5/12/10

Ξέρει ο πρωθυπουργός ελληνικά;

Δεν πρωτοτυπεί ο Στάθης της Ελευθεροτυπίας όταν διαγινώσκει ότι ο Γιώργος Παπανδρέου πάσχει από κάποιου είδους γλωσσική διαταραχή, και μάλιστα γλωσσική διαταραχή γραμματικού χαρακτήρα. Γράφει λοιπόν στην Ελευθεροτυπία της Δευτέρας 8 Νοεμβρίου ότι «ο εντολοδόχος πρωθυπουργός της Τρόικας Παπανδρέου άρχισε να κλίνει τη λέξη ‘πατριώτης’ σε όλες τις πτώσεις – τις δύο που γνωρίζει».

Παρόμοια σχόλια γράφονται και ακούγονται για τις γλωσσικές του επιδόσεις από τον καιρό που ο Παπανδρέου ήταν απλός υπουργός, ενώ στο παρελθόν διαγνώσεις γραμματικών διαταραχών έχουνε γίνει και για τον Κώστα Σημίτη, για τον Μιλτιάδη Έβερτ και για άλλους πολιτικούς. Δεδομένου ότι δεν είμαι κλινικός γλωσσολόγος (άρα δεν μπορώ να δώσω ασφαλείς γνωματεύσεις σε ζητήματα διαταραχών) ούτε έχω μελετήσει την περίπτωση Παπανδρέου προσεκτικά, απλώς θα τη χρησιμοποιήσω για αφορμή για να μιλήσω για τα γλωσσικά λάθη.

Πράγματι, ακούγοντας κανείς τον πρωθυπουργό, γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι σε κάποια σημεία δε μιλάει στρωτά και αβίαστα. Για παράδειγμα, πολλές φορές επαναλαμβάνει συλλαβές, ενίοτε κομπιάζει ή κάνει σαρδάμ· επιπλέον, σε κάποιες περιπτωσεις ακυρολεκτεί: όταν χρησιμοποίησε την έκφραση «μηδέν εις το πηλίκιο» (αντί για «μηδέν εις το πηλίκο»), χάλασε ο κόσμος. Κάτι που, παρεμπιπτόντως, μαρτυρεί ποιες είναι οι ευαισθησίες και προτεραιότητες μεγάλου μέρους του δημοσιογραφικού κόσμου.
Βεβαίως, αν η γλώσσα που παράγουμε είναι ενδεικτική της νόησής μας, τέτοιες ευαισθησίες και προτεραιότητες είναι δικαιολογημένες: αν η ευφράδεια είναι δείκτης ευφυίας και ευστροφίας, αν ο εκφραστικός πλούτος υποδηλώνει ανεξαιρέτως βάθος σκέψης και ικανότητα για σύνθετη συλλογιστική, ποιος θέλει στο τιμόνι κάποιον που «γνωρίζει μόνο δύο πτώσεις»;

Ωστόσο, οι περισσότεροι αντιλαμβανόμαστε ότι δυσκολία στην ομιλία και γλωσσικά λάθη δε μαρτυρούν απαραίτητα κάποιο νοητικό έλλειμμα. Λόγου χάρη, πολλοί από εμάς (ένα 5 με 10%), αν και με νοημοσύνη μέσα στα κανονικά πλαίσια, πάσχουν από κάποιας μορφής Ειδική Γλωσσική Διαταραχή. Ενδεχομένως εκεί θα αναζητούσαν κάποιοι την αιτία της – ας πούμε – βραδυγλωσσίας του κυρίου Παπανδρέου. Δε θα έσπευδα να συγκαταλεγώ ανάμεσά τους.

Απεναντίας, για λίγο καιρό υποψιαζόμουν ότι όντως οι γλωσσικές δυσκολίες του πρωθυπουργού πήγαζαν από το ότι – όπως ισχυρίζονται κάποιοι – τα ελληνικά δεν είναι ανάμεσα στις μητρικές του γλώσσες. Αυτό ωστόσο θα προϋπέθετε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου τού απευθυνόταν αποκλειστικά στα αγγλικά όταν ήταν παιδί, πράγμα δύσκολο να πιστέψει κανείς, δεδομένων και των αγγλικών του Ανδρέα: κάποια στιγμή θα κουραζόταν. Τέλος πάντων, έχοντας πρόσφατα πολλές ευκαιρίες να παρακολουθήσω ομιλίες του Γιώργου Παπανδρέου και στα ελληνικά και στα αγγλικά, για τους γνωστούς πολύ δυσάρεστους λόγους, παρατήρησα ότι επαναλαμβάνει συλλαβές, κομπιάζει και κάνει σαρδάμ ακόμα και όταν μιλάει στην αγγλική. Η οποία, μετά από πρόχειρη παρατήρηση, δε φαίνεται να είναι μία από τις μητρικές του γλώσσες. Αλλού φαίνεται να βρίσκεται η αιτία της τάσης του πρωθυπουργού να σκοντάφτει στην ομιλία του και να κάνει (σχετικά) συχνά γλωσσικά λάθη.

Όσοι γνωρίζουν βασικές αρχές γλωσσολογίας (ή, έστω, έχουν αυτό που λέμε κοινό νου) αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ γλωσσικής ικανότητας (της υπόρρητης γνώσης της γλώσσας που έχουμε όλοι) και γλωσσικής πραγμάτωσης. Και όλοι έχουμε πείρα πόσο το άγχος, το τρακ, η κόπωση κτλ. επηρεάζουν τη γλωσσική πραγμάτωση και μας κάνουν να υποπίπτουμε σε λάθη, ανακολουθίες, σαρδάμ κτλ. Αντιλαμβανόμαστε επίσης ότι πολλοί από εμάς, όπως υπαινίχθηκα πιο πάνω, απλώς έχουμε μια γενικότερη δυσκολία στη γλωσσική πραγμάτωση: δε γυρίζει η γλώσσα μας, που λέμε. Αυτή θα υποψιαζόμουν ότι είναι και η περίπτωση Παπανδρέου.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 5ης Δεκεμβρίου 2010]

3/10/10

Οι γλωσσολόγοι και οι Υoung Αmericans

Σε μια σειρά ομιλιών για το ευρύ κοινό που διοργάνωσε η εφημερίδα Πολίτης στη Λευκωσία, παρουσίασα τρεις διαλέξεις για τη γλώσσα: μια μικρή εισαγωγή στη Γλωσσολογία. Στις πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις που ακολούθησαν ξανακούστηκε η ένσταση ότι οι γλωσσολόγοι, αντίθετα με τους αυστηρούς φιλολόγους, ανεχόμαστε ό,τι να ’ναι στη γλώσσα: και τα «επέλεξε τι θες» και ένα σωρό άλλα τέτοια.

Προσπάθησα να εξηγήσω λοιπόν ότι οι γλωσσολόγοι μελετάμε το γλωσσικό φαινόμενο και τη γλωσσική αλλαγή, τα οποία προσπαθούμε να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε, όχι να τα ρυθμίσουμε (τουλάχιστον όχι συνήθως). Η περιγραφή και η επιστημονική ερμηνεία του γλωσσικού φαινομένου δε συνιστούν βεβαίως τον αντίποδα της γλωσσικής ρύθμισης, όπως καμμιά φορά εσφαλμένα λέμε στους φοιτητές, παρά πρόκειται για κάτι τελείως διαφορετικό. Να το πω κι έτσι: άλλη η δουλειά του βοτανολόγου και άλλη του γεωπόνου.

Ωστόσο, βεβαίως, κάθε μορφωμένος άνθρωπος προβληματίζεται για τα γλωσσικά θέματα. Το κείμενο του Νίκου Ξυδάκη «Το κόνσεπτ, το πρότζεκτ, το μπάτζετ» στην Κ της 19ης Σεπτεμβρίου μιλάει για τα αγγλικά στη σύγχρονη Ελλάδα με τρόπο που αναδεικνύει τη διάσταση της γλώσσας ως πολιτισμικής κατασκευής και της γλώσσας ως φυσικού αντικειμένου. Ο Ξυδάκης επισημαίνει σωστά ότι η αγγλόχρωμη αργκό των νέων είναι εφήμερη: «κάθε γενιά χρειάζεται τη δική της ιδιόλεκτο, μια μυητική αργκό, προσωρινή […]». Εδώ υπενθυμίζω και τις λόγιες γαλλικούρες του πρώτου μισού του 20ου αιώνα ή τα γαλλικά με τα οποία η ρωσική ελίτ επικοινωνούσε τον 19ο αιώνα (όπως αποτυπώνεται και στα μεγάλα ρωσικά μυθιστορήματα της εποχής).

Στη συνέχεια ο Ξυδάκης αναρωτιέται «Γιατί τα αγγλικά κατακλύζουν τον καθημερινό λόγο;». Θα συμπληρώσω τον προβληματισμό του με κάποιες δικές μου εικασίες. Στο άρθρο λοιπόν υπάρχει μια διατύπωση-κλειδί: «τα πλούσια, καλά ελληνικά είναι δύσκολα και σχεδόν ανώφελα οικονομικά-εργασιακά». Εδώ ταιριάζει ωραιότατα ο παραλληλισμός με τις ρωσικές ελίτ του 19ου αιώνα, οι οποίες ναι μεν ρητόρευαν και προβληματίζονταν συστηματικά για τη μοίρα της Ρωσίας στον κόσμο και για τη μεγάλη αποστολή της, όμως παράλληλα θα επιθυμούσαν (και ενίοτε το έπρατταν) να βρίσκονται κάπου αλλού και να είναι κάποιοι άλλοι. Υποθέτω λοιπόν ότι τα ελληνικά είναι ντεπασέ οικονομικά-εργασιακά, όχι λόγω της παγκοσμιοποίησης και της επικράτησης αγγλικής ορολογίας στον χώρο των επιχειρήσεων, ούτε βεβαίως επειδή υφίσταται ενδεχόμενο «εγκατάλειψης της μητρικής γλώσσας». Ο λόγος που ακούμε τόσα αγγλικά είναι επειδή οι ελίτ που τα μασουλάνε θα ήθελαν κατά βάθος να είναι αμερικάνοι ή και τα αμερικανάκια που πρόθυμα χλευάζουν: αμερικάνοι οικονομικά και πολιτικά, ίσως και κοινωνικά και πολιτισμικά. Κάπως έτσι συνέβη και με τα γαλλικά παλιότερα.

