30/11/08

Η διδασκαλία της γραμματικής των αγγλικών

Είναι περιττό, νομίζω, να κάτσει κάποιος να περιγράψει τη σημασία της αγγλομάθειας και εν γένει της πολυγλωσσίας στον σημερινό κόσμο. Κοινός τόπος λοιπόν η αυξανόμενη σημασία της γλωσσομάθειας: ενώ σε περασμένες δεκαετίες μέτραγε ως ένα έξτρα προσόν ή μια παραπάνω δεξιότητα για πρακτικούς-επαγγελματικούς σκοπούς, σήμερα είναι απαραίτητη σε βαθμό που φαίνεται να έχει τη σημασία που είχε ο αλφαβητισμός πριν μερικές δεκαετίες: ενός αναγκαίου κοινωνικού εφοδίου.

Μια ολίγη από ‘γραμματική της αγγλικής’

Όπως έχω ξαναγράψει, η κατανόηση των γλωσσικών φαινομένων έχει κάνει θεαματικά άλματα τα τελευταία πενήντα χρόνια. Διαπιστώνει όμως κανείς ότι ένα απελπιστικά μικρό κομμάτι αυτών των περιγραφών και των ανακαλύψεων πάνω στα γραμματικά φαινόμενα έχει διηθηθεί στα εγχειρίδια και τις μεθόδους διδασκαλίας της γραμματικής.

Εστιάζοντας στη διδασκαλία της γραμματικής ξένων γλωσσών, όπως τα αγγλικά, διαπιστώνουμε ότι εξετάζει μόνο ένα περιορισμένο σώμα γραμματικών φαινομένων, το οποίο διδάσκεται συστηματικά: ένα σώμα που ελάχιστα έχει αλλάξει ή εμπλουτιστεί τις τελευταίες δεκαετίες. Έτσι, όταν διδάσκουμε γραμματική της αγγλικής, διδάσκουμε κυρίως τα εξής:

Πρώτον, τους χρόνους του ρήματος, την παθητική φωνή και την αναθετικότητα (causatives), δεύτερον, τον υποταγμένο λόγο, δηλαδή τη σχέση εξάρτησης μεταξύ δύο προτάσεων (πώς λ.χ. θα εκφράσουμε στα αγγλικά σχέσεις όπως ‘δε θυμάμαι να έσβησα το φως’ ή ‘προσπάθησε να μην αργήσεις’ κ.ο.κ.), με έμφαση στον πλάγιο λόγο (π.χ. ‘είπε ότι θα ερχόταν’), τρίτον τον σχηματισμό των ερωτήσεων. Μετά έρχονται η παραγωγή λέξεων (όπως πώς να δημιουργούμε επίθετα από ρήματα), η χρήση των προθέσεων (on, in, at) και άλλα θέματα.

Τι παραλείπεται

Αν θα έπρεπε να απαριθμήσω τα γραμματικά φαινόμενα της αγγλικής που δεν περιγράφονται και δε διδάσκονται – και δε μιλάω για δευτερεύοντες ή περιφερειακούς κανόνες – δε θα μου έφτανε ολόκληρη η σελίδα. Ένα δεύτερο πρόβλημα ειναι ότι οι γραμματικές δομές που τελικά διδάσκονται δεν είναι εκείνες που πράγματι δυσκολεύουν περισσότερο τους ελληνόφωνους που μαθαίνουν αγγλικά. Ουσιαστικά, η συλλογή των γραμματικών φαινομένων που διδάσκονται στα σχολεία και στα φροντιστήρια δεν αποτελείται ούτε από τα πιο βασικά φαινόμενα της αγγλικής, ούτε από εκείνα τα οποία θα παρουσίαζαν τις περισσότερες δυσκολίες για τον ελληνόφωνο μαθητή.

Τέλος, υπάρχουν ολόκληρες περιοχές της γραμματικής της αγγλικής, όπως η Φωνολογία, η γραμματική αναπαράσταση των φθόγγων και της προσωδίας της γλώσσας, που είτε δε διδάσκονται σχεδόν ποτέ ή παρουσιάζονται στοιχειωδώς, ως λ.χ. οδηγίες για την προφορά συγκεκριμένων γραμμάτων, φθόγγων ή μεμονωμένων λέξεων. Αυτό το τελευταίο είναι σοβαρότατο πρόβλημα και αποτελεί μεγάλο κενό στη διδασκαλία της αγγλικής γραμματικής, ακριβώς επειδή τα αγγλικά και τα ελληνικά διαφέρουν φωνολογικώς τόσο καίρια μεταξύ τους, όπως συζητούσαμε και την προηγούμενη φορά.

Μια διεπιστημονική λύση

Νομίζω πως τα παραπάνω σκιαγράφησαν κάποια βασικά προβλήματα στη διδασκαλία της γραμματικής της αγγλικής ως ξένης γλώσσας και, τουλάχιστον, την ανάγκη να ξανασκεφτούμε και να ξανασχεδιάσουμε τη διδασκαλία της αγγλικής γραμματικής. Πώς όμως πρέπει να προχωρήσουμε;

Κατ’ αρχήν χρειαζόμαστε πλήρεις και επιστημονικές γραμματικές περιγραφές της αγγλικής γλώσσας. Ευτυχώς υπάρχουν τουλάχιστον δύο μνημειώδεις, λεπτομερέστατες αλλά και διαφωτιστικότατες αγγλικές γραμματικές: η μία, των Quirk, Greenbaum, Leech και Svartvik βγήκε το 1980 (κι έχει γνωρίσει απανωτές επανεκδόσεις): A grammar of contemporary English. Η δεύτερη, The Cambridge grammar of the English language, των Huddleston, Pullum και Bauer, κυκλοφόρησε το 2002.

Με βάση λοιπόν μια γερή γραμματική μπορούμε να έχουμε πλήρη εποπτεία και σωστή περιγραφή των δομών και των φαινομένων που πρέπει να διδαχτούν. Πώς όμως θα καταρτίσουμε την ακριβή ύλη και τις μεθόδους διδασκαλίας; Εδώ φυσικά θα χρειαστούμε τη συνδρομή της Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας.

Επιπλέον, πρέπει βεβαιωθούμε ότι τα φαινόμενα στα οποία θα ρίξουμε το βάρος της διδασκαλίας είναι αυτά στα οποία οι μαθητές μας θα δυσκολεύονται. Γι’ αυτό τον σκοπό χρειάζεται να ανατρέξουμε στη βιβλιογραφία στην Κατάκτηση Δεύτερης Γλώσσας (Second Language Acquisition), όπου μελετάται ποιες δομές είναι ‘δύσκολες’ και για τους ομιλητές ποιων γλωσσών. Λόγου χάρη, γνωρίζουμε ότι οι ελληνόφωνοι μαθητές δυσκολεύονται στην κατάκτηση του κανόνα του υποχρεωτικού υποκειμένου της αγγλικής (π.χ. το it στο ‘it is clear that she is deranged’) και στις συνέπειές του.

Εν κατακλείδι, χρειάζεται μια φρέσκια και διεπιστημονική προσέγγιση στη διδασκαλία της γραμματικής των αγγλικών ως ξένης γλώσσας.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 30ης Νοεμβρίου 2008]

2/11/08

Ο νέος αρχαϊσμός

Αρχαϊσμός και υπερδιόρθωση

Ο Γιάννης Χάρης αρθρογραφεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια για γλωσσικά θέματα και ενδέχεται να είναι ο οξυδερκέστερος παρατηρητής και αναλυτής τους ανάμεσα σε όσους καταπιάνονται με τη γλώσσα στον ελληνικό τύπο. Η προσοχή και η ακρίβεια στις περιγραφές του συνοδεύονται πολύ συχνά από συναρπαστική απλότητα αλλά και από πετυχημένη εκλαΐκευση των ευρημάτων της γλωσσικής επιστήμης. Πολλά κείμενά του αποτελούν παραδείγματα του πώς πρέπει να προσεγγίζουμε γενικά τη γλώσσα και τα γλωσσικά ζητήματα: χωρίς να προσκυνούμε τις προκαταλήψεις μας και προσπαθώντας να είμαστε περισσότερο φιλοπερίεργοι παρά επικριτικοί – όπως τονίζει στο διαδικτυακό Language Log ο Mark Liberman.

Ο Γ. Χάρης έχει ασχοληθεί επανειλημμένα στα κείμενά του στην εφημερίδα τα Νέα με τις αρχαϊστικές τάσεις στη σύγχρονη χρήση της ελληνικής. Παραθέτει πλήθος παραδειγμάτων, σταχυολογημένων με υπομονή και επιμέλεια: αρχαϊστικών γραμματικών τύπων και λέξεων όπως «του πολυπραγμονήσαντος» και «επιλαγχάνουν», νεοαρχαϊσμών όπως «αρνείτο», τη γενίκευση χρήσης ρημάτων όπως το ‘λαμβάνω’ και, ακόμα, σόλοικες συντάξεις με γενική ρημάτων όπως ‘διαφεύγω’ ή ‘μετέρχομαι’ (δηλαδή για τη μόδα του, λ.χ., «διαφεύγω της σύλληψης» αντί «διαφεύγω τη σύλληψη»).

