26/11/06

Γλωσσολόγοι-Νήπια 0-1 (ή «Τα μυστικά της γραμματικής»)

Σήμερα θα μιλήσουμε για τη γραμματική. Φαντάζομαι αμέσως τις αντιδράσεις. Άλλωστε, η σχολική γραμματική για πολλούς πρώην και νυν μαθητές αποτελεί απλώς έναν μακρύ κατάλογο εξαιρέσεων, ένα πληκτικό και άχαρο νοητικό γύμνασμα. Για άλλους δεν είναι παρά ένας μπελάς, ένα γνωστικό αντικείμενο στο οποίο δύσχρηστη ορολογία, σχολαστική ταξινόμηση και συστηματική απομνημόνευση συναντιούνται μοναδικά κι ανελέητα. Αυτή η κατάσταση οφείλεται εν μέρει σε περιορισμούς και σφάλματα της παραδοσιακής γραμματικής περιγραφής, εν μέρει σε κάποιες (μάλλον ατελέσφορες) παιδαγωγικές επιλογές και τακτικές. Ευτυχώς στη γλωσσολογία ο όρος ‘γραμματική’ έχει απλώς την έννοια της δομής της γλώσσας, του ‘σχεδίου της γλώσσας’ που λέγαμε και από αυτή τη στήλη. ‘Γραμματική’ δηλαδή σημαίνει τους κανόνες με τους οποίους προφέρουμε τη γλώσσα (φωνολογία), φτιάχνουμε λέξεις (μορφολογία) και σχηματίζουμε προτάσεις (σύνταξη).

Η επόμενη ερώτηση, βεβαίως, είναι πού βρίσκονται αυτοί οι κανόνες (αν όχι μέσα σε βιβλία), τι σόι κανόνες είναι και πώς λειτουργούν.

Οι κανόνες της μητρικής μας γλώσσας βρίσκονται μέσα στον νου μας, ο οποίος – με έναν τρόπο κάθε άλλο παρά ξεκάθαρο – εδράζεται στον εγκέφαλό μας. Γι’ αυτό και το σύνολο των κανόνων της μητρικής μας γλώσσας (ή των μητρικών μας γλωσσών) ονομάζεται ‘νοητική γραμματική’. Αυτούς τους κανόνες, τη νοητική γραμματική, τους κατακτούμε, δεν τους μαθαίνουμε, μέσα στα πρώτα τέσσερα με πέντε περίπου χρόνια της ζωής μας, όπως είδαμε πριν δύο εβδομάδες. Εννοείται ότι η γνώση αυτών των κανόνων είναι επίσης υποσυνείδητη: όταν παράγουμε ή όταν προσλαμβάνουμε λόγο δεν έχουμε επίγνωση του ποια μορφή πρέπει να έχει το άρθρο (ή γιατί), πώς θα σχηματίσουμε μια δευτερεύουσα πρόταση ή ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος...

Φυσικά, το εύλογο ερώτημα είναι γιατί χρειαζόμαστε ενδιάθετους γλωσσικούς κανόνες που τους ρουφάμε σα σφουγγάρια όταν είμαστε νήπια. Γιατί, λόγου χάρη, δεν μπορούμε να πούμε ότι μαθαίνουμε τη γλώσσα κάνοντας κάποιες γενικεύσεις με βάση τη γλώσσα που ακούμε ως μικροί ομιλητές (ή που βλέπουμε, αν είμαστε μικροί νοηματιστές); Άλλωστε, μεγάλο μέρος της μάθησης βασίζεται στην αναλογία και στη γενίκευση: έτσι, αν δούμε να ξεβιδώνουν ένα καπάκι βάζου, μπορούμε να γενικεύσουμε αυτή την κίνηση και σύντομα να ξεβιδώνουμε κι εμείς καπάκια βάζων ή μπουκαλιών. Αντί να παραθέσω θεωρητικά επιχειρήματα κατά μιας τέτοιας αντίληψης σχετικά με το πώς καταλήγουμε στη γραμματική γνώση, θα φέρω δύο μόνο παραδείγματα φαινομενικά απλών γραμματικών δομών. Θα δείξω πως αυτές οι δομές μπορούν να αναλυθούν και να εξηγηθούν μόνο με επίκληση σε πολύ εξειδικευμένους και σύνθετους κανόνες και όχι σε αναλογικές γενικεύσεις.

Ας ξεκινήσουμε πρώτα από τα μπουκάλια, μια και τα αναφέραμε. Ένας απλός (φαινομενικά) γραμματικός κανόνας της ελληνικής είναι αυτός που έχει να κάνει με το πώς βάζουμε δύο ουσιαστικά μαζί. Επίσης πρόκειται για έναν κανόνα που κανείς ποτέ δε μας διδάσκει αναλυτικά, στη σχολική γραμματική ή αλλού. Ας πούμε λοιπόν ότι μεγαλώνετε ακούγοντας ελληνικά γύρω σας. Ακούτε φρασεις όπως ‘λάδι ελιάς’, ‘γυαλιά μυωπίας’, ‘ξύλο κερασιάς’. Ας υποθέσουμε ότι με βάση τα παραπάνω κάνετε μια γενίκευση: «ουσιαστικό που ακολουθεί ουσιαστικό είναι στη γενική», αφήνοντας κατά μέρος πώς αναγνωρίζετε τι είναι ‘ουσιαστικό’ ή ‘γενική’ (διόλου ευκαταφρόνητος άθλος). Ας πούμε τώρα ότι ταυτόχρονα ακούτε και φράσεις όπως ‘μπουκάλι μπύρα’, ‘ποτήρι κρασί’, ‘πιάτο σούπα’, ‘καφάσι μήλα’. Ας υποθέσουμε ότι με βάση τα νέα αυτά δεδομένα κάνετε ακόμα μια γενίκευση: «ουσιαστικό που ακολουθεί ουσιαστικό είναι στην ονομαστική», αφήνοντας κατά μέρος πώς αναγνωρίζετε τι είναι ‘ονομαστική’ (επίσης διόλου ευκαταφρόνητος άθλος).