Ενδεχομένως να πλανώμαι, επαναλαμβάνω ότι εικασίες κάνω. Όμως, όπως τόνισα και στις διαλέξεις, η Γλωσσολογία μάς προπονεί στο να ξεχωρίζουμε τη γλώσσα ως πολιτισμική κατασκευή, συστατικό ταυτότητας και εργαλείο κοινωνικοπολιτικής χειραφέτησης ή εξουσιασμού, από τη γλώσσα ως φυσικό αντικείμενο, πανανθρώπινο κτήμα και φαινόμενο γνωστικού χαρακτήρα μέσα στην ποικιλότητά του. Έτσι, στο θέμα μας, πριν μελετήσουμε τους κοινωνικούς παράγοντες που ευνοούν τον δανεισμό και την προσφυγή στην εναλλαγή κωδίκων πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε τους ενδογλωσσικούς μηχανισμούς του δανεισμού και της εναλλαγής κωδίκων: «[αγγλικά ουσιαστικά] δεμένα με λίγα ελληνικά ρήματα», λέει ο Ξυδάκης. Συνήθως γουίθ στρονγκ γκρηκ άξεντ, επίσης.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 3ης Οκτωβρίου 2010]

5/9/10

Από την Καθολική Γραμματική στην εξαφάνιση των γλωσσών

Δεν άργησε να αναδημοσιευθεί στα ελληνικά (στο Βήμα της 22ης Αυγούστου 2010) το άρθρο της Christine Kenneally που παρουσιάζει πρόσφατους ισχυρισμούς των Λέβινσον και Έβανς (βασισμένους σε ήδη γνωστά δεδομένα) σχετικά με τη μη ύπαρξη της Καθολικής Γραμματικής, δηλαδή των κοινών δομικών χαρακτηριστικών όλων των ανθρώπινων γλωσσών.

Για να μη μένουν με την απορία οι αναγνώστες της Κ και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς, η Καθολική Γραμματική ως ένας πυρήνας δομικών αρχών και περιορισμών που διέπουν όλες τις ανθρώπινες γλώσσες εξηγεί με επάρκεια την κατά βάθος ομοιoμορφία των ανθρώπινων γλώσσών. Παράλληλα, η γοητευτική αλλά περιορισμένη ποικιλομορφία τους οφείλεται σε δύο παράγοντες.

Πρώτον, κάποιες αρχές της Καθολικής Γραμματικής (όχι όλες τους) διακρίνονται από μιας μορφής ελαστικότητα: έτσι, όλες ανεξαιρέτως οι ανθρώπινες γλώσσες έχουν δομικού χαρακτήρα κανόνες, όμως μόνο μερικές από αυτές έχουν υποχρεωτικά υποκείμενα στις προτάσεις τους. Δεύτερον, οι γλώσσες διαφέρουνε βεβαίως και εξαιτίας εξωγενών παράγοντων, τους οποίους με θέρμη επικαλούνται οι Λέβινσον και Έβανς και συζητάει η Kenneally στο άρθρο της: π.χ. σε κοινωνίες όπως οι δικές μας στις οποίες οι γενεαλογίες και τα κοινωνικά δίκτυα είναι απλά και περιορισμένα, δεν υπάρχει μονολεκτικός όρος για τα ξαδέρφια εξ αγχιστείας, όπως τα παιδιά αδερφών συννυφάδων.

Προς τι λοιπόν το ενδιαφέρον του άρθρου; Κατ’ αρχήν στο ότι, αν και κακογραμμένο και μπερδεμένο, είναι λιγότερο ανακριβές απ’ ό,τι ένα μέσο άρθρο του επιστημονικού ρεπορτάζ. Αυτό βεβαίως δεν είναι και ιδιαίτερα παρήγορο, αφού το λεγόμενο επιστημονικό ρεπορτάζ αποτελεί παγκοσμίως συνεπή πηγή αφάνταστης διαστρέβλωσης και ενίοτε σουρεαλιστικής παραπληροφόρησης για επιστημονικά ζητήματα – ρωτήστε τους φυσικούς ή τους γιατρούς…

Δεύτερον, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει της μόδας να δημοσιεύονται εκτενή άρθρα για τη γλώσσα που διαλαλούν την πτώση της θεωρίας της Καθολικής Γραμματικής, την τελική αναίρεση της θεωρίας της Γενετικής Γραμματικής, τη διάψευση του Τσόμσκυ και άλλα παρόμοια. Το άρθρο της Kenneally εντάσσεται σε αυτήν την τάση. Φυσικά είναι αναγκαίο να αμφισβητούνται επιστημονικές θεωρίες και να επανεξετάζονται οι προβλέψεις και οι ισχυρισμοί τους. Έτσι, οι πρόσφατες προτάσεις του Μάικλ Τομαζέλλο (τον οποίο το Βήμα αναφέρει ως ‘Τομασίνο’) ότι η γλωσσική κατάκτηση των ρηματικών συνόλων μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά ως γενίκευση συγκεκριμένων μοτίβων έδωσε πολύτιμη ώθηση στις γλωσσικές σπουδές.

Αυτό που καταντάει κουραστικό στον χώρο του επιστημονικού ρεπορτάζ γύρω από τη γλώσσα είναι ότι οι συντάκτες του ενδιαφέρονται κυρίως να υπερασπίσουν α πριόρι κάποιες πολιτικές ή ιδεολογικές θέσεις παρά να μιλήσουν για γλωσσολογικές ανακαλύψεις ή θεωρητικές προτάσεις για τη γλώσσα.

Έτσι, ούτε λίγο ούτε πολύ, το επιχείρημα της Kenneally πάει ως εξής: πρέπει να εγκαταλείψουμε τη θεωρία της Καθολικής Γραμματικής γιατί, αν όλες οι γλώσσες διέπονται κατά βάθος από τις ίδιες δομικές αρχές, τότε δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για τη μαζική εξαφάνιση γλωσσών: όλες ίδιες είναι στο κάτω-κάτω. Οι Λέβινσον και Έβανς είναι μόνο η αφορμή. Βεβαίως, η αντίληψη ότι θα πρέπει να διασώσουμε τις γλώσσες υπό εξαφάνιση μόνον αν αποτελούν ριζικά διαφορετικές λύσεις σε επικοινωνιακά προβλήματα μέσα σε συγκεκριμένα πολιτισμικά συμφραζόμενα, και όχι εάν αποτελούν παραλλαγές σε ένα γενετικά καθορισμένο θέμα, είναι σχεδόν παιδαριώδης. Άλλωστε αναιρείται και από την ίδια τη συντάκτρια στο τέλος του άρθρου της: οφείλουμε να διασώσουμε τις απειλούμενες με εξαφάνιση γλώσσες επειδή κάθε μία από αυτές «περιλαμβάνει ένα ολόκληρο ράφι βιβλιοθήκης με εθνολογικές πληροφορίες το οποίο κινδυνεύει να χαθεί χωρίς ποτέ να μάθουμε τι βιβλία περιείχε».

Στη μνήμη του αγαπητού συναδέλφου Παύλου Παύλου που χάσαμε νεώτατο στις 22 Αυγούστου, χτυπημένο από καρκίνο.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 5ης Σεπτεμβρίου 2010]

18/7/10

Γλωσσική κατάκτηση και κοινωνικός αποκλεισμός στο Γκάζι

Πριν λίγο καιρό η Τίνα Σταύρου των Δρόμων Ζωής μου μιλούσε για το αθόρυβο και ζωτικό έργο της εθελοντικής οργάνωσης, που ασχολείται με τα παιδιά από τη Θράκη που ζουνε στο Γκαζοχώρι. Ενώ συζητούσαμε, μου είπε για μια αξιοσημείωτη αλλαγή που συνέβη στη γειτονιά τα τελευταία χρόνια. Δε μιλάμε φυσικά για τη μετατροπή της γειτονιάς από άβατη φτωχογειτονιά σε μέγα διασκεδαστήριο, αλλά για ένα φαινόμενο πολύ πιο καθοριστικό για τη ζωή των κατοίκων της: ένα φαινόμενο όπου η πολιτική συναντάει τη γλωσσική ανάπτυξη.

Προτού προχωρήσω στην ουσία, μια διευκρίνιση για τους τύπους: η μειονότητα που ζούσε κι ακόμα ζει στο Γκαζοχώρι μιλάει τούρκικα και προέρχεται από τη Θράκη. Αντιλαμβάνομαι ότι από τη δεκαετία του ’80 και μετά γίναμε στην Ελλάδα θιασώτες των τύπων και των διατυπώσεων της συνθήκης της Λωζάννης, οπότε είτε ονομάζουμε τους μειονοτικούς της Θράκης αποκλειστικά «μουσουλμάνους», είτε διυλίζουμε τον κώνωπα σχετικά με την εθνοτική σύνθεση της μειονότητας (κατά το τριμερές σχήμα Τούρκοι-Πομάκοι-Ρομ), είτε καταφεύγουμε σε άλλους πατερναλιστικούς όρους. Θα παραμερίσω όλα τα παραπάνω γιατί συνιστούν μορφές εθελοτυφλίας, γλωσσικής αδικίας ή και γλωσσικής καταστολής (αφου ασκούμε εξουσία σε ό,τι ονομάζουμε μονομερώς).

Όταν λοιπόν το κουλ Γκάζι ήταν απλώς το Γκαζοχώρι, τα μικρά παιδάκια από τη Θράκη μιλούσαν τη μητρική, και γλώσσα της κοινοτητάς τους, τουρκική αλλά και ελληνικά, τα οποία μάθαιναν από τη συναναστροφή τους με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς. Η συναναστροφή αυτή συντελούνταν και στην προσχολική ηλικία, σε μια παιδική χαρά στην οδό Βουτάδων, και στο δημοτικό σχολείο.

Δύο γεγονότα άλλαξαν αυτή την κατάσταση: η παιδική χαρά αντικαταστάθηκε από το αναίτια θηριώδες ορθομαρμαρωμένο μαυσωλείο που λειτουργεί ως ο σταθμός του Κεραμεικού. Έτσι μειώθηκαν δραματικά οι ευκαιρίες κοινωνικής (και άρα γλώσσικής) επαφής με ελληνόφωνα παιδακια. Παράλληλα, τα όρια της περιφερείας του δημοτικού σχολείου στο Γκάζι συρρικνώθηκαν, με αποτέλεσμα οι μαθητές του σχολείου να είναι πια στη συντριπτική πλειοψηφία τους τουρκόπουλα. Έτσι, τα παιδιά του σχολείου έχουνε πια πολύ λιγότερες ώρες επαφής με τα ελληνικά εκτός μαθήματος.

Το αποτέλεσμα είναι ότι τα μικρότερα τουρκόπουλα στο Γκάζι, οι καινούργιες γενιές, μιλάνε πια λιγότερα και ατελέστερα ελληνικά, πράγμα το οποίο επηρεάζει τη σχολική τους επίδοση, πράγμα το οποίο επηρεάζει τις μελλοντικές προοπτικές τους και την κοινωνικοποίησή τους έξω από την κοινότητά τους – με ό,τι αυτά συνεπάγονται.