Ο Χάρης ορθώς επισημαίνει τα παραπάνω παραδείγματα και τα όμοιά τους ως περιπτώσεις υπερδιόρθωσης, της παραγωγής και χρήσης δηλαδή καινοπαγών τύπων που μοιάζουν πιο σωστοί – κι ας είναι αρκετές φορές αδόκιμοι ή και αντιγραμματικοί. Η υπερδιόρθωση είναι η διαδικασία που δίνει τα ‘αποδέκτηκε’, ‘παιγνίδια’, ‘αβάστακτος’ και ‘ελέγκτηκε’ στην Κοινή Νεοελληνική της Κύπρου (‘Περί Γλώσσας’ της 22ης Ιουλίου 2007), ενώ στο παρελθόν μάς έδωσε τις γνωστές ελληνικούρες αλλά και την προφορά των νι-δέλτα ως ‘νδ’ αντί για ‘nd’, η οποία με τη σειρά της μας εξανάγκασε να ξαναορθογραφήσουμε τις λέξεις ‘άνδρας’ και ‘δένδρο’ ως ‘άντρας’ και ‘δέντρο’ – ώστε να αποδίδεται η παλιότερη και ‘λαϊκότερη’ προφορά τους...

Η εξήγηση του φαινομένου

Πώς ερμηνεύεται όμως αυτό το κύμα υπερδιόρθωσης; Ο Γ. Χάρης σε άρθρο του της 18ης Οκτωβρίου εκφράζει τη γνώμη ότι η χρήση γραμματικών αρχαϊσμών (π.χ. ‘εσχηκότες’) και εξαρχαϊσμών (π.χ. ‘του πλέκειν’) καθώς και η εντατική χρήση σπάνιων λόγιων λέξεων (π.χ. ‘οψέποτε’ ή ‘κρύβδην’) αποτελούν συμπτώματα «απαξίωσης της [δημοτικής] γλώσσας» και της παλινόρθωσης μιας νεοσυντηρητικής ιδεολογίας.

Αυτή η γνώμη σίγουρα έχει βάση: πολλές υπερδιορθωτικές τάσεις είναι κοινωνιογλωσσικού χαρακτήρα, συνέπεια συνειδητής στροφής προς τη λόγια γλώσσα. Ωστόσο, δεν αρκούν η επίδειξη λογιότητας και ο νεοσυντηρητισμός για να εξηγήσουν πλήρως το φαινόμενο. Λόγου χάρη, ο Θ. Μωυσιάδης, που στο μπλογκ του Linguarium καταπιάνεται με το ίδιο πάνω-κάτω ζήτημα, επισημαίνει καίρια τη λειτουργική ευκολία του να χρησιμοποιούμε εξαρχαϊσμένους ρηματικούς τύπους στον παρατατικό όπως λ.χ. ‘διερωτώντο’ (πλάι στο ‘αναρωτιόνταν’) ή ‘αφορμώντο’ (αντί για ‘αφορμούνταν’ ή αντί για τις υπό στιγματισμό διαλεκτικές παραλλαγές του).

Έτσι, χωρίς να αρνείται κανείς ότι η χρήση λόγιου και εξαρχαϊσμένου λόγου μπορεί να είναι ένας τρόπος απλώς να κάνουμε φιγούρα (δείτε κι όσα έγραφα στις 22 Ιουνίου, άλλωστε), δεν αποτελούν όλες οι περιπτώσεις (εξ)αρχαϊσμού τσαλίμια και δεν έχουν απαραίτητα ιδεολογικό χαρακτήρα: κάποιες φορές, ένας τύπος σαν το ‘ετίθετο’ είναι η εύκολη λύση που συμπληρώνει ένα μορφολογικό κενό.

Ο αρχαϊσμός ως δανεισμός

Τέλος, ο Γ. Χάρης στο παραπάνω άρθρο κάνει μια έκκληση:
Αν δηλαδή αποφασίσει η γλωσσική κοινότητα να μιλάει ακόμα και σκέτη καθαρεύουσα ή έστω ένα αρχαΐζον υβριδικό γλωσσικό ιδίωμα, ας μιλάει καθαρεύουσα: να το ξέρουμε όμως ότι πρόκειται για καθαρεύουσα.
Νομίζω όμως ότι το απόσπασμα περιέχει δύο παρανοήσεις. Κατ’ αρχήν η γλωσσική κοινότητα δεν πρόκειται να ‘αποφασίσει’ να χρησιμοποιεί τη μια ή την άλλη ποικιλία συνειδητά, κάτι τέτοιο συμβαίνει σπανιότατα. Επίσης, η εισαγωγή και κατασκευή λογίων και (νεο)αρχαϊζόντων τύπων στη σύγχρονη ελληνική έχει τελικά τον χαρακτήρα δανεισμού, όπως είδαμε και πάλι από αυτήν εδώ τη στήλη στις 22 Ιουνίου και στις 3 Αυγούστου. Ο δανεισμός όμως έχει ποικίλα κίνητρα και λειτουργίες. Για παράδειγμα, αν παρατηρούνταν μαζικός δανεισμός λ.χ. από την αγγλική, θα είχε άραγε νόημα μια έκκληση να ζητάμε να ανασχεθεί αυτός ο δανεισμός αυτός, εκτός και αν – αντίστοιχα – ‘ξέρουμε ότι μιλάμε αγγλικά’;

Γενικότερα, η γλωσσική αλλαγή, όποιες κι αν είναι οι εκάστοτε αφορμές της και όποια κι αν είναι η «κατεύθυνσή» της, δεν αποτελεί μια διαδικασία αντικατάστασης μιας ξεκάθαρα περι(γε)γραμμένης ποικιλίας (λ.χ. «κοινή νεοελληνική») από μια άλλη (λ.χ. «αρχαΐζουσα κοινή νεοελληνική»), παρά μια διεργασία με εξωτερικές-κοινωνικοϊδεολογικές όσο και εσωτερικές-ενδογλωσσικές αιτίες.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 2ης Νοεμβρίου 2008]

5/10/08

Τα μυστικά του ‘τα’

Η αφορμή

Διάβασα στην Καθημερινή της 16ης Σεπτεμβρίου μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα βιβλιοκρισία του Παντελή Μπουκάλα για το βιβλίο «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει». Ο Μπουκάλας, πέραν από προσεκτικός, οξυδερκής και νηφάλιος αναλυτής της πολιτικής και της, ας πούμε, ‘πνευματικής’ επικαιρότητας, είναι και ένας από τους λίγους που γράφουν για γλωσσικά ζητήματα και που δεν αναμασάει στερεότυπα, δεν αναπαράγει παρανοήσεις και γλωσσικά μυθεύματα, δε διακατέχεται από γλωσσαμυντορικό πανικό ή διάθεση λογιοτατισμού. Μου έκανε λοιπόν εντύπωση το παρακάτω απόσπασμα της βιβλιοκρισίας του:

Λοιπόν, ο συγγραφέας δεν αστεΐζεται. Εννοεί απολύτως όσα διαδηλώνει ο πιασάρικος πάντως τίτλος του βιβλίου του (στην ελληνική απόδοση του οποίου δεν θα ήταν περιττή η δυστυχώς καταδικασμένη στην αφάνεια επαναληπτική προσωπική αντωνυμία, το «τα», «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν τα έχουμε διαβάσει»).
Ο λόγος που μου έκανε εντύπωση είναι ο εξής: κάθε άλλο παρά ‘καταδικασμένη στην αφάνεια’ είναι η ‘επαναληπτική’ κλιτική αντωνυμία μέσα σε αναφορικές προτάσεις. Μάλιστα, έχει ασχοληθεί με το θέμα μεγάλος αριθμός ερευνητών τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και όλοι συγκλίνουν στο ότι οι κλιτικές αντωνυμίες εμφανίζονται πια μέσα σε αναφορικές προτάσεις ολοένα και συχνότερα και μάλιστα σε θέσεις όπου δεν τις αποδέχονται οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ομιλητές ή όσοι μιλάνε πιο ‘συντηρητικές’ ιδιολέκτους. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Αναφορικά με τις αναφορικές

Οι αναφορικές προτάσεις είναι από τις πιο ‘δύσκολες’ περιοχές της γραμματικής των ανθρώπινων γλωσσών. Παρά τις θεαματικές προόδους στην κατανόησή τους που έχουν καταφέρει η συντακτική θεωρία και έρευνα τις τελευταίες δεκαετίες, κρατούν πολλά μυστικά τους ακόμα καλά κρυμμένα.

Εστιάζοντας στις απλές περιπτώσεις, στα ελληνικά οι αναφορικές προτάσεις που προσδιορίζουν μια ονοματική φράση σχηματίζονται συνήθως με το ‘που’, π.χ. ‘Είδα τα σταφύλια που αγόρασες για 6 ευρώ’. Χωρίς να εμβαθύνουμε σε ζητήματα θεωρίας, δηλαδή στα πώς και στα γιατί, ας πούμε ότι το ‘που’ δημιουργεί μια σχέση μεταξύ του αντικειμένου της κύριας (‘σταφύλια’) και του ρήματος της αναφορικής πρότασης (‘αγόρασες’). Ξέρουμε ότι αυτή τη δουλειά την κάνει το ‘που’, γιατί μια κύρια πρόταση του τύπου ‘*Αγόρασες για 6 ευρώ’ είναι αντιγραμματική.