Τι γίνεται τώρα; Έχουμε δύο γενικεύσεις: «ουσιαστικό που ακολουθεί ουσιαστικό είναι στη γενική» και «ουσιαστικό που ακολουθεί ουσιαστικό είναι στην ονομαστική». Αν χρησιμοποιούσαμε μόνο φράσεις και προτάσεις που έχουμε ξανακούσει, θα είχαμε απλώς δύο γενικεύσεις στα χέρια μας και η ιστορία θα τελείωνε εδώ. Ωστόσο, ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της γραμματικής μας ικανότητας είναι ότι μας επιτρέπει να σχηματίζουμε και να κατανοούμε λέξεις και προτάσεις που δεν έχουμε ξανακούσει ποτέ. Άρα γίνεται να χρησιμοποιήσουμε τις δύο μας γενικεύσεις ώστε, αναλογικά, να φτιάξουμε καινούργιες φράσεις που να αποτελούνται από δύο ουσιαστικά; Αρχικά φαίνεται καλή ιδέα: παίρνοντας τα ουσιαστικά ‘ποτήρι’ και ‘κρασί’ κι εφαρμόζοντας τη γενίκευση ‘ουσιαστικό + ουσιαστικό στην ονομαστική’, έχουμε ‘ποτήρι κρασί’. Παίρνοντας τα ίδια ουσιαστικά κι εφαρμόζοντας τη γενίκευση ‘ουσιαστικό + ουσιαστικό στη γενική’, έχουμε ‘ποτήρι κρασιού’. Το ίδιο και με τα ουσιαστικά ‘μπουκάλι’ και ‘μπύρα’, και ούτω καθεξής.

Αμέσως όμως αρχίζουν τα προβλήματα. Πρώτα πρώτα, η γενίκευση ‘ουσιαστικό + ουσιαστικό στην ονομαστική’ δίνει πάμπολλες εντελώς αντιγραμματικές φράσεις (στη γλωσσολογία, τις σημειώνουμε με αστερίσκο): *λάδι ελιά, *γυαλιά μυωπία, *ξύλο κερασιά και ούτω καθεξής. Επιπλέον, ‘ποτήρι κρασί’ σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό από ‘ποτήρι κρασιού’: μπορούμε να πιούμε το πρώτο και να σπάσουμε το δεύτερο – όχι όμως αντίστροφα. Μπορούμε να φάμε ένα πιάτο σούπα αλλά συνήθως όχι ένα πιάτο σούπας. Παρομοίως, αν μας ρίξουν ένα μπουκάλι μπύρα, θα βραχούμε, αν μας ρίξουν ένα μπουκάλι μπύρας, μπορεί να βρεθούμε στο νοσοκομείο: στην πρώτη περίπτωση μας ρίχνουν το περιεχόμενο του μπουκαλιού, στη δεύτερη το ίδιο το μπουκάλι. Εδώ λοιπόν χρειάζεται ένας κανόνας που το παιδί θα κατακτήσει αβίαστα και ο οποίος θα προσδιορίζει ότι ‘ουσιαστικό + ουσιαστικό στην ονομαστική’ χοντρικά σημαίνει «περιεχόμενο», ένας κανόνας που δεν μπορεί να προκύψει μέσω γενίκευσης και αναλογίας.

Οι φυσικοί ομιλητές μιας γλώσσας γνωρίζουν όμως ακόμα πιο λεπτοφυώς διαμορφωμένους και πιο σύνθετους γραμματικούς κανόνες, αφηρημένους κανόνες. Ένα σχετικό παράδειγμα είναι και η θέση των κλιτικών αντωνυμιών στην κυπριακή ελληνική, παράδειγμα που έκλεψα από τη συνάδελφο Γεωργία Αγγουράκη, η οποία έχει ερευνήσει εκτενώς το εν λόγω θέμα. Και πάλι, πρόκειται για έναν κανόνα που κανείς ποτέ δε μας διδάσκει, στη σχολική γραμματική ή αλλού. Άλλωστε, αν περίμεναν οι ομιλητές να μάθουνε τους πραγματικά σημαντικούς γραμματικούς κανόνες στο σχολείο, μάλλον θα τους αποθάρρυνε η πολυπλοκότητά τους και ο αφηρημένος χαρακτήρας τους. Δείτε και μόνοι σας:

Στην κυπριακή ελληνική οι κλιτικές αντωνυμίες κατ’ αρχήν ακολουθούν το ρήμα: π.χ. ‘είδα το’. Και πάλι, αφήνουμε κατά μέρος τα καθόλου ευκαταφρόνητα: πώς αναγνωρίζει κανείς τι είναι ‘ρήμα’ ή ‘κλιτική αντωνυμία’. Εν πάση περιπτώσει, προχωρούμε. Αν, τώρα, μπροστά από το ρήμα βρίσκεται κάτι σχετικό με αυτό, η κλιτική αντωνυμία προηγείται του ρήματος: «εν το είδα», «μεν το δεις» (άρνηση), «(εν)να το δω» (υποτακτική ή μέλλοντας), «έθθα το δω» (άρνηση και μέλλοντας). Φυσικά, η διατύπωση που χρησιμοποίησα («κάτι σχετικό» με το ρήμα) είναι ανακριβέστατη: ενώ με τα παραπάνω στοιχεία (‘να’, ‘εν’ κτλ.) και τις ερωτηματικές λέξεις η κλιτική αντωνυμία προηγείται του ρήματος – π.χ. «πκοιος (έμπου) το είδε;» ή «πού (έμπου) το είδε;» – δε συμβαίνει το ίδιο με τα υποκείμενα του ρήματος: έτσι, το γραμματικό είναι «ο Γιώρκος είδε το» ή «ο Γιώρκος είδε το;» όχι *ο Γιώρκος το είδε. Επίσης, και ο σύνδεσμος ‘που’ συμπεριφέρεται όπως η άρνηση, το ‘να’ και οι ερωτηματικές λέξεις: «εν ο Γιώρκος που το είδε», όχι *εν ο Γιώρκος που είδε το. Οι γλωσσολόγοι, μετά από συστηματική έρευνα, έχουμε μια αντίληψη για το τι ενώνει όλα αυτά τα στοιχεία που προκαλούνε πρόκλιση, την εμφάνιση δηλαδή της κλιτικής αντωνυμίας πριν το ρήμα. Πληροφοριακά, η κυπριακή ελληνική συμπεριφέρεται σε αυτό το θέμα όπως η ποντιακή αλλά, κυρίως, όπως τα πορτογαλικά!

Για να μη δώσω την εντύπωση πως έχουμε φωτίσει όλους τους ενδιάθετους γραμματικούς κανόνες (απέχουμε πάρα πολύ από κάτι τέτοιο) ή ότι έχουμε ολοκληρωμένη κατανόηση του τόσο πολύπλοκου γραμματικού και θαυμαστού συστήματος που έχει ο καθένας μας μέσα στο κεφάλι του, να αναφέρω απλώς ένα άλυτο πρόβλημα, και πάλι από την κυπριακή ελληνική και τις κλιτικές αντωνυμίες της: ενώ η άρνηση προκαλεί πρόκλιση, θυμηθείτε το «εν το είδα», αν προσθέσουμε το «τζαι» μετά από αυτήν, το σκηνικό αλλάζει: «εν τζαι είδα το». Γιατί; Δεν ξέρουμε.