Στην πράξη λοιπόν βλέπουμε τις συνεπειες ενός εμπειρικά θεμελιωμένου κοινού τόπου στη Γλωσσολογία: κατακτούμε με ευκολία και ευχέρεια (και) τη γλωσσική ποικιλία που μιλούν οι συνομήλικοί μας όταν είμαστε περίπου 4 με 10 ετών. Αυτό είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης νόησης και βιολογίας: μέσα σε μια κρίσιμη ηλικία εντυπωνόμαστε (και) τη γλωσσική ποικιλία των συνομηλίκων, όχι μόνον των γονέων μας.

Όταν λοιπόν κάποιοι συνομήλικοι αυτών των παιδιών μιλούσαν ελληνικά, τα τουρκόπουλα στο Γκάζι κατακτούσαν τη γλώσσα και γινόντουσαν δίγλωσσα, όπως π.χ. τα παιδιά μεταναστών ανά τον κόσμο, που κατακτούν τη γλώσσα της χώρας υποδοχής ξεπερνώντας τους γονείς τους σε γλωσσική ικανότητα. Λιγότερα ελληνόφωνα παιδιά στον κοινωνικό περίγυρο των παιδιών αυτών στην προσχολική και στην πρώτη σχολική ηλικία συνεπάγεται την αποτυχία τους να κατακτήσουν την ελληνική σε επίπεδο μητρικής ή σχεδόν μητρικής γλώσσας. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι προφανή.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 18 Ιουλίου 2010]

6/6/10

Το χρέος κι ο λεξικογράφος

Μεγάλωσα στου Γκύζη, το οποίο τις προάλλες είδα γραμμένο ‘Γκύζι’ πάνω στην πινακίδα του λεωφορείου 021. Βγαίνοντας στην Αλεξάνδρας αριστερά πηγαίναμε για Γουδί, το οποίο όμως έγινε Γουδή πριν κάποια χρόνια. Ακόμα και τώρα δεν ξέρω αν πρέπει να γράφω ‘κτήριο’ ή κτίριο’, ‘βρωμάω’ ή ‘βρομάω’. Στην περίπτωσή μου μάλιστα αυτός ο δισταγμός είναι πηγή αμηχανίας, αφού πολλοί θεωρούν εσφαλμένα ότι, ως γλωσσολόγος, θα έπρεπε να είμαι αυθεντία στο θέμα.

Μια στάνταρ απάντηση στο ερώτημα γιατί να υπάρχουν εναλλακτικές ορθογραφήσεις τόσων λέξεων δίνεται περίπου ως εξής: η ελληνική ορθογραφία είναι ιστορική, όπως και η αγγλική ή η ιρλανδική. Έτσι, γράφοντας τα ελληνικά, αποδίδουμε το πώς προφερόταν η γλώσσα πριν από αιώνες, εξού κι ότι έχουμε τόσους τρόπους να αποδίδουμε τον φθόγγο ‘ι’, κ.ο.κ. Η χρήση ιστορικής ορθογραφίας πάντως δεν είναι άσκηση εφαρμοσμένης αρχαιογνωσίας: σε μια γλώσσα με πλούσια μορφολογία, όπως η δική μας, η ιστορική ορθογράφηση διευκολύνει τον αναγνώστη λ.χ. να ξεχωρίζει με το μάτι το ‘τείχη’ από το ‘τοίχοι’, το ‘τύχη’ και το ‘τύχει’.

Η απάντηση στο ερώτημα γιατί να υπάρχει τόσο εκτενής ορθογραφική πολυτυπία συνεχίζει ως εξής: η ιστορική ορθογράφηση εγκιβωτίζει την ιστορία μιας λέξης, την ετυμολογία της. Έτσι, όταν εμπλουτίζεται ή διορθώνεται η επιστημονική γνώση, όταν π.χ. ανακαλύψουμε πώς η ‘ελαία’ έγινε ‘ελιά’ (κι όχι ‘εληά’) ή πώς ετυμολογείται το ρήμα ‘γλίτωνω’ (κι όχι ‘γλυτώνω’), τότε πρέπει να αλλάζει και η ορθογράφηση της λέξης – όπως στα παραδείγματα που μόλις παρέθεσα. Γι’ αυτό προκύπτει πολυτυπία.

Ωστόσο, πρέπει να γίνουν κάποιες διευκρινίσεις στα παραπάνω. Το πρώτο είναι προφανές: η ορθογράφηση μιας λέξης δεν είναι μόνο θέμα ετυμολογίας, είναι και θέμα κάποιων συμβατικών επιλογών. Πολύ χοντρικά, αποδίδουμε γραπτώς την ελληνική όπως προφερόταν στην ύστερη κλασσική εποχή – ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα, ενώ η αγγλική ορθογραφία είναι εικόνα του πώς προφερόταν η γλώσσα τον 15ο αιώνα. Επίσης, πάντοτε αποδίδουμε τον φθόγγο ‘j’ με ‘γι’, έστω κι αν ετυμολογικά το ‘γ’ εκείνο δε δικαιολογείται, όπως στη λέξη ‘γυαλί’ (δε γράφουμε ‘υαλί’) ή ‘γιαούρτι’. Με άλλα λόγια: και η πιο συνεπής ιστορική ορθογραφία εμπεριέχει ένα βαθμό συμβατικότητας που εξασφαλίζει την ομοιομορφία της γραπτής έκφρασης.

Πολλές φορές μάλιστα η σύμβαση καταστρατηγεί την ετυμολογία. Ένα γνωστό παράδειγμα είναι και το εξής: η λέξη ‘χρέος’ στα αγγλικά γραφόταν ‘dette’, αφού προέρχεται από την αντίστοιχη γαλλική (υπενθυμίζω ότι για δυόμισυ αιώνες επίσημη γλώσσα της Αγγλίας ήτανε τα γαλλικά). Το 1755 όμως ο Σάμιουελ Τζόνσον εκδίδει ένα μνημειώδες λεξικό της αγγλικής, με το οποίο σκόπευε να αποκαθάρει, να νομοθετήσει και να διορθώσει (κατά τις διακηρύξεις του) την αγγλική γλώσσα. Στο λεξικό του πρότεινε πολλες νέες ορθογραφήσεις λέξεων, οι οποίες θα απηχούσαν την ορθή ετυμολογία τους. Οι περισσότερες καθιερώθηκαν. Στην περίπτωση του ‘dette’ ο Τζόνσον πρότεινε το ‘debt’, με b, παρετυμολογώντας τη λέξη από το λατινικό ‘debitum’.

Κατόπιν έγινε αντιληπτό ότι ο τύπος ‘debt’ ήταν κάθε άλλο παρά ετυμολογικά ακριβής. Ωστόσο ο λανθασμένος αυτός τύπος κωδικοποιήθηκε και παρέμεινε μέχρι τις μέρες μας. Νομίζω ότι αυτό το παράδειγμα σκιαγραφεί το γεγονός ότι οι ορθογραφικές συμβάσεις ούτε μπορούν ούτε επιβάλλεται να ακολουθούνε συστηματικά και κατά πόδας την ετυμολογική έρευνα και τις εξελίξεις στην ιστορική γλωσσολογία. Ναι μεν η γραφή είναι ένα συμβατικό σύστημα που παρασιτεί πάνω στη φυσική γλώσσα και την αποδίδει οπτικά. Ταυτόχρονα όμως η ίδια η γραφή έχει τεράστια πολιτισμική αλλά και κοινωνική αξία και νομίζω ότι τελικά το ζητούμενο είναι να λειτουργεί ομαλά και να είναι προσιτή σε όλους.

Έτσι, ακόμα και για μια γλώσσα που ορθογραφείται ιστορικώς, η ετυμολογική πιστότητα και η ιστορική ακρίβεια δεν μπορούν να αποτελούν βασική προτεραιότητα, όταν μάλιστα το εγγράμματο μέρος του πληθυσμού είναι εξοικειωμένο με συγκεκριμένα οπτικά ινδάλματα για την τάδε ή τη δείνα λέξη. Πολλές φορές είναι καλύτερα να αφήνει κανείς το αυγό και το αυτί ως έχουν, κι ας μην έχει καμμιά θέση το ύψιλον μέσα τους, ετυμολογικά μιλώντας.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 6ης Ιουνίου 2010]

28/3/10

Ανάπτυξη και όχι εκμάθηση

Την προηγούμενη φορά, ξεκινώντας από την παραδοχή μου ότι δεν πρόκειται να μάθω τούρκικα, αναρωτηθήκαμε γιατί οι ενήλικες είναι τόσο κατώτεροι από τα νήπια στη γλωσσική κατάκτηση, κάτι που χαρακτήρισα παράδοξο.

Για να κατανοήσουμε αυτό το παράδοξο, πρέπει να μην αντιμετωπίζουμε τη γλωσσική κατάκτηση ως κλασσική μάθηση. Πράγματι οι ενήλικοι είναι καλύτεροι στο να αποστηθίζουν, να μαθαίνουν κανόνες παιχνιδιών, ιστορία, πώς να συναλλάσσονται με υπηρεσίες κτλ. Η γλώσσα όμως δε μαθαίνεται με αυτόν τον τρόπο, παρά αναπτύσσεται στον άνθρωπο περίπου όπως το περπάτημα ή η σεξουαλική συμπεριφορά. Και οι τρεις είναι εξαιρετικά σύνθετες συμπεριφορές, οι οποίες αποτελούν προϊόν αλληλεπίδρασης μεταξύ βιολογικής ανάπτυξης (ωρίμασης) και κοινωνικού περιβάλλοντος. Η ανάπτυξή και των τριών είναι αναπόφευκτη, καθορίζεται από συγκεκριμένα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, ενώ συντελείται μέσα σε καθορισμένο χρονικό πλαίσιο.

Μενοντας στη γλώσσα, τα ανθρώπινα όντα μεταξύ της γέννησης και πάνω-κάτω του τέταρτου έτους της ηλικίας τους έχουν ενεργή τη βιολογική προδιάθεση να αναπτύξουν γλώσσα, η οποία μετά το έκτο έτος σιγά-σιγά ατονεί, για να σβήσει μέχρι την ενηλικίωση. Κατά την «κρίσιμη περίοδο» αυτή, το παιδί θα απορροφήσει σα σφουγγάρι τη γλώσσα (ή γλώσσες) του περίγυρού του, χωρίς να έχει ανάγκη διδασκαλίας ή ειδικής εξάσκησης: έτσι, αν μεγαλώσει στο Τόκυο, η γλωσσική του ικανότητα θα ‘μεταφραστεί’ σε γιαπωνέζικα, κ.ο.κ.