Χρειάζεται (επ)ανάληψη;

Ακριβώς επειδή το ‘που’ συνδέει το ‘αγόρασες’ με το ‘σταφύλια’ της κύριας πρότασης, δε χρειάζεται ‘επαναληπτική’ κλιτική αντωνυμία στην αναφορική πρόταση. Για πολλούς ομιλητές της ελληνικής (ιδίως τους μεγαλύτερους σε ηλικία ή όσους μιλάνε πιο ‘συντηρητικές’ ιδιολέκτους) ακριβώς το ίδιο ισχύει και στον τίτλο του υπό βιβλιοκρισία βιβλίου «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει». Και εδώ το ‘που’ δημιουργεί μια σχέση μεταξύ του ‘βιβλία’ στην κύρια πρόταση και του ρήματος ‘διαβάσει’ μέσα στην αναφορική, γι’ αυτό και δε χρειάζεται να πούμε «πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν τα έχουμε διαβάσει». Εδώ το ‘τα’ όντως περισσεύει για τους ομιλητές αυτούς.

Άρα κάνει λάθος ο Μπουκάλας; Όχι. Ίσα-ίσα δίνει το στίγμα μιας ομάδας ομιλητών (νεώτερων συνήθως) για την οποία η σχέση μεταξύ της ονοματικής φράσης (π.χ. ‘βιβλια’) και του ρήματος της αναφορικής (π.χ. ‘διαβάσει’) που δημιουργεί το ‘που’ πρέπει να σηματοδοτείται επιπρόσθετα από την ‘επαναληπτική’ κλιτική αντωνυμία. Το φαινόμενο παρατηρείται σε πλήθος γλωσσών και λέγεται ‘(επ)ανάληψη’ (resumption). Η σχέση βεβαίως που δημιουργεί το ‘που’ υπάρχει και για αυτούς τους ομιλητές και δεν υποκαθίσταται από την ανάληψη: έτσι, δύσκολα κάποιος ομιλητής της ελληνικής θα δεχτεί προτάσεις όπως ‘?*Γνωρίζω τον φοιτητή που τον συνέλαβαν’.

Κλείνοντας, να σημειώσω ότι ανάληψη μπορούν να κάνουν όλοι οι ομιλητές (συντηρητικοί και μη) όταν η αναφορική δεν προσδιορίζει την ονοματική φράση, όπως σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα, αλλά απλώς δίνει έξτρα πληροφορίες και συνήθως χωρίζεται από την κύρια πρόταση με μια σύντομη παύση, π.χ.: ‘Γνωρίζω τον Γεωργίου, που τον συνέλαβαν χτες’.

Τα παραπάνω δεν αρκούν ούτε καν για εισαγωγή στο θέμα, ελπίζω όμως ότι δίνουν μια ιδέα για το πόσους γραμματικούς κανόνες κρύβει και η πιο μικρή λέξη.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 5ης Οκτωβρίου 2008]

3/8/08

Ανθρώπων έργα (και του Θωμά το μαγαζί)

Τύποι δανείων

Την προηγούμενη φορά μιλήσαμε για τον εσωτερικό δάνεισμό λέξεων από παλιότερες μορφές της γλώσσας μας, κυρίως από τις λόγιες μορφές της. Επίσης, είδαμε συνοπτικά κάποια κίνητρα πίσω από αυτή τη διαδικασία: η προσπάθεια να εκφράσουμε μονολεκτικά μια σύνθετη έννοια, η πρόθεση να προσδώσουμε στο κείμενό μας (προφορικό ή γραπτό) ένα ιδιαίτερο ύφος ή τόνο, η επιθυμία να εντυπωσιάσουμε επιδεικνύοντας την εξοικείωσή μας με τη λόγια παράδοση και, κατά συνέπεια, τις ιδέες και τα ιδεώδη της (κλασικής) ελληνικής καλλιέργειας.

Όμως, ο εσωτερικός δανεισμός δεν περιορίζεται στις λέξεις. Πολλές φορές οι ομιλητές δανειζόμαστε συντακτικά σχήματα από παλιότερες μορφές της γλώσσας μας, και πάλι από λόγιες μορφές πολλές φορές. Ένα παράδειγμα δανεισμού ενός συντακτικού σχήματος από τη λόγια παράδοσή μας είναι και αυτό της πρόταξης της γενικής, ιδίως σε τίτλους εφημερίδων, βιβλίων, δίσκων κτλ. (π.χ. ‘ανθρώπων έργα’) και επωνυμίες επιχειρήσεων (π.χ. ‘Ευθαλίας γεύσεις’). Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρούμε ότι έχουν αυξηθεί οι περιπτώσεις εμφάνισης αυτού του σχήματος. Έχει σχεδόν γίνει μόδα.

Η θέση της γενικής

Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Στα Νέα Ελληνικά μια φράση σε γενική, π.χ. ‘του Θωμά’, κανονικά ακολουθεί το ουσιαστικό: ‘το μαγαζί του Θωμά’, ‘κρασί Λήμνου’, ‘πράξη βίας’, ‘λάδι ελιάς’. Βεβαίως, σε περιπτώσεις όπως ‘του Θωμά το μαγαζί’, μπορούμε να έχουμε μια φράση σε γενική (όπως ‘του Θωμά’) μπροστά από το άρθρο, για λόγους έμφασης. Δεν μπορούμε, στα Νέα Ελληνικά, να πούμε κάτι σαν και το αντιγραμματικό ‘*το του Θωμά μαγαζί’, να βάλουμε δηλαδή τη φράση σε γενική μετά το άρθρο. Παράλληλα, τα ‘*Λήμνου κρασί’, ‘*βίας πράξη’ και ‘*ελιάς λάδι’ ακούγονται πάρα πολύ αλλόκοτα, αν όχι εντελώς αντιγραμματικά.

Πώς συμβιβάζεται η παραπάνω σύντομη περιγραφή με την ύπαρξη και την αυξανόμενη εμφάνιση της πρόταξης της γενικής σε φράσεις όπως ‘ανθρώπων έργα’, ‘Ευθαλίας γεύσης’, ‘οίνου μέλαθρον’, ‘Ιωνίας μνήμες’, ‘αγάπης έργο’, και ούτω καθεξής;

Ιστορικά, το φαινόμενο μπορεί να περιγραφεί κάπως έτσι: πάντα υπήρχανε στα Νέα Ελληνικά στερεοτυπικές εκφράσεις με προτεταγμένη τη γενική, ‘Ιλίου Μέλαθρον’, ‘χαράς ευαγγέλια’ κτλ., δανεισμένες από την αρχαία και την Κοινή των ευαγγελίων αντίστοιχα. Η παραγωγή καινούργιων, πρωτότυπων εκφράσεων – όπως αυτές που σταχυολόγησα πρόχειρα πιο πάνω – άρχισε πολύ πρόσφατα, στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Αυτό πιθανότατα σηματοδοτεί ότι περάσαμε από τον δανεισμό μεμονωμένων εκφράσεων (π.χ. ‘χαράς ευαγγέλια’) της λόγιας παράδοσης στον δανεισμό του ίδιου του συντακτικού σχήματος, ώστε μπορούμε πια να παράγουμε καινούργιες φράσεις με τη γενική προτεταγμένη, όπως ‘παιδιών παράδεισος’ (όνομα νηπιαγωγείου).

Πώς να δανειστείτε ένα ‘σχήμα’

Τα παραπάνω μάς οδηγούνε μοιραία στην ερώτηση πώς γίνεται να δανειστεί μια γλώσσα ένα συντακτικό σχήμα, έναν κανόνα δομής δηλαδή, από παλιότερες μορφές της ή από μια διαφορετική γλώσσα.

Πρώτα-πρώτα ο συντακτικός δανεισμός είναι γενικά πιο δύσκολος από τον δανεισμό λέξεων. Μπορώ να εισαγάγω τη λέξη ‘click’ της αγγλικής στα ελληνικά πολύ ευκολότερα απ’ ό,τι τις προθέσεις της, το πώς σχηματίζει ερωτήσεις ή το απαρέμφατό της. Αυτό συμβαίνει επειδή ο συντακτικός δανεισμός προϋποθέτει ότι η γλωσσική ποικιλία που θα λάβει το δάνειο (η ‘δανειολήπτρια’, ας πούμε) ήδη διαθέτει κάποια ομόλογη δομή ώστε να μπορέσει να ‘εισπράξει’ το δάνειο.

