19/11/12

Δάσκαλοι πολυτελείας;

Η δημιουργία από το μηδέν και ανάπτυξη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στον τόπο τις τελευταίες δύο δεκαετίες αποτελούν σταθμό στην ιστορία της Κύπρου. Ειδικότερα, με την ίδρυση και λειτουργία του, το Πανεπιστήμιο Κύπρου συνέβαλε στο να πάρουν μορφή και να αναπτυχθούν η πανεπιστημιακή ζωή και κοινότητα, υπηρετώντας για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου την επιστήμη και την ανώτατη παιδεία και συμβάλλοντας παράλληλα στην δημιουργία εγχώριου πολιτισμού και εμπειρογνωμοσύνης.

Τι γνωρίζει όμως η κοινωνία για το έργο των πανεπιστημιακών δασκάλων; Συχνά υπάρχει η εντύπωση ότι ένα μέρος της κοινωνίας έχει μάλλον ελλιπή εικόνα για τα καθήκοντα των πανεπιστημιακών, ενώ κυκλοφορεί η άποψη ότι οι πανεπιστημιακοί δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αναβαθμισμένη εκδοχή των λειτουργών της Μέσης Εκπαίδευσης. Ποια όμως είναι τα πραγματικά καθήκοντα των πανεπιστημιακών; Σε πόσα επίπεδα καλούνται καθημερινά να λειτουργήσουν;

Μέρος της καθημερινού φόρτου εργασίας ενός πανεπιστημιακού δασκάλου είναι τα διοικητικά καθήκοντα. Αυτά περιλαμβάνουν α) γραμματειακή δουλειά (ετοιμασία εσωτερικών σημειωμάτων, αλληλογραφία με υπηρεσίες και άλλα ιδρύματα κι οργανισμούς, επιμέλεια κειμένων, συλλογή πληροφοριών και παρουσίασή τους), β) την αναπόφευκτη συμμετοχή σε επιτροπές και διοικητικά όργανα και συμβούλια, γ) τον επωμισμό ευθυνών όπως ο συντονισμός τομέα, η προεδρία τμήματος, η δημιουργία και ο συντονισμός προγραμμάτων σπουδών. Παράλληλα, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι αναλαμβάνουμε έναν αριθμό φοιτητών τους οποίους συμβουλεύουμε, καθοδηγούμε και στηρίζουμε ως ακαδημαϊκοί σύμβουλοι.

Από τα παραπάνω καθήκοντα δεν εξαιρείται κανείς, σε όποια βαθμίδα και αν βρίσκεται. Μάλιστα, την πληθώρα διοικητικών καθηκόντων του ειδικού διδακτικού προσωπικού, των λεκτόρων και των επίκουρων καθηγητών αντισταθμίζει η σοβαρότητα και ο χρονοβόρος χαρακτήρας των καθηκόντων που ανατίθενται σε αναπληρωτές και τακτικούς καθηγητές. Επιπλέον κανένας δεν αμείβεται παραπάνω για την εκτέλεση διοικητικών καθηκόντων, συμπεριλαμβανομένης και της υπεύθυνης και απαιτητικής συμμετοχής στη Σύγκλητο: μόνον οι πρόεδροι τμημάτων και οι κοσμήτορες σχολών δικαιούνται μείωση στις ώρες διδασκαλίας.

Σε καμμία περίπτωση η εκτέλεση των διοικητικών καθηκόντων δεν περιορίζεται, βεβαίως, στις τυπικά εργάσιμες ώρες και ημέρες. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι ευθύνες που συνεπάγονται πολλά από τα διοικητικά καθήκοντα των πανεπιστημιακών είναι σημαντικές και με σοβαρές συνέπειες: τα διοικητικά κάθε άλλο παρά τυπικά ή αυτοματοποιημένα καθήκοντα είναι.

Και περνάμε στην έρευνα η οποία, σε επίπεδο αρχής τουλάχιστον, αποτελεί το πρώτιστο καθήκον των πανεπιστημιακών. Άλλωστε με βάση την έρευνα κατά κύριο λόγο αξιολογούνται και κρίνονται για το κατά πόσον θα προαχθούν στην επόμενη βαθμίδα ή όχι. Η έρευνα, είτε θεωρητική, είτε πειραματική, είτε εφαρμοσμένη, δεν είναι σε καμμία περίπτωση εύκολη υπόθεση. Χρειάζεται στην πράξη άπλετο χρόνο: τον χρόνο που απομένει από την προετοιμασία της διδασκαλίας, τα διοικητικά, τον ύπνο και την όποια προσωπική ζωή του πανεπιστημιακού. Επιπλέον, η έρευνα απαιτεί διαρκή ενημέρωση και παρακολούθηση όχι μόνον του κλάδου στον οποίο εξειδικεύεται ο πανεπιστημιακός ερευνητής αλλά και στους συναφείς κλάδους. Και, οπωσδήποτε, η έρευνα κάθε πανεπιστημιακού δεν αξιολογείται μόνο για σκοπούς ακαδημαϊκής ανέλιξης, παρά διαρκώς. Έτσι η αξιολόγησή της από συναδέλφους (peer reviewing) αποτελεί μέρος της ερευνητικής διαδικασίας, αξιολόγησή που κρίνει εάν θα δημοσιοποιηθεί και θα δημοσιευθεί ή όχι το προϊόν της έρευνας.

Η πειραματική και η εφαρμοσμένη έρευνα είναι εύκολο να γίνει κατανοητό γιατί αποτελούν πολύπλοκες και χρονοβόρες διεργασίες. Η θεωρητική έρευνα, αν και δε χρειάζεται εργαστήρια και πολύ τεχνικό εξοπλισμό, απαιτεί ωστόσο μελέτη και εξονυχιστική προσοχή και στη λεπτομέρεια αλλά και στο πώς το ερευνητικό έργο που παράγεται εντάσσεται στον κλάδο του. Πιο απλά: κανείς δεν πρόκειται να ακούσει μια ανακοίνωση ή να διαβάσει ένα άρθρο το οποίο απλώς διατυπώνει μια ενδιαφέρουσα ιδέα, εάν αυτή η ιδέα δεν ερμηνεύει ένα πραγματικό φαινόμενο, αν δεν είναι θεμελιωμένη λογικά και θεωρητικά και αν δε σχετίζεται με την υπόλοιπη έρευνα στον χώρο: αν δεν πάει την έρευνα, την επιστήμη και τη σκέψη λίγο παραπέρα, έστω και λίγο παραπέρα.

