25/10/2009

Η πορεία της (γλωσσικής) αλλαγής

Εκ των υστέρων

Εκ των υστέρων, τα πάντα φαίνονται ξεκάθαρα. Εκ των υστέρων, το παρελθόν φαίνεται σαν να έχει νόημα, μας μοιάζει σαν μια αλυσίδα που αναπόφευκτα οδηγεί στο εδώ και στο τώρα. Έτσι, όταν κοιτάει κανείς το παρελθόν της γλώσσας πολλές φορές νομίζει ότι βλέπει μια αλληλουχία εξελικτικών σταδίων που σχεδόν αναπόφευκτα οδηγεί στη συγχρονία του σήμερα. Κοιτώντας προς τα πίσω, ξεγελιόμαστε και φτάνουμε να πιστέψουμε ότι η τάδε ή η δείνα γλωσσική μεταβολή ήταν αναπόφευκτη ή ότι ξετυλίχτηκε λίγο-λίγο και σιγά-σιγά με σκοπό να μας φέρει εδώ όπου είμαστε τώρα. Η αντίληψη ότι η γλωσσική αλλαγή έχει σκοπό, ότι οδηγεί προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, έστω και αν χρειαστούν αιώνες να φτάσει μέχρι εκεί, είναι πολύ διαδεδομένη.

Πτώση στα λατινικά, άρθρα στις ρωμανικές

Ένα γνωστό παράδειγμα είναι και το εξής, από την ιστορία των λατινικών. Όπως είναι γνωστό, ιδίως σε όσους τα έχουν υποστεί στο σχολείο, τα λατινικά ουσιαστικά κλίνονται για πτώση: lux, lucis, luci, lucem… (‘φως’ σε ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική – όπως αντίστοιχα κλίνουμε στην αρχαία το νόμος, νόμου, νόμω, νόμον…). Τα λατινικά επίσης δεν είχαν καθόλου άρθρα: ‘lucem vidi’ σημαίνει είτε ‘είδα το φως’ είτε ‘είδα φως’.

Αντίθετα, οι ρωμανικές ή νεολατινικές γλώσσες, που ιστορικά προέκυψαν από τα λατινικά (ιταλικά, ισπανικά, γαλλικά, ρουμάνικα κτλ.), έχουν όλες άρθρα αλλά τα ουσιαστικά τους δεν κλίνονται για πτώση. Μάλιστα υπάρχουν στοιχεία ότι κάθε μία από αυτές τις γλώσσες ανέπτυξε άρθρα ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες. Με βάση αυτή την εικόνα πολλοί μελετητές και γλωσσολόγοι οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι η απώλεια της πτώσης πάνω στα ουσιαστικά σχετίζεται με την εμφάνιση των άρθρων: μια γλώσσα χάνει την πτώση στα ουσιαστικά και εμφανίζει άρθρα. Αυτός ο συσχετισμός δεν είναι ανυπόστατος, τουλάχιστον με τα δεδομένα που έχουμε. Πολλοί ωστόσο προχώρησαν πιο πέρα και μίλησαν για μια αναπόδραστη, ντετερμινιστική όπως λέμε, διαδικασία η οποία με το πέρασμα των γενεών δημιουργεί άρθρα ενώ εκλείπει η πτώση. Με άλλα λόγια, θεώρησαν ότι η εξαφάνιση της πτώσης είναι η αιτία της εμφάνισης άρθρων. Εκ των υστέρων, μπορεί κανείς να δει μια αναπόφευκτη διαδικασία, μια σχέση αιτίου-αιτιατού.

Κακώς, όμως. Γλώσσες όπως τα ελληνικά έχουν και άρθρα και πτώση πάνω στα ουσιαστικά τουλάχιστον από τον 6ο π.Χ. αιώνα, ενώ άρθρα και πτώση συνυπάρχουν και σε πολλές γλώσσες. Παρότι η εμφάνιση των άρθρων σχετίζεται με την εξαφάνιση της πτώσης στις ρωμανικές γλώσσες, είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσει κανείς για μια στιβαρή σχέση αιτίου-αποτελέσματος, για μια προδιαγεγραμμένη ιστορική διαδικασία η οποία ξετυλίγεται με το πέρασμα του χρόνου.

Γλωσσική κατάκτηση και γλωσσική επαφή

Γνωρίζουμε σήμερα ότι η γλωσσική μεταβολή ξεκινάει με τη γλωσσική κατάκτηση εκ μέρους των παιδιών: κάποτε τα παιδιά επανερμηνεύουν τα γλωσσικά δεδομένα που ακούνε με βάση γραμματικούς κανόνες διαφορετικούς από των γονέων τους. Όχι πάντοτε όμως. Έτσι, η γλώσσα δεν αλλάζει ούτε πάντα ούτε συνεχώς: στις ιστορίες των γλωσσών βρίσκουμε και περιόδους γλωσσικής σταθερότητας. Επίσης, όταν αλλάζει η γλώσσα, δεν αλλάζει πάντα με την ίδια ταχύτητα: κάποιες μεταβολές χρειάζονται αιώνες για να συντελεστούν, άλλες δύο ή τρεις γενιές. Τέλος, και το πιο συναρπαστικό από όλα, κάποιες γλωσσικές δομές είναι πιο ευάλωτες στη γλωσσική μεταβολή από άλλες: π.χ. η έκφραση του ποιού ενεργείας στα ελληνικά (η διαφορά μεταξύ ‘έτρεχα’ κι ‘έτρεξα’) παραμένει σχεδόν αναλλοίωτη για παραπάνω από 25 αιώνες.