Επιστρέφοντας σε παραδείγματα όπως το ‘ανθρώπων έργα’, παρατηρήστε τα εξής: εάν η Νέα Ελληνική δεν επέτρεπε καθόλου να προηγούνται οι φράσεις σε γενική (όπως λ.χ. συμβαίνει στα ιταλικά), τότε ο δανεισμός του σχήματος που παράγει όλες αυτές τις προτεταγμένες γενικές μάλλον θα ήταν αδύνατος. Είδαμε όμως στην αρχή ότι μπορούμε να προτάξουμε τη φράση σε γενική πριν το άρθρο και από ‘το μαγαζί του Θωμά’ να έχουμε ‘του Θωμά το μαγαζί’. Αυτή τη δυνατότητα χρησιμοποιούμε όταν παράγουμε φράσεις όπως ‘ανθρώπων έργα’, ‘οίνου μέλαθρον’, ‘παιδιών παράδεισος’, ‘αγάπης έργο’, κτλ. Επίσης, δε μιλάμε για απλό αναλογικό σχηματισμό, αλλά για αξιοποίηση του ήδη υπάρχοντος κανόνα της Νέας Ελληνικής μαζί με τους όποιους περιορισμούς τον διέπουν. Έτσι, εάν θα θέλατε να δώσετε μια νεοελληνική ονομασία σε μαγαζί σας και θα θέλατε κάτι σαν ‘*των φίλων εστία’ ή (ακόμα χειρότερα) ‘*η φίλων εστία’, θα σας απέτρεπα.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 3ης Αυγούστου 2008]

22/6/08

Λόγια

Αναζητώντας τις χαμένες λέξεις

Όπως πολλές γλώσσες με μακραίωνη γραπτή παράδοση, έτσι και η ελληνική προσφέρει στους ομιλητές της χιλιάδες σελίδες κειμένων. Βεβαίως, όπως συμβαίνει και στις άλλες γλώσσες με μακραίωνη γραπτή παράδοση, τα περισσότερα από τα κείμενα αυτής της παράδοσης δεν είναι προσβάσιμα στους σύγχρονους ομιλητές. Πρώτον, η γραμματική αλλάζει: ακόμα και οι φοιτητές φιλολογίας, προσεγγίζοντας αρχαία κείμενα, προβληματίζονται συχνά γιατί τους περίσσεψε μια δοτική, όπως περισσεύει καμμιά βίδα μετά τη συναρμολόγηση ραφιών. Δεύτερον, ο κόσμος και οι συνθήκες για τις οποίες μιλάνε τα κείμενα άλλαξαν: οι υπαινιγμοί του Αριστοφάνη διαφεύγουν ακόμα και στους κλασσικούς φιλολόγους (εξου και η ανάγκη για διασκευή των έργων του), η ορολογία της τζόστρας (της κονταρομαχίας έφιππων δηλαδή) από τον Ερωτόκριτο είναι εν πολλοίς ακατανόητη για όσους από εμάς δε ζούμε υπό την κυριαρχία φεουδαρχών, κ.ο.κ. Τρίτον, η πλειοψηφία των λέξεων στα παλιότερα ελληνικά κείμενα, από τον Παλαμά και πριν δηλαδή, χρειάζονται είτε εξειδικευμένες γνώσεις είτε ανεπτυγμένες δεξιότητες για να γίνουν κατανοητές: από τον κηληθμό και τον ασάμινθο του Ομήρου μέχρι τον βιδολόγο και το αναβατόριο της Πολίτικης ντοπιολαλιάς του 20ου αιώνα, από τον κεντυρίωνα και την παρεμβολή της Αγίας Γραφής μέχρι την πετροκαλαμήθρα και τον χοχλό του Σολωμού, έχουμε όλοι πάρα πολλές άγνωστες λέξεις.

Η γραμματική κάποιας παλιότερης μορφής πάντως δεν μπορεί να νεκραναστηθεί: η τελευταία οργανωμένη απόπειρα για κάτι τέτοιο, η καθαρεύουσα, ενταφιάστηκε το 1975 μετά από περίπου 150 χρόνια πεισμωμένης αλλά μάλλον ατελέσφορης ύπαρξης. Για τον κόσμο, φυσικά, δεν το συζητούμε: ποιος θα ήταν πρόθυμος να αναβιώσει την πραγματική αρχαία αθηναϊκή κουζίνα, την ελληνιστική ιατρική, τις ρωμαϊκές συγκοινωνίες, το βυζαντινό πολίτευμα, την οθωμανική φορολογία ή τους πολέμους του 19ου και του 20ου αιώνα.

Πολλοί από εμάς ωστόσο βρίσκουν μέσα στα κείμενα που είναι γραμμένα σε παλιότερες μορφές της ελληνικής έναν θησαυρό από λέξεις που μπορούνε να χρησιμοποιήσουν. Η χρήση λέξεων από τις παλιότερες μορφές της γλώσσας, και μάλιστα από τη λόγια παράδοση, είναι και εκτεταμένη και αναπόφευκτη. Εδώ θα κάνω μόνο δύο σχόλια πάνω στο γιατί καταφεύγουμε στη λόγια παράδοση και για τις δυσκολίες που δημιουργούν οι λόγιες λέξεις στον σύγχρονο χρήστη

Εσωτερικός δανεισμός

Όσοι καταφεύγουμε σε παλιότερες μορφές της ελληνικής για να ανακαλύψουμε ή να ανασύρουμε πολλές φορές κάποια λέξη, αφορμώμαστε από μια ποικιλία κινήτρων. Στη χειρότερη περίπτωση μπαίνουμε στη διαδικασία να βρούμε λόγιες λέξεις για να στολίσουμε τα κείμενά μας για λόγους εντυπωσιασμού, ώστε να επιδείξουμε την εξοικείωσή μας με κείμενα, ιδέες και ωραία ελληνική καλλιέργεια: κάπως έτσι πρέπει να σκέφτονται όσοι γράφουν άγαρμπες ελληνικούρες όπως «απεκδύονται τα ιμάτιά τους» ή «οι αγγλοσαξονική παιδεία εσχηκότες» (και τα δύο παραδείγματα σταχυολογημένα από τον Γιάννη Χάρη, στον οποίο θα επιστρέψουμε). Στη διαμετρικά αντίθετη περίπτωση, χρησιμοποιούμε λόγιες λέξεις επειδή εκφράζουνε συνοπτικά και με ακρίβεια ένα σύνθετο νόημα, λ.χ. εντελέχεια, περιδίνηση, γογγύζω. Φυσικά υπάρχουν και πάρα πολλές ενδιάμεσες περιπτώσεις, όταν λ.χ. χρησιμοποιούμε λόγιες λέξεις για να προσδώσουμε ένα ιδιαίτερο ύφος ή ιδιαίτερο τόνο στα γραφόμενα ή στα λεγόμενά μας.

Λεξιλογικές κράμπες

Οι λέξεις όμως δεν είναι χάντρες να τις διαλέγουμε από πάγκους και να τις συνδυάζουμε κατά βούληση σε καλοκαιρινά βραχιολάκια και περιδέραια. Μάλιστα, στην περίπτωση της ελληνικής, οι λέξεις κουβαλάνε μαζί τους ένα κομμάτι γραμματικής – θέμα με το οποίο καταπιαστήκαμε την προηγούμενη φορά. Κάθε φορά λοιπόν που δανειζόμαστε από το παρελθόν της γλώσσας, φορτωνόμαστε κι ένα μικρό κομμάτι της γραμματικής της. Έτσι, όταν δανειζόμαστε τη λέξη ‘μισγάγκεια’ (η νοητή γραμμή που ενώνει τα χαμηλότερα σημεία μιας κοιλάδας), που έγινε πολύ της μόδας πρόσφατα, δανειζόμαστε και το θηλυκό της γένος, το ότι είναι ουσιαστικό κτλ. Ως εδώ καλά. Δείτε όμως τι συμβαίνει με τον εσωτερικό δανεισμό ενός ρήματος όπως ‘επιτίθεμαι’ ή ‘αντιπαρατίθεμαι’, που κανείς δεν ξέρει πώς να κλίνει στον πληθυντικό ή στον παρατατικό... Στα παραπάνω προστίθενται και όλα τα προβλήματα των σπάνιων λέξεων, από όπου κι αν προέρχονται: ‘απόφραξη’ σημαίνει ξεβούλωμα (όπως στις αποφράξεις βόθρων); Ή μήπως σημαίνει βούλωμα (όπως στην απόφραξη αρτηρίας); Το λεξικό Τριανταφυλλίδη λέει «και τα δύο»: έχουμε δηλαδή μια λέξη στα ελληνικά που σημαίνει είτε μια σημασία είτε το αντίθετό της...

Αυτά και πολλά περισσότερα τα εξετάζει αναλυτικά και με καίριο χιούμορ ο Γιάννης Χάρης στις στήλες του εδώ και χρόνια. Πρόσφατα, έχει αρχίσει να συλλέγει τα άρθρα του σε αυτή τη διεύθυνση στο ίντερνετ: http://yannisharis.blogspot.com/

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 22ης Ιουνίου 2008]

20/4/08

Και πάλι για τα κυπριακά

Στις 10 Απριλίου το καινούργιο περιοδικό 'Άποψη' δημοσίευσε ένα αφιέρωμα στην κυπριακή ελληνική, στο οποίο συμμετέχω και εγώ με ένα κείμενο για το πώς αντιλαμβάνονται τη διάλεκτο άσπονδοι εχθροί και φίλοι της. Στο αφιέρωμα φιλοξενήθηκαν διαφορετικές φωνές και οπτικές γωνίες, ενώ συζητήθηκαν πολλά και ενδιαφέροντα θέματα. Δύο από αυτά θα ήθελα να σχολιάσω εδώ, αφού θα μπορούσαν ίσως να γίνουν αφορμή ώστε να ξεκινήσει ένας (εποικοδομητικός, ελπίζω) δημόσιος διάλογος για την κυπριακή ελληνική.

Η ανάδυση της κυπριακής ελληνικής

Η Ιωάννα Χατζηκωστή, η Νίκη Μ. Χριστοδούλου και η συνάδερφος Μαριλένα Καρυολαίμου σκιαγραφούν στα κείμενά τους την ανάδυση της κυπριακής ελληνικής στη δημόσια σφαίρα, θέμα με το οποίο ασχοληθήκαμε κι εδώ επανειλημμένα. Έχουμε δει, για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια τηλεοπτικές σειρές στα κυπριακά που δεν έχουν φολκλορικό περιεχόμενο ή θεματική φαρσοκωμωδίας, παρά πραγματεύονται σοβαρές δραματικές καταστάσεις και διαδραματίζονται στη σύγχρονη κυπριακή πόλη. Όπως επισημαίνει η Καρυολαίμου, με την έκπτωση της καθαρεύουσας, η αυτοπεποίθηση του διαλεκτόφωνου ομιλητή σήμερα είναι σαφώς αυξημένη σε σχέση με τα προτελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα: πολύ περισσότεροι μιλάν τα κυπριακά πολύ περισσότερο και σε περισσότερα περιβάλλοντα και περιστάσεις. Ενδεχομένως (το ξανατονίζω: ενδεχομένως) αυτή η αναγέννηση της διαλέκτου (ή – ορθότερα – η επιβίωση και ανάδυσή της) να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας ελληνοκυπριακής ταυτότητας.