Η γλωσσική μας ικανότητα παγιώνεται λοιπόν ως μία ή περισσότερες γλώσσες μέχρι το πέρας της κρίσιμης περιόδου. Μετά από εκείνη την ηλικία, η γλωσσική ανάπτυξη, η εκμάθηση δηλαδή μιας «ξένης» γλώσσας, παίρνει ποιοτικά διαφορετικό χαρακτήρα και καθίσταται δυσχερέστερη. Η φωνολογία (δηλαδή η γραμματική των φθόγγων) της μητρικής μας γλώσσας περιορίζει πλέον τις αρθρωτικές και τις αντιληπτικές μας ικανότητες: γι’ αυτό λ.χ. δυσκολευόμαστε στη διάκριση μακρού-βραχέος ι στα ‘sheep’—‘ship’ της αγγλικής. Η μορφολογία (η γραμματική του σχηματισμού λέξεων) της μητρικής μας γλώσσας μάς εμποδίζει να χειριστούμε και να αναλύσουμε ξένες λέξεις με γραμματικά χαρακτηριστικά που δεν απαντούν σε αυτή: έτσι οι ομιλητές της ρωσικής (που δεν έχει οριστικό άρθρο) δυσκολεύονται με τα άρθρα ενώ της τουρκικής (που δεν έχει γραμματικό γένος) με το γραμματικό γένος των ελληνικών. Τέλος, η σύνταξη (η γραμματική του σχηματισμού προτάσεων) επηρεάζει και την κατανόηση αλλά και την παραγωγή προτάσεων σε ξένες γλώσσες: χαρακτηριστικά, ακόμα και προχωρημένοι ελληνόφωνοι ομιλητές της αγγλικής ως ξένης γλώσσας, σχηματίζουν ερωτήσεις χωρίς την αντιστροφή του βοηθητικού, λέγοντας “We can go now?” αντί για “Can we go now?”. Και ούτω καθεξής.

Ένα εύλογο ερώτημα είναι γιατί χρειαζόμαστε ενδιάθετους γλωσσικούς κανόνες για να περιγράψουμε τη διαδικασία της γλωσσικής κατάκτησης. Γιατί, λόγου χάρη, δεν μπορούμε να πούμε ότι μαθαίνουμε τη γλώσσα κάνοντας γενικεύσεις με βάση τη γλώσσα που ακούμε ως μικροί ομιλητές; Άλλωστε, μεγάλο μέρος της κλασσικής μάθησης βασίζεται στην αναλογία και στη γενίκευση: έτσι, αν έχουμε χρησιμοποιήσει κινητό τηλέφωνο, ίσως μπορούμε αναλογικά να χειριστούμε και συσκευές που δεν έχουμε ξαναχρησιμοποιήσει.

Η γλώσσα όμως δε δουλεύει έτσι, μέσω γενίκευσης και αναλογίας. Αναλύοντας χιλιάδες γλωσσικά φαινόμενα σε εκατοντάδες γλώσσες, πάντοτε αναγκαζόμαστε να υποθέσουμε μάλλον σύνθετους κι εξειδικευμένους κανόνες, ακόμα και σε περιπτώσεις φαινομενικά απλών γραμματικών δομών. Οι αναλογικές γενικεύσεις πάντοτε αποτυγχάνουν – όπως άλλωστε ξέρουμε όλοι όσοι προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε «απλά» ένα γραμματικό φαινόμενο.

Τα παραπάνω μόλις αρχίζουν να σκιαγραφούνε μια παραγνωρισμένη αλήθεια: η γλωσσική ικανότητα, κληρονομιά του καθενός από εμάς, αναλφάβητου ή μορφωμένου, είναι σαφώς συνθετότερη από όσο νομίζουμε.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής, της 28ης Μαρτίου 2010]

16/3/10

Διακοπή

Από την εφημερίδα Πολίτης ανακοινώθηκε σήμερα ένας αριθμός αποφάσεων που πάρθηκαν εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης. Ανάμεσά τους είναι η συρρίκνωση του κυριακάτικου Παραθύρου (του πολιτιστικού ένθετου της εφημερίδας που φιλοξενούσε τη στήλη μου) από 12σέλιδο σε 8σέλιδο. Επίσης, η άμεση διακοπή της συνεργασίας της εφημερίδας με εξωτερικούς συνεργάτες, ανάμεσα στους οποίους και εγώ. Ακόμα πιο δυσάρεστη είναι η απόφαση για απόλυση εννέα εργαζομένων στην εφημερίδα.

Όπως αντιλαμβάνεστε, τα παραπάνω συνεπάγονται ότι πλέον δε θα εμφανίζονται κείμενά μου από τον Πολίτη ανά (σχεδόν) τακτά διαστήματα. Επί της αρχής, δε θα είχα αντίρρηση να συνεχίσω να γράφω στην εφημερίδα αφιλοκερδώς. Ωστόσο, αφενός απλώς δεν υπάρχει πλέον ο χώρος που θα φιλοξενούσε κείμενά μου. Αφετέρου, δεν είναι σωστό να συνεισφέρει κανείς δωρεάν υλικό σε εφημερίδες, όταν πολλοί επαγγελματίες πασχίζουν να βιοποριστούν με την πέννα ή το πληκτρολόγιό τους: πολύ απλά, δεν είναι σωστό να χαλάμε την πιάτσα.

Θέλω να ευχαριστήσω τον Πολίτη για την τετραετή φιλοξενία και φροντισμένη παρουσία των περίπου 80 κειμένων μου. Πιο προσωπικά, θέλω να ευχαριστήσω ειλικρινά τις δημοσιογράφους Μερόπη Μωυσέως και Χριστίνα Λάμπρου (συντάκτριες του Παραθύρου) αλλά και τους διορθωτές και όσους μόχθησαν αυτά τα χρόνια στην παραγωγή των κειμένων μου. Επίσης, θέλω να ευχαριστήσω τους αναγνώστες της στήλης για τα σχόλια και την υποστήριξή τους.

Αντιλαμβάνομαι ότι θα συνεχίσω να γράφω στη στήλη Εξ Αφορμής της Καθημερινής, οπότε (αν όλα πάνε καλά) αυτό το μπλογκ θα συνεχίσει να ανανεώνεται τακτικά.

Ε. Φοίβος Παναγιωτίδης

14/3/10

Η Γλωσσολογία στα αθηναϊκά βιβλιοπωλεία

Βιβλιότσαρκα

Πρόσφατα γύρισα τα βιβλιοπωλεία της Αθήνας για να ενημερωθώ για τις καινούργιες εκδόσεις στον χώρο της Γλωσσολογίας. Όπως συνήθως, επισκέφτηκα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία στο κέντρο της πόλης. Τα περισσότερα από αυτά έχουν ένα τμήμα που ονομάζουν «Γλωσσολογία». Σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι δεν πέρασα από εκείνα τα μαγαζιά που διαθέτουν ξενόγλωσσα βιβλία, αφού με ενδιέφερε να ρίξω μια ματιά στις εκδοτικές εξελίξεις, στις νέες γλωσσολογικές εκδόσεις, πάνω στον ευρύτερο τομέα μου στα ελληνικά.

Καινούργιες εκδόσεις

Το θέαμα που αντίκρυσα δεν ήταν ενθαρρυντικό. Δεν είδα καμμία καινούργια έκδοση στη νεοελληνική γλώσσα στον κλάδο της Γλωσσολογίας. Μάλλον είδα, αλλά μόνο δύο: το καινούργιο ετυμολογικό λεξικό της νεοελληνικής που εξέδωσε το Κέντρο Λεξικολογίας, έργο μιας ομάδας επίλεκτων λεξικολόγων και λεξικογράφων υπό τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη, και έναν τιμητικό τόμο για τον Χρίστο Τσολάκη. Κατά τα άλλα, τίποτα. Είναι σαν να πάει κάποιος στο τμήμα αρχιτεκτονικής ενός βιβλιοπωλείου και, από καινούργιες κυκλοφορίες, να βρει λ.χ. έναν τόμο για τον μοντερνισμό στην Κύπρο και ένα αφιέρωμα στον Άρη Κωνσταντινίδη – ή κάτι τέτοιο. Με άλλα λόγια: σημαντικές και οι δύο εκδόσεις αλλά καλύπτουν ένα ελάχιστο μέρος του εκτενούς φάσματος της επιστημονικής μελέτης της γλώσσας.

Τα ράφια της Γλωσσολογίας

Έψαξα λοιπόν για παλιότερα βιβλία. Σε όλα τα βιβλιοπωλεία βρήκα κάποιες περιγραφές διαλέκτων της ελληνικής γλώσσας, πάντοτε καλοδεχούμενες. Βρήκα μελέτες για τη διδασκαλία της γλώσσας – αλλά αυτό δεν είναι ακριβώς Γλωσσολογία. Βρήκα πολλά παλιότερα βιβλία για την ιστορία της Ελληνικής και κάποια συγγράμματα που διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δε βρήκα την ελληνική έκδοση του «Γλωσσικού Ενστίκτου». Δε βρήκα τη «Φωνολογία» των Νέσπορ και Ράλλη. Δε βρήκα την «Εισαγωγή στη Θεωρητική Γλωσσολογία» της Φιλιππάκη-Warburton, την «Εισαγωγή στη μελέτη της γλώσσας», το «Λεξικό γλωσσολογικών όρων» των Κρύσταλ και Ξυδόπουλου, τους «Δέκα μύθους για την ελληνική γλώσσα». Δε βρήκα κανένα βιβλίο του Χριστίδη, του Μπαμπινιώτη ή της Φραγκουδάκη. Τουλάχιστον σε ένα βιβλιοπωλείο υπήρχαν τα δυο βιβλία του Σαραντάκου και ένα του Γ. Χάρη – κι αυτό ήταν όλο.

Γενικά είχα την εντύπωση ότι δεν περιδιάβαινα μια συγκροτημένη συλλογή βιβλίων Γλωσσολογίας προς πώληση, παρά το συμφυρματικό στοκ που βρίσκει κανείς σε στοκατζίδικα και σε βιβλιοπωλεία μεταχειρισμένων βιβλίων. Για να μην είμαι άδικος, πολλές φορές η συλλογή Γλωσσολογίας σε κάποια παλαιοβιβλιοπωλεία είναι πληρέστερη και πιο ισοζυγισμένη από αυτές των μεγάλων βιβλιοπωλείων της πρωτεύουσας του ελληνόφωνου κόσμου…

Και λοιπόν;

Θα πείτε ότι τα παραπάνω δεν είναι τόσο τραγικά. Ωστόσο νομίζω πως είναι για δύο λόγους:

Πρώτον, ενδιαφέρον για τη γλώσσα και τη γλωσσολογία υπάρχει, εντονότατο. Τα περισσότερα γλωσσολογικά βιβλία στα ελληνικά απευθύνονται σε ένα ευρύτερο κοινό και δεν είναι μονογραφίες τεχνικού χαρακτήρα ή συλλογικοί τόμοι που απευθύνονται σε ειδικούς. Γιατί δε φτάνουν στα ράφια των κεντρικών βιβλιοπωλείων;

Ο δεύτερος λόγος που η κατάσταση μοιάζει απογοητευτική είναι ο εξής: οι εκδότες αντιλαμβάνονται ότι το ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό ενδιαφέρεται για γλωσσικά θέματα, για τη Γλωσσολογία και τη μελέτη της Ελληνικής. Επίσης, είναι κατανοητό ότι θα δυσκολεύονταν να εκδώσουν και να προωθήσουν τεχνικού χαρακτήρα γλωσσολογικές μελέτες.