Επιπλέον, αυτό που εκ των υστέρων μας φαίνεται ‘φυσική εξέλιξη’ είναι πολλές φορές προϊόν ιστορικών ατυχημάτων. Η αναλυτική δομή της αγγλικής, που τόσο θαυμάζεται από αγγλόφωνους λογίους (καμμία έκπληξη εδώ: οι κατά τόπους λόγιοι θεωρούν τη γλώσσα τους υπέρτερη όλων των άλλων), είναι προϊόν της μοιραίας συνάντησης, μετά τη νορμανδική κατάκτηση το 1066, της αγγλοσαξονικής γλώσσας με τη μεσαιωνική γαλλική. Το «ισορροπημένο» σύστημα των πέντε φωνηέντων της νέας ελληνικής (α, ε, ι, ο, ου), η απώλεια της διάκρισης σε μακρά και βραχέα αλλά και απώλεια του μουσικού τόνου της αρχαίας χρονολογούνται στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή. Πιθανολογείται μάλιστα πως τα παραπάνω φαινόμενα οφείλονται στην επίδραση σημιτικών γλωσσών όπως η κοπτική, αφού τότε μια μεγάλη και όλο επιρροή πλειοψηφία ελληνόφωνων ομιλητών ζούσε στην Αίγυπτο και μιλούσε και κοπτικά.

Από τα λίγα που είδαμε πιο πάνω φαίνεται ότι η γλωσσική αλλαγή είναι μια υπόθεση σύνθετη και δεν ακολουθεί προδιαγεγραμμένες τροχιές ούτε υπακούει σε απλοϊκούς συσχετισμούς αιτίου και αποτελέσματος.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 25ης Οκτωβρίου 2009]

buzz it!

Γλώσσα ή κάτι άλλο;

Όταν αποδέχτηκα την πρόσκληση να συνεισφέρω στη στηλη ‘Εξ αφορμής’, είχα κατά νου να γράφω κι εδώ, όπως κι αλλού, για εκείνα ακριβώς τα γλωσσικά θέματα που συνήθως δεν τραβούν την προσοχή του κοινού. Ήθελα να γράψω για τις συναρπαστικές ανακαλύψεις της Γλωσσολογίας τα τελευταία σαράντα χρόνια. Είχα σκοπό να συμβάλω (έστω και λίγο) στην εκλαΐκευση των γλωσσικών επιστημών και να μιλήσω για όσα έχουν αποκαλύψει για τη φύση και τη λειτουργία της γλώσσας.

Δυστυχώς όμως οι αφορμές για τέτοιου είδους συζητήσεις είναι δυσεύρετες. Στις κοινωνίες με μακρά (και ένδοξη) γραπτή παράδοση, η γλώσσα γίνεται συνήθως αφορμή να κουβεντιάζονται άλλα ζητήματα. Δηλαδή, ενώ φαίνεται να συζητάμε για τη γλώσσα, στην πραγματικότητα οι προβληματισμοί μας δεν αφορούν την ίδια τη γλώσσα παρά κάποια σχετιζόμενα θέματα, θέματα ενδεχομένως σημαντικά αλλά πάντως όχι γλωσσικά.

Στην Ελλάδα και αλλού γίνονται εκτενείς και όλο παρεκβάσεις κουβέντες για την ιστορία και τη συνέχεια της γλώσσας. Κατά κανόνα αναλύεται με ακρίβεια και συνέπεια σχεδόν ψυχαναλυτική η σχέση μας με κάποιες παλιότερες μορφές της γλώσσας και με επιλεγμένα κείμενα γραμμένα σε αυτές. Νομίζουμε λοιπόν ότι μιλάμε για τη διαχρονία της γλώσσας, ενώ στην πραγματικότητα μεταφέρουμε στον λόγο για τη γλώσσα την πολιτισμική αγωνία κάθε γενιάς που πρέπει να αναμετρηθεί με κείμενα του παρελθόντος. Μια διαχρονική αγωνία κάθε λαού με ουσιώδη γραπτή παράδοση, από τους αρχαίους Ινδούς μέχρι τους σύγχρονους Αμερικανούς – και εμάς, βεβαίως.

Άλλοτε «ανησυχούμε για το μέλλον της γλώσσας μας», ιδίως στην Ελλάδα. Και πάλι όμως τελικά συζητούμε τη θέση της νεοελληνικής κουλτούρας και του νεοελληνικού πολιτισμού: κατά τον 20ο αιώνα μέσα στον Δυτικό Κόσμο, κατά τα τέλη του 20ου αιώνα μέσα στην Ενωμένη Ευρώπη και – στις μέρες μας – μέσα στον παγκο¬σμιοποιημένο κόσμο μας.

Συχνά πάλι πραγματευόμαστε σχοινοτενώς μια χούφτα ελλιπέστατα τεκμηριωμένα φαινόμενα (όταν δεν είναι επινοημένα) όπως η «λεξιπενία» ή αυτό που πάρα πολλοί ακυρολεκτικά λένε «δυσλεξία», εννοώντας όχι δυσχέρειες στη γραφή και στην ανάγνωση, αλλά την απουσία ευφράδειας και καλλιέπειας. Σε αυτές τις περιπτώσεις συζητάμε για «γλώσσα» αλλά – στην καλύτερη περίπτωση – μας απασχολούν ο γραμματισμός, η ακριβολογία και η καλλιέπεια. Έτσι, ενώ εξετάζουμε λεξιλογικά, συμφραστικά και ορθογραφικά θέματα, στην πραγματικότητα προβληματιζόμαστε για την πνευματική καλλιέργεια ή την ιδεολογική ταυτότητα ομάδων (όπως οι μαθητές) ή ατόμων (λ.χ. δημόσιων προσώπων ή πολιτικών). Μάλιστα, τέτοιοι προβληματισμοί συχνά βασίζονται στην πλάνη ότι οι γλωσσικές δυσκολίες είναι πάντα δείκτης χωλής νόησης. Σε κάθε περίπτωση, δεν ασχολούμαστε με τη γλώσσα, αλλά με το τι νομίζουμε ότι μας λέει για τη νόηση και τα φρονήματα.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, πολλές φορές συγχέουμε τους προβληματισμούς μας για τον προσανατολισμό και την ποιότητα της εκπαίδευσης με έναν γενικό λόγο περί γλώσσας. Ενώ κατ’ ουσία μας απασχολεί το κατά πόσο τα σχολεία μας διδάσκουν γραμματισμό και τα πανεπιστήμιά μας ακριβολογία και σαφήνεια στην έκφραση, καταλήγουμε να νοσταλγούμε την καθαρεύουσα ή να φαντασιωνόμαστε υπολογιστές για τη διδασκαλία της γραμματικής και του λεξιλογίου…

Είναι λοιπόν δύσκολο να βρεθεί αφορμή για να μιλήσει κανείς για τη γλώσσα καθεαυτή. Άλλωστε, η γλώσσα βρίσκεται στο κέντρο της ανθρώπινης φύσης, αρθρώνει τη νόησή μας και συναρμόζει τις ανθρώπινες σχέσεις και τον κοινωνικό μας βίο: ξεκινώντας να μιλάμε για αυτήν, σχεδόν μοιραία καταλήγουμε κάπου αλλού.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ αφορμής, της 25ης Οκτωβρίου 2009]

buzz it!

