20/4/08

Και πάλι για τα κυπριακά

Στις 10 Απριλίου το καινούργιο περιοδικό 'Άποψη' δημοσίευσε ένα αφιέρωμα στην κυπριακή ελληνική, στο οποίο συμμετέχω και εγώ με ένα κείμενο για το πώς αντιλαμβάνονται τη διάλεκτο άσπονδοι εχθροί και φίλοι της. Στο αφιέρωμα φιλοξενήθηκαν διαφορετικές φωνές και οπτικές γωνίες, ενώ συζητήθηκαν πολλά και ενδιαφέροντα θέματα. Δύο από αυτά θα ήθελα να σχολιάσω εδώ, αφού θα μπορούσαν ίσως να γίνουν αφορμή ώστε να ξεκινήσει ένας (εποικοδομητικός, ελπίζω) δημόσιος διάλογος για την κυπριακή ελληνική.

Η ανάδυση της κυπριακής ελληνικής

Η Ιωάννα Χατζηκωστή, η Νίκη Μ. Χριστοδούλου και η συνάδερφος Μαριλένα Καρυολαίμου σκιαγραφούν στα κείμενά τους την ανάδυση της κυπριακής ελληνικής στη δημόσια σφαίρα, θέμα με το οποίο ασχοληθήκαμε κι εδώ επανειλημμένα. Έχουμε δει, για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια τηλεοπτικές σειρές στα κυπριακά που δεν έχουν φολκλορικό περιεχόμενο ή θεματική φαρσοκωμωδίας, παρά πραγματεύονται σοβαρές δραματικές καταστάσεις και διαδραματίζονται στη σύγχρονη κυπριακή πόλη. Όπως επισημαίνει η Καρυολαίμου, με την έκπτωση της καθαρεύουσας, η αυτοπεποίθηση του διαλεκτόφωνου ομιλητή σήμερα είναι σαφώς αυξημένη σε σχέση με τα προτελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα: πολύ περισσότεροι μιλάν τα κυπριακά πολύ περισσότερο και σε περισσότερα περιβάλλοντα και περιστάσεις. Ενδεχομένως (το ξανατονίζω: ενδεχομένως) αυτή η αναγέννηση της διαλέκτου (ή – ορθότερα – η επιβίωση και ανάδυσή της) να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας ελληνοκυπριακής ταυτότητας.

Διάλεκτος και πολλές ταυτότητες

Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Πολλοί απεχθάνονται την ιδέα μιας ελληνοκυπριακής ταυτότητας ξεχωριστής από αυτή του Έλληνα. Έτσι, πολλές φορές πολλοί πολεμούν τη διάλεκτο για να καταστείλουν μια υπό διαμόρφωση ελληνοκυπριακή ταυτότητα. Εμμέσως αυτόν τον κίνδυνο πολιτισμικής αυτονόμησης επικαλείται η Χατζηκωστή, βάζοντας στη συζήτηση την καταλανική (την οποία αστόχως αποκαλεί ‘διάλεκτο’: η καταλανική διαθέτει μακραίωνη ιστορία ενώ υπήρξε επίσημη γλώσσα της Αραγωνίας και γνώρισε μεγάλη ακμή και καλλιέργεια τον 15ο αιώνα). Ωστόσο, ολόκληρη η συλλογιστική αυτή περιέχει ένα σφάλμα: προϋποθέτει ότι μια πιθανή ελληνοκυπριακή ταυτότητα θα ήταν ασυμβίβαστη με την ελληνική ή και ότι θα την αντιστρατευόταν. Αυτό φυσικά δεν εξυπακούεται: υπάρχουν εκατοντάδες παραδείγματα από όλο τον κόσμο κοινοτήτων, μακριά από ζώνες κρίσεων και πολέμων, που αυτοπροσδιορίζονται με βάση δύο και τρεις ταυτότητες. Έτσι, οχτώ αιώνες καθολικισμού δεν έκαναν τους συριανούς και τους τηνιακούς λιγότερο Έλληνες, οι Βαυαροί είναι πρώτα Βαυαροί και μετά Γερμανοί (αλλά πάντα ‘βέροι Γερμανοί’...) – και ούτω καθεξής.