Ένα πανεπιστήμιο χωρίς φοιτητές δεν έχει λόγο ύπαρξης. Και οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι αντιλαμβάνονται ότι παραμένουν δάσκαλοι που απευθύνονται σε σπουδαστές ανώτατου επιπέδου, παρά την ποικιλία και σοβαρότητα των πολυσχιδών καθηκόντων τους. Αυτό ακριβώς αποτελεί κι έναν λόγο για τον οποίο η σύγκριση των ωρών διδασκαλίας ενός πανεπιστημιακού με αυτές των συναδέλφων τους που υπηρετούν στις άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης είναι άνευ περιεχομένου: ο πανεπιστημιακός δάσκαλος πρέπει να παραμένει ενεργός ερευνητής, διδασκαλία και έρευνα πρέπει να παραμένουν συγκοινωνούντα δοχεία. Επίσης, τα μαθήματα που διδάσκει ο πανεπιστημιακός πρέπει να ανανεώνονται διαρκώς. Αυτό συνεπάγεται ότι προϊόν της διδασκαλίας δεν είναι το γνωστό σε πολλούς εγχειρίδιο ή βιβλίο ή οποιαδήποτε μεμονωμένη πηγή γνώσης. Απεναντίας, αντικείμενο της πανεπιστημιακής διδασκαλίας είναι η γνώση που προκύπτει από την ίδια την έρευνα του δασκάλου-ερευνητή καθώς και η δυνατότητά του να μελετά συνεχώς την καινούργια γνώση που παράγεται διεθνώς στο αντικείμενο του. Για πολλούς πανεπιστημιακούς δασκάλους, εργαστήριο και διδασκαλία είναι μη διακριτοί χώροι καθώς συχνά αυτό που διδάσκεται είναι αυτό που παράγεται στο εργαστήριο αλλά και αντίστροφα. Έτσι, η διαλεκτική σχέση του πανεπιστημιακού δασκάλου με τους φοιτητές συχνά οδηγεί στην παραγωγή έρευνας της οποίας η ιδέα προκύπτει μέσα από την διδασκαλία.

Σε τελική ανάλυση, στόχος κάθε πανεπιστημιακού δασκάλου δεν είναι μόνο να μεταδώσει γνώσεις αλλά κυρίως να δώσει εργαλεία στους φοιτητές που θα τους επιτρέψουν να δημιουργήσουν τις δικές τους γνώσεις και να σταθούν κριτικά απέναντι σε αυτές. Αυτό το πολύπλοκο εκπαιδευτικό προϊόν, που αποτελεί ιδιαιτερότητα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, δεν μπορεί να προκύψει εάν από την ιδιότητα του πανεπιστημιακού δασκάλου αφαιρέσει κανείς της ιδιότητα του πανεπιστημιακού ερευνητή.

Τα πανεπιστήμια τέλος δεν είναι και δεν μπορούν να είναι οργανισμοί αποξενωμένοι από την κοινωνία. Ιδιαίτερα τα δημόσια πανεπιστήμια έχουν στον πυρήνα της ταυτότητάς τους την προϋπόθεση ότι προκύπτουν από την κοινωνία και προορίζονται για την κοινωνία. Είναι φυσικά θεμιτή η κριτική που ασκείται από πολίτες και φορείς ενός τόπου, ειδικά όταν η κοινωνία διψά για τεκμηριωμένες, επιστημονικές παρεμβάσεις των πανεπιστημιακών δασκάλων ήδη από τα πρώτα κιόλας στάδια της δημιουργίας του δημόσιου πανεπιστημίου. Καθώς όμως τα δημόσια πανεπιστήμια του τόπου οδεύουν προς την ενηλικίωση τους και στη δημιουργία μιας κρίσιμης μάζας, μιας κοινότητας αποφοίτων, δασκάλων κι επιστημόνων, η κοινωνία ολοένα και περισσότερο γεύεται την έκφραση πανεπιστημιακού λόγου και τη συμμετοχή των πανεπιστημιακών στα κοινά: με διαλέξεις στα ελεύθερα πανεπιστήμια του τόπου, με συμμετοχή πανεπιστημιακών σε τεχνοκρατικές επιτροπές, με διοργάνωση υψηλού επιπέδου επιστημονικών συνεδρίων, με αξιοποίηση ακαδημαϊκών σε πολιτειακά αξιώματα, με παραγωγή πρωτογενούς πολιτισμού και πολιτιστικού προϊόντος, με αρθρογραφία στον τύπο και με δημόσια έκφραση κριτικής και απόψεων για σημαντικά ζητήματα του τόπου. Ορθά η κοινωνία έχει θέσει ψηλά τον πήχη για την σχέση μεταξύ πανεπιστημίου και κοινωνίας. Και οι πανεπιστημιακοί του τόπου μας ανταποκρίνονται σε αυτό το κάλεσμα κατανοώντας τις προσδοκίες αυτές.

Κανείς πανεπιστημιακός δάσκαλος δε θα παραπονιόταν στον καρδιολόγο του ότι για μια εξέταση μισής ώρας και τη συνακόλουθη διάγνωση τον χρεώνει όσα ο ίδιος βγάζει σε 1-2 μέρες. Ο γιατρός είναι φορέας γνώσης και εξειδίκευσης, ενώ σπούδασε πολλά χρόνια ώστε να βρεθεί σε θέση να κάνει τη διάγνωσή του. Αντίστοιχα, μια κοινωνία η οποία για περίπου τρεις δεκαετίες αφότου απαλλάχθηκε από τον αποικιακό ζυγό στερήθηκε την παρουσία και τη λειτουργία ενός εγχώριου πανεπιστημίου, πρέπει να έχει επίγνωση ότι οι εργάτες του, εργάτες του ευ ζην, δάσκαλοι και ερευνητές, εργάζονται χωρίς ωράριο και χωρίς αργίες για την προκοπή της κοινωνίας αυτής και για την ανάδειξή της σε όσα κάνουν τους ανθρώπους και τις κοινωνίες να ξεχωρίζουν.