11/10/2009

Γλωσσική δομή και ανθρώπινη φύση

Κατάκτηση κι όχι εκμάθηση

Κάτω από τη μύτη μας ξετυλίγονται τα πιο σύνθετα και πολύπλοκα φαινόμενα στο σύμπαν, χωρίς καν να το πάρουμε χαμπάρι. Δεν αναφέρομαι μόνο στα μυστήρια της φυσικής σωματιδίων ή της κυτταρικής βιολογίας, αλλά και σε πολύ πιο κοντινά μας φαινόμενα, τα οποία μπορούμε ως ένα σημείο να παρατηρήσουμε. Ένα από αυτά είναι και η κατάκτηση της γλώσσας από τα μικρά παιδιά. Είπα «κατάκτηση» και όχι «εκμάθηση», αφού η γλώσσα δε μαθαίνεται, παρά αναπτύσσεται. Επίσης, είπα ότι η γλωσσική κατάκτηση είναι φαινόμενο που μπορούμε να παρατηρήσουμε, δεν μπορούμε όμως να το επηρεάσουμε κιόλας; Πολλοί γονείς αυτό πιστεύουν, στο κάτω-κάτω. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να επηρεάσουμε την ανάπτυξη της γλώσσας του παιδιού πολύ πολύ λιγότερο απ’ ό,τι νομίζουμε.

Γλωσσικές δομές

Βεβαίως για να μάθει το παιδί μία λέξη πρέπει να την ακούσει να χρησιμοποιείται στο περιβάλλον του, αν και δεν είναι απαραίτητο να βρίσκεται στον λόγο που του απευθύνουμε (έτσι μαθαίνουν γρήγορα και αποτελεσματικά και τις περισσότερες βρισιές). Όμως ένα ακόμα πιο δύσκολο ερώτημα είναι πώς κατακτούν τα παιδιά τις γλωσσικές δομές της μητρικής γλώσσας τους. Ας δούμε απλά τι εννοούμε όταν μιλάμε για δομές.

Στα ελληνικά λέμε «έφαγα τη μικρή τυρόπιτα». Λέμε επίσης «έφτιαξα την τυρόπιτα μικρή» (όσοι από εμάς ξέρουμε να φτιάχνουμε τυρόπιτες). Ωστόσο, το «*έφαγα την τυρόπιτα μικρή» είναι αντιγραμματικό – εκτός κι αν κάποια ομιλήτρια εννοεί ότι έφαγε την τυρόπιτα όταν ήταν η ίδια μικρή. Άρα η κατάκτηση των γλωσσικών δομών είναι μια πολύ σύνθετη υπόθεση: πέρα από το να παράγει ό,τι είναι γραμματικό, το παιδί πρέπει επίσης να κατακτήσει (και να μην παράγει) ό,τι δεν είναι γραμματικό.

Μαθησιμότητα: εναντίον της γενίκευσης και της αναλογίας

Τώρα, εάν ρωτήσετε κάποιον πώς αναπτύσσει ένα παιδί τη γνώση των δομών, της γραμματικής δηλαδή, της μητρικής του γλώσσας, συνήθως η απάντηση είναι ότι το καταφέρνει μέσω γενίκευσης και αναλογίας. Αποτελεί δηλαδή (λανθασμένη) διαδεδομένη αντίληψη ότι το παιδί αναλύει τις προτάσεις που ακούει (π.χ. «έφαγα τη μικρή τυρόπιτα»), εντοπίζει κάποια γενικά μοτίβα (π.χ. ‘το επίθετο πάει πριν το ουσιαστικό’) και τα αναπαράγει κατ’ αναλογία. Κι όλα αυτά μέχρι την ηλικία των τριών με πέντε ετών το αργότερο, οπότε τα παιδιά έχουν ολοκληρώσει την κατάκτηση της μητρικής (ή των μητρικών) γλωσσών τους.

Ωστόσο αυτά υποτίθεται ότι τα κάνει ένα παιδί σε μια ηλικία που δεν μπορεί καλά-καλά να δέσει τα κορδόνια του. Επίσης, ελάχιστα παιδάκια στην ίδια ηλικία – ταλέντα το δίχως άλλο – μαθαίνουν τους κανόνες του ποδοσφαίρου, του σκακιού ή της πιλότας απλώς παρατηρώντας και γενικεύοντας. Επιπλέον, οι δομικοί κανόνες της γλώσσας είναι κατά πολύ πολυπλοκότεροι και συνθετότεροι απ’ αυτούς οποιουδήποτε αθλήματος, παιχνιδιού ή χαρτοπαιγνίου.

Συν τοις άλλοις, η θεωρία της μαθησιμότητας (learnability theory) υποδεικνύει ότι η διαδικασία γενίκευσης και αναλογίας δεν μπορεί ούτως ή άλλως να οδηγήσει στην επιτυχή εκμάθηση γλωσσικών δομών: εάν λ.χ. την εφαρμόζαμε στο παράδειγμα πιο πάνω, θα μας οδηγούσε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι το «έφαγα την τυρόπιτα μικρή» – όπου το ‘μικρή’ προσδιορίζει το ‘τυρόπιτα’ – είναι οκέι.