Τα παραπάνω δε σκιαγραφούνε μόνο την πολυπλοκότητα και την εξειδίκευση της ενδιάθετης γραμματικής γνώσης μας, της νοητικής γραμματικής. Φέρνουν επίσης στην επιφάνεια μια παραγνωρισμένη αλήθεια: η γλωσσική ικανότητα, κληρονομιά του καθενός από εμάς, αναλφάβητου ή μορφωμένου, είναι σαφώς συνθετότερη από όσο νομίζουμε συνήθως. Η πληρότητα της υποσυνείδητης γνώσης αυτού του συστήματος κανόνων είναι πραγματικά θαυμαστή και ξεπερνάει τις δυνατότητές μας να το κατανοήσουμε επαρκώς. Προς το παρόν τα νήπια, κατακτώντας τέλεια και αβίαστα ένα σύνολο σύνθετων γραμματικών κανόνων, έχουνε το πάνω χέρι έναντι των γλωσσολόγων, που δυσκολεύονται να το περιγράψουν στην πληρότητά του και να το αναλύσουν ικανοποιητικά.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 26ης Νοεμβρίου 2006]

1/10/06

Δεινόσαυροι, γατάκια και το σχέδιο της γλώσσας

Στις ρετρό ταινίες με προϊστορικούς ανθρώπους, αυτές με τα λαστιχένια τέρατα και τα ζωγραφισμένα τοπία, υπάρχουν τουλάχιστον δύο πράγματα που τραβούν την προσοχή: πρώτον, οι άνθρωποι συνυπάρχουν με τους δεινόσαυρους. Παρότι ο τελευταίος δεινόσαυρος έβγαλε την τελευταία του σπαρακτική κραυγή εκατομμύρια χρόνια προτού εμφανιστεί το πρώτο ανθρωποειδές, δε θα ασχοληθούμε εδώ με αυτό το θέμα. Το δεύτερο που μας τραβάει την προσοχή είναι πως οι κινηματογραφικοί προϊστορικοί άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους είτε με άναρθρες κραυγές είτε χρησιμοποιώντας ένα περιορισμένο ρεπερτόριο αρθρωμένων εκφωνημάτων, συνήθως δισύλλαβων, όπως «ούγκα-μπούγκα». Δεδομένου πως οι αρχαιότερες γλωσσικές μαρτυρίες που έχουνε φτάσει έως εμάς είναι μαρτυρίες γραμματικά πολύπλοκων γλωσσών με πλούσιο λεξιλόγιο – όπως όλες οι σύγχρονες γλώσσες – αναρωτιέται κανείς: «από πού προήλθε η ανθρώπινη γλώσσα;»

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι πολύ σημαντικό. Όταν λέμε ‘γλώσσα’, υπενθυμίζω ότι εννοούμε τις λέξεις και τους γραμματικούς κανόνες που τις διέπουν. Όταν λέμε ‘γλώσσα’, δεν εννοούμε επικοινωνία. Το ότι χρησιμοποιούμε τη γλώσσα (και) για να επικοινωνήσουμε, δε σημαίνει πως αυτά τα δύο, γλώσσα και επικοινωνία, ταυτίζονται. Μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τη γλώσσα αλλά και με μορφασμούς, με χειρονομίες, με το τι φοράμε, με τις εκφράσεις του προσώπου μας, με το πώς στεκόμαστε, με τον τόνο της φωνής μας, με σφυρίγματα, με σχεδιαγράμματα, με χάρτες, με εικόνες, με σήματα της τροχαίας κλπ. Πολλές φορές μάλιστα η γλώσσα δεν είναι ο καταλληλότερος τρόπος επικοινωνίας, όχι μόνον όταν δε «βρίσκουμε λόγια» αλλά και σε πιο καθημερινές συγκυρίες. Λόγου χάρη, όταν πηγαίνουμε στον χασάπη, συνήθως είναι ευκολότερο να δείξουμε με το χέρι το κομμάτι που θέλουμε για σούβλα, παρά να το περιγράψουμε...

Κρατώντας στον νου μας πως ‘επικοινωνία’ και ‘γλώσσα’ είναι δύο διαφορετικές οντότητες, μπορούμε και να αντιληφθούμε πιο ξεκάθαρα το γεγονός ότι γλώσσα (δηλαδή λέξεις + γραμματικούς κανόνες) έχουνε μόνον οι άνθρωποι και κανένα ζώο. Ακόμη και τα πιο έξυπνα ζώα στερούνται γλώσσας. Σκεφτείτε εν προκειμένω το εξής: οι άνθρωποι τείνουμε να μιλάμε στα κατοικίδιά μας, ιδίως σε γάτες και σε σκύλους, και μάλιστα τους απευθυνόμαστε στα ‘μωρουδίστικα’, όπως ακριβώς και στα ανθρώπινα βρέφη και νήπια. Ωστόσο, από όσο μικρά και αν τα έχουμε κοντά μας (και σε προφανή αντίθεση με τα ανθρώπινα βρέφη) τα γατάκια και τα κουτάβια δε θα αναπτύξουνε ποτέ γλώσσα, όσο και να τους μιλάμε: η γλώσσα είναι ανθρώπινο προνόμιο. Παρόλα αυτά, τα ζώα βεβαίως επικοινωνούν, και με τους ανθρώπους (όταν είναι κατοικίδια) και, πρώτα και κύρια, μεταξύ τους. Μάλιστα, πολλά είδη, όπως οι μέλισσες, τα μυρμήγκια, οι φάλαινες, τα δελφίνια αλλά και τα ανώτερα πρωτεύοντα (χιμπατζήδες και γορίλλες) έχουνε τα δικά τους αρκετά σύνθετα μη-γλώσσικά συστήματα επικοινωνίας.

Η γλώσσα λοιπόν είναι ανθρώπινο προνόμιο, με τον τρόπο που η ύφανση ιστών είναι προνόμιο των αραχνών, το ραντάρ υπερήχων είναι των νυχτερίδων και η χρησιμότατη προβοσκίδα των ελεφάντων. Ταυτόχρονα η γραμματική δομή των ανθρώπινων γλωσσών είναι εξαιρετικά πολύπλοκη, όπως γνωρίζει πάρα πολύ καλά καθένας που έχει ξεκινήσει να μαθαίνει κάποια ξένη γλώσσα. Πώς προέκυψε, πώς εξελίχθηκε ένα τόσο πολύπλοκο εργαλείο, ένα τόσο σύνθετα οργανωμένο υποσύστημα όπως η γλώσσα, μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο;

Τις τελευταίες δεκαετίες, χάρη στα εντυπωσιακά άλματα της γλωσσολογίας, της ψυχογλωσσολογίας, της γνωστικής ψυχολογίας και της νευρογλωσσολογίας από τη μια πλευρά καθώς και χάρη στην ανάπτυξη των κλάδων που μελετούν τα πολύπλοκα συστήματα εν γένει, έχουμε προοδεύσει θεαματικά στην κατανόηση των απαρχών της γλώσσας. Υπάρχει πλέον ένας ικανός αριθμός σοβαρών επιστημονικών υποθέσεων σχετικά με την προέλευση του γλωσσικού οργάνου. Όσο μάλιστα περνάει ο καιρός και γίνεται πιο σύνθετη η συζήτηση για το θέμα «πώς προέκυψε η ανθρώπινη γλώσσα», με όλη την πολυπλοκότητα και με όλη τη μοναδικότητά της ανάμεσα στους ανώτερους οργανισμούς, τόσο πιο σαφές γίνεται ότι το κλειδί για να απαντηθεί η ερώτηση βρίσκεται εν πολλοίς στην κατανόηση της οργάνωσης και του σχεδιασμού της ανθρώπινης γλώσσας.