Ταυτόχρονα, η κυπριακή κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να απαιτεί υψηλά επίπεδα λειτουργίας των δημόσιων πανεπιστημίων της χώρας. Άλλωστε, αποτελούν περιουσία και επένδυση της ίδιας της κοινωνίας, των φορολογούμενων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Την ίδια στιγμή όμως, όπως συχνά επιβεβαιώνουν διεθνείς αξιολογητές, κριτές επιστημονικών επιθεωρήσεων, ακαδημαϊκοί σημαντικών πανεπιστημίων του εξωτερικού και ευρωπαϊκοί μηχανισμοί χρηματοδότησης, οι Κύπριοι φορολογούμενοι μπορούν να είναι και υπερήφανοι για το πρώτο δημόσιο πανεπιστήμιο της χώρας.

[Γραμμένο μαζί με τον Παναγιώτη Σταυρινίδη. Δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο, της 18ης Νοεμβρίου 2012]   

6/2/12

«Ευελφάλεια» εκ του πονηρού

Η αλλόκοτη λέξη μού κίνησε αμέσως το ενδιαφέρον. Ισως είναι η πρώτη φορά στα ελληνικά πράγματα που χρησιμοποιείται αμάλγαμα ως πολιτικός όρος. Βεβαίως έχουνε προηγηθεί παιδικά ανέκδοτα, που ωραιότατα παραδειγματίζουν τι είναι αμάλγαμα, για το προγατάκι (από το πρόβατο+γατάκι), τον τσιγκουίνο (από το τσίγκος+πιγκουίνος), το καρχαρίνι (από το καρχαρίας+καναρίνι), τη φεταλούδα (από το φέτα+πεταλούδα) κ.λπ. Επίσης υπάρχουν αμαλγάματα πιο ενήλικου προσανατολισμού, σαν αυτά που παραθέτει το www.slang.gr ή ο Λ. Καλοβυρνάς στο Πλαθολόγιό του.

Το ενδιαφέρον της ευελφάλειας βρίσκεται και στην πρωτιά του, αλλά και ότι είναι αμάλγαμα μοναδικά κακόηχο και κακοχυμένο. Αυτό δεν οφείλεται στους ίδιους τους φθόγγους ή στον συνδυασμό τους αλλά στο ότι η λέξη είναι κακοσχηματισμένη γραμματικά. Ενώ υποτίθεται ότι «ευελφάλεια» είναι η ευέλικτη ασφάλεια, είναι πολύ δύσκολο για τον φυσικό ομιλητή της ελληνικής να το αντιληφθεί αυτό χρησιμοποιώντας μόνο τη γλωσσική του ικανότητα, την υπόρρητη γνώση του της γλώσσας. Αυτή η δυσκολία οφείλεται τουλάχιστον στον εξής λόγο:

Αντίθετα με λ.χ. το προγατάκι ή τη φεταλούδα, στην ευελφάλεια δεν συμφύρονται μια ρίζα, όπως πρόβατ-ο και φέτ-α, με μια λέξη (γατάκι ή πεταλούδα). Αντίθετα, στην ευελ-φάλεια, από την ευ-ελιξ-ία συμπεριλαμβάνεται το πρόθημα ευ- και προστίθενται οι δύο πρώτοι φθόγγοι της αυθαίρετα διχοτομημένης ρίζας, ενώ από την ασφάλ-εια προσαρτώνται πάλι αυθαίρετα οι τρεις τελευταίοι φθόγγοι του ασφάλ-. Αποτέλεσμα: ένα γραμματικό τέρας του Φρανκενστάιν που καταστρατηγεί τους κανόνες της ελληνικής γλώσσας και το γλωσσικό αίσθημα του φυσικού ομιλητή της.

Ως θεωρητικός γλωσσολόγος θα σταματούσα εδώ. Ωστόσο, αναρωτήθηκα γιατί κάποιος να μπει στον κόπο να συμπήξει ένα τόσο κακοσχηματισμένο αμάλγαμα. Ηθελε άραγε να αποδώσει μονολεκτικά το αμερικανικό flexicurity για λόγους λιτότητας; Δε θα πειθόμουν: μάλλον σε βερμπαλισμό και ακυρολεξίες μας έχουνε συνηθίσει οι πολιτικοί μας, παρά σε φιλότιμες προσπάθειες να λακωνίσουν. Ο λόγος που σκαρώθηκε το «ευελφάλεια» βρίσκεται αλλού: είναι ευφημισμός.

Διάφοροι φορείς, με προφανέστερους αλλά όχι μοναδικούς την ιδεολογία και τη διαφήμιση, καταχρώνται τον ευφημισμό ως μηχανισμό για να πουν μισές αλήθειες, δηλαδή ψέματα, αφού η απόκρυψη συναφούς μέρους της αλήθειας αποτελεί ψέμα. Πιο αναλυτικά: όταν προσπαθώ με τον ευφημισμό να συσκοτίσω μέρος των συμφραζομένων με πρόθεση να μην τα αντιληφθεί και να μην τα εξετάσει ο ακροατής μου, τότε ψεύδομαι. Ετσι, ο όρος «παράπλευρες απώλειες» (από το αγγλικό «collateral damage») θα δήλωνε όσα αφανίζονται γύρω από έναν στρατιωτικό στόχο («παραπλεύρως») όταν αυτός πλήττεται. Ωστόσο, η αμερικανική στρατιωτική μηχανή προπαγάνδας τον πρωτοχρησιμοποίησε για να περιγράψει όχι, λόγου χάρη, το οδόστρωμα ή τα γήπεδα γύρω από στρατιωτικές εγκαταστάσεις του εκάστοτε εχθρού της, αλλά ανθρώπους, και μάλιστα αμάχους. Φυσικά οι περισσότεροι έχουμε πια ανακωδικοποιήσει τον όρο «παράπλευρες απώλειες» ως «θύματα μεταξύ αμάχων», όμως η ηπιότερη συνδήλωσή της (λόγω και του ότι δεν περιέχει λέξεις όπως «θύμα» ή «άμαχος») την καθιστά μιας μορφής ψέμα.