Πώς λοιπόν αναπτύσσει το παιδί τις σωστές γλωσσικές δομές της μητρικής γλώσσας του;

Η (γλωσσική) ανάπτυξη είναι στη φύση μας

Η πολύπλοκη δομή κάθε φυσικής γλώσσας αναπτύσσεται όπως περίπου το δέντρο από τον σπόρο. Μέσα στον σπόρο υπάρχουν προκαθορισμένες οδηγίες για να σχηματιστούν κορμός, κλαδιά, ρίζες, φύλλα αλλά και όλες οι θαυμαστές μικροσκοπικές λεπτομέρειες της βιολογίας του δέντρου. Αντίστοιχα, μέσα στον εγκέφαλο ενός νεογέννητου υπάρχουν προκαθορισμένες οι εξειδικευμένες δομικές αρχές της ανθρώπινης γλώσσας αλλά και μαθησιακοί μηχανισμοί που αφορούν τη γλωσσική δομή. Με την έκθεση στο γλωσσικό περιβάλλον, αυτοί οι μηχανισμοί αναπτύσσονται σε δομές που διέπονται από τις βασικές αρχές που ανέφερα πιο πάνω. Έτσι, το παιδί ‘μαθαίνει’ τη γραμματική της γλώσσας του στο βαθμό που ‘μαθαίνει’ να περπατάει ή να αναγνωρίζει ανθρώπινα πρόσωπα.

Πώς φτάνουμε από αυτές τις αρχές και τους μηχανισμούς στη διαφορά μεταξύ του «έφαγα τη μικρή τυρόπιτα» και του «έφτιαξα την τυρόπιτα μικρή»; Η απάντηση είναι τόσο σύνθετη – ίσως ακόμα πιο σύνθετη – όσο και αυτή που θα δίναμε στην ερώτηση πώς από το κουκούτσι της ελιάς φτάνουμε στο δέντρο ή γιατί οι καρποί που δίνει είναι πλούσιοι σε έλαια και όχι, λ.χ., σε σάκχαρα όπως του αμπελιού.

Το ίδιο το παιδί που κατακτάει τη δομή της γλώσσας δε χρειάζεται να ασχολείται με αυτά τα ζητήματα, απλώς ακολουθεί τη φύση του, ακόμα και κάτω από αντίξοες επικοινωνιακές συνθήκες όπως η τυφλότητα, και εν μέσω γνωστικών διαταραχών. Είναι στη φύση του.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 11ης Οκτωβρίου 2009]

buzz it!

27/09/2009

Λεξιπενία και δανεισμός

‘Ομιλείτε ελληνικά;’

Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον στον Πολίτη της 23ης Αυγούστου το άρθρο ‘Ομιλείτε ελληνικά;’ του κυρίου Ιάκωβου Χρίστου, φιλολόγου. Το κείμενο συζητάει την κατάσταση της ελληνικής γλώσσας σήμερα και είναι αντιπροσωπευτικό του πώς αυτή γίνεται αντιληπτή από μια μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης.

Η διαπραγμάτευση του θέματος διαπνέεται από έντονη ανησυχία για την ελληνική γλώσσα αλλά και από αγωνία για τις προοπτικές της ακόμα και να επιβιώσει. Βεβαίως, η μέριμνα για την καλλιέπεια, η καλλιέργεια της γλώσσας και η ακριβολογία βρίσκονται στην καρδιά των προβληματισμών κάθε προηγμένου πολιτισμού. Επίσης, αποτελούν αντικείμενο των φροντίδων κάθε φιλολόγου, αλλά και κάθε μορφωμένου ανθρώπου.

Διαβάζοντας το συγκεκριμένο άρθρο διαπίστωσα ότι ο συγγραφέας του έχει προβληματιστεί έντονα για κάποια θέματα γλωσσικής χρήσης. Ταυτόχρονα ωστόσο μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι, τουλάχιστον σε αυτήν την περίπτωση, οι ανησυχίες και η αγωνία του για την ελληνική γλώσσα ξεκινούν από παρανοήσεις και κάποιες παραναγνώσεις, όχι από εμπειρικά δεδομένα και χειροπιαστά γεγονότα. Έτσι, παρότι το πάθος για τη γλώσσα είναι έκδηλο, δυστυχώς δε δείχνει να συνοδεύεται από την ανάλογη εποπτεία των γλωσσικών επιστημών και από την απαραίτητη εμβάθυνση σε ζητήματα σχετικά με τη φύση της γλώσσας καθεαυτή.

Λεξιπενία;

Ο κύριος Χρίστου αισθάνεται ότι η ελληνική γλώσσα κινδυνεύει – θέμα με το οποίο ξανασχοληθήκαμε στη στήλη την 3η Ιουνίου 2007 με τίτλο, ακριβώς, ‘Κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα;’. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται στην «ψευδαίσθηση ότι κατέχουμε και μιλούμε τη μητρική μας γλώσσα». Η διατύπωση αυτή είναι τουλάχιστον ατυχής: η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων κατέχουν και μιλούν τουλάχιστον μία μητρική γλώσσα, αυτό δεν επιδέχεται καμμιά αμφισβήτηση. Εάν τώρα αυτή η γλώσσα διαφέρει από τις παλιότερες μορφές της ή από την επίσημη ή τη δόκιμη ποικιλία, αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα, κοινωνικό και πολιτικό εν τέλει. Γενικά, άγλωσσοι ή ολιγόγλωσσοι άνθρωποι δεν υπάρχουν, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις με βαρειές διαταραχές νευρολογικής φύσεως. Δε συνεχίζω γιατί θεωρώ ότι ο κύριος Χρίστου, ως φιλόλογος, γνωρίζει καλύτερα κι από μένα ότι λ.χ. γλωσσική ικανότητα και ευφράδεια βεβαίως και δεν ταυτίζονται, κ.ο.κ.

