5/10/08

Τα μυστικά του ‘τα’

Η αφορμή

Διάβασα στην Καθημερινή της 16ης Σεπτεμβρίου μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα βιβλιοκρισία του Παντελή Μπουκάλα για το βιβλίο «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει». Ο Μπουκάλας, πέραν από προσεκτικός, οξυδερκής και νηφάλιος αναλυτής της πολιτικής και της, ας πούμε, ‘πνευματικής’ επικαιρότητας, είναι και ένας από τους λίγους που γράφουν για γλωσσικά ζητήματα και που δεν αναμασάει στερεότυπα, δεν αναπαράγει παρανοήσεις και γλωσσικά μυθεύματα, δε διακατέχεται από γλωσσαμυντορικό πανικό ή διάθεση λογιοτατισμού. Μου έκανε λοιπόν εντύπωση το παρακάτω απόσπασμα της βιβλιοκρισίας του:

Λοιπόν, ο συγγραφέας δεν αστεΐζεται. Εννοεί απολύτως όσα διαδηλώνει ο πιασάρικος πάντως τίτλος του βιβλίου του (στην ελληνική απόδοση του οποίου δεν θα ήταν περιττή η δυστυχώς καταδικασμένη στην αφάνεια επαναληπτική προσωπική αντωνυμία, το «τα», «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν τα έχουμε διαβάσει»).
Ο λόγος που μου έκανε εντύπωση είναι ο εξής: κάθε άλλο παρά ‘καταδικασμένη στην αφάνεια’ είναι η ‘επαναληπτική’ κλιτική αντωνυμία μέσα σε αναφορικές προτάσεις. Μάλιστα, έχει ασχοληθεί με το θέμα μεγάλος αριθμός ερευνητών τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και όλοι συγκλίνουν στο ότι οι κλιτικές αντωνυμίες εμφανίζονται πια μέσα σε αναφορικές προτάσεις ολοένα και συχνότερα και μάλιστα σε θέσεις όπου δεν τις αποδέχονται οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ομιλητές ή όσοι μιλάνε πιο ‘συντηρητικές’ ιδιολέκτους. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Αναφορικά με τις αναφορικές

Οι αναφορικές προτάσεις είναι από τις πιο ‘δύσκολες’ περιοχές της γραμματικής των ανθρώπινων γλωσσών. Παρά τις θεαματικές προόδους στην κατανόησή τους που έχουν καταφέρει η συντακτική θεωρία και έρευνα τις τελευταίες δεκαετίες, κρατούν πολλά μυστικά τους ακόμα καλά κρυμμένα.

Εστιάζοντας στις απλές περιπτώσεις, στα ελληνικά οι αναφορικές προτάσεις που προσδιορίζουν μια ονοματική φράση σχηματίζονται συνήθως με το ‘που’, π.χ. ‘Είδα τα σταφύλια που αγόρασες για 6 ευρώ’. Χωρίς να εμβαθύνουμε σε ζητήματα θεωρίας, δηλαδή στα πώς και στα γιατί, ας πούμε ότι το ‘που’ δημιουργεί μια σχέση μεταξύ του αντικειμένου της κύριας (‘σταφύλια’) και του ρήματος της αναφορικής πρότασης (‘αγόρασες’). Ξέρουμε ότι αυτή τη δουλειά την κάνει το ‘που’, γιατί μια κύρια πρόταση του τύπου ‘*Αγόρασες για 6 ευρώ’ είναι αντιγραμματική.

Χρειάζεται (επ)ανάληψη;

Ακριβώς επειδή το ‘που’ συνδέει το ‘αγόρασες’ με το ‘σταφύλια’ της κύριας πρότασης, δε χρειάζεται ‘επαναληπτική’ κλιτική αντωνυμία στην αναφορική πρόταση. Για πολλούς ομιλητές της ελληνικής (ιδίως τους μεγαλύτερους σε ηλικία ή όσους μιλάνε πιο ‘συντηρητικές’ ιδιολέκτους) ακριβώς το ίδιο ισχύει και στον τίτλο του υπό βιβλιοκρισία βιβλίου «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει». Και εδώ το ‘που’ δημιουργεί μια σχέση μεταξύ του ‘βιβλία’ στην κύρια πρόταση και του ρήματος ‘διαβάσει’ μέσα στην αναφορική, γι’ αυτό και δε χρειάζεται να πούμε «πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν τα έχουμε διαβάσει». Εδώ το ‘τα’ όντως περισσεύει για τους ομιλητές αυτούς.

Άρα κάνει λάθος ο Μπουκάλας; Όχι. Ίσα-ίσα δίνει το στίγμα μιας ομάδας ομιλητών (νεώτερων συνήθως) για την οποία η σχέση μεταξύ της ονοματικής φράσης (π.χ. ‘βιβλια’) και του ρήματος της αναφορικής (π.χ. ‘διαβάσει’) που δημιουργεί το ‘που’ πρέπει να σηματοδοτείται επιπρόσθετα από την ‘επαναληπτική’ κλιτική αντωνυμία. Το φαινόμενο παρατηρείται σε πλήθος γλωσσών και λέγεται ‘(επ)ανάληψη’ (resumption). Η σχέση βεβαίως που δημιουργεί το ‘που’ υπάρχει και για αυτούς τους ομιλητές και δεν υποκαθίσταται από την ανάληψη: έτσι, δύσκολα κάποιος ομιλητής της ελληνικής θα δεχτεί προτάσεις όπως ‘?*Γνωρίζω τον φοιτητή που τον συνέλαβαν’.

Κλείνοντας, να σημειώσω ότι ανάληψη μπορούν να κάνουν όλοι οι ομιλητές (συντηρητικοί και μη) όταν η αναφορική δεν προσδιορίζει την ονοματική φράση, όπως σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα, αλλά απλώς δίνει έξτρα πληροφορίες και συνήθως χωρίζεται από την κύρια πρόταση με μια σύντομη παύση, π.χ.: ‘Γνωρίζω τον Γεωργίου, που τον συνέλαβαν χτες’.

Τα παραπάνω δεν αρκούν ούτε καν για εισαγωγή στο θέμα, ελπίζω όμως ότι δίνουν μια ιδέα για το πόσους γραμματικούς κανόνες κρύβει και η πιο μικρή λέξη.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 5ης Οκτωβρίου 2008]