Με άλλα λόγια, για να καταλάβουμε πώς ο ανατομικά σύγχρονος άνθρωπος βρέθηκε προικισμένος με τη γλώσσα, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε συστηματικά και σε βάθος πώς είναι οργανωμένη η ίδια η γλώσσα, και μάλιστα το γραμματικό της σύστημα. Επομένως, για να απαντήσουμε στο ερώτημα από πού προέρχεται η γλώσσα δεν αρκούν επιφανειακές περιγραφές των επιμέρους εκφάνσεων του γλωσσικού οργάνου, των επιμέρους «γλωσσών» δηλαδή. Θα φέρω ένα πολύ απλό παράδειγμα: ας υποθέσουμε ότι σας λένε: «Νομίζω ότι είδα κάποιον». Για διευκρίνιση, μπορείτε να ρωτήσετε «Ποιον νομίζεις ότι είδες;», με την ερωτηματική λέξη ‘ποιον’ να εμφανίζεται στην αρχή της πρότασης. Εδώ σταματάει η επιφανειακή περιγραφή, που λέγαμε. Εάν τώρα αυτός ο διάλογος γινόταν στα κινέζικα, για διευκρίνιση θα ρωτούσατε κάτι πάνω-κάτω σαν κι αυτό: «Νομίζεις ότι είδες ποιον;» (με κινέζικες λέξεις, βεβαίως). Εδώ θα σταματούσε η επιφανειακή περιγραφή για τα κινέζικα: η ερωτηματική λέξη εμφανίζεται ακριβώς εκεί όπου βρίσκουμε και τα υπόλοιπα αντικείμενα, μετά το ρήμα.

Τα φαινόμενα όμως και πάλι απατούν. Εκτενής έρευνα στη Γενετική Σύνταξη τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 βασισμένη σε λεπτοφυείς αλλά εντελεχείς αναλύσεις κατέδειξε πως γλώσσες όπως τα ελληνικά και τα κινέζικα, παρά τις επιφανειακές μεταξύ τους διαφορές, έχουν την ίδια δομή ερωτήσεων ‘μερικής αγνοίας’ (όπως λέγονται οι παραπάνω ερωτήσεις). Συγκεκριμένα: στα μεν ελληνικά η ερωτηματική λέξη «ποιον» συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται και στην αρχή της πρότασης (όπου και την προφέρουμε) αλλά και αμέσως μετά το ρήμα! Θα μπορούσαμε δηλαδή, υπεραπλουστεύοντας, να πούμε πως η δομή της ερώτησής μας στα ελληνικά είναι κάπως έτσι: «Ποιον νομίζεις ότι είδες <ποιον>;» Στα δε κινέζικα, η ερωτηματική λέξη «ποιον» συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται και αμέσως μετά το ρήμα (όπου και την προφέρουμε) αλλά και στην αρχή της πρότασης! Θα μπορούσαμε αντίστοιχα να πούμε πως η δομή της ερώτησής μας στα κινέζικα είναι κάπως έτσι: «<Ποιον> νομίζεις ότι είδες ποιον;»

Αυτές και πάμπολλες παρόμοιες ανακαλύψεις, κάνουν τους γλωσσολόγους να κινούνται προς την κατεύθυνση αναζήτησης των γενικών αρχών σχεδιασμού της ανθρώπινης γλώσσας. Μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα αυτών των αρχών θα μας βοηθήσει τελικά να ανιχνεύσουμε τη φυλογένεση της ανθρώπινης γλώσσας, την εξελικτική της πορεία. Είναι λοιπόν ευτύχημα που ένας από τους πιο διακεκριμένους μελετητές των γενικών αρχών με βάση τις οποίες είναι σχεδιασμένη η ανθρώπινη γλώσσα, ο Henk van Riemsdijk, θα βρίσκεται στην Κύπρο στα μέσα Οκτωβρίου για να μας μιλήσει για αυτά ακριβώς τα θέματα – και μάλιστα λίγους μόλις μήνες μετά την επίσκεψη του Noam Chomsky και τα δύο σημαντικά συνέδρια που την πλαισίωσαν. Ο καθηγητής van Riemsdijk, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί και ως «o ευρωπαίος Τσόμσκυ», αποτελεί μία από τις δεσπόζουσες φυσιογνωμίες της σύγχρονης Γλωσσολογίας παγκοσμίως: θεωρείται ο εισηγητής της Γενετικής Γλωσσολογίας στην Ευρώπη τη δεκαετία του ’70, έχει υπάρξει ακούραστος δάσκαλος, μέντορας και εκλαϊκευτής, ενώ επί 35 χρόνια έχει επιτελέσει κεφαλαιώδες ερευνητικό έργο σημαίνουσας επιρροής στους τομείς της ανάλυσης της γραμματικής δομής των ανθρώπινων γλωσσών και της σχέσης γλώσσας, σημασίας και σκέψης.

O Henk van Riemsdijk θα δώσει μία ομιλία ανοιχτή για το κοινό (στα αγγλικά – είσοδος ελεύθερη) με θέμα «Η οργάνωση της γραμματικής» ("Organizing Grammar") στο Cyprus College την Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2006 στις 8 μμ. Για περισσότερες πληροφορίες μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να αποταθούν στο 22 713258.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 1ης Οκτωβρίου 2006]

3/9/06

Λόγια της σιωπής

Πολλοί από εμάς γνωρίζουμε, ή τουλάχιστον έχουμε ακουστά, ότι σε πολλά μέρη του κόσμου υπάρχουν γλωσσικές ποικιλίες (διαλέκτοι και γλώσσες δηλαδή) οι οποίες υφίστανται διωγμό από το επίσημο κράτος ή οι οποίες είναι στιγματισμένες από την τοπική κοινωνία. Αυτό που διαφεύγει από τους περισσότερούς μας είναι ότι υπάρχει μια ολόκληρη κατηγορία γλωσσών που βρίσκεται υπό διωγμό, ακόμα και από εκπαιδευτικούς και παιδαγωγούς σε κάποιες ατυχείς περιπτώσεις, μια ολόκληρη κατηγορία γλωσσών που μέχρι πρόσφατα δεν θεωρούνταν καν γλώσσες, παρά αδέξιες και χονδροειδείς παντομίμες, συμπιλήματα χειρονομιών με αποστολή τη μεταγραφή των ομιλουμένων γλωσσών – κάτι σαν τα σήματα Μορς δηλαδή.