Αμέσως μετά γίνεται λόγος για την ‘αποψίλωση, υποβάθμιση, κακοποίηση και νόθευση’ της γλώσσας μας. Κρίνοντας από την παράθεση του (εντελώς ατεκμηρίωτου κι αβάσιμου) κλισέ περί ανθρώπων με λεξιλόγιο 200-300 λέξεων παρακάτω, ο κύριος Χρίστου ταυτίζει τις τέσσερις αυτές πληγές με την εικαζόμενη συρρίκνωση του λεξιλογίου της ελληνικής. Παρά τους σχετικούς ισχυρισμούς (πάντοτε ατεκμηρίωτους, αβάσιμους και χωρίς παραπομπές στην έρευνα) δεν υπάρχει καμμία απολύτως ένδειξη ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει. Άλλωστε, αν μη τι άλλο, ο ίδιος ο κ. Χρίστου δείχνει πώς η γλώσσα «των νέων» εμπλουτίζεται δραματικά (αν και μάλλον προσωρινά) με πάμπολλες αγγλικές λέξεις. Έτσι, ακόμα και αν τα λεξιλόγιά μας βρίθουν από λέξεις ‘λάθος’ προελεύσεως, πάντως με τίποτα δε συρρικώνονται. Για τη λεγόμενη λεξιπενία έγραψα αναλυτικά στο άρθρο της 29ης Οκτωβρίου 2006 ‘Λεξιπενία ή κειμενική δυσπραξία;’.

Γλώσσα και σκέψη

Κατόπιν, όπως συμβαίνει πολύ συχνά, ο κ. Χρίστου επικαλείται το εκτός συμφραζομένων και ελαφρώς παραναγνωσμένο (αφού ο Βιτγκενστάιν μιλάει για τον φιλοσοφικό λόγο και τη φύση της γνώσης) παράθεμα του αυστριακού φιλοσόφου ότι τα όρια της γλώσσας συμπίπτουν με τα όρια του κόσμου. Το συνοδεύει μάλιστα με μια μαξιμαλιστική διατύπωση της ‘εικασίας του Whorf’, ότι δηλαδή η γλώσσα διαμορφώνει και περιορίζει τη σκέψη. Και ο αφορισμός του Βιτγκενστάιν και η εικασία του Whorf έχουν συζητηθεί επανειλημμένα και εκτενώς σε πλήθος εκλαϊκευτικών βιβλίων για τη γλώσσα, όπου έχουν τοποθετηθεί στις ορθές διαστάσεις τους, αν όχι αναιρεθεί. Αυτό θα έπρεπε να είναι γνωστό.

Σε αυτό το σημείο ομολογώ ότι με ανησυχεί το ότι γνώση που θα έπρεπε να αποτελεί κοινό κτήμα εδώ και τουλάχιστον τρεις δεκαετίες δεν φαίνεται να έχει υποπέσει στην αντίληψη ενός φιλολόγου. Αντιλαμβάνομαι ότι κάτι δυσάρεστο μάς λέει αυτό και για τις πανεπιστημιακές σχολές που παράγουν φιλολόγους αλλά και για τις αναιμικές προσπάθειες των Ελλήνων γλωσσολόγων για εκλαΐκευση και διάδοση των ανακαλύψεων της γλωσσικής επιστήμης.

Δανεισμός

Ένα τελευταίο σημείο: ο κ. Χρίστου αφιερώνει μεγάλο μέρος του άρθρου του στη σκιαγράφηση με ζωηρό και άμεσο τρόπο, αλλά και με αναπόφευκτη υπερβολή, κάποιων δανείων (‘παρεισφρήσεις’ τα ονομάζει) από τα αγγλικά στα ελληνικά. Ωστόσο, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας: όσα από αυτά επιζήσουν μέχρι την επόμενη δεκαετία (ποιος να θυμάται πια ξενισμούς όπως μπριγιόλ, σιλάνς, τζουστ κτλ. που μαράθηκαν όταν πέρασε η μόδα τους), θα ενσωματωθούν στη γλώσσα και θα προστεθούν στη χορεία μη-ελληνικών λέξεων στα ελληνικά όπως ‘παράδεισος’ από τα περσικά, ‘αμήν’ κι ‘οθόνη’ από τα εβραϊκά, ‘γλέντι’, ‘ταψί’ και ‘καφές’ από τα τούρκικα, ‘φουστάνι’ από τα αραβικά, ‘μπουγάδα’ από τα καταλανικά, ‘πιάτο’ και ‘πουκάμισο’ από τα ιταλικά – και ούτω καθεξής. Για να μην κουράζω τους αναγνώστες, σταματώ εδώ και παραπέμπω και πάλι σε παλιότερο άρθρο αυτής της στήλης με τίτλο ‘Δανεικά κι αγύριστα’, της 16ης Δεκεμβρίου 2007, όπου συζητιέται πιο διεξοδικά το θέμα του δανεισμού.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 27ης Σεπτεμβρίου 2009]

buzz it!

13/09/2009

Τα μόρια της γλώσσας και η ζωή των λέξεων

Μορφήματα

Την προηγούμενη φορά είδαμε ότι οι περισσότερες λέξεις έχουν εσωτερική δομή, ότι δηλαδή διαιρούνται σε μικρότερα συστατικά, τα μορφήματα. Διακρίναμε τα μορφήματα σε όσα φέρουν κάποιο περιεχόμενο, τις ρίζες, όπως λ.χ. το βιδ- στο ‘βιδώνω’, και στα γραμματικά μορφήματα, που είναι φορείς γραμματικών χαρακτηριστικών όπως γένος, αριθμός, χρόνος, άρνηση, ποιόν ενεργείας κτλ. Σήμερα θα δούμε πώς συνδυάζονται οι ρίζες με τα γραμματικά μορφήματα και τι αινίγματα προκύπτουν από αυτή τη διαδικασία.

Κανόνες και περιορισμοί

Τα μορφήματα συνδυάζονται μεταξύ τους με βάση μορφολογικούς κανόνες και οι συνδυασμοί τους υπόκεινται σε περιορισμούς. Ένα παράδειγμα του πώς λειτουργεί ένας μορφολογικός κανόνας είναι η συμπεριφορά του μορφήματος –ότητα, το οποίο μετατρέπει το στοιχείο πάνω στο οποίο κολλάει σε ουσιαστικό που δηλώνει ιδιότητα: ψυχρός-ψυχρότητα, πολικός-πολικότητα, κόσμιος-κοσμιότητα κτλ. Ωστόσο, το –ότητα κολλάει μόνο πάνω σε επίθετα. Έτσι, δεν έχουμε λ.χ. βιβλίο-*βιβλιότητα.