Ετσι ένας ευφημισμός όπως «ευέλικτη ασφάλεια» σύντομα θα γινόταν αντιληπτός ως τέτοιος, κατά το «παράπλευρες απώλειες», και λόγω της υποκριτικής χρήσης του επιθέτου «ευέλικτος», αντί λ.χ. του ακριβέστερου «μερική». Το πακετάρισμα (προκρούστειο, έστω) των δύο όρων στο «ευελφάλεια» πιθανόν εκφράζει την επιθυμία του δημιουργού του να κατασκευάσει έναν όρο καινούργιο, αδιαφανή και χωρίς καθόλου συνδηλώσεις, να πάει πέρα από τον ευφημισμό και προς την κατεύθυνση της συσκότισης. Είναι πράγματι ίδιον των δογματικών ιδεολογιών (κομμουνισμού, νεοφιλελευθερισμού κ.λπ.) να φροντίζουν να επινοούν όρους νεολογικούς ή αρκούντως αδιαφανείς ώστε να ονομάζουν την πραγματικότητα κατά βούληση, ελπίζοντας να την ποδηγετήσουν. Μόνο που στην περίπτωση του «ευελφάλεια», το αμάλγαμα είναι σκάρτο και από γραμματική άποψη.

Ευχαριστώ την Π. Σουλτάτου για τα σχόλιά της.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 5ης Φεβρουαρίου 2012]  

4/12/11

Λογική και σημασιολογία

Ας σκεφτούμε ποιοι κλάδοι επιστημονικής γνώσης χρησιμοποιούνται κάποτε ως λοιδορίες: η φιλολογία και η φιλοσοφία, ιδίως στον πληθυντικό. Οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν με παρόμοιο τρόπο και το «semantics» (σημασιολογία), θεωρώντας ότι πραγματεύεται σχολαστικά και «φιλολογικά» (είδατε;) τις σημασίες των λέξεων, ότι πρόκειται για στρυφνή εξάσκηση στη διύλιση του κώνωπα.

Η σημασιολογία είναι η μελέτη της γλωσσικής σημασίας και, κατ’ επέκταση, της σχέσης της με τη νόηση. Οπως κάθε θεωρητικός κλάδος επιστημονικής γνώσης, έχει πρακτικές εφαρμογές μόνον εμμέσως. Ωστόσο, όπως κάθε θεωρητικός κλάδος επιστημονικής γνώσης, οι πρακτικές και εμπειρικές συνέπειές της είναι κεφαλαιώδους σημασίας, έστω και εμμέσως.

Θα ξεκινήσω με μια εξιστόρηση, διαφωτιστική ελπίζω. Το 1995, όταν η Ευρώπη ήταν ακόμα και ιδεώδες, και όχι μόνον άθυρμα των «αγορών» ή σκακιέρα μικρών πολιτικών, πέντε φοιτητές από κάθε χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης στάλθηκαν στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών της Ρεν για να συμμετάσχουν σε σεμινάριο με θέμα τις προοπτικές καλής γειτονίας στην περιοχή, την εποχή αμέσως πριν από την ενδιάμεση συμφωνία με την περιφραστική γειτονική χώρα και μεσούσης της πολιορκίας του Σεράγεβο.

Ενας από τους εισηγητές ήταν και ο φημισμένος Τυνήσιος ψυχαναλυτής Φετί Μπενσλαμά, ο οποίος, ανάμεσα στα άλλα, μας είπε ότι «ως γνωστόν, το αντίθετο του “όλοι” δεν είναι “κανείς”: το αντίθετο του “όλοι” είναι “όχι όλοι”». Προσωπικά, παρότι μόλις είχα αποφοιτήσει από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, είχα διδαχθεί ελάχιστη Σημασιολογία και καθόλου Λογική. Συνεπώς, εντυπωσιάστηκα και προβληματίστηκα από αυτή την απόφανση, που μου είχε φανεί βαθυστόχαστη και πρωτότυπη· κι ας αναρωτιόμουν πού να στηριζόταν.

Πολύ συχνά, όπως συνέχισε ο Μπενσλαμά, η πολιτική ρητορεία προσπαθεί να μας πείσει ότι το αντίθετο του «όλοι» είναι «κανείς» ή ότι το αντίθετο του «πάντοτε» είναι «ποτέ». Ενίοτε η πολιτική ρητορεία εκβιάζει τη συναίνεσή μας με αυτόν τον τρόπο: λ. χ,. προσπαθεί να μας πείσει πως αν δεν είναι αλήθεια ότι όλοι υποστηρίζουν την τάδε πολιτική, τότε κανείς δεν υποστηρίζει την τάδε πολιτική. Επίσης, και πάλι παραδείγματος χάρη, αν δεν είναι αλήθεια ότι πάντοτε συμβαίνει το δείνα γεγονός, τότε ποτέ δεν συμβαίνει το δείνα γεγονός.

Και όμως (όπως έμαθα αργότερα) οι αρχές της κατηγορικής λογικής, κλάδου της Λογικής και βασικού εργαλείου της Σημασιολογίας, μας δείχνουν ξεκάθαρα ότι η άρνηση, το «αντίθετο» αν θέλετε, του «όλοι», είναι το «όχι όλοι» και ότι η άρνηση, το «αντίθετο» αν θέλετε, του «πάντοτε» είναι το «όχι πάντοτε».

