26/4/09

Συντακτικές αποκλίσεις: ποίηση και δημοσιογραφία

Το συντακτικό της ποίησης

Πριν λίγες εβδομάδες είχα τη χαρά να ξανακούσω τη Δήμητρα Θεοφανοπούλου-Κοντού σε μια ομιλία της στο 19ο Διεθνές Συνέδριο Θεωρητικής και Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας στη Θεσσαλονίκη. Λέω ‘ξανακούσω’ επειδή η Θεοφανοπούλου-Κοντού, ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εισηγήτρια της σύγχρονης συντακτικής θεωρίας στην Ελλάδα, δίδαξε γλωσσολογία σε πολυάριθμους γλωσσολόγους και φιλολόγους, ανάμεσα στους οποίους είχε την ευτυχία να συγκαταλέγεται και ο γράφων.

Η ομιλία της Θεοφανοπούλου-Κοντού είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αφού πραγματευόταν τη σχέση καθημερινού και ποιητικού λόγου. Αντίθετα όμως με το πώς προσεγγίζεται το ζήτημα συνήθως, και όπως θα ανέμενε κανείς με βάση την ειδίκευση της δασκάλας μου, η ανακοίνωσή της δεν επικεντρώθηκε σε θέματα λεξιλογίου αλλά σε θέματα δομής της πρότασης: στη συντακτική πλευρά του θέματος. Το συμπέρασμά της, βασισμένο σε ένα σώμα ποιητικών κειμένων του Οδυσσέα Ελύτη, του Μίλτου Σαχτούρη και άλλων νεοελλήνων ποιητών, είναι ότι από πλευράς δομής της πρότασης, η ποίηση μπορεί να φτάσει στα όριά τους τις δυνατότητες του γλωσσικού συστήματος και τις δομές που η νοητική γραμματική επιτρέπει, ωστόσο δεν τις παραβιάζει (σχεδόν) ποτέ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σύνταξη παραμένει αυτή που είναι, η γνωστή, ακόμα και σε μορφές ποίησης στις οποίες οι λέξεις ξεχαρβαλώνονται και όπου συναρμολογούνται νέες λέξεις εκ νέου με βάση τα δομικά συστατικά της γλώσσας. Θυμηθείτε π.χ. μια ακραία περίπτωση, το υπερλεξιστικό ποίημα του Λαπαθιώτη ‘Βάο Γάο Δάο’: «Ζινώντας αποβίδονο σαβίνι / κι απονιβώντας ερομιδαλιό […]».

Πέρα από την ποίηση;

Φυσικά, ακόμα κι όταν γνωρίζουμε τα όρια του συντακτικού μηχανισμού (της εκάστοτε γλώσσας) και τον έχουμε μελετήσει και κατανοήσει σε βάθος, μας επιφυλάσσονται εκπλήξεις. Ο φιλόλογος Χριστόδουλος Τζιονής, του οποίου η στήλη Γλωσσοσκόπιο μοιράζεται την ίδια σελίδα με αυτήν εδώ, επισήμανε πριν τρεις εβδομάδες (στο φύλλο της 5ης Απριλίου) κάποιες πολύ τρανταχτές παραβιάσεις συντακτικών περιορισμών, οι οποίες μάλιστα δεν προέρχονται από την ποίηση αλλά από τον κυπριακό ημερήσιο Τύπο. Έτσι, ο κ. Τζιονής εντοπίζει προτάσεις όπως ‘η σύλληψη (αντί για ‘τη σύλληψη’) ακολούθησε θύελλα αντιδράσεων’ και ‘η παροχή οικονομικής στήριξης (αντί για ‘την παροχή οικονομικής στήριξης’) συζήτησε ο Υπουργός Γεωργίας’. Για περισσότερες λεπτομέρειες, ο αναγνώστης παραπέμπεται στο Γλωσσοσκόπιο της 5ης Απριλίου.

Γιατί;

Βεβαίως ως γλωσσολόγοι προσπαθούμε να είμαστε περισσότερο φιλοπερίεργοι παρά επικριτικοί (όπως έγραφα στις 2 Νοεμβρίου, παραθέτοντας τον συνάδερφο Mark Liberman). Πριν αναθεματίσουμε λοιπόν το λάθος, που δε φαίνεται να είναι απλό lapsus ή ενέργεια του λεγόμενου δαίμονα του τυπογραφείου, πρέπει να το εξηγήσουμε και ίσως και να το ερμηνεύσουμε.

