικρινά δεν ξέρω πού βασίζονται. Αν έχουν κατά νου κάποια κατακλυσμιαία αλλαγή ή την επερχόμενη ερημοποίηση του νησιού σε βαθμό που θα το έκανε ακατοίκητο, τότε μαζί με την ελληνική γλώσσα θα χαθούν και άλλα πολλά και πολύτιμα, έτσι κι αλλιώς.

Κοινή και κυπριακή

Υπάρχουν βεβαιως πιο ενδιαφέρουσες παραλλαγές αυτής της θέσης: μία από αυτές προβλέπει ότι η κυπριακή ελληνική θα αντικαταστήσει την κοινή ελληνική στο νησί, και επισήμως. Σαν σενάριο δε μου φαίνεται καθόλου πιθανό κάτι τέτοιο αλλά και να υλοποιούνταν, δε θα άλλαζαν και πολλά: ο ελληνισμός της Κύπρου (ή ‘οι ελληνόφωνοι χριστιανοί’ της) υπήρχε στην Κύπρο και μια χαρά πορευόταν με τα κυπριακά πολύ πριν συμπηχθεί και διαδοθεί η κοινή νεοελληνική ως ‘δημοτική’ στα μέσα του 19ου αιώνα.

Τεχνική ορολογία

Μια δεύτερη παραλλαγή φοβάται ότι τα ελληνικά θα πάψουνε σύντομα να χρησιμοποιούνται στο νησί για πολλά σύνθετα θέματα που απαιτούν εξειδικευμένο λεξιλόγιο, λ.χ. επιστήμες, ιατρική, τεχνολογία, φιλοσοφία, κοινωνικές σπουδές, αρχιτεκτονική κτλ. Υπάρχει μάλιστα η αντίληψη ότι ήδη οι μορφωμένοι ελληνοκύπριοι είναι πιο εξοικειωμένοι με τους αγγλικούς τεχνικούς όρους παρά με τους ελληνικούς σε πολλά γνωστικά πεδία. Αυτή η κατάσταση είναι γνώριμη και σε πολλές άλλες μεταποικιακές κοινωνίες, όπως λ.χ. η ινδική ή οι δυτικοαφρικανικές. Δεν οδηγεί όμως πάντοτε και απαρέκκλιτα στον αποκλεισμό των τοπικών γλωσσών από τον λόγο της επιστήμης και της διανόησης. Φρονώ μάλιστα ότι η ύπαρξη και λειτουργία του κυρίως ελληνόφωνου Πανεπιστημίου Κύπρου θα αναστρέψει μακροπρόθεσμα αυτήν την τάση εξαγγλισμού του τεχνικού λεξιλογίου στην Κύπρο – εάν βεβαίως η κοινωνιογλωσσική έρευνα δείξει ότι όντως υπάρχει τέτοια τάση (να ένα ωραίο θέμα για διπλωματικές εργασίες!).

Παρότι μέχρι τώρα υπήρξα μάλλον καθησυχαστικός, νομίζω ότι υπάρχει ένας τομέας στον οποίο ενδέχεται να υποχωρήσει η ελληνική γλώσσα στο άμεσο μέλλον: ο δημόσιος βίος. Και αν κάτι τέτοιο συμβεί, θα βαρύνεται η γλωσσική και εκπαιδευτική πολιτική δεκατιών. Εξηγούμαι αμέσως.

Οι γλώσσες της Ομοσπονδίας

Σύμφωνα με την απόφαση 750 (1992) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η οποία με τη σειρά της βασίζεται στις συμφωνίες Μακαρίου-Ντενκτάς και Κυπριανού-Ντενκτάς, η λύση του Κυπριακού θα έχει τη μορφή διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αυτά είναι γνωστά. Μία συνεπεια αυτής της μορφής λύσης είναι βεβαίως η ύπαρξη δύο ομόσπονδων κρατιδίων (ενός ελληνοκυπριακού κι ενός τουρκοκυπριακού) και μιας κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Καταλαβαίνουμε ποιες γλώσσες θα χρησιμοποιούν οι αρχές κάθε ομόσπονδου κρατιδίου. Ποια γλώσσα όμως θα χρησιμοποιούν οι ομοσπονδιακές αρχές;

Όπως συμβαίνει και σε άλλα ομοσπονδιακά συστήματα, επισήμως θα χρησιμοποιεί τις δύο γλώσσες της Δημοκρατίας. Στην πράξη όμως; Εάν οι δικοινοτικές επαφές και εκδηλώσεις αποτελούν πρόκριμα, το πιθανότερο είναι ότι οι ομοσπονδιακές αρχές θα χρησιμοποιούν τα αγγλικά για την εσωτερική επικοινωνία και αλληλογραφία τους (π.χ. υπομνήματα, σημειώματα, μνημόνια, επιστολές κτλ.) αλλά και στην επικοινωνία τους με τις αρχές των δύο ομόσπονδων κρατιδίων. Στα ομοσπονδιακά νομοθετικά και εκτελεστικά σώματα (αλλά και στα δικαστήρια) οι συζητήσεις και οι διαβουλεύσεις επίσης μάλλον θα γίνονται στα αγγλικά. Είναι λοιπόν πολύ σοβαρό το ενδεχόμενο να επιστρέψουμε σε μια de facto κυριαρχία των αγγλικών στον δημόσιο βίο, και δη σε μια χώρα με αποικιακό παρελθόν και όπου οι αποφάσεις των δικαστηρίων εκδίδονταν μέχρι το 1993 στα αγγλικά.

Πολιτικές του παρελθόντος, λύσεις του μέλλοντος

Είναι φανερό ότι την ευθύνη για αυτή την (αντιπατριωτική) ενδεχόμενη κατάσταση τη φέρουν οι κακώς νοούμενες πατριωτικές γλωσσικές και εκπαιδευτικές πολιτικές και στις δυο πλευρές της γραμμής αντιπαράταξης. Για να περιοριστώ στα από εδώ, εάν είχαμε καλλιεργήσει τη διδασκαλία και την εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας (της δεύτερης επίσημης του κράτους), το ενδεχόμενο να βρεθούν τα παιδιά μας πολίτες ενός de facto αγγλόφωνου κράτους δε θα ήταν τόσο άμεσο. Για όσους ενδιαφέρονται, συστηματική και λεπτομερή συζήτηση των γλωσσικών πολιτικών της Κυπριακής Δημοκρατίας θα βρει κανείς στο έργο της συναδέρφου Δήμητρας Καρουλλά-Βρίκκη.

Υπάρχουν λύσεις; Σίγουρα. Η μία είναι βραχυπρόθεσμη: σε περίπτωση λύσης, πρέπει να επενδυθούν αμέσως γενναία κονδύλια στη διερμηνεία και στην αυτόματη μετάφραση, ενώ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πρέπει να προσλάβει αμέσως μεταφραστές και να μην προσπαθήσει να εξοικονομήσει πόρους επαναπαυόμενη στην εύκολη λύση της αγγλικής. Η μακροπρόθεσμη λύση, όπως στο Βέλγιο και στην Ελβετία, είναι κάθε κοινότητα να καλλιεργήσει τη διδασκαλία και την εκμάθηση της γλώσσας της άλλης.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 17ης Ιανουαρίου 2010]