Πώς όμως επιλέγουν να ανταποκριθούν στο ενδιαφέρον του ελληνόφωνου αναγνωστικού κοινού για τη γλώσσα και τη Γλωσσολογία; Κυρίως εκδίδοντας είτε ψευδοεπιστημονικές ανοησίες, όπως βιβλία για την προϊστορική ή εξωγήινη προέλευση της ελληνικής γλώσσας και λεξαριθμικές σολωμονικές, είτε γλωσσαμυντορικούς (και επιπλέον κακογραμμένους και ατεκμηρίωτους) τσελεμεντέδες για «σωστά ελληνικά». Ευτυχώς, πού και πού, βγάζουν και κανα λεξικό ή δοκίμια για τη γλώσσα.

Αυτά λοιπόν θεωρούνται «Γλωσσολογία» από τα μεγάλα βιβλιοπωλεία της Αθήνας: λεξικά, δοκίμια (π.χ. για τη διδακτική της γλώσσας) και – δυστυχώς – πολλά ψευδογλωσσολογικά προϊόντα δημιουργικής γραφής, σταχυολόγησης, αναλογικής σκέψης και πλούσιας φαντασίας.

Δεν ξέρω πώς να κλείσω αυτό το άρθρο. Νομίζω πάντως ότι πρέπει να σοβαρευτούμε.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 14ης Μαρτίου 2010]

28/2/10

Τα μυστήρια του πληθυντικού

Είναι κοινός τόπος: οι προφανείς ερωτήσεις έχουνε συνήθως πραγματικά δύσκολες απαντήσεις. Στη γλώσσα αυτό συμβαίνει συχνά: επειδή η γλώσσα είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης, όταν ασχολούμαστε μαζί της συχνά ξεχνιόμαστε και νομίζουμε ότι κάποια ζητήματα είναι εύκολα και με ξεκάθαρες απαντήσεις. Πολλές φορές όμως δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα.

Ένα, δύο, πολλά

Φανταστείτε ότι σας ρωτούν τι σημαίνει ο πληθυντικός αριθμός. Η προφανής απάντηση είναι «το πλήθος», «τα πολλά». Παράδειγμα: ένα πόδι, δύο πόδια, τρία πόδια – και ούτω καθεξής. Τώρα, κάποιος ομιλητής μιας γλώσσας με δυικό αριθμό, όπως των αρχαίων ημών προγόνων ή των κοινοτικών εταίρων μας Σλοβένων, θα προέβαλλε την ένσταση ότι τα δύο πόδια σίγουρα δεν είναι πολλά ή πλήθος, συναποτελούν ζευγάρι, οπότε καλά κάνουν η κλασσική αττική και τα σλοβένικα που χρησιμοποιούνε τον δυικό αριθμό. Σχετικά με αυτή την ένσταση, μια διατύπωση ότι ο πληθυντικός χρησιμοποιείται για πράγματα περισσότερα από ένα θα μας ξελάσπωνε σχετικά εύκολα.

Θα ξελασπώναμε όμως μόνο προσωρινά. Αν ο πληθυντικός χρησιμοποιούνταν μόνο για να δηλώσει περισσότερα από ένα πράγμα, τότε θα έπρεπε να σχηματίζουνε πληθυντικό μόνον όσα ουσιαστικά είναι αριθμήσιμα, όπως τα ‘γάτα’, ‘βιβλίο’, ‘υπάλληλος’, ‘φουντούκι’ κτλ. Στην πραγματικότητα όμως, πληθυντικό σχηματίζουν και πολλά μη αριθμήσιμα ουσιαστικά. Πάρτε για παράδειγμα το ουσιαστικό ‘κρασί’. Δεν είναι αριθμήσιμο, αφού το κρασί είναι υγρό και γι’ αυτό το φυλάμε και το διακινούμε σε μπουκάλια, νταμιτζάνες, βαρέλια και (δυστυχώς) κουτιά. Υπάρχει πληθυντικός του ‘κρασί’; Βεβαίως: ‘κρασιά’.

Ο πληθυντικός φτιάχνει μονάδες και δοχεία

Τι σημαίνει ο πληθυντικός στο ‘κρασιά’; Ό,τι σημαίνει ο πληθυντικός παρόμοιων μη αριθμήσιμων ουσιαστικών όπως ‘βότκες’, ‘καφέδες’, ‘ζάχαρες’, ‘σοκολάτες’, ‘άμμοι’: ποτήρια ή μπουκάλια βότκα, κούπες ή φλυτζάνια καφέ, κουταλιές ή κούπες ή κύβους ζάχαρη, πλάκες σοκολάτα, σακιά άμμο. Όταν σχηματίζουμε τον πληθυντικό μη αριθμήσιμων ουσιαστικών, κάποτε δε μιλάμε πια για την ίδια την ουσία (π.χ. κρασί ή άμμο) αλλά για πολλά δοχεία (π.χ. κουταλιές, μπουκάλια) ή μονάδες (π.χ. κύβους ζάχαρη ή πλάκες σοκολάτα) που περιέχουν αυτή την ουσία. Άρα, στην περίπτωση του εργολάβου που παραγγέλνει 30 άμμους ή της παρέας που ζητάει 16 μπύρες, εξυπακούεται ότι ο πρώτος παραγγέλνει 30 σακιά άμμο, ενώ η δεύτερη 16 μπουκάλια ή κουτιά μπύρα. Ο πληθυντικός λοιπόν σημαίνει παραπάνω από απλώς ‘πολλά’ ή ‘πλήθος’ σε αυτές τις περιπτώσεις: σημαίνει πολλά δοχεία ή μονάδες από κάτι.

Ο πληθυντικός μετατρέπει τις ουσίες σε είδη

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στα κρασιά. Οι προσεκτικοί αναγνώστες μάλλον παρατήρησαν ότι ‘κρασιά’ ή ‘καφέδες’ δε σημαίνει απαραίτητα ‘μπουκάλια κρασί’ ή ‘ποτήρια κρασί’. Αν πάτε σε ένα μπαρ και ρωτήσετε «τι κρασιά έχετε;», δε θα σας δώσουν τον αριθμό μπουκαλιών που έχουνε στο κελάρι αλλά θα σας απαριθμήσουν μάλλον τα είδη κρασιών που έχουν (ροδίτη, κουμανταρία, μερλό, ξινόμαυρο κτλ.). Το ίδιο συμβαίνει και με τους καφέδες, τα κονιάκ, τις μπύρες, τα ελαιόλαδα, τις σοκολάτες και ούτω καθεξής. Αυτή τη φορά, ο πληθυντικός ενός μη αριθμήσιμου ουσιαστικού το μετατρέπει σε είδη αυτού που εκφράζει το ουσιαστικό.

Ο πληθυντικός δηλώνει και μεγάλη ποσότητα χύμα

Πολλές φορές ο πληθυντικός ουσιαστικών όπως ‘κρασί’ ή ‘ζάχαρη’ ή ‘καπνός’ μπορεί να σημαίνει μεγάλη ποσότητα από αυτά, όπως όταν λέμε «μάζεψε τα κρασιά από το πάτωμα», «πασαλείφτηκα με ζάχαρες», «δάκρυσα από τους καπνούς εκεί μέσα» κτλ. Αυτή όμως η ερμηνεία δεν είναι δυνατή με όλους τους πληθυντικούς μη αριθμήσιμων ουσιαστικών. Έτσι θα πούμε «σκούπισε τα αλεύρια» αλλά μάλλον όχι «*σκούπισε τις μουστάρδες», θα πούμε «με λίγωσαν τα βούτυρα» αλλά μάλλον όχι «*με λίγωσαν οι μαργαρίνες».

Ο πληθυντικός κάνει τα δικά του

Σκεφτείτε τώρα τον πληθυντικό του ‘νερό’. «Νερά» μπορεί να σημαίνει π.χ. μπουκάλια ή ποτήρια νερό, ή είδη νερού (της βρύσης, ανθρακούχο, μεταλλικό, φυσικό, πηγής κτλ.) αλλά μπορεί να σημαίνει και «βροχή» (στα κυπριακά) ή «πολύ νερό» (στη δική μου διάλεκτο). Διαπιστώνει κανείς ότι η σημασία «βροχή» είναι πολύ ιδιαίτερη. Πράγματι, κάποιες φορές ο πληθυντικός μπορεί να αλλάξει ριζικά τη σημασία του ουσιαστικού. Παράδειγμα η λέξη ‘ουρανός’, που δηλώνει κάτι το ένα και μοναδικό. Έχει όμως τύπους στον πληθυντικό, δύο μάλιστα: «ουρανοί» και «ουράνια». Και οι δύο σημαίνουν κάτι σαν «ατμόσφαιρα» ή και «παράδεισος». Τα πράγματα γίνονται πιο περίεργα άμα σκεφτείτε τους πληθυντικούς λέξεων όπως ‘ήθος’ («ήθη» είναι οι συνήθειες), ‘αγάπη’ («αγάπες» είναι πρόσωπα ή πράγματα που αγαπάμε), ‘ξύλο’ (αφού «ξύλα» σημαίνει συνήθως ξύλο ως καύσιμη ύλη) κ.ο.κ.

Η θεωρητική γλωσσολογία έχει αρχίσει να ενοποιεί και να εξηγεί αυτή την ποικιλομορφία μόλις την τελευταία δεκαπενταετία: όντως, καμμιά φορά οι πιο σαφείς ερωτήσεις (όπως τι σημαίνει ο πληθυντικός) προϋποθέτουν εκτενή θεωρητική θεμελίωση για να απαντηθούν.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 28ης Φεβρουαρίου 2010]

14/2/10

Τι ένα άρθρο, τι δύο…

Μια μικρή διαφορά

Έχω δείξει κάμποσες φορές από αυτή τη στήλη ότι κρύβεται απρόσμενη πολυπλοκότητα σε γλωσσικά φαινόμενα που εξ όψεως φαίνονται απλά και μάλλον αδιάφορα. Σκεφτείτε για παράδειγμα την ονοματική φράση ‘το καινούργιο το αμάξι’. Παρόμοιες ονοματικές φράσεις χρησιμοποιούμε καθημερινά. Φανταστείτε τώρα ότι κάποιος που μαθαίνει ελληνικά σας ρωτάει σε τι διαφέρει η φράση ‘το καινούργιο το αμάξι’ από τη φράση ‘το καινούργιο αμάξι’. Μια πρώτη πρόχειρη απάντηση θα ήταν «σε τίποτα». Πράγματι, συνήθως μπορεί να πει κανείς είτε το ένα, είτε το άλλο.