Γιατί λοιπόν να βάλει κάποιος το αντικείμενο σε ονομαστική (‘σύλληψη’ και ‘στήριξη’), κάτι που φαντάζει χονδροειδές και τερατώδες λάθος; Η απάντηση βρίσκεται σε δύο στοιχεία: Πρώτον, το αντικείμενο δεν απαντά στην κανονική του θέση μετά το ρήμα. Δεύτερον, ο συντάκτης είναι πιθανότατα ομιλητής και της κυπριακής ελληνικής. Εξηγούμαι:

Στην αριστερή άκρη της πρότασης

Επειδή το θέμα είναι δαιδαλώδες, ας πούμε απλώς ότι στα ελληνικά μπορούμε να προτάξουμε αντικείμενα, να τα μετακινήσουμε στην αριστερή άκρη της πρότασης, είτε για λόγους έμφασης (π.χ. ‘ΜΠΑΝΑΝΕΣ είπα να πάρεις, όχι ανανά!’), είτε (σπανιότερα) επειδή πρόκειται για ήδη γνωστή πληροφορία (π.χ. μιλώντας για κάποια δικαστική απόφαση: ‘την απόφαση σχολίασε η κυρία Χ…’ κτλ.). Και οι δύο προτάσεις που αναφέρει ο κ. Τζιονής εμπίπτουν στη δεύτερη περίπτωση.

Τώρα, από τη συντακτική θεωρία και έρευνα γνωρίζουμε ότι αυτά τα ‘εκτοπισμένα’ αντικείμενα διακρίνονται από μια σειρά ιδιομορφίες, οι οποίες μάλιστα είναι πολύπλευρες και διαφέρουν από διάλεκτο σε διάλεκτο. Στην περίπτωσή μας, η κυπριακή ελληνική επιτρέπει να έχουμε εκτοπισμένα αντικείμενα στην αριστερή άκρη της πρότασης σε ονομαστική, ιδίως αν έπεται μια μικρή παύση: ‘η σύλληψη [παύση] ακολούθησε θύελλα αντιδράσεων’. Αυτή νομίζω ότι είναι η πηγή των δύο επίμαχων διατυπώσεων. Ωστόσο, εκτοπισμένα αντικείμενα σε ονομαστική είναι αντιγραμματικά στην Κοινή Νεοελληνική, την οποία χρησιμοποιούμε όταν γράφουμε στον Τύπο.

Φιλόλογοι και γλωσσολόγοι

Βλέπουμε και πάλι ότι πολλές φορές η μητρική μας διάλεκτος, ιδίως όταν διαφέρει ανεπαίσθητα από την κοινή, τυποποιημένη γλώσσα, μας οδηγεί να εκφραζόμαστε αδόκιμα. Θυμηθείτε λ.χ. τις δικές μου δυσκολίες με κάποιες προστακτικές, όπως τις κατέγραψα στο άρθρο της 14ης Δεκεμβρίου.

Σε κάθε περίπτωση, ο φιλόλογος επισημαίνει τους αδόκιμους τύπους και κάποτε τους εκθειάζει, εάν δημιουργούν αισθητικό αποτέλεσμα, όπως στην ποίηση. Ο γλωσσολόγος όμως καλείται πάντοτε να τους κατανοήσει και να τους εξηγήσει.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 26ης Απριλίου 2009]

5/4/09

Έχουνε χιούμορ οι γλωσσολόγοι;

Γλωσσικοί μύθοι

Το σημερινό κείμενο αφορμάται από την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου ‘Αρχαιολατρία και Γλώσσα’ του λεξικογράφου Βασίλη Αργυρόπουλου. Ανάμεσα σε άλλα, το βιβλίο πραγματεύεται το διαρκές πρόβλημα των γλωσσικών μύθων, καθώς και την ανάγκη που πολλοί φαίνεται να έχουν να αποδίδουν στην ελληνική γλώσσα μεταφυσικές και μαντικές ιδιότητες. Ο Αργυρόπουλος επιχειρηματολογεί επίσης εναντίον όσων αυθαίρετα ανακηρύσσουν την ελληνική την αρχαιότερη γλώσσα της ανθρωπότητας και μητέρα-γλώσσα πολλών άλλων γλωσσών – ή και όλων τους.