Αναφέρομαι φυσικά στις νοηματικές γλώσσες, τις γλώσσες που χρησιμοποιούν οι κοινότητες των κωφών – και όχι ΄κωφαλάλων’, αφού μόνον άλαλοι δε χρειάζεται να παραμένουν οι κωφοί. Οι νοηματικές γλώσσες δεν είναι, όπως η γραφή ή τα σήματα Μορς, άλλος ένας τρόπος να αποδώσουμε τις ομιλούμενες γλώσσες, μάλιστα σχετίζονται ελάχιστα με τις γλώσσες που ομιλούνται σε έναν τόπο. Στην πραγματικότητα, οι νοηματικές γλώσσες είναι φυσικές γλώσσες οι οποίες διαφέρουν από τις ομιλούμενες γλώσσες, όπως τα ισπανικά ή τα ρώσικα λόγου χάρη, κατά ένα μόνο χαρακτηριστικό: ενώ οι ομιλούμενες γλώσσες χρησιμοποιούν τη λεγόμενη «φθογγοακουστική τροπικότητα», τις προφέρουμε δια της αναπνευστικής οδού και τις ακούμε δηλαδή, οι νοηματικές γλώσσες χρησιμοποιούν την «οπτικοχωρική τροπικότητα», τις βλέπουμε και τις νοηματίζουμε με τα χέρια και το πρόσωπο δηλαδή. Η γραμματική οργάνωση των νοηματικών γλωσσών είναι η ίδια, και άρα εξίσου πλήρης και πολύπλοκη, με αυτήν των ομιλουμένων. Επιπλέον, ομιλούμενες και νοηματικές γλώσσες εδράζονται νευρολογικά στις ίδιες περιοχές του εγκεφάλου, ενώ και οι δύο κατηγορίες κατακτώνται από τα βρέφη μέσω της ίδιας αναπτυξιακής πορείας κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου μεταξύ 0 και 4 ετών. Τέλος, ποίηση, θέατρο και λογοτεχνία δημιουργούνται και μεταφράζονται σε νοηματικές γλώσσες ανά τον κόσμο.

Αν και τα παραπάνω είναι πια αυτονόητα για τη συντριπτική πλειοψηφία των ειδικών και αποτελούν κοινό τόπο στις γλωσσικές επιστήμες, η πρώτη επιστημονική δημοσίευση που διατύπωσε ξεκάθαρα το γεγονός ότι οι νοηματικές γλώσσες είναι πλήρεις φυσικές γλώσσες, και όχι ατελείς χειρονομικές μεταγραφές ομιλουμένων γλωσσών, ήρθε μόλις το 1960 και ανήκει στον William Stokoe. Από το 1960 έως σήμερα η έρευνα στις νοηματικές γλώσσες έχει κάνει άλματα καλύπτοντας πολύ έδαφος. Η έρευνα αυτή όχι μόνο μας έχει φανερώσει πολλά και θαυμαστά για τη δομή των νοηματικών γλωσσών αλλά επιπλέον μας έχει αποκαλύψει πόσο ίδιες είναι με τις ομιλούμενες γλώσσες στην ουσία τους. Επιπλέον, μελετώντας τις νοηματικές γλώσσες, οι γλωσσολόγοι και οι ψυχολόγοι κατάφεραν να προχωρήσουν σε πολύ σημαντικές ανακαλύψεις που αφορούν τη φύση της ανθρώπινης γλώσσας εν γένει καθώς και να εμπλουτίσουν τη συζήτηση γύρω από αυτή με τρόπους δυσθεώρητους εάν μέναμε προσηλωμένοι μόνο στη μελέτη των ομιλουμένων γλωσσών.

Γιατί όμως οι νοηματικές γλώσσες υφίσταντο και υφίστανται τέτοιο διωγμό, σε σημείο μάλιστα που να μην αναγνωρίζονται ως γλώσσες; Η απάντηση είναι σχετικά απλή: αναλογιστείτε ότι μία γλώσσα είναι τόσο ‘ισχυρή’ όσο και οι ομιλητές της, άλλωστε γι’ αυτό και η γλώσσα των Ηνωμένων Πολιτειών απολαμβάνει το σχετικό κύρος και διάδοση στην εποχή μας. Φανταστείτε τώρα λοιπόν την ‘αδυναμία’ των νοηματικών γλωσσών, οι χρήστες των οποίων είναι συνήθως οι κωφοί, άρα άνθρωποι με περιορισμένα μέσα και περιορισμένη ισχύ, μία ομάδα εις βάρος της οποίας αφθονούσαν και αφθονούν οι διακρίσεις, η περιθωριοποίηση και – πολλές φορές – η ωμή καταπίεση. Ωστόσο, δεν είχαν παντού έτσι τα πράγματα. Για παράδειγμα, στο βιβλίο της N.E. Groce ‘Everybody here spoke sign language’ διαβάζουμε πώς στην κωμόπολη Chilmark στο Martha’s Vineyard, ένα νησί έξω από τη Βοστώνη, όλος ο ακούων πληθυσμός ήτανε για περίπου τρεις αιώνες δίγλωσσος μεταξύ μιας ομιλουμένης (της ντόπιας αγγλικής διαλέκτου) και της ντόπιας νοηματικής γλώσσας. Αυτό εν πολλοίς οφειλόταν στο κύρος, την κοινωνική ενσωμάτωση και την οικονομική επιφάνεια της εκεί πολυάριθμης κοινότητας των κωφών, αφού το Martha’s Vineyard ήταν σχετικά απομονωμένο από τον έξω κόσμο – αν και δημοφιλής τουριστικός προορισμός σήμερα.