Τα πράγματα αρχίζουν όμως να γίνονται συνθετότερα όταν κοιτάξουμε τη σημασία και τη σειρά των λέξεων στις δύο φράσεις. Ας ξεκινήσουμε από τη σειρά των λέξεων: ενώ μπορούμε να πούμε είτε ‘[το καινούργιο το αμάξι] χάλασε’ είτε ‘[το αμάξι το καινούργιο] χάλασε’, μπορούμε να πούμε μόνο ‘[το καινούργιο αμάξι] χάλασε’ και με τίποτα ‘*[το αμάξι καινούργιο] χάλασε’. Συνεπώς, οι δύο τύποι ονοματικών φράσεων δεν μπορεί να είναι το ίδιο πράγμα. Φαίνεται ότι η παρουσία του δεύτερου άρθρου ‘το’ κατά κάποιον τρόπο απελευθερώνει τη σειρά των λέξεων, την κάνει πιο ευέλικτη –όχι όμως εντελώς ελεύθερη: δεν μπορούμε λ.χ. να πούμε ‘*[το αμάξι καινούργιο το πράσινο] χάλασε’.

Καινούργια αμάξια και ικανά στελέχη

Επιπλέον, η σημασία των δύο τύπων ονοματικών φράσεων μπορεί να είναι πολύ διαφορετική. Όταν λέμε ‘το καινούργιο αμάξι’, απλώς χαρακτηρίζουμε το αμάξι ως καινούργιο. Όταν όμως λέμε ‘το καινούργιο το αμάξι’ ή ‘το αμάξι το καινούργιο’, συνήθως εξυπακούεται ότι υπάρχουν δύο ή τρία αμάξια κι ότι εμείς θέλουμε να μιλήσουμε για το καινούργιο μόνο. Αντίστοιχα, λέγοντας ‘τα ικανά στελέχη της εταιρείας’, απλώς χαρακτηρίζουμε τα στελέχη, ενώ άμα πούμε ‘τα ικανά τα στελέχη της εταιρείας’, συνήθως ξεχωρίζουμε ένα υποσύνολο ικανών στελεχών, υπονοώντας ταυτόχρονα ότι στην εταιρεία υπάρχουν και άλλα, όχι τόσο ικανά στελέχη.

Προτού αποπειραθούμε να αναλύσουμε τη δομή και να εξερευνήσουμε την ερμηνεία κάθε τύπου ονοματικής φράσης, με ένα άρθρο ή με περισσότερα άρθρα, πρέπει πρώτα να δούμε κάποια επιπλέον στοιχεία. Κατ’ αρχήν, μπορούμε κάλλιστα να μιλήσουμε μόνο για τα ικανά στελέχη μιας εταιρείας ακόμα κι όταν χρησιμοποιούμε την ‘απλή’ ονοματική φράση, με μόνον ένα άρθρο, εάν τονίσουμε το επίθετο: ‘απέλυσαν [τα ΙΚΑΝΑ στελέχη]’ σημαίνει σχεδόν το ίδιο με το ‘απέλυσαν [τα ικανά τα στελέχη]’: και στις δυο περιπτώσεις τα μη ικανά στελέχη δεν απολύθηκαν. Επιπλέον, ακόμα και η δομή με τα δύο άρθρα πολλές φορές δεν είναι περιοριστική στην ερμηνεία της. Σκεφτείτε το εξής παράδειγμα: μόλις αγόρασα πρώτο μου και μοναδικό αυτοκίνητο, είναι καινούργιο και το καμαρώνω. Φανταστείτε ότι σχεδόν αμέσως χαλάει (π.χ. κάτι παθαίνουν τα ηλεκτρονικά του) και σας λέω «Μα, χάλασε [το καινούργιο το αμάξι]» ή «Μα, χάλασε [το αμάξι το καινούργιο]». Εδώ δεν ξεχωρίζω ένα καινούργιο αμάξι από άλλα παλιά, αφού έχω μόνον ένα, και το ξέρετε. Απλώς θέλω να δώσω έμφαση στο ότι το αυτοκίνητο είναι καινούργιο, οπότε δε θα περίμενε κανείς να πάθει βλάβη, και ούτω καθεξής.

Μια πρώτη γεύση

Τα παραπάνω είναι μια μικρή περιγραφή μόνο, αφού δεν αναλύσαμε καθόλου το φαινόμενο των ονοματικών φράσεων με πολλαπλά άρθρα, ούτε το συγκρίναμε με αντίστοιχα φαινόμενα σε άλλες γλώσσες, ούτε το αντιπαραβάλαμε με άλλες δομές της ελληνικής γλώσσας με τις οποίες σχετίζεται όπως «εσείς οι γυναίκες», «ο αετός το πουλί» ή «ο Σολωμός ο ποιητής». Τέλος δεν κοιτάξαμε καθόλου μικροδιαλεκτικές διαφορές: λ.χ. υπάρχουν ομιλητές για τους οποίους η προτιμώμενη ερμηνεία του ‘το καινούργιο το αμάξι’ διαφέρει από αυτή του ‘το αμάξι το καινούργιο’. Ταυτόχρονα όμως θέλω να πιστεύω ότι πήραμε μια γεύση της πολυπλοκότητας σχετικά απλών γλωσσικών δομών.

Και πάλι, το γενικότερο ερώτημα είναι πώς κατακτούμε στη νηπιακή μας ηλικία μια τόσο λεπτομερή και εξειδικευμένη υπόρρητη γνώση χωρίς διδασκαλία: η γραμματική δομή που είδαμε, αλλά και εκατοντάδες άλλες, δε διδάσκεται στο σχολείο ενώ ήδη τη χειρίζονται με ευκολία και αλάνθαστα παιδιά πέντε χρονών.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 14ης Φεβρουαρίου 2010]

31/1/10

Μιλώντας στους πελάτες (και στα ζώα μας)

Το άρθρο και το μήνυμα του κ. Παπαχριστοφόρου

Έλαβα πρόσφατα ένα μήνυμα από τον κύριο Παπαχριστοφόρου, καθηγητή στο Τμήμα Γεωπονικών Επιστημών, Βιοτεχνολογίας και Επιστήμης Τροφίμων του ΤΕΠΑΚ, σχετικά με το προηγούμενο άρθρο μου -- ο οποίος μάλιστα είχε δημοσιεύσει κι ένα άρθρο γλωσσικού ενδιαφέροντος («Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική», Πολίτης 12 Νοεμβρίου 2009). Επειδή δεν είχα διαβάσει το άρθρο του (έλειπα στο εξωτερικό) και επειδή νομίζω ότι μαζί με το μήνυμά του εγείρουν ενδιαφέροντα ζητήματα, τον ενημέρωσα ότι θα απαντούσα μέσα από αυτή τη στήλη

Ο κύριος Παπαχριστοφόρου στο μήνυμά του διατυπώνει την εξής γνώμη:
«Δεν μπορώ να συμμεριστώ την αισιοδοξία σας για τη γενικότερη τοποθέτηση σας πως η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει στην Κύπρο. Νομίζω πως υπάρχει μια συνεχής μείωση του επιπέδου γνώσης και χρήσης της ελληνικής γλώσσας στον προφορικό και γραπτό λόγο. Το διαπιστώνω μέσα από την καθημερινή εμπειρία αλλά και από το γλωσσικό επίπεδο των φοιτητών μας, μεγάλο ποσοστό των οποίων δε μπορεί να εκφραστεί σωστά είτε μέσα από τον προφορικό είτε το γραπτό λόγο.»
Ένα δεύτερο ζήτημα που συζητάει εκτενώς ο κύριος Παπαχριστοφόρου στο άρθρο του είναι και η εκτενέστατη, σχεδόν αποκλειστική, χρήση των αγγλικών για τη συνεννόηση σε μπαρ, εστιατόρια, καφετέριες και συναφή μαγαζιά. Επίσης αναφέρεται και στη χρήση του λατινικού αλφάβητου σε πινακίδες μαγαζιών και σε γραπτά μηνύματα.

Έλλειμμα γραμματισμού

Συνιστούν όμως όλα τα παραπάνω «συνεχή μείωση του επιπέδου γνώσης και χρήσης της ελληνικής γλώσσας στον προφορικό και γραπτό λόγο»; Ακόμα κι αν το «επίπεδο γνώσης και χρήσης της» βρίσκεται χαμηλά, δεν ξέρω αν υπάρχουνε στοιχεία ότι μειώνεται κιόλας.

Πιο συγκεκριμένα, η γενικευμένη δυσκολία γραπτής έκφρασης που παρατηρείται και εδώ και στην Ελλάδα είναι πιθανότατα θέμα εκπαιδευτικό: πώς διδάσκεται το γλωσσικό μάθημα. Με το θέμα καταπιάστηκα στο άρθρο «Λεξιπενία ή ‘κειμενική δυσπραξία’;» (Πολίτης, 29 Οκτωβρίου 2006): σύμφωνα με μελέτες, υπάρχει ζήτημα «γραμματισμού, δηλαδή επιτυχούς και δόκιμης χρήσης της, γραπτής κυρίως, γλώσσας για την παραγωγή επικοινωνιακά κατάλληλων κειμένων. Το πρόβλημα λοιπόν δε βρίσκεται στη γλώσσα, παρά […] στο κατά πόσον μπορεί κάποιος να εκφράσει τη σκέψη του με τον επικοινωνιακά βέλτιστο τρόπο. Αυτός (πρέπει να) είναι ένας από τους στόχους του γλωσσικού μαθήματος στο σχολείο.»

Παραγγέλνοντας ‘a salad and a beer’

Κι εμένα με ενοχλεί σε προσωπικό επίπεδο η απαίτηση, όχι πάντα σιωπηλή κι όχι πάντα ευγενικά επιβαλλόμενη, να πρέπει συχνά να παραγγέλνω στα αγγλικά. Πολλές φορές μάλιστα, το επίπεδο των αγγλικών του σερβιτόρου ή του υπαλλήλου δεν είναι πολύ υψηλότερο από του πελάτη, με ενίοτε τραγελαφικά αποτελέσματα. Ωστόσο, εδώ υπάρχουνε δύο θέματα που πρέπει να διευκρινιστούν: γιατί υπάρχει αυτή η τάση και, δεύτερον, κατά πόσο συνιστά απειλή για την ελληνική γλώσσα.

Η αναζήτηση του «γιατί» ανήκει στη δικαιοδοσία κοινωνιογλωσσολόγων. Ωστόσο αντιλαμβάνομαι ότι ο μέσος ελληνοκύπριος πελάτης αισθάνεται ότι αποκτά κύρος παραγγέλνοντας το φιλέτο του στα αγγλικά, ενώ θα συνεχίσει να παραγγέλνει ραφκιόλες, λουφκιά κι αγρέλια με τ’ αυκά στα κυπριακά, σε ένα διαφορετικό μαγαζί. Όσον αφορά τη στρατολόγηση υπαλλήλων που δε μιλάν ελληνικά, το θέμα το αναλύει ο ίδιος ο κύριος Παπαχριστοφόρου στο άρθρο του, και δε θα επαναλάβω όσα επισημαίνει. Απλώς και με δύο λόγια: κοστίζουν λιγότερο οι υπάλληλοι που ξέρουν μόνο (δύο κουτσές λέξεις στα) αγγλικά.