Διάλεκτος και πολλές ταυτότητες

Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Πολλοί απεχθάνονται την ιδέα μιας ελληνοκυπριακής ταυτότητας ξεχωριστής από αυτή του Έλληνα. Έτσι, πολλές φορές πολλοί πολεμούν τη διάλεκτο για να καταστείλουν μια υπό διαμόρφωση ελληνοκυπριακή ταυτότητα. Εμμέσως αυτόν τον κίνδυνο πολιτισμικής αυτονόμησης επικαλείται η Χατζηκωστή, βάζοντας στη συζήτηση την καταλανική (την οποία αστόχως αποκαλεί ‘διάλεκτο’: η καταλανική διαθέτει μακραίωνη ιστορία ενώ υπήρξε επίσημη γλώσσα της Αραγωνίας και γνώρισε μεγάλη ακμή και καλλιέργεια τον 15ο αιώνα). Ωστόσο, ολόκληρη η συλλογιστική αυτή περιέχει ένα σφάλμα: προϋποθέτει ότι μια πιθανή ελληνοκυπριακή ταυτότητα θα ήταν ασυμβίβαστη με την ελληνική ή και ότι θα την αντιστρατευόταν. Αυτό φυσικά δεν εξυπακούεται: υπάρχουν εκατοντάδες παραδείγματα από όλο τον κόσμο κοινοτήτων, μακριά από ζώνες κρίσεων και πολέμων, που αυτοπροσδιορίζονται με βάση δύο και τρεις ταυτότητες. Έτσι, οχτώ αιώνες καθολικισμού δεν έκαναν τους συριανούς και τους τηνιακούς λιγότερο Έλληνες, οι Βαυαροί είναι πρώτα Βαυαροί και μετά Γερμανοί (αλλά πάντα ‘βέροι Γερμανοί’...) – και ούτω καθεξής.

Τα παραπάνω φυσικά θα έχουνε κάποια σημασία όταν και εφόσον τελικά διαμορφωθεί μια αναγνωρίσιμη ελληνοκυπριακή ταυτότητα. Μέχρι τότε τι κάνουμε; Όπως επισημαίνει η Χριστοδούλου, σίγουρα δεν εγκαταλείπουμε τη διάλεκτο (μα δεν μπορούμε, άλλωστε): θα έπρεπε λοιπόν να γίνει η κυπριακή ελληνική μία από τις επίσημες γλώσσες της Κύπρου; Εδώ συναντούμε ακόμα μία παρανόηση. Αλλά ας το δούμε αυτό το θέμα από την αρχή.

Η διδασκαλία και καλλιέργεια της κυπριακής ελληνικής

Η Χριστοδούλου προτείνει, όχι παραλόγως κατά τη γνώμη μου, να διδάσκεται η Κοινή νεοελληνική (τα «καλαμαρίστικα» δηλαδή) στο σύνολό της στο ελληνοκυπριακό σχολείο, να διδάσκεται δηλαδή και η προφορά της καθώς και άλλα στοιχεία της φωνολογίας της. Βεβαίως, ως ξένος στην Κύπρο, ποτέ δεν είχα πρόβλημα να συνεννοηθώ ούτε εδώ ούτε στην Ελλάδα με ελληνοκύπριο που μου μίλαγε στην Κοινή.

Ωστόσο η πρόταση της Χριστοδούλου ανοίγει το θέμα της παράλληλης γλωσσικής διδασκαλίας στα σχολεία των δύο ποικιλιών, όπως συζητήθηκε εκτενώς στο συνέδριο για τη διδιαλεκτική εκπαίδευση προ διετίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Η παιδαγωγική έρευνα υποδεικνύει ότι οι ελληνοκύπριοι θα μπορούσαν να χειριστούν αποτελεσματικότερα και με μεγαλύτερη ευχέρεια την Κοινή εάν τη διδασκόντουσαν συγκριτικά και πλάι-πλάι με τη μητρική τους. Παράλληλα, η διδασκαλία της κυπριακής ελληνικής στα σχολεία θα βοηθούσε και στην καλλιέργειά της αλλά και στην αποτίμηση της πολιτισμικής αξίας της εκ μέρους πολύ περισσότερων Κύπριων. Έτσι, δε χρειάζεται να γίνει κάποια κίνηση για την επιβολή της κυπριακής ως επίσημης γλώσσας, ούτε άλλωστε όλες οι γλωσσικές ποικιλίες που καλλιεργούνται πρέπει σώνει και καλά να αποκτήσουν επίσημο στάτους.

Με άλλα λόγια, η καλλιέργεια και η διδασκαλία της κυπριακής ελληνικής φαίνεται ότι θα βοηθούσαν τον μέσο ελληνοκύπριο στη χρήση της Κοινής και ότι θα ενίσχυαν τη γλωσσική αυτοπεποίθησή του και στις δύο ποικιλίες. Άλλωστε οι τοπικές γλωσσικές ποικιλίες αποτελούν αντικείμενο σχολικής διδασκαλίας και καλλιέργειας σε ολόκληρη την Ευρώπη, από τη Νορβηγία έως τη Γερμανία και την Ισπανία (της οποίας η ενότητα δεν κινδυνεύει από τις γλωσσικές πολιτικές της, αλλά έχει τρωθεί από το φρανκικό παρελθόν της) και από τη Μάλτα μέχρι την Ιρλανδία. Το μόνο που χρειάζεται είναι μια γενναία (και οπωσδήποτε ιστορική) απόφαση του Υπουργείου Παιδείας.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 20ης Απριλίου 2008]

10/4/08

Κυπριακά

Το ζήτημα της γλώσσας στην ελληνόφωνη Κύπρο συζητιέται συνήθως είτε με όρους απαξίωσης και κινδυνολογίας, είτε με όρους μουσειακούς.

Συνήθως το ζήτημα αυτό επικεντρώνεται, δικαιολογημένα, στην τοπική διάλεκτο της ελληνικής. Για κάποιους η κυπριακή ελληνική αποτελεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια νοθευμένη και εκφραστικά περιορισμένη ντοπιολαλιά κατάλληλη για βραδύγλωσσους χωρικούς και ανελλήνιστους νεόπλουτους. Γι’ αυτούς, η διάλεκτος δεν προσφέρεται για υψηλόφρονα έκφραση, λογική επιχειρηματολογία και διατύπωση σοβαρών απόψεων. Η κυπριακή ελληνική (πρέπει να) είναι το στίγμα του Κυπραίου.

Για το απέναντι στρατόπεδο τα πράγματα είναι εξίσου υπεραπλουστευμένα, αλλά ακριβώς από την ανάποδη. Στην Κύπρο επιβιώνει ανόθευτη η αρχαία ελληνική γλώσσα, και μάλιστα η ομηρική ελληνική, κληρονομιά της εδώ αποβίβασης των Αχαιών προ χιλιετιών. Πρόκειται για κομμάτι της κληρονομιάς του νησιού, όπως τα αγιογραφημένα παρεκκλήσια του Τροόδους.

Έχει επισημανθεί πάρα πολλές φορές από πάρα πολλούς, γλωσσολόγους και μη, πόσο κωμικά σχηματικές και πόσο βαθιά εσφαλμένες είναι και οι δύο αυτές σκοπιές. Είναι ωστόσο χαρακτηριστικό ότι και οι δύο αυτές παρατάξεις παράγουν κινδυνολογικό λόγο.

Οι πολέμιοι της διαλέκτου θεωρούν τη διάλεκτο ως την ντόπια εκδοχή της θρυλούμενης ‘λεξιπενίας’, ενώ η επιβίωσή της και η (πολύ περιορισμένη) καλλιέργειά της θεωρούνται σημεία αφελληνισμού της Κύπρου και ενδιάμεσο στόχο ανθελληνικών και «νεοκυπριακών» συνωμοσιών: τα κυπριακά ωθούν τον κυπριακό ελληνισμό μακριά από την Ελλάδα.

Στο στρατόπεδο των ‘ομηριστών’, πάλι, επικρατεί η αντίληψη πως η (αρχαία) ελληνική της Κύπρου επιβιώνει µε δυσκολία και μετά βίας και ποιος ξέρει για πόσο ακόμα, στα χέρια (και στο στόμα) μιας άλαλης νεολαίας και μιας νεόπλουτης αγγλοθρεμμένης ελίτ. Η κυπριακή ελληνική, ένα μουσειακό στοιχείο της Παράδοσης, κινδυνεύει από την επέλαση ενός ανελλήνιστου, ανελέητου, παγκοσμιοποιημένου τρόπου ζωής και σκέψης.