Οι συνθήκες για τις πολυάριθμες νοηματικές γλώσσες ανά τον κόσμο φαίνονται να βελτιώνονται ενώ η εκπαίδευση των κωφών σε αυτές, στις γλώσσες δηλαδή τις οποίες μπορούν να κατακτήσουν και να χρησιμοποιούν με φυσικό τρόπο, κερδίζει έδαφος σιγά σιγά. Σε πολλά μέρη του κόσμου τα πράγματα έχουνε προοδεύσει σημαντικά από τον καιρό που οι κωφοί μαθητές τιμωρούνταν αυστηρά από τους δασκάλους τους όταν χρησιμοποιούσαν νοηματική μέσα στα ειδικά σχολεία όπου φοιτούσαν, κυρίως την ώρα των διαλειμμάτων. Θα αναφέρω δύο κοντινά μας παραδείγματα του πώς αλλάζουν τα πράγματα. Στην Ελλάδα η καλλιέργεια της ελληνικής νοηματικής γνωρίζει πρωτοφανή άνθηση, κάτι που εν πολλοίς ενίσχυσε και η επίσημη θέσπιση της χρήσης της στην εκπαίδευση των κωφών με τον ιστορικό νόμο 2817 του 2000. Λίγο αργότερα, το 2002, η κοινή γνώμη στην Ελλάδα είχε την ευκαιρία κατ’ αρχάς να πληροφορηθεί την ύπαρξη της ελληνικής νοηματικής, επίσης να ανασκευάσει κάποιους μύθους σχετικά με αυτήν και – κυρίως – να δει στην πράξη ζωντανούς καθημερινούς ανθρώπους να νοηματίζουν για τα προβλήματα, τις εμπειρίες και τις χαρές τους στο βραβευμένο ντοκυμαντέρ της Λουκίας Ρικάκη ‘Λόγια της Σιωπής’ – τον τίτλο του οποίου δανείστηκα για το σημερινό άρθρο. Η εν λόγω ταινία, γυρισμένη χωρίς πατερναλισμό και ρητορείες, πιστεύω πως συνέβαλε σημαντικά στο να αλλάξει η στάση της κοινής γνώμης στην Ελλάδα όχι μόνον απέναντι στις νοηματικές γλώσσες αλλά και απέναντι στην κοινότητα των Ελλήνων κωφών, λόγω και της επιτυχίας της. Στην Κύπρο τώρα, και αναφέροντας ένα οικειότερό μου παράδειγμα, η Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Σπουδών του Cyprus College ξεκίνησε πιλοτικά μαθήματα νοηματικής το προηγούμενο ακαδημαϊκό έτος υπό την κυρία Κυπρούλα Μακρή, καθηγήτρια και διερμηνέα νοηματικής. Το ενδιαφέρον και η ανταπόκριση του κοινού υπήρξαν τόσο σημαντικά, ώστε φέτος διερευνώνται τρόποι να συστηματοποιήσουμε και να επεκτείνουμε περαιτέρω αυτά τα μαθήματα στο Κολλέγιό μας.

Κλείνοντας με κάποιες πιο προσωπικές σκέψεις, η αποκατάσταση των νοηματικών γλωσσών από γλωσσολόγους, παιδαγωγούς και ψυχολόγους καθώς και η συστηματική τους μελέτη και η έρευνα της φύσης τους τα τελευταία 40 χρόνια πέτυχε δύο κεφαλαιώδη: εμβάθυνε την κατανόηση της ανθρώπινης γλώσσας ως φαινομένου και – κυρίως – έδωσε το έναυσμα και επιστημονική στήριξη ώστε εκατοντάδες γλώσσες να βγούνε από το κοινωνικό περιθώριο και, αναπόφευκτα, να αποκατασταθεί εν μέρει η αξιοπρέπεια όσων τις νοηματίζουν. Αυτό νομίζω πως δεν είναι μικρό πράγμα.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 3ης Σεπτεμβρίου 2006]

5/7/06

Μεταξύ Ομήρου και Τουρκίας

Δε χρειάζεται να μείνει κανείς στην Κύπρο για πολύν καιρό για να αντιληφθεί πόσο σημαντικά είναι για τον μέσο Ελληνοκύπριο τα ζητήματα γλώσσας. Κάποια από τα ζητήματα αυτά ανακύπτουν ακριβώς λόγω του μεγάλου γλωσσικού πλούτου και της γλωσσικής ποικιλίας με τα οποία είναι προικισμένη η Μεγαλόνησος, άλλα αποτελούν ζητήματα πανελλήνιας μέριμνας (και ενίοτε εμμονής), άλλα πάλι έχουν έναν πιο ευρύ, ίσως πανανθρώπινο, χαρακτήρα.

Αφουγκραζόμενος κανείς τις συζητήσεις για τη γλώσσα στην Κύπρο, θα ακούσει πολυάριθμες απόψεις σχετικά με την κυπριακή ελληνική και σύντομα θα διακρίνει ανάμεσα τους και την ύπαρξη δύο στρατοπέδων με αντικρουόμενες, μάλλον ακραίες και τελικά αθεμελίωτες αντιλήψεις για τη διάλεκτο.

Για το μεν, η κυπριακή ελληνική αποτελεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια ποικιλία παραφθαρµένων ελληνικών, μια εκφραστικά περιορισμένη ντοπιολαλιά που προσήκει σε βραδύγλωσσους χωρικούς και ανελλήνιστους νεόπλουτους. Γεμάτη φράγκικες, βενετσιάνικες, τούρκικες και αγγλικές λέξεις, εξ ορισμού δεν προσφέρεται να καταστεί εργαλείο υψηλόφρονος έκφρασης, λογικού συλλογισμού και σύνθετου προβληματισμού. Η κυπριακή ελληνική (πρέπει να) είναι το στίγμα του Κυπραίου, μια γλωσσική ποικιλία κατάλληλη μόνο για χονδροειδείς φάρσες με γραφικούς χαρακτήρες, για ανταλλαγή ύβρεων μεταξύ αγανακτισμένων οδηγών και για κακεντρεχή κουτσομπολιά. Οι ξενόφωνοι φθόγγοι της, επονείδιστη κληρονομιά ενός μακραίωνου παρελθόντος δουλείας, δεν αξίζουν να απαθανατίζονται γραπτώς – παρά μόνο για πλάκα ή σε παραπολιτικές στήλες· η αλλόκοτη βαρβαρική χροιά της διαλέκτου σίγουρα θα συντελέσει «στην δια παντός αποκοπή των Κυπρίων από το σώμα του Ελληνισμού», όπως προ τριετίας μου εμπιστεύτηκε ντόπιος λόγιος, ο οποίος μάλιστα φρονεί πως θα έπρεπε «να περιορίζεται η χρήση της ώστε σε εκατό, ας πούμε, χρόνια να έχει απομείνει μόνο μια ντόπια χαρακτηριστική προφορά.»

