5/7/06

Μεταξύ Ομήρου και Τουρκίας

Δε χρειάζεται να μείνει κανείς στην Κύπρο για πολύν καιρό για να αντιληφθεί πόσο σημαντικά είναι για τον μέσο Ελληνοκύπριο τα ζητήματα γλώσσας. Κάποια από τα ζητήματα αυτά ανακύπτουν ακριβώς λόγω του μεγάλου γλωσσικού πλούτου και της γλωσσικής ποικιλίας με τα οποία είναι προικισμένη η Μεγαλόνησος, άλλα αποτελούν ζητήματα πανελλήνιας μέριμνας (και ενίοτε εμμονής), άλλα πάλι έχουν έναν πιο ευρύ, ίσως πανανθρώπινο, χαρακτήρα.

Αφουγκραζόμενος κανείς τις συζητήσεις για τη γλώσσα στην Κύπρο, θα ακούσει πολυάριθμες απόψεις σχετικά με την κυπριακή ελληνική και σύντομα θα διακρίνει ανάμεσα τους και την ύπαρξη δύο στρατοπέδων με αντικρουόμενες, μάλλον ακραίες και τελικά αθεμελίωτες αντιλήψεις για τη διάλεκτο.

Για το μεν, η κυπριακή ελληνική αποτελεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια ποικιλία παραφθαρµένων ελληνικών, μια εκφραστικά περιορισμένη ντοπιολαλιά που προσήκει σε βραδύγλωσσους χωρικούς και ανελλήνιστους νεόπλουτους. Γεμάτη φράγκικες, βενετσιάνικες, τούρκικες και αγγλικές λέξεις, εξ ορισμού δεν προσφέρεται να καταστεί εργαλείο υψηλόφρονος έκφρασης, λογικού συλλογισμού και σύνθετου προβληματισμού. Η κυπριακή ελληνική (πρέπει να) είναι το στίγμα του Κυπραίου, μια γλωσσική ποικιλία κατάλληλη μόνο για χονδροειδείς φάρσες με γραφικούς χαρακτήρες, για ανταλλαγή ύβρεων μεταξύ αγανακτισμένων οδηγών και για κακεντρεχή κουτσομπολιά. Οι ξενόφωνοι φθόγγοι της, επονείδιστη κληρονομιά ενός μακραίωνου παρελθόντος δουλείας, δεν αξίζουν να απαθανατίζονται γραπτώς – παρά μόνο για πλάκα ή σε παραπολιτικές στήλες· η αλλόκοτη βαρβαρική χροιά της διαλέκτου σίγουρα θα συντελέσει «στην δια παντός αποκοπή των Κυπρίων από το σώμα του Ελληνισμού», όπως προ τριετίας μου εμπιστεύτηκε ντόπιος λόγιος, ο οποίος μάλιστα φρονεί πως θα έπρεπε «να περιορίζεται η χρήση της ώστε σε εκατό, ας πούμε, χρόνια να έχει απομείνει μόνο μια ντόπια χαρακτηριστική προφορά.»