Το ζητούμενο και στα δυο στρατόπεδα είναι τελικά και πάντα η υπεράσπιση του ελληνισμού των Ελληνοκυπρίων: είτε δια του κοραϊκού καθαρισμού της γλώσσας τους, κατά το σχήμα «κυπραίικα=τούρκικα/εγγλέζικα», είτε δια της ανάδειξης της γνησιότητας της γλώσσας τους, όπου «κυπριακή=ομηρική». Όσο ευγενές και δημοφιλές κι αν είναι όμως το ζητούμενο αυτό, η προώθησή του με βάση τους παραπάνω όρους ξεκινάει από παρανοήσεις ή και άγνοια γύρω από τρία βασικά θέματα:
  1. τι είναι γλώσσα και τι διάλεκτος – τελικά ζήτημα κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό,
  2. ποια είναι τα λεξιλογικά και γραμματικά χαρακτηριστικά της κυπριακής ελληνικής, μιας ζωντανής γλωσσικής ποικιλίας που αλλού αρχαϊζει κι αλλού νεωτερίζει, όπως όλες,
  3. ποια είναι η πραγματική κοινωνιογλωσσική κατάσταση στην ελληνόφωνη Κύπρο, θέμα για το οποίο υπάρχει εκτενέστατη έρευνα.
Κλείνοντας, μια υπενθύμιση: η κυπριακή θεωρείται «διάλεκτος» της ελληνικής «γλώσσας». Ωστόσο, η «ελληνική» «γλώσσα» αποτελεί με τη σειρά της σύνθεση της μοραΐτικης, της κρητικής, της επτανησιακής και – φυσικά – της καθαρεύουσας. Αυτό το συγκεκριμένο «κράμα» τυγχάνει να είναι η επίσημη και κοινή γλώσσα που ομιλείται και καλλιεργείται στην Ελλάδα, στην Κύπρο και στις ελληνικές παροικίες λόγω ενός ιστορικού «ατυχήματος»: του ότι το ελληνικό κράτος ιδρύθηκε όχι στην Κύπρο, στην Τραπεζούντα ή στη Θεσσαλονίκη αλλά στη Νότια Βαλκανική το 1830 –από όπου και επεκτάθηκε.

[Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Απριλίου 2008 του περιοδικού Άποψη]

23/3/08

Κενά μνήμης: ο Σαίκσπηρ, τα νήπια και οι κανόνες

Την προηγούμενη φορά είδαμε πώς οι μορφολογικοί κανόνες σχηματισμού, για παράδειγμα, του παρελθοντικού χρόνου αναλαμβάνουν δράση όταν δεν ανευρίσκεται κάποιος αποθηκευμένος τύπος. Σήμερα θα δούμε δύο εμπειρικές συνέπειες αυτής της συμβιωτικής σχέσης μεταξύ απομνημόνευσης και μορφολογικών κανόνων.

Η ιστορία των κανόνων

Είδαμε επίσης ότι η ύπαρξη των ανώμαλων τύπων (όπως το ‘είδα’ ως αόριστος του ‘βλέπω’ στα ελληνικά ή παραδείγματα όπως bring-brought, feel-felt, write-wrote, make-made κτλ. στα αγγλικά) εξαρτάται τελικά από την συχνότητά τους, από το πόσο κοινοί είναι. Με άλλα λόγια: τύποι όπως το ‘είδα’ ή το ‘brought’, παρότι είναι πολύ διαφορετικοί από τα ‘βλέπω’ και ‘bring’, είναι πολύ συχνοί στον λόγο. Έτσι, επαναλαμβάνονται τακτικά, τους ακούμε συχνά και είναι εύκολο να τους απομνημονεύσουμε.

Τι συμβαίνει όμως εάν ένας τύπος γίνει με το πέρασμα του χρόνου λιγότερο συχνός; Τι γίνεται όταν ένα ρήμα, λ.χ., πέφτει σε δημοτικότητα με το πέρασμα του χρόνου; Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η τύχη του ρήματος slay στα αγγλικά. Το ρήμα αυτό στο πρώτο μισό της προηγούμενης χιλιετίας, μέχρι και τα χρόνια του Σαίξπηρ, σήμαινε απλώς ‘σκοτώνω’ – από κοτόπουλα μέχρι ιππότες. Ήτανε συνεπώς ένα πολύ κοινό ρήμα. Σταδιακά όμως αντικαταστάθηκε από το ρήμα kill. Σήμερα το slay χρησιμοποιείται σπανιότατα, με λόγια συμφραζόμενα ή σε λογοτεχνίζον ύφος, ως κάτι αντίστοιχο του ‘φονεύω’ στα ελληνικά.

Ένα πολύ ενδιαφέρον πρόχειρο πείραμα είναι να ρωτήσει κανείς φυσικούς ομιλητές της αγγλικής ποιος είναι ο παρελθοντικός τύπος του slay. Κάποιοι διστάζουν για λίγο (ιδίως άμα έχουν φιλολογικές περγαμηνές ή αξιώσεις), οι πιο πολλοί όμως απαντούν ‘slayed’, εφαρμόζουν δηλαδή τον κανόνα του /d/, αφού δεν ανευρίσκουν κάποιον απομνημονευμένο ‘ανώμαλο’ τύπο. Ωστόσο, το slay, τον καιρό που ήταν ο βασικός τρόπος να πεις «σκοτώνω», διέθετε τον δικό του ανώμαλο παρελθοντικό τύπο: slew. Γιατί λοιπόν δεν επιβίωσε το slew και γιατί ο παρελθοντικός του slay παράγεται πλέον με τον μορφολογικό κανόνα; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: όσο λιγότερο χρησιμοποιούνταν το slay, τόσο λιγότερο άκουγε κανείς το slew, τον παρελθοντικό του. Η συχνή επανάληψη του τύπου, προϋπόθεση απομνημόνευσης, δεν υφίστατο πια, αφού σιγά-σιγά το kill αναλάμβανε τον ρόλο του slay. Από ένα σημείο στην ιστορία και μετά, το slew ακουγόταν σπανιότατα, οπότε ήταν σχεδόν αδύνατο να απομνημονευτεί και να αποθηκευτεί από τους ομιλητές. Η κατάσταση αυτή ισχύει φυσικά και σήμερα: όταν θα χρειαστεί κανείς τον παρελθοντικό του slay, καταφεύγει στον κανόνα πια και λέει ‘slayed’.

Νήπια και κανόνες

Το γεγονός ότι ο μηχανισμός του κανόνα αναλαμβάνει δράση όταν αποτύχει η ανεύρεση αποθηκευμένου τύπου φαίνεται και στο πεδίο της γλωσσικής κατάκτησης και ανάπτυξης. Παρατηρείται λοιπόν πάρα πολύ συχνά τα μικρά παιδιά να γενικεύουν μορφολογικούς κανόνες και να ομαλοποιούν ανώμαλα ρήματα, ουσιαστικά κ.ο.κ. Έτσι, νήπια που κατακτούν τα ελληνικά θα πουν πολλές φορές ‘ύπαρχαν’ αντί ‘υπήρχαν’, ενώ στα αγγλικά ακούμε μικρά παιδιά να λένε bringed αντί για brought, maked αντί για made – και τα λοιπά. Γιατί λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις καταφεύγουν τα μικρά παιδιά στον κανόνα, ενώ υπάρχει αποθηκευμένος τύπος;

Η απάντηση είναι και πάλι απλή: όταν τα μικρά παιδιά καταφεύγουν στον κανόνα και παράγουν τα ‘ύπαρχαν’, ‘bringed’, ‘maked’ και τα παρόμοια, το κάνουν γιατί αναγκάζονται. Τι τα αναγκάζει όμως; Μα φυσικά το ότι δεν έχουν ακόμα απομνημονεύσει τους κατάλληλους ανώμαλους τύπους ‘υπήρχαν’, ‘brought’ και ‘made’. Αυτό οφείλεται στο εξής:

Τα νήπια έχουν εκτεθεί σε γλωσσικά ερεθίσματα για πολύ λιγότερο χρόνο από τους μεγάλους, αφού είναι μικρότερα σε ηλικία. Άρα έχουν ακούσει τα ‘υπήρχαν’, ‘brought’ και ‘made’ πολύ λιγότερες φορές από ένα παιδί 8 χρονών ή από έναν ενήλικα 28 ή 58 ετών. Βεβαίως, η επανάληψη και η συχνότητα δεν παίζουν συστηματικό ρόλο στην κατάκτηση των κανόνων (συντακτικών και μορφολογικών). Όμως η εκμάθηση ανώμαλων τύπων συνίσταται κυρίως στην απομνημόνευση, και η απομνημόνευση χρειάζεται επανάληψη. Άρα, τα πολύ μικρά παιδιά που έχουν ανιχνεύσει τον κανόνα καταφεύγουν σε αυτόν ακόμα πιο τακτικά από τους ενήλικες, αφού δεν έχουν ακόμα απομνημονεύσει τους κατάλληλους ανώμαλους τύπους: και πάλι ο μορφολογικός κανόνας λειτουργεί ως εναλλακτική λύση, ελλείψει αποθηκευμένου τύπου.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 23ης Μαρτίου 2008]

9/3/08

Γιατί υπάρχουν ανώμαλα ρήματα;