Για το απέναντι στρατόπεδο τα πράγματα είναι εξίσου υπεραπλουστευμένα, αλλά ακριβώς από την ανάποδη. Δεν υπάρχει ‘κυπριακή ελληνική’, αφού δεν πρόκειται για (οποιαδήποτε) διάλεκτο. Απεναντίας, στην Κύπρο επιβιώνει η αρχαία ελληνική γλώσσα, και μάλιστα η ομηρική ελληνική – κληρονομιά το δίχως άλλο της εδώ αποβίβασης των Αχαιών προ χιλιετιών. Οι λέξεις της διαλέκτου διατηρούν τις αρχαίες προφορές τους, όπως τα διπλά σύμφωνα στο ‘θάλασσα’ και στο ‘αλλά’, ενώ εδώ η αλβανική ‘κότα’ είναι ακόμη ‘όρνιθα’ και το απλοποιημένο ‘αλάτι’ ‘άλας’. Βεβαίως, όπως δυστυχώς συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που στον ελληνικό κόσμο γίνεται λόγος για παράδοση, ο λόγος πρέπει να συνοδεύεται από έναν κινδυνολογικό επίλογο. Πράγματι, στο στρατόπεδο των ‘ομηριστών’ επικρατεί η αντίληψη πως η αρχαία ελληνική της Κύπρου επιβιώνει µε δυσκολία και μετά βίας και ποιος ξέρει για πόσο ακόμα, στα χέρια (και στο στόμα) μιας άλαλης, αναίσθητης και αφασικής νεολαίας. Εν ολίγοις, σύμφωνα με αυτό το στρατόπεδο, η κυπριακή ελληνική αποτελεί μιαν ανόθευτη και γνήσια γλωσσική ποικιλία, αρχαϊκή και πολύ ελληνική· διαθέτει ουσία ακριβώς και επειδή είναι ελληνικότερη και αρχαιότερη της κοινής νεοελληνικής.

Το ζητούμενο και στα δυο στρατόπεδα είναι τελικά και πάντα η υπεράσπιση του ελληνισμού των Ελληνοκυπρίων: είτε δια του κοραϊκού καθαρισμού της γλώσσας τους, κατά το σχήμα «κυπραίικα=τούρτσικα» (ή και εγγλέζικα – ποιος ασχολείται με τα φραγκοβενετσιάνικα), είτε δια της ανάδειξης της γνησιότητας της γλώσσας τους, όπου «κυπριακή=ομηρική» (δεν αρκεί πάντως να είναι απλώς ‘αρχαία’). Όσο ευγενές και δημοφιλές κι αν είναι όμως το ζητούμενο αυτό, η πραγματική εικόνα για την ίδια τη διάλεκτο θα προκύψει, όχι από σχηματικές και έξωθεν επιβεβλημένες αντιλήψεις, παρά από τη γλωσσολογική έρευνα. Θα παραθέσω κάποια πορίσματα εδώ καθαρά δειγματοληπτικά.

Γιατί η ‘θάλασσα’ έχει δύο σίγμα στα κυπριακά; διότι όντως η λέξη διατήρησε την αρχαία της προφορά. Γιατί όμως το ‘σήμμερα’ ή το ‘σιύλλος’ έχουν, επίσης, δύο μι και δύο λάμδα; Όχι γιατί διατήρησαν την αρχαία προφορά, αφού τότε θα είχαν ένα μι και ένα λάμδα, αλλά γιατί η διάλεκτος νεωτέρισε, ήδη από την ελληνιστική εποχή (πολύ μετά τον Όμηρο). Στη σημερινή μορφή της, η κυπριακή ελληνική τείνει γενικά να έχει διπλά σύμφωνα μετά από τις τονισμένες συλλαβές, όπως έδειξαν οι Άννα Παναγιώτου και Jim Davy του Πανεπιστηµίου Κύπρου. Ο αναγνώστης μπορεί να το επιβεβαιώσει αυτό με μια πρόχειρη δοκιμή. Εδώ νομίζω λοιπόν πως η αλήθεια είναι πιο συναρπαστική από την ιδέα μιας γλωσσικής ποικιλίας κολλημένης στο 900 π.Χ.

Τι συμβαίνει όμως με όλες αυτές τις αρχαίες λέξεις; Πράγματι, υπάρχουν στην κυπριακή ελληνική (ενίοτε ως γνήσια επιβιώµατα, ενίοτε επανεισηγµένες από καθαρευουσιάνους λογίους του 19ου και του 20ου αιώνα) πολλές αρχαιότατες και αρχαίες ελληνικές λέξεις. Αυτό φυσικά ισχύει για όλες τις ελληνικές διαλέκτους καθώς και για πολλές γλώσσες που έχουνε δανειστεί εκτενώς από τα ελληνικά (αλβανικά, τούρκικα, σλαβομακεδονικά, βλάχικα κ.ο.κ.) ακόµα και, επιλεκτικά, για τα αγγλικά (π.χ. το ομηρικό kudos). Ωστόσο, σε κάθε ελληνική διάλεκτο, για κάθε αρχαία λέξη υπάρχει (τουλάχιστον) μία ‘εισαγωγής’· στην Κύπρο για κάθε αρχαίο ‘άλας’, ‘κανεί’ και ‘λούμα’ υπάρχει κι ένα ‘μούχτιν’, ένα ‘σάτζιη’ και ένα ‘μάππα’. Αυτό φυσικά ισχύει και για τη διάλεκτο του γράφοντος: για κάθε αρχαίο ‘δωρεάν’, ‘αρκεί’ και ‘τάχα’ υπάρχει κι ένα ‘κόρα’, ένα ‘κατσίκι’ και ένα ‘ντουλάπα’. Τέλος, όσον αφορά τα τούρκικα, τη «γλώσσα του εχθρού», όπως περισπούδαστα δήλωσε φοιτήτρια του Τμήματος Τουρκικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, τι να πούνε κι αυτά που είναι γεμάτα ‘ντομάτες’, ‘γαρίδες’, ‘πατάτες’, ‘σαλάτες’ κι άλλα πολλά εδώδιμα και μη από την ελληνική; Η αλήθεια είναι πως όλες οι ελληνικές ποικιλίες (επίσημες ή μη) διατηρούν κάτι από τις παλιότερες µορφές της γλώσσας· αλλού νεωτερίζουν· άλλοτε δανείζονται – η καθεμιά σε διαφορετικό σημείο όμως.

Τα παραπάνω ισχύουν, φυσικά, και για τους εχθρούς των διαλέκτων, και της κυπριακής πιο συγκεκριμένα. Σκεπτόμενοι με τους όρους τους, αναλογιζόμενοι δηλαδή ‘τι θα έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι για την κυπριακή ελληνική’, να επισημάνω πως για τους αρχαίους Έλληνες, το ‘τσι’ στο ‘τσιάι’ θα ήτανε τόσο ξενόφωνο όσο το ‘τσ’ στο ‘τσάι’· το τσιτακισμένο ‘κ’ στο κρητικό και το κυπριακό ‘και’ θα ακουγόταν τόσο αλλόκοτο όσο και το ουρανικοποιημένο ‘κ’ στα υπόλοιπα ελληνικά ‘και’· πιθανότατα θα χλεύαζαν το ‘θ’ στο ‘θεά’ επίσης, ενώ από πολύτιμη μαρτυρία στο Pro Fundano του Κικέρωνα μαθαίνουμε πως οι πρόγονοί μας δεν μπορούσαν να πούν το ‘φ’ (το προέφεραν κάπως σαν το ‘ππ’ στο ‘ππασιάς’). Πάω τέλος στοίχημα πως τους αρχαίους θα τους ενοχλούσε το τραγουδιστό πάνω-κάτω της κυπριακής προσωδίας (από τη Βενετία φερμένης, λένε) των Κυπρίων και των Κερκυραίων όσο και το δικό μου μονότονο στακάτο – όσο και τα πανελλήνια πέντε μας φωνήεντα α, ε, ι, ο, ου που δε διακρίνονται σε μακρά και βραχέα...