Για το απέναντι στρατόπεδο τα πράγματα είναι εξίσου υπεραπλουστευμένα, αλλά ακριβώς από την ανάποδη. Δεν υπάρχει ‘κυπριακή ελληνική’, αφού δεν πρόκειται για (οποιαδήποτε) διάλεκτο. Απεναντίας, στην Κύπρο επιβιώνει η αρχαία ελληνική γλώσσα, και μάλιστα η ομηρική ελληνική – κληρονομιά το δίχως άλλο της εδώ αποβίβασης των Αχαιών προ χιλιετιών. Οι λέξεις της διαλέκτου διατηρούν τις αρχαίες προφορές τους, όπως τα διπλά σύμφωνα στο ‘θάλασσα’ και στο ‘αλλά’, ενώ εδώ η αλβανική ‘κότα’ είναι ακόμη ‘όρνιθα’ και το απλοποιημένο ‘αλάτι’ ‘άλας’. Βεβαίως, όπως δυστυχώς συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που στον ελληνικό κόσμο γίνεται λόγος για παράδοση, ο λόγος πρέπει να συνοδεύεται από έναν κινδυνολογικό επίλογο. Πράγματι, στο στρατόπεδο των ‘ομηριστών’ επικρατεί η αντίληψη πως η αρχαία ελληνική της Κύπρου επιβιώνει µε δυσκολία και μετά βίας και ποιος ξέρει για πόσο ακόμα, στα χέρια (και στο στόμα) μιας άλαλης, αναίσθητης και αφασικής νεολαίας. Εν ολίγοις, σύμφωνα με αυτό το στρατόπεδο, η κυπριακή ελληνική αποτελεί μιαν ανόθευτη και γνήσια γλωσσική ποικιλία, αρχαϊκή και πολύ ελληνική· διαθέτει ουσία ακριβώς και επειδή είναι ελληνικότερη και αρχαιότερη της κοινής νεοελληνικής.

Το ζητούμενο και στα δυο στρατόπεδα είναι τελικά και πάντα η υπεράσπιση του ελληνισμού των Ελληνοκυπρίων: είτε δια του κοραϊκού καθαρισμού της γλώσσας τους, κατά το σχήμα «κυπραίικα=τούρτσικα» (ή και εγγλέζικα – ποιος ασχολείται με τα φραγκοβενετσιάνικα), είτε δια της ανάδειξης της γνησιότητας της γλώσσας τους, όπου «κυπριακή=ομηρική» (δεν αρκεί πάντως να είναι απλώς ‘αρχαία’). Όσο ευγενές και δημοφιλές κι αν είναι όμως το ζητούμενο αυτό, η πραγματική εικόνα για την ίδια τη διάλεκτο θα προκύψει, όχι από σχηματικές και έξωθεν επιβεβλημένες αντιλήψεις, παρά από τη γλωσσολογική έρευνα. Θα παραθέσω κάποια πορίσματα εδώ καθαρά δειγματοληπτικά.

Γιατί η ‘θάλασσα’ έχει δύο σίγμα στα κυπριακά; διότι όντως η λέξη διατήρησε την αρχαία της προφορά. Γιατί όμως το ‘σήμμερα’ ή το ‘σιύλλος’ έχουν, επίσης, δύο μι και δύο λάμδα; Όχι γιατί διατήρησαν την αρχαία προφορά, αφού τότε θα είχαν ένα μι και ένα λάμδα, αλλά γιατί η διάλεκτος νεωτέρισε, ήδη από την ελληνιστική εποχή (πολύ μετά τον Όμηρο). Στη σημερινή μορφή της, η κυπριακή ελληνική τείνει γενικά να έχει διπλά σύμφωνα μετά από τις τονισμένες συλλαβές, όπως έδειξαν οι Άννα Παναγιώτου και Jim Davy του Πανεπιστηµίου Κύπρου. Ο αναγνώστης μπορεί να το επιβεβαιώσει αυτό με μια πρόχειρη δοκιμή. Εδώ νομίζω λοιπόν πως η αλήθεια είναι πιο συναρπαστική από την ιδέα μιας γλωσσικής ποικιλίας κολλημένης στο 900 π.Χ.