Γιατί τα λέω αυτά. Πρώτον, γιατί η (τυπική) Λογική αποτελεί ουσιώδη γυμναστική για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης: μια έστω και στοιχειώδης εξοικείωση μαζί της θα μπορούσε να μας προστατέψει από λογικές πλάνες και λογικά άλματα που χρησιμοποιούνται στον δημόσιο λόγο, πλάνες και άλματα που αποσκοπούν στον πειθαναγκασμό και, ευρύτερα, στον έλεγχο της κοινής γνώμης. Το παράδειγμα που έφερα είναι σχετικά περιορισμένης εμβέλειας αλλά ενδεικτικό: αφθονούν τα δείγματα πολιτικής ρητορείας στα οποία η λογική καταστρατηγείται, ενώ βρίθουν από επικλήσεις στην «κοινή λογική». Δεύτερον, και γενικότερα, η εκλαΐκευση των θεωρητικών κλάδων της επιστήμης είναι δύσκολη υπόθεση και η εγγενής πολυπλοκότητά τους τις καθιστά μάλλον δύσπεπτες σε έναν κόσμο μπουχτισμένο από την πληροφορία και εθισμένο σε εύκολες εξηγήσεις και απλοϊκές ερμηνείες. Και όμως, όπως υπάρχει άρρηκτη σύνδεση μεταξύ των εξισώσεων της θεωρητικής φυσικής και του GPS στο αμάξι μας ή της μοριακής βιολογίας και των φαρμάκων μας, έτσι υπάρχει άρρηκτη σύνδεση μεταξύ Λογικής και πολιτικού λόγου, τελικά. Η Σημασιολογία μόνο περιττή δεν είναι.

Ευχαριστώ τους Γ. Βασιλάκη, Θ. Κάππα, Κ. Κωστάκο και Ι. Παπαδοπούλου για τη βοήθειά τους.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 4ης Δεκεμβρίου 2011] 

27/3/11

Το παρελθόν είναι ξένη χώρα

Δε χρειάζεται να εξηγήσει κανείς γιατί η αρχαία γλώσσα μας θεωρείται εθνικός θησαυρός, και μάλιστα αδαπάνητος και αναπαλλοτρίωτος: θα ήταν επίσης σπατάλη χώρου και αναγνωστικού χρόνου να εκθειάσει κανείς τη σημασία της ή το πόσο κεφαλαιώδη κείμενα γράφτηκαν σε αυτή. Αν αρμόζει η μεταφορά, η αρχαία ελληνική είναι μια θαυμαστή χώρα, όμορφη και συναρπαστική.

Ωστόσο είναι ξένη χώρα. Προτού αγανακτήσει ο αναγνώστης ή ξεκινήσει να γράφει κάποια επιστολή διαμαρτυρίας, να εξηγηθώ: δε λέω ότι ανήκει στους ξένους, αλίμονο, άλλωστε την αποκάλεσα αναπαλλοτρίωτη πιο πάνω. Στο κάτω κάτω, οι γλώσσες στους ομιλητές τους ανήκουν τελικά. Την αποκαλώ ξένη από την άποψη του πόσο οικεία (δε) μας είναι: η Αρχαία μάς είναι απροσπέλαστη γραμματικά, εκτός και αν της αφιερώσουμε πολλή και κοπιώδη μελέτη, ενώ το λεξιλόγιό της κάποτε μας ξεγελάει, κάποτε κάτι μας θυμίζει, αλλά σπάνια μας είναι αναγνωρίσιμο χωρίς λεξικό. Όμως ας τα παραμερίσουμε όλα αυτά· ας αφήσουμε πίσω μας ακόμα κι ότι διαβάζουμε τα Αρχαία στην έντυπη εκδοχή της μικρογράμματης μορφής τους (καινοτομίας των βυζαντινών, αφού μέχρι τότε μόνον κεφαλαία υπήρχαν). Τουλάχιστον, η «τρομερή μας η λαλιά» θα μας ήταν οικεία σαν άκουσμα αν, παρά τις περικοπές στους πόρους για την Παιδεία, απορροφούσαμε ένα κονδύλιο για την κατασκευή μιας χρονομηχανής και μεταφερόμασταν στην Αθήνα του Σοφοκλέους, του Θουκυδίδου ή και του Αριστοτέλους.

Όχι. Δυστυχώς και εδώ, ιδίως εδώ, η Αρχαία θα μας ήταν αγνώριστη. Θα μας φαινόταν όχι μόνον ακατάληπτη στην προφορική της μορφή αλλά κι εντελώς ξενόφωνη. Τους χαρακτηριστικούς φθόγγους χ, γ, θ, δ, φ και β της νέας ελληνικής δε θα τους βρίσκαμε πουθενά, ο συνωστισμός μακρών φωνηέντων, βραχέων φωνηέντων και διφθόγγων (μερικών γνώριμων σε εμάς μόνον από ξένες γλώσσες) μέσα στα στόματα των ομιλητών θα μας ξένιζε οπωσδήποτε. Η κάπως σουηδόφωνη προσωδία της Αρχαίας με τα όντως μακρά και και τα όντως βραχέα αλλά και τους μουσικούς τόνους να ανεβαίνουν (οξεία) και να ανεβοκατεβαίνουν (περισπωμένη) θα μας έκανε να αναρωτιόμαστε μήπως η χρονομηχανή δε μας ταξίδεψε μόνο στον χρόνο αλλά και στον χώρο. Κα ποιος ξέρει τι άλλο, που χάθηκε μετά από 24 αιώνες σιωπής και μόνο γραπτής επιβίωσης της Αρχαίας. Μιας γλωσσικής ποικιλίας η οποία, μέσα από την Κοινή, διαμόρφωσε τη δική μας και, σε μεγάλο βαθμό, τον κόσμο όλο.

Δε θα μπορούσε όμως να έχει λειτουργήσει η καθαρεύουσα ως γέφυρα μεταξύ Αρχαίας και Νέας; Η καθαρεύουσα, αλλά και γενικά η προσέγγισή μας στην Αρχαία, ήταν βαθιά ανιστορική. Όπως μας δίδασκε η Μάρω Κακριδή-Φερράρι όταν ήμασταν φοιτητές, δε γίνεται να αναστήσεις τη μορφολογία και το συντακτικό μιας γλώσσας με τόσο διαφορετική προφορά από τη δική σου. Κοινώς, αν η καθαρεύουσα επικρατούσε, θα ήμασταν τουλάχιστον καταδικάσμένοι να μπερδεύουμε ημάς με υμάς. Παρόμοιες διαπιστώσεις έκαναν και οι λόγιοι που, ενώ ξεκίνησαν να αναβιώσουν τη βιβλική εβραϊκή στην Παλαιστίνη των αρχών του 20ου αιώνα, έγιναν κάποιοι από αυτούς μάρτυρες της δημιουργίας μιας καινούργιας ποικιλίας, της σύγχρονης εβραϊκής. Στη δική μας περίπτωση, η καθαρεύουσα ξεκίνησε ως πανελλήνιο διδακτικό πείραμα γλωσσικής αναβίωσης αλλά κατέληξε τροφοδότης λογαριασμός της σύγχρονης γλώσσας με λεξιλογικό πλούτο – αλλά και με πολλή επιπόλαια ή και επίπλαστη λογιοσύνη: τις ελληνικούρες. Δεν νομίζω πως θα μπορούσε να είχε γίνει κι αλλιώς.