Δημόσια και ιδιωτικά

Ακολουθεί το ερώτημα γιατί πολλοί απευθύνονται στους σκύλους τους στα αγγλικά, ή γιατί είναι διαδομένη η χρήση λατινικού αλφαβήτου σε πινακίδες ή και σε προσωπικά μηνύματα. Δεν είναι απαραίτητο να αισθάνονται υπήκοοι της βασίλισσας της Αγγλίας όσοι συμπεριφέρονται έτσι: αντίστοιχες συμπεριφορές παρατηρούνται και σε άλλες χώρες με αποικιακό παρελθόν και έχουνε μελετηθεί εκτενέστατα: ούτε εδώ η Κύπρος αποτελεί εξαίρεση. Πέρα από το αποικιακό παρελθόν, υπάρχουν και πρακτικά θέματα: όταν θες να προσελκύσεις αγγλόφωνους τουρίστες, θα διαφημίσεις το τουριστικό προϊόν σου στα αγγλικά, άλλωστε με την κάθοδο ρωσόφωνων τουριστών αλλά και μεταναστών, πλήθυναν οι πινακίδες και στα ρωσικά. Επίσης, αν ο εκπαιδευτής του σκύλου σου σπούδασε στη Βρετανία, μάλλον στα αγγλικά συνηθίζει να του δίνει εντολές, οπότε, αναγκαστικά, ακολουθείς κι εσύ.

Στην Κύπρο, όπως και στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, υπήρχε πάντοτε πολυγλωσσία αλλά και σαφής διάκριση μεταξύ δημόσιας γλώσσας (ιστορικά μιλώντας: αραβικά, προβηγκιανά, βενετσιάνικα, τούρκικα, αγγλικά, κοινή νεοελληνική) και της γλώσσας που μιλιέται στο σπίτι. Οι δημόσιες γλώσσες που επιβλήθηκαν στην Κύπρο χάθηκαν, όπως π.χ. χάθηκε η ελληνιστική κοινή ως διεθνής γλώσσα στην Εγγύς Ανατολή. Ωστόσο, η γλώσσα που μιλιέται στο ελληνικό κυπριακό σπίτι ζει και, πλέον, καλλιεργείται κιόλας. Πιστεύω ότι θα εξακολουθήσει να ζει.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 31ης Ιανουαρίου 2010]

17/1/10

Η μελλοντική γλωσσική κατάσταση στην Κύπρο

Κατακλυσμός και ξηρασία

Μια από τις προσφιλείς προφητείες κάθε λογής γλωσσαμυντόρων και κινδυνολόγων είναι ότι η εκάστοτε γλώσσα, η ελληνική στην περίπτωσή μας, κινδυνεύει με αλλοίωση ή και εξαφάνιση (δείτε και το άρθρο ‘Κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα;’ της 3ης Ιουνίου 2007). Μια εκδοχή αυτού του φόβου είναι και ότι απειλείται με εξαφάνιση η ελληνική γλώσσα στην Κύπρο. Ειλικρινά δεν ξέρω πού βασίζονται. Αν έχουν κατά νου κάποια κατακλυσμιαία αλλαγή ή την επερχόμενη ερημοποίηση του νησιού σε βαθμό που θα το έκανε ακατοίκητο, τότε μαζί με την ελληνική γλώσσα θα χαθούν και άλλα πολλά και πολύτιμα, έτσι κι αλλιώς.

Κοινή και κυπριακή

Υπάρχουν βεβαιως πιο ενδιαφέρουσες παραλλαγές αυτής της θέσης: μία από αυτές προβλέπει ότι η κυπριακή ελληνική θα αντικαταστήσει την κοινή ελληνική στο νησί, και επισήμως. Σαν σενάριο δε μου φαίνεται καθόλου πιθανό κάτι τέτοιο αλλά και να υλοποιούνταν, δε θα άλλαζαν και πολλά: ο ελληνισμός της Κύπρου (ή ‘οι ελληνόφωνοι χριστιανοί’ της) υπήρχε στην Κύπρο και μια χαρά πορευόταν με τα κυπριακά πολύ πριν συμπηχθεί και διαδοθεί η κοινή νεοελληνική ως ‘δημοτική’ στα μέσα του 19ου αιώνα.

Τεχνική ορολογία

Μια δεύτερη παραλλαγή φοβάται ότι τα ελληνικά θα πάψουνε σύντομα να χρησιμοποιούνται στο νησί για πολλά σύνθετα θέματα που απαιτούν εξειδικευμένο λεξιλόγιο, λ.χ. επιστήμες, ιατρική, τεχνολογία, φιλοσοφία, κοινωνικές σπουδές, αρχιτεκτονική κτλ. Υπάρχει μάλιστα η αντίληψη ότι ήδη οι μορφωμένοι ελληνοκύπριοι είναι πιο εξοικειωμένοι με τους αγγλικούς τεχνικούς όρους παρά με τους ελληνικούς σε πολλά γνωστικά πεδία. Αυτή η κατάσταση είναι γνώριμη και σε πολλές άλλες μεταποικιακές κοινωνίες, όπως λ.χ. η ινδική ή οι δυτικοαφρικανικές. Δεν οδηγεί όμως πάντοτε και απαρέκκλιτα στον αποκλεισμό των τοπικών γλωσσών από τον λόγο της επιστήμης και της διανόησης. Φρονώ μάλιστα ότι η ύπαρξη και λειτουργία του κυρίως ελληνόφωνου Πανεπιστημίου Κύπρου θα αναστρέψει μακροπρόθεσμα αυτήν την τάση εξαγγλισμού του τεχνικού λεξιλογίου στην Κύπρο – εάν βεβαίως η κοινωνιογλωσσική έρευνα δείξει ότι όντως υπάρχει τέτοια τάση (να ένα ωραίο θέμα για διπλωματικές εργασίες!).

Παρότι μέχρι τώρα υπήρξα μάλλον καθησυχαστικός, νομίζω ότι υπάρχει ένας τομέας στον οποίο ενδέχεται να υποχωρήσει η ελληνική γλώσσα στο άμεσο μέλλον: ο δημόσιος βίος. Και αν κάτι τέτοιο συμβεί, θα βαρύνεται η γλωσσική και εκπαιδευτική πολιτική δεκατιών. Εξηγούμαι αμέσως.

Οι γλώσσες της Ομοσπονδίας

Σύμφωνα με την απόφαση 750 (1992) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η οποία με τη σειρά της βασίζεται στις συμφωνίες Μακαρίου-Ντενκτάς και Κυπριανού-Ντενκτάς, η λύση του Κυπριακού θα έχει τη μορφή διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αυτά είναι γνωστά. Μία συνεπεια αυτής της μορφής λύσης είναι βεβαίως η ύπαρξη δύο ομόσπονδων κρατιδίων (ενός ελληνοκυπριακού κι ενός τουρκοκυπριακού) και μιας κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Καταλαβαίνουμε ποιες γλώσσες θα χρησιμοποιούν οι αρχές κάθε ομόσπονδου κρατιδίου. Ποια γλώσσα όμως θα χρησιμοποιούν οι ομοσπονδιακές αρχές;

Όπως συμβαίνει και σε άλλα ομοσπονδιακά συστήματα, επισήμως θα χρησιμοποιεί τις δύο γλώσσες της Δημοκρατίας. Στην πράξη όμως; Εάν οι δικοινοτικές επαφές και εκδηλώσεις αποτελούν πρόκριμα, το πιθανότερο είναι ότι οι ομοσπονδιακές αρχές θα χρησιμοποιούν τα αγγλικά για την εσωτερική επικοινωνία και αλληλογραφία τους (π.χ. υπομνήματα, σημειώματα, μνημόνια, επιστολές κτλ.) αλλά και στην επικοινωνία τους με τις αρχές των δύο ομόσπονδων κρατιδίων. Στα ομοσπονδιακά νομοθετικά και εκτελεστικά σώματα (αλλά και στα δικαστήρια) οι συζητήσεις και οι διαβουλεύσεις επίσης μάλλον θα γίνονται στα αγγλικά. Είναι λοιπόν πολύ σοβαρό το ενδεχόμενο να επιστρέψουμε σε μια de facto κυριαρχία των αγγλικών στον δημόσιο βίο, και δη σε μια χώρα με αποικιακό παρελθόν και όπου οι αποφάσεις των δικαστηρίων εκδίδονταν μέχρι το 1993 στα αγγλικά.

Πολιτικές του παρελθόντος, λύσεις του μέλλοντος

Είναι φανερό ότι την ευθύνη για αυτή την (αντιπατριωτική) ενδεχόμενη κατάσταση τη φέρουν οι κακώς νοούμενες πατριωτικές γλωσσικές και εκπαιδευτικές πολιτικές και στις δυο πλευρές της γραμμής αντιπαράταξης. Για να περιοριστώ στα από εδώ, εάν είχαμε καλλιεργήσει τη διδασκαλία και την εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας (της δεύτερης επίσημης του κράτους), το ενδεχόμενο να βρεθούν τα παιδιά μας πολίτες ενός de facto αγγλόφωνου κράτους δε θα ήταν τόσο άμεσο. Για όσους ενδιαφέρονται, συστηματική και λεπτομερή συζήτηση των γλωσσικών πολιτικών της Κυπριακής Δημοκρατίας θα βρει κανείς στο έργο της συναδέρφου Δήμητρας Καρουλλά-Βρίκκη.

Υπάρχουν λύσεις; Σίγουρα. Η μία είναι βραχυπρόθεσμη: σε περίπτωση λύσης, πρέπει να επενδυθούν αμέσως γενναία κονδύλια στη διερμηνεία και στην αυτόματη μετάφραση, ενώ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πρέπει να προσλάβει αμέσως μεταφραστές και να μην προσπαθήσει να εξοικονομήσει πόρους επαναπαυόμενη στην εύκολη λύση της αγγλικής. Η μακροπρόθεσμη λύση, όπως στο Βέλγιο και στην Ελβετία, είναι κάθε κοινότητα να καλλιεργήσει τη διδασκαλία και την εκμάθηση της γλώσσας της άλλης.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 17ης Ιανουαρίου 2010]

3/1/10

Υπαρκτές λέξεις, δυνατές λέξεις

Φίλος γιατρός με ρώτησε αν υπάρχει η λέξη ‘εξίτηλος’. Του απάντησα ότι δεν ξέρω κι εκείνος αναρωτήθηκε ποιος μπορεί τότε να ξέρει. Βεβαίως, η σύντομη απάντηση για το αν υπάρχει η τάδε ή η δείνα λέξη βρίσκεται σε κάποιο λεξικό, αλλά η σύντομη αυτή απάντηση κάθε άλλο παρά ολοκληρωμένη είναι.

