Σελίδες

23/4/26

Η «κατάρα της φυλής» ως πρόχειρος αναγωγισμός

 Με αφορμή συνέντευξη του Μηνά Καφάτου στη LiFO, ανέβασα πρόσφατα στο Facebook μια ανάρτηση η οποία πάει ως εξής:

Τα δεινά των πανεπιστημιακών στην Ελλάδα τα έχουμε τεκμηριωμένα. Την αιτιολογία τού γιατί οι πανεπιστημιακοί εκτός Ελλάδας κανοναρχούν ασταμάτητα το δίπτυχο «διχόνοια-κατάρα-της-φυλής / έξω πάμε καλά» άραγε την έχει μελετήσει κανείς;

Με αφορμή το σχόλιο καλού συναδέλφου στην ανάρτηση αυτή, θα ήθελα να επιστρέψω με κάποιες περισσότερες σκέψεις.

Το σχόλιο ήταν περίπου το εξής: ότι τάχα δυσανασχετεί κανείς (δηλαδή εγώ) με τοποθετήσεις συναδέλφων πανεπιστημιακών σχετικά με ζητήματα εκτός της ειδικότητάς τους μόνον όταν διαφωνεί κανείς με τις τοποθετήσεις αυτές. Αμέσως αναγνωρίζει κανείς αδιαμεσολάβητα κεντρώα αντανακλαστικά εδώ, αλλά ας συνεχίσουμε με την ουσία του σχολίου.

Ένα πρώτο ζήτημα είναι η μέθοδος με την οποία οι πανεπιστημιακοί προσεγγίζουμε ζητήματα εκτός της ειδικότητάς μας. Πολλοί δεν θέλουμε να παραδεχτούμε ότι πεδία όπως η ιστορία, οι κοινωνικές επιστήμες, οι πολιτικές επιστήμες, η κριτική κτλ. διέπονται από δικές τους επιστημολογικές αρχές και διαθέτουν τις δικές τους αναλυτικές κατηγορίες και τις δικές τους μεθόδους — τις οποίες πιθανότατα δεν γνωρίζουμε. Αυτό μπορώ να το βεβαιώσω ως γλωσσολόγος, αφού η γλώσσα όπως και η ιστορία πάσχουν ακριβώς από το ότι πάρα πολλοί συνάδελφοι τις θεωρούν terra nullius.

Η πεποίθηση αυτή συνοδεύεται συνήθως με την αφελή βεβαιότητα ότι οι συγκεκριμένοι συνάδελφοι (μηχανικοί, βιολόγοι, φυσικοί, μαθηματικοί ή άλλο) είναι οι πρώτοι που θα εξετάσουν ζητήματα που κείνται εκτός της ειδικότητάς τους. Ωστόσο ακόμα και αν δεν διακατέχονται από αυταπάτες πρωτοτυπίας, ακριβώς επειδή κατ’ αυτούς η γλώσσα, η ιστορία, η πολιτική και η κοινωνία δεν συνιστούν αντικείμενα επιστημονικής μελέτης, ακόμα κι αν δεν είναι οι πρώτοι παραμένουν κατά τους ιδίους οι αρμοδιότεροι να γνωματεύουν σχετικά.

Οι απόψεις αυτές λοιπόν για ζητήματα εκτός του ορίζοντα των φυσικών επιστημών αρθρώνονται εντονότερα και με περισσή παρρησία ίδιος από φυσικούς επιστήμονες, απόψεις που συνήθως διακρίνονται από διάθεση ξέφρενου αναγωγισμού. Οι δε φορείς των απόψεων αυτών αρνούνται να αναγνωρίσουν ως επιστημονικό οτιδήποτε δεν είναι θετική επιστήμη – σας μιλάω εκ πείρας.

Συνεπώς για τους παραπάνω η ιστορία, η γλώσσα, η πολιτική, η κοινωνία δεν μπορούν να αποτελούν επιστημονικό αντικείμενο, δεδομένου ότι επιστήμες είναι μόνον οι φυσικές επιστήμες. Αυτομάτως λοιπόν η δική τους γνώμη όσο κακοπλασμένη ή αφελής και να είναι («ζήτημα (παλίντονου) αρμονίας», «η κατάρα της φυλής», «ο νόμος της ζούγκλας», «ο άνθρωπος είναι ζώο» — χωρίς διευκρίνιση για το τι είδους ζώο είναι, «το Zeigeist»), πρέπει να γίνει σεβαστή.