Όσοι προσπαθούνε να μάθουν τα ελληνικά ως ξένη γλώσσα γρήγορα συναπαντούν τα ανώμαλα ρήματα, ουσιαστικά και επίθετα της γλώσσας μας και πολλοί, αποθαρρυμένοι, εγκαταλείπουν την προσπάθεια. Όσοι έχουμε διδαχθεί ξένες γλώσσες, έχουμε επίσης ταλαιπωρηθεί από τους τύπους τους των ρημάτων, των ουσιαστικών και των επιθέτων που δε σχηματίζονται βάσει κανόνων. Είτε λοιπόν από αγανάκτηση σαν αυτή που αισθάνεται κάποιος που μαθαίνει ξένες γλώσσες, είτε από επιστημονικό ενδιαφέρον, αναρωτιόμαστε: γιατί να υπάρχουν ανώμαλοι τύποι;

Όταν σιωπούν οι κανόνες

Ας δούμε τον παρελθοντικό χρόνο στα αγγλικά, αφού η γλώσσα αυτή διαθέτει ισχνό ρεπερτόριο γραμματικών καταλήξεων και έτσι προσφέρεται για παραδεiγματισμό. Ως γνωστόν, ο παρελθοντικός χρόνος σχηματίζεται με βάση έναν απλούστατο μορφολογικό κανόνα: προσθετούμε τον φθόγγο /d/ στο ρήμα. Έτσι, το ρήμα lie (‘ψεύδομαι’) γίνεται lied. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον κανόνα μπορούμε να σχηματίσουμε τον παρελθοντικό χρόνο χιλιάδων ρημάτων, ακόμα και αν δεν τα έχουμε ξανακούσει ποτέ. Ωστόσο, η αγγλική διαθέτει επίσης αρκετά ρήματα των οποίων είναι αδύνατο να μαντέψουμε τον παρελθοντικό τύπο, αφού δεν είναι προϊόν κανόνα: έτσι όλοι έχουμε ταλαιπωρηθεί από τα bring-brought, feel-felt, write-wrote, make-made, tell-told, give-gave κτλ. Τα λεγόμενα ανώμαλα ρήματα της αγγλικής δεν είναι πάρα πολλά σε αριθμό. Ωστόσο, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο συνηθισμένα ρήματα της γλώσσας. Έτσι, ανάμεσα στα 25 κοινότερα αγγλικά ρήματα, μόνον οκτώ είναι ομαλά. Μάλιστα, τα πρώτα δέκα είναι όλα ανώμαλα.

Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό; Γιατί τα πιο συνηθισμένα αγγλικά ρήματα να είναι ανώμαλα στη μεγάλη πλειοψηφία τους; Αφού υπάρχει μορφολογικός κανόνας, και μάλιστα απλούστατος, γιατί δεν χρησιμοποιείται στο να σχηματίζονται οι παρελθοντικοί τύποι όλων των ρημάτων; Γιατί δε λέμε *bringed, *haved και *maked; Αυτά τα ερωτήματα απασχόλησαν σοβαρά τον γνωστό καναδό γλωσσολόγο Στήβεν Πίνκερ, και τα απαντάει στο βιβλίο του Words and Rules. Ας δούμε συνοπτικά τι λέει.

Οι δύο μηχανισμοί

Πρώτα πρώτα ο Πίνκερ ξεκαθαρίζει ότι όσοι τύποι δεν παράγονται από μορφολογικούς κανόνες, όπως ο κανόνας του /d/ στην περίπτωσή μας, αναγκαστικά μαθαίνονται όπως μαθαίνει κανείς λέξεις: με απομνημόνευση. Με άλλα λόγια, όποιος μαθαίνει αγγλικά, είτε πρόκειται για βρέφος που αναπτύσσεται γλωσσικά είτε για ενήλικο μαθητή, πρέπει να απομνημονεύσει ότι ο παρελθοντικός τύπος του bring είναι brought, του have είναι had, του make είναι made – και ούτω καθεξής. Αυτός κατά τον Πίνκερ είναι ο ένας μηχανισμός που χρησιμοποιεί το γλωσσικό μας όργανο: η απομνημόνευση και η αποθήκευση ενός τύπου για κάθε ρήμα, ουσιαστικό ή επίθετο. Τώρα, επειδή λ.χ. ο τύπος went που αποθηκεύουμε για τον παρελθοντικό χρόνο του go δεν είναι απαραίτητο να έχει οποιαδήποτε ομοιότητα με το ίδιο το go, προκύπτουν οι «ανώμαλοι» στη μορφή τύποι.

Ωστόσο, οι φυσικές γλώσσες διαθέτουν και έναν δεύτερο μηχανισμό, τους μορφολογικούς κανόνες. Οι κανόνες αυτοί παίρνουν έναν αρχικό τύπο, λ.χ. lie ή use και του προσθέτουν κάτι, ας πούμε έναν φθόγγο όπως το /d/, δίνοντας μας lied ή used για παράδειγμα.

Ως εδώ η κατάσταση είναι απλή: αν ψάχνουμε έναν πληθυντικό ουσιαστικού, έναν παρελθοντικό χρόνο ρήματος κ.ο.κ. είτε θα πρέπει να τον έχουμε αποθηκευμένο (όπως το brought και το went), είτε θα πρέπει να τον σχηματίσουμε βάσει κανόνα (όπως το lied και το used). Πώς όμως αλληλεπιδρούν αυτοί οι δύο μηχανισμοί; Γιατί τα πιο συνηθισμένα ρήματα της αγγλικής έχουν αποθηκευμένους, απομνημονευμένους δηλαδή, παρελθοντικούς τύπους;

Ο κανόνας ως εναλλακτική λύση

Είπαμε ότι οι λεγόμενοι ανώμαλοι τύποι είναι προϊόν απομνημόνευσης και αποθηκεύονται όπως αποθηκεύονται όλες οι άλλες λέξεις. Τι διευκολύνει την απομνημόνευση; Μα φυσικά και η επανάληψη. Όταν ακούμε συνέχεια τύπους όπως brought, went και τα λοιπά, αφού ανήκουνε σε ρήματα υψηλής συχνότητας, εύκολα θα τους απομνημονεύσουμε. Έτσι συμβαίνει και στις φυσικές γλώσσες: οι ανώμαλοι τύποι είναι συνήθως υψηλής συχνότητας, πράγμα που διευκολύνει την απομνημόνευσή τους. Συνεπώς, οι μορφολογικοί κανόνες επιστρατεύονται ακριβώς όταν το γλωσσικό όργανο δεν μπορεί να ανεύρει αποθηκευμένο τύπο. Για παράδειγμα: ας πούμε ότι χρειαζόμαστε τον παρελθοντικό τύπο του go, το γλωσσικό όργανο εύκολα θα αναζητήσει και θα ανεύρει τον τύπο went. Αν τώρα ψάχνουμε τον παρελθοντικό τύπο του lie ή του use, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει αποθηκευμένος τύπος, ο μορφολογικός κανόνας αναλαμβάνει να σχηματίσει τα lied και used, «κολλώντας» τον φθόγγο /d/ πάνω στο ρήμα.

Έτσι, ο μορφολογικός κανόνας αναλαμβάνει δράση όταν δεν υπάρχει κάτι κατάλληλο αποθηκευμένο στη μνήμη. Θα βάλουμε μια άνω τελεία εδώ και θα συνεχίσουμε στο επόμενο άρθρο.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 9ης Μαρτίου 2008]

27/1/08

Οι ντετέκτιβ της γλώσσας

Μιλούσα πρόσφατα με τους φοιτητές μου γύρω από τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθούμε όταν μελετάμε τη δομή της γλώσσας, όταν κάνουμε έρευνα στη γλωσσολογία. Βεβαίως, εν πολλοίς προχωρούμε με βάση αρχές, μεθόδους και διαδικασίες κοινές στις περισσότερες επιστήμες. Είναι όμως χαρακτηριστικό πόσο προσεκτικός – και κάπως επιφυλακτικός – πρέπει να είναι πάντα κανείς όταν προσεγγίζει τα γλωσσικά φαινόμενα. Στην περίπτωση της γλώσσας μάλιστα, η προσοχή μας πρέπει να είναι αυξημένη και για τον εξής λόγο: ενώ πολλές φορές τα γλωσσικά φαινόμενα δημιουργούν μια πρώτη εντύπωση ότι μπορούν να αναλυθούν και να ερμηνευτούν με ευκολία, αυτή η εντύπωση είναι συχνά απατηλή και η πολυπλοκότητα της γλωσσικής δομής και οργάνωσης αποκαλύπτεται έστω και αν απλώς ξύσουμε απαλά την επιφάνειά της (όπως είδαμε και στο σχετικό άρθρο της 20ης Μαΐου 2007 αλλά και παλιότερα, σε αυτό της 26ης Νοεμβρίου του 2006). Σήμερα, χρησιμοποιώντας ένα σχετικά απλό παράδειγμα, θα προσπαθήσω να μυήσω κι εσάς στο πώς αναλύουμε τη γλώσσα.

Το παράδειγμα

Ας εξετάσουμε λοιπόν την παρακάτω πρόταση: «Αγόρασε ακριβά ρούχα και παπούτσια» και, πιο συγκεκριμένα, το αντικείμενο του ρήματος αυτής της πρότασης: τη φράση «ακριβά ρούχα και παπούτσια». Αν σας ρωτούσε κάποιος «σύμφωνα με τη φράση αυτή, τα ρούχα είναι ακριβά;», θα απαντούσατε θετικά. Εάν όμως σας ρωτούσε «σύμφωνα με τη φράση αυτή, τα παπούτσια είναι ακριβά;», οι περισσότεροι αναγνώστες, αν όχι όλοι, θα συμφωνούσατε ότι «εξαρτάται». Αυτό το «εξαρτάται» είναι σημάδι ότι η φράση που εξετάζουμε είναι αμφίσημη, δηλαδή ότι επιδέχεται δύο διαφορετικές ερμηνείες. Μπορεί δηλαδή να σημαίνει είτε «ακριβά ρούχα και ακριβά παπούτσια» είτε «ακριβά ρούχα και παπούτσια» (για των οποίων την τιμή δεν έχουμε πληροφορίες).