Τα παραπάνω φυσικά θα έχουνε κάποια σημασία όταν και εφόσον τελικά διαμορφωθεί μια αναγνωρίσιμη ελληνοκυπριακή ταυτότητα. Μέχρι τότε τι κάνουμε; Όπως επισημαίνει η Χριστοδούλου, σίγουρα δεν εγκαταλείπουμε τη διάλεκτο (μα δεν μπορούμε, άλλωστε): θα έπρεπε λοιπόν να γίνει η κυπριακή ελληνική μία από τις επίσημες γλώσσες της Κύπρου; Εδώ συναντούμε ακόμα μία παρανόηση. Αλλά ας το δούμε αυτό το θέμα από την αρχή.

Η διδασκαλία και καλλιέργεια της κυπριακής ελληνικής

Η Χριστοδούλου προτείνει, όχι παραλόγως κατά τη γνώμη μου, να διδάσκεται η Κοινή νεοελληνική (τα «καλαμαρίστικα» δηλαδή) στο σύνολό της στο ελληνοκυπριακό σχολείο, να διδάσκεται δηλαδή και η προφορά της καθώς και άλλα στοιχεία της φωνολογίας της. Βεβαίως, ως ξένος στην Κύπρο, ποτέ δεν είχα πρόβλημα να συνεννοηθώ ούτε εδώ ούτε στην Ελλάδα με ελληνοκύπριο που μου μίλαγε στην Κοινή.

Ωστόσο η πρόταση της Χριστοδούλου ανοίγει το θέμα της παράλληλης γλωσσικής διδασκαλίας στα σχολεία των δύο ποικιλιών, όπως συζητήθηκε εκτενώς στο συνέδριο για τη διδιαλεκτική εκπαίδευση προ διετίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Η παιδαγωγική έρευνα υποδεικνύει ότι οι ελληνοκύπριοι θα μπορούσαν να χειριστούν αποτελεσματικότερα και με μεγαλύτερη ευχέρεια την Κοινή εάν τη διδασκόντουσαν συγκριτικά και πλάι-πλάι με τη μητρική τους. Παράλληλα, η διδασκαλία της κυπριακής ελληνικής στα σχολεία θα βοηθούσε και στην καλλιέργειά της αλλά και στην αποτίμηση της πολιτισμικής αξίας της εκ μέρους πολύ περισσότερων Κύπριων. Έτσι, δε χρειάζεται να γίνει κάποια κίνηση για την επιβολή της κυπριακής ως επίσημης γλώσσας, ούτε άλλωστε όλες οι γλωσσικές ποικιλίες που καλλιεργούνται πρέπει σώνει και καλά να αποκτήσουν επίσημο στάτους.

Με άλλα λόγια, η καλλιέργεια και η διδασκαλία της κυπριακής ελληνικής φαίνεται ότι θα βοηθούσαν τον μέσο ελληνοκύπριο στη χρήση της Κοινής και ότι θα ενίσχυαν τη γλωσσική αυτοπεποίθησή του και στις δύο ποικιλίες. Άλλωστε οι τοπικές γλωσσικές ποικιλίες αποτελούν αντικείμενο σχολικής διδασκαλίας και καλλιέργειας σε ολόκληρη την Ευρώπη, από τη Νορβηγία έως τη Γερμανία και την Ισπανία (της οποίας η ενότητα δεν κινδυνεύει από τις γλωσσικές πολιτικές της, αλλά έχει τρωθεί από το φρανκικό παρελθόν της) και από τη Μάλτα μέχρι την Ιρλανδία. Το μόνο που χρειάζεται είναι μια γενναία (και οπωσδήποτε ιστορική) απόφαση του Υπουργείου Παιδείας.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 20ης Απριλίου 2008]