Είναι πάντως αλλόκοτο τον 21ο αιώνα φυσικοί επιστήμονες άνθρωποι να μην έχουν εμπεδώσει την έννοια των αναδυομένων πολυπλοκοτήτων (αυτό που λένε emergence στα ξένα) και να πρεσβεύουν αφελή αναγωγισμό τουλάχιστον 100 ετών, κατά τον οποίο τα πάντα λ.χ. είναι στοιχειώδη σωματίδια και τέλος ή, αν γίνουμε λίγο πιο γενναιόδωροι, τα πάντα είναι πρωτεΐνες, κύτταρα, βιολογία και τέλος. Μάλιστα, στην έρευνα που κάνουν στη δική τους επιστήμη μοιάζουν να έχουν προ πολλού ξεπεράσει τέτοιους αφελείς αναγωγισμούς, ωστόσο στον δημόσιο λόγο τους οι αναγωγισμοί ζουν και βασιλεύουν. Αυτό το διαβλέπει κανείς ακόμα και στον νομπελίστα Hinton και στον τρόπο που μίλησε μετά τη βράβευσή του για φαινόμενα τα οποία πιθανότατα κατανοεί ελάχιστα, όπως η γλώσσα.

Πάμε τώρα στο άλλο σκέλος του σχολίου του καλού συναδέλφου δηλαδή γιατί αν διαφωνούμε με μια άποψη κακίζουμε την διατύπωση αυτής της άποψης ως δεινό, ενώ αν συμφωνούμε με αυτήν χειροκροτούμε. Η απάντηση είναι πολύ απλή: επειδή ως άνθρωποι διαθέτουμε κριτικές δυνατότητες και επειδή οι κριτικές δυνατότητες αλλά και η εξοικείωση οποιωνδήποτε από εμάς με τη βάσανο του να ελέγχουμε και να ερμηνεύουμε τα γεγονότα μάς επιτρέπουν να έχουμε πολιτικές απόψεις.

Με άλλα λόγια, όλες κι όλοι έχουμε πολιτικές απόψεις αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, υπάρχουν κριτήρια για να αξιολογηθούν και να ζυγιστούν κριτικά. Η αξίωση της δεκαετίας του 90 και των αρχών του 21ου αιώνα πολιτικές απόψεις να έχουν μόνον κάποιοι επαΐοντες της κακιάς ώρας είναι τουλάχιστον ξεπερασμένη. Για παράδειγμα, οι τεχνοκράτες που τάχα θα γνώριζαν καλύτερα από την πλέμπα πώς π.χ. πρέπει να λειτουργεί η δημοκρατία είναι εκείνοι που μας έφεραν στο σημείο που βρισκόμαστε τώρα, σημείο στο οποίο θριαμβεύει ο λεγόμενος λαϊκισμός — και ας θυμηθούμε εδώ ότι «λαϊκισμός» είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται ώστε μαγικά να εξισωθούν οι νέοι φασίστες και οι νέοι εχθροί της ελευθερίας με λ.χ. τον Στάλιν και τον Μάο ή και με τον καημένο τον Τομά Σανκαρά.

Τώρα, μια άποψη για την ιστορία, την κοινωνία ή την πολιτική η οποία θεμελιώνεται σε θυμόσοφα αντανακλαστικά, σε αμπελοφιλοσοφίες κι εικοτολογίες και όχι σε ελάχιστη εξοικείωση με τις μεθόδους των πολιτικών και των κοινωνικών επιστημών όχι μόνο δεν είναι άξια συζήτησης, παρά αξίζει τη χλεύη μας. Ταυτόχρονα η διατύπωση μιας τέτοιας άποψης δεν τιμά τον επιστήμονα που τη διατυπώνει.

Αναφορικά με τα παραπάνω, αναλογιστείτε μόνον πως αν εγώ ως γλωσσολόγος βγω και σας μιλήσω για τη vis vitalis ή για το φλογιστό δεν θα μπορώ να αξιώνω να πάρετε την άποψή μου στα σοβαρά. Αν λοιπόν ένας πολιτικός μηχανικός θέλει να κάνει γλωσσολογία με ό,τι διαβάσματα τυχαίνει να έχει κάνει και με ό,τι κατεβάσει η πολιά κάρα του, ή αν ένας ειδικός στην πληροφορική θέλει να μας μιλήσει με τον Ρέμπραντ με όρους «μ’ αρέσει / δεν μ’ αρέσει», νομίζω ότι αξίζουν να υποστούν αντίστοιχη μεταχείριση.

Όπως έλεγε και ένας αγαπημένος μου δάσκαλος, χειρότερο από το να νομίζεις ότι εσύ εφηύρες τον τροχό είναι να εφεύρεις τον τετράγωνο τροχό.