Γενικότερα, δεν πρέπει να μας ξεγελάει η σχετική αναγνωρισιμότητα που δίνει στην Αρχαία ο τρόπος γραφής της: η νέα ελληνική και η αρχαία ελληνική μοιάζουν και μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως δύο στάδια μιας αδιάσπαστης συνέχειας μόνο χάρη στη φιλολογική, στη γλωσσική και (τον τελευταίο ενάμισυ αιώνα) στη γλωσσολογική ανάλυση.

Και όπως πάντοτε, από την ξένη χώρα που λέγεται παρελθόν παίρνουμε βεβαίως ό,τι χρειαζόμαστε αλλά και μόνον ό,τι είμαστε σε θέση να πάρουμε.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 26ης Μαρτίου 2011]

20/2/11

(Δε) μαθαίνω αγγλικές λεξούλες με τους αγαπημένους μου ήρωες

Ο ανηψιός μου βλέπει πολλή τηλεόραση. Το γεγονός αυτό δε με ανησυχεί ιδιαίτερα, άλλωστε ανήκω στην πρώτη γενιά που μεγάλωσε με τηλεόραση στην Ελλάδα και όταν ήμουν μικρός δεν ξεκολλούσα από μπροστά της, ενώ ήξερα απ’ έξω τις διαφημίσεις, τα διάφορα σήριαλ, κτλ. Ωστόσο δε με έβλαψε ιδιαιτέρως η προσήλωσή μου στο χαζοκούτι, παρ’ όλα όσα θρυλούνταν τότε κι αργότερα.

Ο ανηψιός μου, που θα κλείσει τα τρία τον Μάιο, είναι πάντως πιο τυχερός από εμένα, αφού σήμερα υπάρχουν πάρα πολλές παιδικές εκπομπές που απευθύνονται σε συγκεκριμένες ηλικίες και με σαφείς εκπαιδευτικούς σκοπούς: να αναπτύξουν την προσοχή, την εφευρετικότητα και την παρατηρητικότητα των παιδιών, να εξασκήσουν τις μουσικές δεξιότητές τους ή να τα εξοικειώσουν με μουσική πέρα από τον καθημερινό θόρυβο, να τους εμπλουτίσουν το λεξιλόγιο, να τους βοηθήσουν να μάθουν ξένες γλώσσες κ.ο.κ.

Ας δούμε λίγο αυτό το τελευταίο. Πολλές παιδικές εκπομπές αφηγούνται ιστοριούλες των οποίων οι χαρακτήρες επαναλαμβάνουν πολλές από τις λέξεις-κλειδιά και στα αγγλικά. Στην αρχή νόμισα ότι παράκουσα, μετά ξενίστηκα, κατέληξα να δυσαρεστηθώ. Να εξηγήσω γιατί.

Ας πούμε ότι σε αυτά τα εκπαιδευτικού χαράκτηρα κινούμενα σχέδια η μικρή εξερευνήτρια ή ο φιλόπονος μάστορας βλέπουν, λ.χ., έναν χιμπαντζή ή ένα σφυρί. Θα πουν αντίστοιχα «κοίτα! ένας χιμπαντζής» ή «να το σφυρί!», ή κάτι τέτοιο. Κι αμέσως μετά θα προσθέσουν «τσιμπανζή» και «χάμερ». Υποθέτω ότι ο σκοπός αυτής της παράθεσης των αγγλικών συνωνύμων μετά από μια καινούργια λέξη είναι να εξοικειωθούν τα ελληνόπουλα με το αγγλικό λεξιλόγιο. Κι ενώ αυτή η πρακτική δε βλάπτει τους μικρούς τηλεθεατές, είναι πάντως εν πολλοίς μάταιη για τουλάχιστον τρεις λόγους.

Πρώτον, οι λέξεις δίνονται με ελληνικότατη προφορά (γι’ αυτό χρησιμοποίησα ελληνικά γράμματα για τα πιο πάνω παραδείγματα), άρα τα νήπια και τα παιδιά μάλλον αδυνατούν να τις ξεχωρίσουν από τις λέξεις της μητρικής τους γλώσσας: κανένα τρίχρονο δεν προβληματίστηκε αν η λέξη ‘μπιμπερό’ ή ‘ασανσέρ’ είναι γαλλικής καταγωγής…

Δεύτερον, η παράθεση «αγγλικών» λέξεων εκτός γλωσσικών συμφραζομένων, δηλαδή «να το σφυρί! χάμερ!» δεν οδηγεί απαραιτήτως τους μικρούς θεατές στο να συμπεράνουν ότι λ.χ. το ‘χάμερ’ θα μπορούσε να είναι συνώνυμο του ‘σφυρί’ σε μια ξένη γλώσσα. Πιθανότατα λοιπόν αγνοούν εντελώς αυτά τα παράξενα εκφωνήματα.

Τρίτον, ακόμα και αν οι αγγλικές λέξεις δίνονταν με τις ορθές προφορές τους (π.χ. «chimpanzee» με παχύ ch στην αρχή, βραχύ ι και μακρό ι στο τέλος κτλ.), είναι πάρα πολύ αμφίβολο ότι ο μικρός τηλεθεατής ή η μικρή τηλεθεάτρια θα μπορούσαν να ταυτίσουν τη σημασία της με την προηγούμενη λέξη. Στην καλύτερη περίπτωση θα εξοικειώνονταν μόνο με την ύπαρξη μιας ξένης γλώσσας, της αγγλικής, αλλά αυτή η εξοικείωση πρέπει να είναι αυτονόητη σε σπιτικά που διαθέτουν τηλεόραση.