Τι συμβαίνει όμως με όλες αυτές τις αρχαίες λέξεις; Πράγματι, υπάρχουν στην κυπριακή ελληνική (ενίοτε ως γνήσια επιβιώµατα, ενίοτε επανεισηγµένες από καθαρευουσιάνους λογίους του 19ου και του 20ου αιώνα) πολλές αρχαιότατες και αρχαίες ελληνικές λέξεις. Αυτό φυσικά ισχύει για όλες τις ελληνικές διαλέκτους καθώς και για πολλές γλώσσες που έχουνε δανειστεί εκτενώς από τα ελληνικά (αλβανικά, τούρκικα, σλαβομακεδονικά, βλάχικα κ.ο.κ.) ακόµα και, επιλεκτικά, για τα αγγλικά (π.χ. το ομηρικό kudos). Ωστόσο, σε κάθε ελληνική διάλεκτο, για κάθε αρχαία λέξη υπάρχει (τουλάχιστον) μία ‘εισαγωγής’· στην Κύπρο για κάθε αρχαίο ‘άλας’, ‘κανεί’ και ‘λούμα’ υπάρχει κι ένα ‘μούχτιν’, ένα ‘σάτζιη’ και ένα ‘μάππα’. Αυτό φυσικά ισχύει και για τη διάλεκτο του γράφοντος: για κάθε αρχαίο ‘δωρεάν’, ‘αρκεί’ και ‘τάχα’ υπάρχει κι ένα ‘κόρα’, ένα ‘κατσίκι’ και ένα ‘ντουλάπα’. Τέλος, όσον αφορά τα τούρκικα, τη «γλώσσα του εχθρού», όπως περισπούδαστα δήλωσε φοιτήτρια του Τμήματος Τουρκικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, τι να πούνε κι αυτά που είναι γεμάτα ‘ντομάτες’, ‘γαρίδες’, ‘πατάτες’, ‘σαλάτες’ κι άλλα πολλά εδώδιμα και μη από την ελληνική; Η αλήθεια είναι πως όλες οι ελληνικές ποικιλίες (επίσημες ή μη) διατηρούν κάτι από τις παλιότερες µορφές της γλώσσας· αλλού νεωτερίζουν· άλλοτε δανείζονται – η καθεμιά σε διαφορετικό σημείο όμως.

Τα παραπάνω ισχύουν, φυσικά, και για τους εχθρούς των διαλέκτων, και της κυπριακής πιο συγκεκριμένα. Σκεπτόμενοι με τους όρους τους, αναλογιζόμενοι δηλαδή ‘τι θα έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι για την κυπριακή ελληνική’, να επισημάνω πως για τους αρχαίους Έλληνες, το ‘τσι’ στο ‘τσιάι’ θα ήτανε τόσο ξενόφωνο όσο το ‘τσ’ στο ‘τσάι’· το τσιτακισμένο ‘κ’ στο κρητικό και το κυπριακό ‘και’ θα ακουγόταν τόσο αλλόκοτο όσο και το ουρανικοποιημένο ‘κ’ στα υπόλοιπα ελληνικά ‘και’· πιθανότατα θα χλεύαζαν το ‘θ’ στο ‘θεά’ επίσης, ενώ από πολύτιμη μαρτυρία στο Pro Fundano του Κικέρωνα μαθαίνουμε πως οι πρόγονοί μας δεν μπορούσαν να πούν το ‘φ’ (το προέφεραν κάπως σαν το ‘ππ’ στο ‘ππασιάς’). Πάω τέλος στοίχημα πως τους αρχαίους θα τους ενοχλούσε το τραγουδιστό πάνω-κάτω της κυπριακής προσωδίας (από τη Βενετία φερμένης, λένε) των Κυπρίων και των Κερκυραίων όσο και το δικό μου μονότονο στακάτο – όσο και τα πανελλήνια πέντε μας φωνήεντα α, ε, ι, ο, ου που δε διακρίνονται σε μακρά και βραχέα...

Κλείνοντας, πρέπει να βεβαιώσω τους αναγνώστες πως η κυπριακή ελληνική ζει και βασιλεύει και διαρκώς καλλιεργείται εκ μέρους και των νέων ανθρώπων αυτού του τόπου: από το Ίντερνετ και την τηλεόραση μέχρι την αυλή του σχολείου, όπως µας βεβαιώνουν πρόσφατες έρευνες της Σταυρούλας Τσιπλάκου καθώς και αυτές του Ανδρέα Παπαπαύλου, του Πανεπιστηµίου Κύπρου.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 2ας Ιουλίου 2006]