Βεβαίως, και οι λέξεις συνδυάζονται μεταξύ τους με βάση κανόνες, που λέγονται συντακτικοί, για να σχηματίσουν φράσεις και λέξεις. Και οι συντακτικοί κανόνες υπόκεινται σε ποικίλους περιορισμούς (αλλά δε θα μπούμε σε λεπτομέρειες εδώ). Το βασικό σημείο είναι ότι μπορούμε να κατασκευάσουμε λέξεις συνδυάζοντας μορφήματα, όπως, αντίστοιχα, συνδυαζουμε λέξεις για να κατασκευάσουμε φράσεις και προτάσεις. Μπορούμε δηλαδή να πούμε με άλλα λόγια ότι ο συνδυαστικός μηχανισμός που συναρμολογεί λέξεις είναι αντίστοιχος με αυτόν που συντάσσει προτάσεις. Ενδεχομένως να πρόκειται για τον ίδιο μηχανισμό κατά βάθος.

Κι εδώ ακριβώς ανακύπτει ένα σοβαρό ζήτημα.

Θέματα ερμηνείας

Ενώ λοιπόν ο μηχανισμός που φτιάχνει λέξεις από μορφήματα (η μορφολογία) μοιάζει πάρα πολύ με αυτόν που φτιάχνει φράσεις και προτάσεις από λέξεις (τη σύνταξη), υπάρχει μια πολύ σοβαρή διαφορά μεταξύ τους στην ερμηνεία όσων παράγουν.

Στη σύνταξη, η ερμηνεία της φράσης συντίθεται απευθείας από τις σημασίες των λέξεων που την απαρτίζουν. Έτσι, π.χ., για να καταλάβουμε τι σημαίνει ‘άσπρο κουνέλι’, αρκεί να ξέρουμε τι σημαίνουν οι δύο λέξεις ‘άσπρο’ και ‘κουνέλι’. Στη σημασιολογία αυτό λέγεται συνθετικότητα (compositionality): το όλον προκύπτει από τον συνδυασμό των μερών.

Τώρα, και στη μορφολογία έχουμε κάποτε συνδυαστικότητα στην κατασκευή λέξεων από μορφήματα: η σημασία του ξε-βιδώνω είναι ξεκάθαρη εάν ξέρουμε τη σημασία του ‘ξε-’ και του ‘βιδώνω’. Ωστόσο, στο χτίσιμο λέξεων η συνδυαστικότητα μοιάζει να είναι η εξαίρεση: έτσι, η σημασία των περισσότερων λέξεων δεν προκύπτει από τις σημασίες των μορφημάτων που την απαρτίζουν. Απλό παράδειγμα και η λέξη ‘σουβλάκι’: ενώ ξεκάθαρα απαρτίζεται από τη ρίζα σουβλ- και το υποκοριστικό –άκι, η σημασία της δεν είναι συνάρτηση της σημασίας των δύο μορφημάτων, αφού ‘σουβλάκι’ δε σημαίνει μικρή σούβλα ή μικρό σουβλί. Αντίστοιχα η λέξη ‘γαλατ-άκι’ στην Κύπρο, που σημαίνει ‘σοκολατούχο γάλα’ ή ‘γάλα με κακάο’.

Η σημασία των λέξεων

Με άλλα λόγια, η σημασία μιας λέξης δεν μπορεί συνήθως να προβλεφθεί από τα μορφήματα που τη συνθέτουν: η ταχυ-πληρωμή είναι η γρήγορη πληρωμή, αλλά ο ταχυ-δρόμος δεν είναι ο γρήγορος δρόμος, και ούτω καθεξής. Προσέξτε επίσης ότι σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα μιλάμε αποκλειστικά για κυριολεκτικές σημασίες των λέξεων, όχι για μεταφορές, όπου – υπό τα κατάλληλα συμφραζόμενα – σχεδόν οποιαδήποτε λέξη μπορεί να σημάνει σχεδόν οτιδήποτε.

Ενώ λοιπόν λέξεις και φράσεις χτίζονται με αντίστοιχους τρόπους, η δομή των φράσεων παίζει καθοριστικό ρόλο στην ερμηνεία τους ενώ η δομή των λέξεων πάρα πολλές φορές μας λέει ελάχιστα για τη σημασία τους: το ασημόψαρο δεν είναι ψάρι, είναι ένα μικρό έντομο (λέπισμα το αργυρόχρουν). Αντίστοιχα, ‘ξεσκάω’ δε σημαίνει ‘δεν σκάω’ ή ‘σκάω έξω’ ή ‘σκάω εντελώς’, το ‘θερμοκήπιο’ δεν είναι κήπος – και ούτω καθεξής.

Με άλλα λόγια, οι συντακτικές δομές, οι φράσεις και οι προτάσεις, ερμηνεύονται σχεδόν πάντα ως συνάρτηση της δομής τους και του τι σημαίνουν οι λέξεις τους. Αντίθετα, οι ίδιες οι λέξεις είναι σημασιολογικά αυτόνομες και έχουν, όπως λέει κι ο μεγάλος μορφολόγος Aronoff, τη δικιά τους ζωή. Συνεπώς, οι σημασίες τους μπορεί να είναι πάρα πολύ απομακρυσμένες από τη σημασία των μορφημάτων που τις απαρτίζουν. Ακριβώς γιατί συμβαίνει αυτό, είναι ένα ζήτημα που προσπαθεί να εξιχνιάσει η σύγχρονη γλωσσολογική έρευνα.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 13ης Σεπτεμβρίου 2009]

buzz it!