Γενικότερα, ούτε οι μικροί, αλλά ούτε καλά-καλά οι μεγάλοι, μαθαίνουμε λεξιλόγιο εκτός συμφραζομένων, πολλώ δε μάλλον με την κάπως μπακάλικη μέθοδο του να παρατίθεται η ξένη μετάφρασή της αμέσως μετά την ελληνική λέξη. Εάν οι μεταγλωττιστές (και, βεβαίως, οι παραγωγοί) των εκπαιδευτικών αυτών εκπομπών συμβουλεύονταν κάποιον ειδικό στη γλωσσική ανάπτυξη, ίσως θα είχαν αποφύγει να ακολουθούν και να εφαρμόζουν τέτοιες ατελέσφορες μεθόδους.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 20ης Φεβρουαρίου 2011]

5/12/10

Ξέρει ο πρωθυπουργός ελληνικά;

Δεν πρωτοτυπεί ο Στάθης της Ελευθεροτυπίας όταν διαγινώσκει ότι ο Γιώργος Παπανδρέου πάσχει από κάποιου είδους γλωσσική διαταραχή, και μάλιστα γλωσσική διαταραχή γραμματικού χαρακτήρα. Γράφει λοιπόν στην Ελευθεροτυπία της Δευτέρας 8 Νοεμβρίου ότι «ο εντολοδόχος πρωθυπουργός της Τρόικας Παπανδρέου άρχισε να κλίνει τη λέξη ‘πατριώτης’ σε όλες τις πτώσεις – τις δύο που γνωρίζει».

Παρόμοια σχόλια γράφονται και ακούγονται για τις γλωσσικές του επιδόσεις από τον καιρό που ο Παπανδρέου ήταν απλός υπουργός, ενώ στο παρελθόν διαγνώσεις γραμματικών διαταραχών έχουνε γίνει και για τον Κώστα Σημίτη, για τον Μιλτιάδη Έβερτ και για άλλους πολιτικούς. Δεδομένου ότι δεν είμαι κλινικός γλωσσολόγος (άρα δεν μπορώ να δώσω ασφαλείς γνωματεύσεις σε ζητήματα διαταραχών) ούτε έχω μελετήσει την περίπτωση Παπανδρέου προσεκτικά, απλώς θα τη χρησιμοποιήσω για αφορμή για να μιλήσω για τα γλωσσικά λάθη.

Πράγματι, ακούγοντας κανείς τον πρωθυπουργό, γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι σε κάποια σημεία δε μιλάει στρωτά και αβίαστα. Για παράδειγμα, πολλές φορές επαναλαμβάνει συλλαβές, ενίοτε κομπιάζει ή κάνει σαρδάμ· επιπλέον, σε κάποιες περιπτωσεις ακυρολεκτεί: όταν χρησιμοποίησε την έκφραση «μηδέν εις το πηλίκιο» (αντί για «μηδέν εις το πηλίκο»), χάλασε ο κόσμος. Κάτι που, παρεμπιπτόντως, μαρτυρεί ποιες είναι οι ευαισθησίες και προτεραιότητες μεγάλου μέρους του δημοσιογραφικού κόσμου.
Βεβαίως, αν η γλώσσα που παράγουμε είναι ενδεικτική της νόησής μας, τέτοιες ευαισθησίες και προτεραιότητες είναι δικαιολογημένες: αν η ευφράδεια είναι δείκτης ευφυίας και ευστροφίας, αν ο εκφραστικός πλούτος υποδηλώνει ανεξαιρέτως βάθος σκέψης και ικανότητα για σύνθετη συλλογιστική, ποιος θέλει στο τιμόνι κάποιον που «γνωρίζει μόνο δύο πτώσεις»;

Ωστόσο, οι περισσότεροι αντιλαμβανόμαστε ότι δυσκολία στην ομιλία και γλωσσικά λάθη δε μαρτυρούν απαραίτητα κάποιο νοητικό έλλειμμα. Λόγου χάρη, πολλοί από εμάς (ένα 5 με 10%), αν και με νοημοσύνη μέσα στα κανονικά πλαίσια, πάσχουν από κάποιας μορφής Ειδική Γλωσσική Διαταραχή. Ενδεχομένως εκεί θα αναζητούσαν κάποιοι την αιτία της – ας πούμε – βραδυγλωσσίας του κυρίου Παπανδρέου. Δε θα έσπευδα να συγκαταλεγώ ανάμεσά τους.

Απεναντίας, για λίγο καιρό υποψιαζόμουν ότι όντως οι γλωσσικές δυσκολίες του πρωθυπουργού πήγαζαν από το ότι – όπως ισχυρίζονται κάποιοι – τα ελληνικά δεν είναι ανάμεσα στις μητρικές του γλώσσες. Αυτό ωστόσο θα προϋπέθετε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου τού απευθυνόταν αποκλειστικά στα αγγλικά όταν ήταν παιδί, πράγμα δύσκολο να πιστέψει κανείς, δεδομένων και των αγγλικών του Ανδρέα: κάποια στιγμή θα κουραζόταν. Τέλος πάντων, έχοντας πρόσφατα πολλές ευκαιρίες να παρακολουθήσω ομιλίες του Γιώργου Παπανδρέου και στα ελληνικά και στα αγγλικά, για τους γνωστούς πολύ δυσάρεστους λόγους, παρατήρησα ότι επαναλαμβάνει συλλαβές, κομπιάζει και κάνει σαρδάμ ακόμα και όταν μιλάει στην αγγλική. Η οποία, μετά από πρόχειρη παρατήρηση, δε φαίνεται να είναι μία από τις μητρικές του γλώσσες. Αλλού φαίνεται να βρίσκεται η αιτία της τάσης του πρωθυπουργού να σκοντάφτει στην ομιλία του και να κάνει (σχετικά) συχνά γλωσσικά λάθη.