Όπως είναι αναμενόμενο, τα λεξικά περιέχουν κατά κανόνα λέξεις που μαρτυρούνται σε κάποιο κείμενο, γραπτό ή και προφορικό. Σε ένα εναλλακτικό σύμπαν, τα λεξικά θα είχανε τη δυνατότητα να περιέχουν όλες τις λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ, έστω και άπαξ: θα αποτελούσαν τις απόλυτες παρακαταθήκες του λεξικού μας πλούτου. Βεβαίως τέτοια λεξικά δε διαθέτουμε, ενώ οι λεξικολόγοι και οι λεξικογράφοι θα σπεύσουν να επισημάνουν ότι τα πράγματα είναι ήδη ελαφρώς πιο σύνθετα και στο δικό μας σύμπαν.

Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μπορεί να ξέρει «όλες τις λέξεις». Ενώ η κατάκτηση της δομής της μητρικής γλώσσας μας ολοκληρώνεται κατά την παιδική ηλικία, τις λέξεις συνήθως τις μαθαίνουμε μία-μία και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας: ο παππούς μου λ.χ. κατέγραφε νέες γι’ αυτόν λέξεις μέσα σ’ ένα τετράδιο μέχρι τα 85 του.

Λέω ότι τις λέξεις συνήθως τις μαθαίνουμε μία-μία γιατί η νοητική γραμματική μάς δίνει τη δυνατότητα να πλάθουμε νέες λέξεις. Στην πραγματικότητα, δημιουργούμε συνεχώς νέες λέξεις: έτσι ξεκίνησαν νεολογισμοί όπως ‘χαουζάς’, ‘διαφορετικότητα’, ‘κινητάκιας’, ‘αειφόρος’, ‘αλλαχτήρι’ και χιλιάδες άλλοι. Βεβαίως, πάρα πολλοί νεολογισμοί δεν αποθησαυρίζονται, λόγω του ότι εξυπηρετούν πολύ εξειδικευμένες ή και προσωρινές ανάγκες. Όμως παραμένει γεγονός ότι η υπόρρητη γραμματική γνώση της γλώσσας μάς επιτρέπει να συνθέτουμε λέξεις, ακόμα κι αν δεν είμαστε λεξιπλάστες όπως ο Λύο Καλοβυρνάς του «Πλαθολογίου».

Για να δείτε πώς γίνεται κάτι τέτοιο, σκεφτείτε πρώτα λ.χ. τη λέξη ‘ψάρι’: αποτελεί αυθαίρετο σύμβολο που δε διαθέτει (σπουδαία) εσωτερική δομή και σημαίνει αυτό που σημαίνει γιατί έτσι το μαθαίνουμε. Απεναντίας, λέξεις όπως ‘ανεβοκατεβαίνω’, ‘άστρωτος’ ή ‘συγκατοίκηση’ μπορούν να αναλυθούν σε μικρότερα σύμβολα που τις απαρτίζουν, έχουν εσωτερική δομή. Έτσι ακόμα κι αν δεν τις είχατε ξανακούσει, με βάση τη δομή τους, θα μπορούσατε με σχετική ασφάλεια να προβλέψετε τη σημασία τους.

Στις λέξεις λοιπόν συναντάται η απομνημόνευση με τη συνδυαστική ικανότητα της γραμματικής. Το αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης είναι όμως αρκετά σύνθετο και δη ένα από τα μεγάλα ανοιχτά ζητήματα στη Θεωρητική Γλωσσολογία και την Ψυχογλωσσολογία. Παράδειγμα των προβλημάτων που προκύπτουν σε αυτή τη συνάντηση είναι και το εξής: η σημασία λέξεων με εσωτερική δομή δεν είναι πάντοτε δυνατόν να προβλεφθεί από τη σημασία των συστατικών τους. Έτσι, ενώ ‘ανεξίτηλος’ σημαίνει το αντίθετο του ‘εξίτηλος’ (που μαρτυρείται ήδη στον Ηρόδοτο) και ‘συγκάτοικος’ αυτός που μένει μαζί με κάποιον άλλο, ‘ανοίκειος’ δε σημαίνει (μόνο) το αντίθετο του ‘οικείος’ και ‘συγγραφέας’ σίγουρα δεν είναι αυτός που γράφει μαζί με κάποιον άλλο. Θυμηθείτε σχετικά και το «ουδείς άσφαλτος»… Με άλλα λόγια: πολλές φορές η εσωτερική δομή των λέξεων αποτελεί κι αυτή ελλιπή οδηγό για την κατανόηση της σημασίας τους.

Έτσι λοιπόν, κοντά στην ερώτηση «Υπάρχει η λέξη Χ στα ελληνικά;» βλέπουμε ότι υπάρχει (τουλάχιστον) άλλη μία σημαντική ερωτήση που πρέπει να γίνει: «Μπορεί να υπάρξει η λέξη Χ στα ελληνικά;»

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής, της 3ης Ιανουαρίου 2010]

Ο καθείς εφ’ ω ετάχθη (ή «Σκέψεις για την πρακτική αναγκαιότητα των μεταφραστικών σπουδών»)

Μετάφραση και μεταφραστές

Σε ένα Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας που δούλευα παλιότερα προέκυπτε συχνά το εξής ζήτημα: κάποιες διοικητικές υπηρεσίες του Ιδρύματος θεωρούσαν ότι το Τμήμα μας μπορούσε και έπρεπε να αναλαμβάνει μεταφραστικές εργασίες, κάποιες από τις οποίες μάλιστα δεν καταφέρναμε να αποφύγουμε. Εφόσον το αντικείμενό μας ήταν η μελέτη της αγγλικής γλώσσας θεωρούμασταν αυτομάτως καταρτισμένοι να μεταφράζουμε από και προς αυτήν.

Το πρόβλημα σ’ αυτή την τακτική ήταν και το εξής: η μετάφραση είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να ανατίθεται σε μη-μεταφραστές. Η μετάφραση είναι ταυτόχρονα τέχνη και τεχνική, ενώ προϋποθέτει και εξειδικευμένη γνώση. Οπωσδήποτε δεν μπορούμε να κάνουμε μεταφράσεις μόνο και μόνο επειδή (νομίζουμε ότι) γνωρίζουμε καλά μια ξένη γλώσσα.

Ξαναπλάθοντας όρους από την αρχή

Στο άρθρο με τίτλο «Μεταφραστικές Γκρίνιες» της 7ης Σεπτεμβρίου 2008 είδαμε κάποια μεταφραστικά λάθη στην απόδοση ξένων όρων: ο μεταφραστής ή ο υποτιτλιστής, λόγω φόρτου εργασίας, ή πίεσης χρόνου, ή ελλιπούς κατάρτισης κι εξοικείωσης με τα λεξικά ή λόγω απλής τεμπελιάς, αποδίδει λανθασμένα όρους, ονόματα και ακόμα και ολόκληρες εκφράσεις. Υποθέτει ο εν λόγω μεταφραστής ή υποτιτλιστής ότι η χώρα που στα αγγλικά λέγεται Latvia θα ονομάζεται το ίδιο και στα ελληνικά και προχωρεί στο να την αποδώσει ως «Λατβία» αντί για «Λεττονία». Εικάζει επίσης, για ανεξήγητους λόγους, ότι π.χ. το γαλλικό παραμύθι Barbe bleue δεν έχει μεταφραστεί ποτέ στα ελληνικά μέχρι τη στιγμή που θα το συναντήσει ο ίδιος στις αρχές του 21ου αιώνα κι έτσι το αποδίδει κατά το δοκούν και κατά λέξη ως «Γαλαζογένη» αντί για «Κυανοπώγωνα». Και πάει λέγοντας, όπως είδαμε και στο άρθρο που ανέφερα αλλά και σε πολλές συλλογές μεταφραστικών μαργαριταριών στον Τύπο και στο Διαδίκτυο.

Υπάρχει όμως και μια πιο σοβαρή κατηγορία μεταφραστικών λαθών, που δεν οφείλονται σε βιασύνη ή προχειρότητα αλλά σε ουσιαστική έλλειψη κατάρτισης στη μεταφραστική θεωρία και πράξη.

Η κυριολεξία και πέρα από αυτήν

Αναφέρομαι σε λάθη στην απόδοση του ύφους ενός κειμένου, μιλώντας κάπως χοντρικά και χωρίς να είμαι μεταφρασεολόγος. Αυτά τα λάθη δεν είναι τόσο ευδιάκριτα όσο τα λάθη στην ορολογία, άρα είναι και πιο ύπουλα, τελικά. Επιπλέον αλλοιώνουν σε σημαντικότερο βαθμό αυτό που θέλει να περάσει ένα κείμενο, αφού προδίδουν το πνεύμα του και όχι το γράμμα του.

Θα φέρω ένα παράδειγμα που το οφείλω στον καλό μου φίλο και συνάδερφο, μεταφρασεολόγο Γιώργο Φλώρο. Ας υποθέσουμε ότι θέλετε να μεταφράσετε ένα κείμενο (όχι απαραιτήτως λογοτεχνικό) που χαρακτηρίζεται από μακροπερίοδο λόγο, πολλές δευτερεύουσες προτάσεις και – ας πούμε – δύσκολες (σπάνιες, δυσεύρετες…) λέξεις. Αν αποφασίσετε να σπάσετε τις μεγάλες και σύνθετες προτάσεις σε πολλές μικρές που να συνδέονται παρατακτικά μεταξύ τους και ξεκινήσετε να αποδίδετε τις δύσκολες λέξεις με αντίστοιχές τους εύκολες, τι θα καταφέρετε; Ενδεχομένως να διασώσετε και να αποδώσετε το ρητό, το κυριολεκτικό νόημα του κειμένου. Ωστόσο, θα έχετε αλλοιώσει τον χαρακτήρα του και τους υπαινιγμούς του, ενώ ενδεχομένως να έχετε αποκρύψει και πολλά από τα συμφραζόμενα που είναι αναγκαία για την ερμηνεία του.

Ο λόγος στους ειδικούς

Γρήγορες συνταγές για επιτυχή μετάφραση φυσικά δεν υπάρχουν, ακριβώς γιατί όταν μεταφράζουμε δεν αποδίδουμε απλώς μια σειρά από προτάσεις στη γλώσσα Α με μια σειρά από προτάσεις στη γλώσσα Β. Ουσιαστικά αποδίδουμε το νόημα του κειμένου με όλες τις λεπτές εκφάνσεις του, παράλληλα μετασχηματίζοντας το περικείμενό του, που δημιουργήθηκε σε έναν συγκεκριμένο τόπο, χρόνο και κουλτούρα, σε ένα διαφορετικό περικείμενο, αυτό του αναγνώστη μας.

Με δυο λόγια, ας αφήσουμε τη μετάφραση στους μεταφραστές και τη μελέτη της στους μεταφρασεολόγους. Οπότε, σταματάω κι εγώ εδώ.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 3ης Ιανουαρίου 2010]