10/4/08

Κυπριακά

Το ζήτημα της γλώσσας στην ελληνόφωνη Κύπρο συζητιέται συνήθως είτε με όρους απαξίωσης και κινδυνολογίας, είτε με όρους μουσειακούς.

Συνήθως το ζήτημα αυτό επικεντρώνεται, δικαιολογημένα, στην τοπική διάλεκτο της ελληνικής. Για κάποιους η κυπριακή ελληνική αποτελεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια νοθευμένη και εκφραστικά περιορισμένη ντοπιολαλιά κατάλληλη για βραδύγλωσσους χωρικούς και ανελλήνιστους νεόπλουτους. Γι’ αυτούς, η διάλεκτος δεν προσφέρεται για υψηλόφρονα έκφραση, λογική επιχειρηματολογία και διατύπωση σοβαρών απόψεων. Η κυπριακή ελληνική (πρέπει να) είναι το στίγμα του Κυπραίου.

Για το απέναντι στρατόπεδο τα πράγματα είναι εξίσου υπεραπλουστευμένα, αλλά ακριβώς από την ανάποδη. Στην Κύπρο επιβιώνει ανόθευτη η αρχαία ελληνική γλώσσα, και μάλιστα η ομηρική ελληνική, κληρονομιά της εδώ αποβίβασης των Αχαιών προ χιλιετιών. Πρόκειται για κομμάτι της κληρονομιάς του νησιού, όπως τα αγιογραφημένα παρεκκλήσια του Τροόδους.

Έχει επισημανθεί πάρα πολλές φορές από πάρα πολλούς, γλωσσολόγους και μη, πόσο κωμικά σχηματικές και πόσο βαθιά εσφαλμένες είναι και οι δύο αυτές σκοπιές. Είναι ωστόσο χαρακτηριστικό ότι και οι δύο αυτές παρατάξεις παράγουν κινδυνολογικό λόγο.

Οι πολέμιοι της διαλέκτου θεωρούν τη διάλεκτο ως την ντόπια εκδοχή της θρυλούμενης ‘λεξιπενίας’, ενώ η επιβίωσή της και η (πολύ περιορισμένη) καλλιέργειά της θεωρούνται σημεία αφελληνισμού της Κύπρου και ενδιάμεσο στόχο ανθελληνικών και «νεοκυπριακών» συνωμοσιών: τα κυπριακά ωθούν τον κυπριακό ελληνισμό μακριά από την Ελλάδα.

Στο στρατόπεδο των ‘ομηριστών’, πάλι, επικρατεί η αντίληψη πως η (αρχαία) ελληνική της Κύπρου επιβιώνει µε δυσκολία και μετά βίας και ποιος ξέρει για πόσο ακόμα, στα χέρια (και στο στόμα) μιας άλαλης νεολαίας και μιας νεόπλουτης αγγλοθρεμμένης ελίτ. Η κυπριακή ελληνική, ένα μουσειακό στοιχείο της Παράδοσης, κινδυνεύει από την επέλαση ενός ανελλήνιστου, ανελέητου, παγκοσμιοποιημένου τρόπου ζωής και σκέψης.

Το ζητούμενο και στα δυο στρατόπεδα είναι τελικά και πάντα η υπεράσπιση του ελληνισμού των Ελληνοκυπρίων: είτε δια του κοραϊκού καθαρισμού της γλώσσας τους, κατά το σχήμα «κυπραίικα=τούρκικα/εγγλέζικα», είτε δια της ανάδειξης της γνησιότητας της γλώσσας τους, όπου «κυπριακή=ομηρική». Όσο ευγενές και δημοφιλές κι αν είναι όμως το ζητούμενο αυτό, η προώθησή του με βάση τους παραπάνω όρους ξεκινάει από παρανοήσεις ή και άγνοια γύρω από τρία βασικά θέματα:
  1. τι είναι γλώσσα και τι διάλεκτος – τελικά ζήτημα κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό,
  2. ποια είναι τα λεξιλογικά και γραμματικά χαρακτηριστικά της κυπριακής ελληνικής, μιας ζωντανής γλωσσικής ποικιλίας που αλλού αρχαϊζει κι αλλού νεωτερίζει, όπως όλες,
  3. ποια είναι η πραγματική κοινωνιογλωσσική κατάσταση στην ελληνόφωνη Κύπρο, θέμα για το οποίο υπάρχει εκτενέστατη έρευνα.
Κλείνοντας, μια υπενθύμιση: η κυπριακή θεωρείται «διάλεκτος» της ελληνικής «γλώσσας». Ωστόσο, η «ελληνική» «γλώσσα» αποτελεί με τη σειρά της σύνθεση της μοραΐτικης, της κρητικής, της επτανησιακής και – φυσικά – της καθαρεύουσας. Αυτό το συγκεκριμένο «κράμα» τυγχάνει να είναι η επίσημη και κοινή γλώσσα που ομιλείται και καλλιεργείται στην Ελλάδα, στην Κύπρο και στις ελληνικές παροικίες λόγω ενός ιστορικού «ατυχήματος»: του ότι το ελληνικό κράτος ιδρύθηκε όχι στην Κύπρο, στην Τραπεζούντα ή στη Θεσσαλονίκη αλλά στη Νότια Βαλκανική το 1830 –από όπου και επεκτάθηκε.

[Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Απριλίου 2008 του περιοδικού Άποψη]