Πώς όμως αναλύουμε κι εξηγούμε τη αμφισημία της φράσης «ακριβά ρούχα και παπούτσια»; Το παράδειγμα φαίνεται σχετικά εύκολο, πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί: στη γλώσσα η αμφισημία μπορεί να προέρχεται από πολλές πηγές, και πρέπει να αποκλείσει κανείς με προσοχή τις εναλλακτικές λύσεις προτού προχωρήσει σε περιγραφές και αναλύσεις.

Αποκλείοντας εναλλακτικές λύσεις

Ας ξεκινήσουμε από τις λέξεις πρώτα. Φρασεις όπως «ωραίες πίτες», «καινούργια κόλλα», «μεγάλο γραφείο» είναι αμφίσημες γιατί περιέχουν συνώνυμες λέξεις. Έτσι, όταν λέμε «πίτες», εννοούμε για σουβλάκια ή του ταψιού; κόλλα χαρτί ή κόλλα που κολλάμε; γραφείο ο χώρος ή γραφείο το έπιπλο; Στο παράδειγμά μας όμως δεν υπάρχουν τέτοιες λέξεις. Άρα δεν μπορεί η αμφισημία του «ακριβά ρούχα και παπούτσια» να οφείλεται σε μεμονωμένες λέξεις.

Μήπως λοιπόν πρόκειται για ιδιωτισμό; Ιδιωτισμός, σύμφωνα με το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, είναι μια «έκφραση με ιδιαίτερη σημασία ή σύνταξη». Έτσι, για παράδειγμα, μια πρόταση όπως «θα φάει ξύλο» είναι ιδιωτισμός γιατί πέρα από την κυριολεκτική σημασία της (η οποία μπορεί να περιγράφει τι θα κάνει ένας τερμίτης ή κάποιος πλανόδιος παλαιστής από αυτούς που έσερναν φορτηγά με τα δόντια τους και σπάζαν μαλτεζόπλακες με κουτουλιές) έχει και τη σημασία «θα την / τον δείρουν». Παρότι λοιπόν και οι (περισσότεροι) ιδιωτισμοί είναι αμφίσημοι, έχουνε μια σημαντική διαφορά από το παράδειγμά μας, δηλαδή τη φράση «ακριβά ρούχα και παπούτσια»: αν αλλάξουμε μια λέξη στον ιδιωτισμό, η ιδιαίτερη σημασία χάνεται και συνήθως προκύπτει μια απλή μονοσήμαντη πρόταση. Έτσι, αν αλλάξω τη λέξη «τρώω» ή τη λέξη «ξύλο» στο «θα φάει ξύλο», προκύπτουν προτάσεις όπως «θα πιει ξύλο» ή «θα φάει γυαλί», οι οποίες ούτε ιδιωτισμοί ούτε μονοσήμαντες είναι. Απεναντίας, στο «ακριβά ρούχα και παπούτσια» αν αλλάξω τη λέξη «ακριβά», τη λέξη «ρούχα» ή τη λέξη «παπούτσια», η αμφισημία παραμένει: «κακόγουστα ρούχα και παπούτσια», «ακριβά ρολόγια και παπούτσια», «ακριβά ρούχα και καπέλα» – και ούτω καθεξής.

Μια ανάλυση

Βλέπουμε λοιπόν πόσο επιφυλακτικά πρέπει να κινούμαστε όταν προσπαθούμε να αναλύσουμε κάτι στη δομή της γλώσσας, έστω κι αν πρόκειται για κάτι τόσο απλό όσο η αμφισημία μιας ονοματικής φράσης που περιέχει «και». Ας συνεχίσουμε όμως. Αν η αμφισημία δεν είναι προϊόν συνωνύμων ή ιδιωτισμού, τότε πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσον είναι συντακτικής φύσεως, εάν δηλαδή οφείλεται στο ότι το παράδειγμά μας μπορεί να αντιστοιχεί σε δύο διαφορετικές συντακτικές δομές. Γιατί όμως διαφορετικές δομές να οδηγούν σε διαφορετικές ερμηνείες; Για να το θέσουμε απλά, επειδή αποτελεί θεμελιώδες θεωρητικό ζητούμενο, εάν δε θέλουμε να εικάσουμε ότι τυχαία προτάσεις με παρόμοιες δομές σημαίνουν παρόμοια πράγματα αλλά κι ότι διαφορετικές δομές συνεπάγονται διαφορετικές σημασίες: έτσι, «Ο Χάρης μίλησε στον Πάνο» σημαίνει κάτι παρόμοιο με την πρόταση «Ο Πάνος μίλησε στο Χάρη» – αλλά και κάτι διακριτά διαφορετικό ταυτόχρονα.

Ας έρθουμε τώρα στη φράση μας «ακριβά ρούχα και παπούτσια». Στην πρώτη ερμηνεία της, η φράση μπορεί να αναλυθεί ως εξής: «[ακριβά ρούχα] και [παπούτσια]». Το συμπλεκτικό «και» συνδέει δύο ονοματικά σύνολα: ένα που περιέχει το επίθετο «ακριβά» και ένα άλλο, το οποίο δεν περιέχει επίθετο. Έτσι, τα ρούχα είναι ακριβά αλλά όχι και τα παπούτσια.

Η δεύτερη ερμηνεία του παραδείγματός μας προκύπτει όταν η φράση αναλυθεί με έναν διαφορετικό τρόπο: «ακριβά [ρούχα και παπούτσια]». Απλουστεύοντας κάπως, σε αυτή την περίπτωση, το «και» συνδέει δύο σκέτα ουσιαστικά και το ονοματικό σύνολο που προκύπτει περιγράφεται ολόκληρο από το επίθετο «ακριβά». Έτσι, και τα ρούχα και τα παπούτσια είναι ακριβά.

Όπως είδαμε στη συζήτηση γύρω από τους ιδιωτισμούς, η συντακτική ερμηνεία της αμφισημίας που μας επιτρέπει να αποδώσουμε δύο εναλλακτικές δομές στο παράδειγμά μας, γενικεύεται άμεσα. Έτσι, η αμφισημία (και η ανάλυσή της) ισχύει για άπειρους συνδυασμούς επίθετο+ουσιαστικό+ΚΑΙ+ουσιαστικό, όπως «μεγάλες κολοκυθες και μελιτζάνες», «απίστευτοι ισχυρισμοί και κομπασμοί», «μικρά ζώα και φυτά» – και ούτω καθεξής.

Πόσο γενική είναι η ανάλυσή μας;

Ομολογουμένως το παράδειγμα που διάλεξα είναι σχετικά απλό, τουλάχιστον με τον τρόπο που επέλεξα να το παρουσιάσω. Ωστόσο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δε χρειαζόταν να είμαστε τόσο σχολαστικοί στην προσέγγισή του. Για παράδειγμα, αν στον συνδυασμό επίθετο+ουσιαστικό+ΚΑΙ+ουσιαστικό τα δύο ουσιαστικά διαφέρουν στο γένος, τότε για πολλούς ομιλητές χάνεται η αμφισημία. Ας το δούμε αυτό το στοιχείο από κοντά, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα «ακριβά ρούχα και κάλτσες», το οποίο συνήθως σημαίνει ότι μόνο τα ρούχα είναι ακριβά. Γιατί όμως;

Όπως και το προηγούμενο παράδειγμα, το «ακριβά ρούχα και κάλτσες» μπορεί να αναλυθεί με το «και» να συνδέει δύο ονοματικές φράσεις: «[ακριβά ρούχα] και [κάλτσες]». Εάν όμως τώρα προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε την ανάλυση των δύο σκέτων ουσιαστικών, δηλαδή «*ακριβά [ρούχα και κάλτσες]» – ώστε να πάρουμε μια ερμηνεία κατά την οποία και οι κάλτσες είναι ακριβές, προκύπτει πρόβλημα. Το πρόβλημα έχει ως εξής: αφού θέλουμε το επίθετο «ακριβά» να περιγράφει και τα ρούχα και τις κάλτσες, πρέπει να συμφωνεί μαζί τους σε γένος και αριθμό, όπως όλα τα επίθετα στα ελληνικά. Αυτό όμως δε γίνεται, αφού προσκρούουμε στην ασυμφωνία στο γένος μεταξύ επιθέτου «ακριβά» (ουδέτερο) και ουσιαστικού «κάλτσες» (θηλυκό).

Με τα παραπάνω μόλις που ξύσαμε την επιφάνεια ενός πολύ μικρού μέρους ενός γλωσσικού φαινομένου. Ωστόσο αποκαλύψαμε όχι μόνο λίγη από την πολυπλοκότητα της γλώσσας αλλά και τη συνέπεια και την προσοχή που χρειάζονται όταν τη μελετάμε.

Το παραπάνω άρθρο αφορμήθηκε από συζητήσεις με τους πρωτοετείς φοιτητές μου, στους οποίους αφιερώνεται και τους οποίους ευχαριστώ θερμά.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 27ης Ιανουαρίου 2008]