Όσοι γνωρίζουν βασικές αρχές γλωσσολογίας (ή, έστω, έχουν αυτό που λέμε κοινό νου) αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ γλωσσικής ικανότητας (της υπόρρητης γνώσης της γλώσσας που έχουμε όλοι) και γλωσσικής πραγμάτωσης. Και όλοι έχουμε πείρα πόσο το άγχος, το τρακ, η κόπωση κτλ. επηρεάζουν τη γλωσσική πραγμάτωση και μας κάνουν να υποπίπτουμε σε λάθη, ανακολουθίες, σαρδάμ κτλ. Αντιλαμβανόμαστε επίσης ότι πολλοί από εμάς, όπως υπαινίχθηκα πιο πάνω, απλώς έχουμε μια γενικότερη δυσκολία στη γλωσσική πραγμάτωση: δε γυρίζει η γλώσσα μας, που λέμε. Αυτή θα υποψιαζόμουν ότι είναι και η περίπτωση Παπανδρέου.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 5ης Δεκεμβρίου 2010]

3/10/10

Οι γλωσσολόγοι και οι Υoung Αmericans

Σε μια σειρά ομιλιών για το ευρύ κοινό που διοργάνωσε η εφημερίδα Πολίτης στη Λευκωσία, παρουσίασα τρεις διαλέξεις για τη γλώσσα: μια μικρή εισαγωγή στη Γλωσσολογία. Στις πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις που ακολούθησαν ξανακούστηκε η ένσταση ότι οι γλωσσολόγοι, αντίθετα με τους αυστηρούς φιλολόγους, ανεχόμαστε ό,τι να ’ναι στη γλώσσα: και τα «επέλεξε τι θες» και ένα σωρό άλλα τέτοια.

Προσπάθησα να εξηγήσω λοιπόν ότι οι γλωσσολόγοι μελετάμε το γλωσσικό φαινόμενο και τη γλωσσική αλλαγή, τα οποία προσπαθούμε να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε, όχι να τα ρυθμίσουμε (τουλάχιστον όχι συνήθως). Η περιγραφή και η επιστημονική ερμηνεία του γλωσσικού φαινομένου δε συνιστούν βεβαίως τον αντίποδα της γλωσσικής ρύθμισης, όπως καμμιά φορά εσφαλμένα λέμε στους φοιτητές, παρά πρόκειται για κάτι τελείως διαφορετικό. Να το πω κι έτσι: άλλη η δουλειά του βοτανολόγου και άλλη του γεωπόνου.

Ωστόσο, βεβαίως, κάθε μορφωμένος άνθρωπος προβληματίζεται για τα γλωσσικά θέματα. Το κείμενο του Νίκου Ξυδάκη «Το κόνσεπτ, το πρότζεκτ, το μπάτζετ» στην Κ της 19ης Σεπτεμβρίου μιλάει για τα αγγλικά στη σύγχρονη Ελλάδα με τρόπο που αναδεικνύει τη διάσταση της γλώσσας ως πολιτισμικής κατασκευής και της γλώσσας ως φυσικού αντικειμένου. Ο Ξυδάκης επισημαίνει σωστά ότι η αγγλόχρωμη αργκό των νέων είναι εφήμερη: «κάθε γενιά χρειάζεται τη δική της ιδιόλεκτο, μια μυητική αργκό, προσωρινή […]». Εδώ υπενθυμίζω και τις λόγιες γαλλικούρες του πρώτου μισού του 20ου αιώνα ή τα γαλλικά με τα οποία η ρωσική ελίτ επικοινωνούσε τον 19ο αιώνα (όπως αποτυπώνεται και στα μεγάλα ρωσικά μυθιστορήματα της εποχής).

Στη συνέχεια ο Ξυδάκης αναρωτιέται «Γιατί τα αγγλικά κατακλύζουν τον καθημερινό λόγο;». Θα συμπληρώσω τον προβληματισμό του με κάποιες δικές μου εικασίες. Στο άρθρο λοιπόν υπάρχει μια διατύπωση-κλειδί: «τα πλούσια, καλά ελληνικά είναι δύσκολα και σχεδόν ανώφελα οικονομικά-εργασιακά». Εδώ ταιριάζει ωραιότατα ο παραλληλισμός με τις ρωσικές ελίτ του 19ου αιώνα, οι οποίες ναι μεν ρητόρευαν και προβληματίζονταν συστηματικά για τη μοίρα της Ρωσίας στον κόσμο και για τη μεγάλη αποστολή της, όμως παράλληλα θα επιθυμούσαν (και ενίοτε το έπρατταν) να βρίσκονται κάπου αλλού και να είναι κάποιοι άλλοι. Υποθέτω λοιπόν ότι τα ελληνικά είναι ντεπασέ οικονομικά-εργασιακά, όχι λόγω της παγκοσμιοποίησης και της επικράτησης αγγλικής ορολογίας στον χώρο των επιχειρήσεων, ούτε βεβαίως επειδή υφίσταται ενδεχόμενο «εγκατάλειψης της μητρικής γλώσσας». Ο λόγος που ακούμε τόσα αγγλικά είναι επειδή οι ελίτ που τα μασουλάνε θα ήθελαν κατά βάθος να είναι αμερικάνοι ή και τα αμερικανάκια που πρόθυμα χλευάζουν: αμερικάνοι οικονομικά και πολιτικά, ίσως και κοινωνικά και πολιτισμικά. Κάπως έτσι συνέβη και με τα γαλλικά παλιότερα.

Ενδεχομένως να πλανώμαι, επαναλαμβάνω ότι εικασίες κάνω. Όμως, όπως τόνισα και στις διαλέξεις, η Γλωσσολογία μάς προπονεί στο να ξεχωρίζουμε τη γλώσσα ως πολιτισμική κατασκευή, συστατικό ταυτότητας και εργαλείο κοινωνικοπολιτικής χειραφέτησης ή εξουσιασμού, από τη γλώσσα ως φυσικό αντικείμενο, πανανθρώπινο κτήμα και φαινόμενο γνωστικού χαρακτήρα μέσα στην ποικιλότητά του. Έτσι, στο θέμα μας, πριν μελετήσουμε τους κοινωνικούς παράγοντες που ευνοούν τον δανεισμό και την προσφυγή στην εναλλαγή κωδίκων πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε τους ενδογλωσσικούς μηχανισμούς του δανεισμού και της εναλλαγής κωδίκων: «[αγγλικά ουσιαστικά] δεμένα με λίγα ελληνικά ρήματα», λέει ο Ξυδάκης. Συνήθως γουίθ στρονγκ γκρηκ άξεντ, επίσης.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 3ης Οκτωβρίου 2010]