06/09/2009

Οι λέξεις, τα ροδάκινα και τα πράγματα

Οι περισσότερες συζητήσεις για τη γλώσσα αφορούν αποκλειστικά λέξεις: συχνά αντιμετωπίζουμε τη γλώσσα σαν να αποτελείται από λέξεις και μόνο. Η έμφαση που τους δίνουμε δεν είναι ούτε τυχαία ούτε ανεξήγητη, αφού οι λέξεις ανταποκρίνονται σε νοητικές έννοιες: νοητικές αναπαραστάσεις πραγμάτων στον κόσμο γύρω μας (π.χ. ροδάκινο, ιδρώνω) ή αφηρημένες έννοιες (π.χ. υπάρχω, περιορισμός). Έτσι, οι λέξεις δεν αποτελούν ετικέτες των πραγμάτων, άλλωστε ποιος μπορεί να μας δείξει έναν περιορισμό όπως μπορεί να μας δείξει ένα ροδάκινο. Ωστόσο, ακόμα και φαινομενικά απλές λέξεις (και έννοιες) όπως ‘ροδάκινο’ κρύβουν πολυπλοκότητα: σκεφτείτε, για παράδειγμα, πόσο δύσκολο είναι να διατυπώσουμε τη διαφορά μεταξύ ροδάκινου, γιαρμά, βανίλιας, κορόμηλου και νεκταρινιού, ακόμα και για όσους τα τρώμε χρόνια.

Φυσικά, το στοκ των λέξεων που διαθέτει μία γλώσσα δεν παραμένει σταθερό και αναλλοίωτο, αφού λέξεις εκλείπουν ή προστίθενται στη γλώσσα κάποτε με δανεισμό (π.χ. ‘παράδεισος’ από τα περσικά, ‘γλέντι’ και ‘καφές’ από τα τούρκικα, ‘φουστάνι’ από τα αραβικά, ‘πιάτο’ από τα ιταλικά, ‘μπουγάδα’ από τα καταλανικά κτλ.), κάποτε με βάση γραμματικές διαδικασίες (π.χ. ‘αλατ-ο-πίπερο’, ‘κουκουναρό-σπορος’, ‘διαφορετικ-ότητα’) και κάποτε με αλλαγή της σημασίας (π.χ. ‘υπουργός’ – που σήμαινε ‘υπηρέτης’, ‘δουλεύω’, ‘αγαθός’).

Τι είναι λοιπόν γλώσσα πέρα από τις λέξεις; Αν οι λέξεις είναι δομικά υλικά, όπως τα τούβλα και οι πέτρες, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε πως όποιος έχει έναν σωρό από δομικά υλικά έχει μια συνοικία με κτήρια και δρόμους. Αυτό που θα έλειπε στην περίπτωσή μας είναι το σχέδιο, η τεχνική και ο συνδυασμός των υλικών, δηλαδή οι δομικοί κανόνες με βάση τους οποίους χτίζονται τοίχοι, όροφοι και κτήρια. Επομένως, (μία) γλώσσα είναι και οι γραμματικοί κανόνες που διέπουν τον συνδυασμό των λέξεων (η σύνταξη), οι γραμματικοί κανόνες σχηματισμού λέξεων (η μορφολογία) και οι γραμματικοί κανόνες για το πώς προφέρεται η γλώσσα (φωνολογία). Έτσι, γλώσσες με αρκετά συγγενές λεξιλόγιο, όπως τα αγγλικά και τα ολλανδικά, διαφέρουν ξεκάθαρα μεταξύ τους ακριβώς λόγω των διαφορετικών γραμματικών κανόνων τους. Συνοψίζοντας, γλώσσα = λέξεις + γραμματική.

Η σύγχρονη γλωσσολογία κατέληξε στο συμπέρασμα πως τα γραμματικά συστήματα των ανθρώπινων γλωσσών διαφέρουν μεταξύ τους πολύ λιγότερο από όσο νομίζουμε, ότι διέπονται από «καθολικές αρχές» – δηλαδή από γενικές δομικές αρχές. Αυτές οι καθολικές αρχές (περι)ορίζουν τη γραμματική όλων των γλωσσών και πραγματώνονται σε όλα τα γραμματικά συστήματα. Συνεπώς δεν υπάρχουν γραμματικά συνθετότερες και λιγότερο σύνθετες γλώσσες, ούτε γλώσσες με πλουσιότερα ή πληρέστερα γραμματικά συστήματα από άλλες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω είναι κι αυτό της Γουόλμπιρι (Warlpiri), μιας από τις πολλές γλώσσες των Αβορίγινων της Αυστραλίας. Η μορφολογία της Γουόλμπιρι και κάποια συντακτικά χαρακτηριστικά της μοιάζουν με αυτά κλασσικών γλωσσών όπως η σανσκριτική, η αρχαία ελληνική, η λατινική. Αυτό το γεγονός είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, αφού μέχρι την άφιξη των Ευρωπαίων, στα τέλη του 18ου αιώνα, οι αυστραλιανοί Αβορίγινες είχανε ζήσει ως τροφοσυλλέκτες με στοιχειώδη εργαλεία και σε πλήρη απομόνωση από την υπόλοιπη ανθρωπότητα για περίπου 40.000 χρόνια.

Όλα αυτά θα έπρεπε να βάλουν σε αμφιβολίες τους θιασώτες απόψεων κατά τις οποίες υπάρχουν γλώσσες πολυπλοκότερες ή εκφραστικότερες από άλλες λόγω της γραμματικής δομής τους, αφού ακόμα και η γλώσσα μιας κοινωνίας τροφοσυλλεκτών ή η άγραφη διάλεκτος μιας κοινότητας φτωχών νομάδων παρουσιάζουν δομή και οργάνωση εφάμιλλες και εξίσου σύνθετες με αυτές γλωσσών με μακρά γραπτή παράδοση.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ αφορμής, της 6ης Σεπτεμβρίου 2009]

buzz it!