Κλείνοντας, πρέπει να βεβαιώσω τους αναγνώστες πως η κυπριακή ελληνική ζει και βασιλεύει και διαρκώς καλλιεργείται εκ μέρους και των νέων ανθρώπων αυτού του τόπου: από το Ίντερνετ και την τηλεόραση μέχρι την αυλή του σχολείου, όπως µας βεβαιώνουν πρόσφατες έρευνες της Σταυρούλας Τσιπλάκου καθώς και αυτές του Ανδρέα Παπαπαύλου, του Πανεπιστηµίου Κύπρου.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 2ας Ιουλίου 2006]

7/5/06

Με αφορμή την επίσκεψη του Τσόμσκυ στην Κύπρο

H γλώσσα αποτελεί για όλους μας αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού. Ζητήματα γλώσσας μας απασχολούν συχνά: από το ποια λέξη ή ποια διατύπωση είναι η πιο εύστοχη σε μία συζήτηση, μέχρι το πώς πρέπει τα παιδιά μας να διδάσκονται τη γλώσσα, από τις διαφορετικές προφορές κάθε τόπου μέχρι την ετυμολογία των λέξεων και την ιστορία των γλωσσών, από ζητήματα ορθογραφίας μέχρι θέματα γλωσσικής ανάπτυξης και παθολογίας, από την ερμηνεία των κειμένων μέχρι τα όρια μεταξύ ψέματος και υπεκφυγής, κριτικής και συκοφαντίας.

Κάποτε οι απορίες μας για τη γλώσσα έχουν άμεσες και πρακτικές απαντήσεις. Τις περισσότερες φορές όμως αφορούν θέματα που πάνε πολύ πιο βαθιά και πιο μακριά από εκεί που φτάνουν ο κοινός νους και η καθημερινή εμπειρία. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειαζόμαστε τις επιστήμες της γλώσσας, τη Γλωσσολογία, για να φωτίσουν τα πράγματα. Η Γλωσσολογία ως επιστήμη κάθε άλλο παρά περιορίζεται σε θέματα ετυμολογίας, όπως πολλοί νομίζουν· απεναντίας, η Γλωσσολογία περιλαμβάνει τη μελέτη με επιστημονική μέθοδο όλων όσων έχουνε να κάνουν με την ανθρώπινη γλώσσα ως βιολογικό, γνωστικό και πολιτισμικό αντικείμενο. Έτσι, αν έστω και για λίγο αναλογιστούμε πόσο κεφαλαιώδης είναι η σημασία της γλώσσας και της γλωσσικής επικοινωνίας στη ζωή μας, μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε τη σημασία της Γλωσσολογίας.

Παρόλα αυτά, όσο σημαντική και θεμελιώδης είναι η γλώσσα για εμάς τους ανθρώπους, άρα και η μελέτη της, άλλο τόσο είναι πανταχού παρούσα. Η γλώσσα μάς έρχεται συνήθως φυσικά και αβίαστα: την αναπτύσσουμε όταν είμαστε ακόμα βρέφη και νήπια χωρίς να έχουμε ανάγκη τη συστηματική, κοπιώδη (και δαπανηρή) διαδικασία εκμάθησης τόσων και τόσων άλλων γνωστικών αντικειμένων, ενώ και ως ενήλικες σπάνια καθόμαστε να σχεδιάσουμε μια πρόταση εκ των προτέρων – με ό,τι αυτό καμμιά φορά συνεπάγεται. Ακριβώς όμως το γεγονός ότι η γλώσσα είναι κάτι το φυσικό και αβίαστο ίσως να συνέβαλε στο ότι η Γλωσσολογία ως συστηματική επιστήμη εμφανίστηκε μόλις τον 19ο αιώνα, ενώ ουσιαστική πρόοδο και στέρεη θεωρητική θεμελίωση γνώρισε τον 20ο αιώνα με τον Ferdinand de Saussure (1857-1913) και τον Noam Chomsky (1928-). Ο πρώτος αντελήφθη ότι η γλώσσα αποτελεί ένα σύστημα – και όχι ένα ασυνάρτητο συνάθροισμα – από σημεία-λέξεις· ο δεύτερος συνέλαβε τη γλώσσα ως ένα δυναμικό σύστημα λίγων γραμματικών κανόνων που μπορεί όμως να παράγει άπειρο αριθμό προτάσεων – με αυτό το σύστημα να έχει έμφυτη βάση.

Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Κύπρος θα φιλοξενεί από τις 15 έως τις 20 Μαΐου 2006 μερικούς από τους σπουδαιότερους και σημαντικότερους εν ζωή θεωρητικούς γλωσσολόγους, με κορυφαίο ανάμεσά τους τον Noam Chomsky. Αφορμή για αυτή τη μοναδική συνάντηση αποτελεί ένα δίδυμο συνεδρίων, «ίσως το πιο σπουδαίο γεγονός του 2006 στη Θεωρητική Γλωσσολογία παγκοσμίως» (CarloCecchetto, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μιλάνου), που θα περιστοιχίσουν τις τρεις ομιλίες του Chomsky στις 17 και στις 18 Μαΐου. Το πρώτο συνέδριο με τίτλο ‘Edges in Syntax’ από τις 15 έως τις 17 Μαϊου, οργανώνεται στο Cyprus College από τον Φοίβο Παναγιωτίδη, επίκουρο καθηγητή Γλωσσολογίας και πρόεδρο του Τμήματος Ανθρωπιστικών Σπουδών· το δεύτερο συνέδριο με τίτλο ‘InterPhases’, οργανώνεται από τον Κλεάνθη Γκρώμαν, επίκουρο καθηγητή Γλωσσολογίας στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου από τις 18 έως τις 20 Μαΐου στην αίθουσα Καστελιώτισσα.

Αν και οι ανακοινώσεις στα συνέδρια είναι τεχνικού χαρακτήρα και απευθύνονται σε ειδικούς, οι δύο από τις ομιλίες του Chomsky, μία κατά την ανακήρυξή του ως επίτιμου διδάκτορα του Πανεπιστημίου στις 18 και μία εις μνήμην Ντ. Λεβέντη στις 17, θα είναι γενικότερου ενδιαφέροντος. Οι ιστότοποι των δύο συνεδρίων περιέχουν περισσότερες πληροφορίες καθώς και λεπτομέρειες για το πρόγραμμα της εβδομάδας:

http://sting.cycollege.ac.cy/~edges2006

http://www.punksinscience.org/InterPhases/

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 7ης Μαΐου 2006]