30/08/2009

Τα άτομα της γλώσσας

Ο χαρακτήρας μιας γλώσσας

Στις 10 Μαΐου έγραψα για ένα σχόλιο του Ζ. Λορεντζάτου, συγκεκριμένα για την παρατήρησή του ότι «οι κλίσεις είναι κάτι μονιμότερο από τις ρίζες και πιο χαρακτηριστικό μιας γλώσσας». Κάποιοι φίλοι, δικοί μου και της στήλης, με ρώτησαν γιατί θεωρώ ότι αυτός ο αφορισμός (ανάμεσα σε άλλους τρεις) «αποτελεί απόσταγμα πολλών από όσα διαβάζει κανείς σε οποιοδήποτε άρθρο ή βιβλίο προσπάθει να εκλαϊκεύσει τα ευρήματα και τις ανακαλύψεις των γλωσσικών επιστημών» και γιατί προσέθεσα ότι «ο χαρακτήρας μιας γλώσσας εγγράφεται στα γραμματικά μορφήματά της (τις ‘κλίσεις’)». Σήμερα θα προσπαθήσω να αναπτύξω λίγο παραπάνω το γιατί η σχέση μεταξύ ριζών και γραμματικών μορφημάτων έχει κεντρική θέση στους προβληματισμούς μας πάνω στη φύση της γλώσσας.

Οι περισσότερες λέξεις έχουν εσωτερική δομή, μπορούν να διαιρεθούν δηλαδή σε μικρότερα συστατικά. Αυτό είναι ξεκάθαρο για λέξεις όπως ‘ξεβιδώνω’ ή ‘ξεκάθαρο’, που περιέχουν ένα στοιχείο ‘ξε’ και άλλα στοιχεία που συνδυάζονται για να φτιάξουν τις λέξεις ‘βιδώνω’ και ‘καθαρό’. Το ‘ξε’ είναι γραμματικό μόρφημα, όπως και οι καταλήξεις –ώνω και –ο. Μπορούμε δηλαδή να αναλύσουμε τα ‘ξεβιδώνω’ και ‘ξεκάθαρο’ ως ‘ξε-βιδ-ώνω’ και ‘ξε-κάθαρ-ο’.

Ρίζες και γραμματικά μορφήματα

Και λοιπόν; Γιατί να καθόμαστε να χωρίζουμε τις λέξεις σε κομματάκια; Ο λόγος είναι ότι τα κομματάκια αυτά είναι πραγματικά: δηλαδή, ως φυσικοί ομιλητές της ελληνικής, ασύνειδα αντιμετωπίζουμε αυτά τα κομματάκια (τα ‘μορφήματα’) ως πραγματικές μονάδες που μπορούμε να χρησιμοποιούμε παραγωγικά (πάντοτε όμως ακολουθώντας συγκεκριμένους περιορισμούς) για να φτιάξουμε (κι άλλες) λέξεις: ξεμπάν, ξεκουμπώνω κτλ.

Κι εδώ φτάνουμε στη θεμελιώδη διάκριση ρίζας και ‘κλίσης’ (ή ‘γραμματικού μορφήματος’). Οι ρίζες είναι μορφήματα που (μπορούν να) φέρουν σημασία: το ‘ξεβιδώνω’ έχει περισσότερη σχέση με το ‘βιδώνω’ (είναι το αντίθετό του) παρά με το ‘ξεκουμπώνω’, παρότι από το ‘ξεκουμπώνω’ διαφέρει επίσης κατά ένα μόνο μόρφημα. Αυτό οφείλεται στο ότι αυτό το ένα μόρφημα είναι η ρίζα το ‘βιδ’ και το ‘κουμπ’ αντίστοιχα: ο φορέας της σημασίας.

Απ’ το ‘ξεμπάν’ στα ‘μπίλια’

Γιατί λοιπόν λέει ο Λορεντζάτος ότι τα γραμματικά μορφήματα είναι κάτι μονιμότερο από τις ρίζες και πιο χαρακτηριστικό μιας γλώσσας; Σκεφτείτε δύο παραδείγματα. Ας ξεκινήσουμε από το ‘ξεμπάν’, που ανέφερα παραπάνω. Αν το προσέξατε, και δεν το θεωρήσατε τυπογραφικό λάθος, θα μείνατε μάλλον με την απορία τι μπορεί να σημαίνει. Εάν σας πω ότι είναι ελληνική λέξη, θα ερμηνεύσετε το γραμματικό μόρφημα ‘ξε-’ αλλά όχι τη ρίζα ‘μπαν’. Θα σκεφτείτε ότι ‘ξεμπάν’ πρέπει να είναι, ας πούμε, το αντίθετο του ‘μπαν’ κι ότι μάλλον είναι ουσιαστικό, αφού δεν έχει ρηματικές καταλήξεις. Ποια είναι όμως αυτή η ρίζα ‘μπαν’; Είναι δάνειο από το αγγλικό ‘ban’ (απαγορεύω) και χρησιμοποιείται από ελληνόφωνους χρήστες των διαδικτυακών φόρουμ ως αντόθετο του ‘μπαν’ (που, στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα, είναι ο αποκλεισμός ενός χρήστη από ένα φόρουμ). Άρα, η ξενική προέλευση της ρίζας δεν παίζει ρόλο στο αν η λέξη είναι ελληνική ή όχι: σημασία έχουν τα γραμματικά μορφήματα, π.χ. ‘ξε-’, ‘-αρ-‘, ‘-ω’: αυτά ορίζουν τον χαρακτήρα της γλώσσας. Έτσι, το ‘ξεμπλοκάρω’ είναι ελληνική λέξη ενώ το ‘unblock’ αγγλική.

Το δεύτερο παράδειγμα έρχεται από τις περιπτώσεις εκτεταμένου δανεισμού, όπως λ.χ. στην καθομιλουμένη των ελληνοαμερικανών. Παρότι μιλάνε για μπίλια και κάρα, αντί για αμάξια και λογαριασμούς, και παρότι η ρίζα του μπιλιού είναι το αγγλικό bill και του κάρου το αγγλικό car, αναγνωρίζουμε ότι πρόκειται για ελληνικά. Άλλωστε με δανεισμό ριζών πολιτογραφήθηκαν ελληνικές δεκάδες χιλιάδες λέξεις: από την οθόνη μέχρι το ταψί, από τον παράδεισο μέχρι τη φούστα και από το τρένο μέχρι την ντομάτα…

Την επόμενη φορά θα δούμε πώς συνδυάζονται οι ρίζες με τα γραμματικά μορφήματα.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 30ης Αυγούστου 2009]

buzz it!