Παγκόσμιες επιστημονικές συνωμοσίες

Είναι πολύ διαδεδομένη η αντίληψη ότι οι επιστήμονες συνεργούν με την εξουσία για να κρύψουν συγκλονιστικές αλήθειες από τον κόσμο: την υποτιθέμενη ύπαρξη εξωγήινων, το ένα θρυλικό φάρμακο που θεραπεύει όλους τους καρκίνους, τα καταποντισμένα ερείπια της μυθικής Ατλαντίδας, τη δυνατότητα τηλεμεταφοράς με τα λεγόμενα κύματα Τέσλα ήδη από το 1943 – και ούτω καθεξής. Παραδόξως, στην Ελλάδα η κατηγορία της συγκάλυψης και της συμπαιγνίας με την εξουσία προσάπτεται και στους γλωσσολόγους. Υποτίθεται λ.χ. ότι οι γλωσσολόγοι προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο ότι η ελληνική είναι μία ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και όχι η μητέρα των ινδοευρωπαϊκών (και άλλων) γλωσσών. Λέω ‘παραδόξως’ για δύο κυρίως λόγους:

Πρώτον, οι γλωσσολόγοι συνήθως έχουνε μηδενική ή επιδερμική σχέση με την εξουσία. Ελάχιστοι γλωσσολόγοι εργοδοτούνται π.χ. από μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες ενδιαφέρονται κυρίως για μεθόδους κωδικοποίησης και γλωσσομαθείς ωτακουστές. Επιπλέον, δείτε πώς η εξουσία αγνοεί ιταμά και συστηματικά τις γλωσσικές επιστήμες όταν σχεδιάζονται γλωσσικές πολιτικές ή όταν εκπρόσωποί της εκφέρουν φαιδρές απόψεις περί γλώσσας. Αυτό και μόνο αρκεί για να κατανοήσει κανείς τι είδους σχέσεις θα είχαμε οι γλωσσολόγοι με οποιουδήποτε τύπου παγκόσμιες κυβερνήσεις και θρυλούμενα μυστικά κονκλάβια υπό τον Χένρυ Κίσσιντζερ και με τη συμμετοχή της Βασίλισσας της Ολλανδίας…

Δεύτερον, ενώ τα δεδομένα που θα αποδείκνυαν την ύπαρξη εξωγήινων και της Ατλαντίδας ή το φάρμακο του καρκίνου και τη δυνατότητα τηλεμεταφοράς μπορούν ίσως να αποσιωπηθούν και να αποκρυβούν, οι συνωμοσίες περί τη γλώσσα είναι αδύνατες αφού τα δεδομένα της γλωσσολογίας βρίσκονται στις βιβλιοθήκες του κόσμου και – κυρίως – στα στόματα και στα μυαλά ομιλητών. Πώς θα μπορούσε να αποσιωπηθεί η «σκευωρία της ινδοευρωπαϊκής» και η «κρατυλική νοηματικότητα της ελληνικής»; Σε ποια αποθήκη και ποιο μυστικό εργαστήριο μπορούμε να αποθηκεύσουμε μυστικά τη λιθουανική γλώσσα (με τις συναρπαστικές ομοιότητές της με τη μακρινή της και αρχαιότερή της σανσκριτική); Πόσο συστηματικά μπορούμε να αφανίσουμε όλα τα αρχαιολογικά δεδομένα για την τοχαρική γλώσσα (συγγενική με τα ελληνικά και τα λατινικά – αν και μιλιόταν στο κινεζικό Τουρκεστάν, στο Σινκιάνγκ); Οι ελληνικές λέξεις δεν είναι έγκλειστες στις μυστικές φυλακές της CIA: πώς μας ξέφυγαν επί τόσους αιώνες οι κρατυλικές ή οι μυστικές σημασίες τους;

Οι γλωσσολόγοι τι λένε;

Πολλοί συνάδερφοι βλέπουν αυτές τις απόψεις με χιούμορ και αποστασιοποίηση. Μία καλή συνάδερφος δίνει στους φοιτητές της βιβλία των μυθογλωσσολόγων, λ.χ. εκείνο που μιλάει για την ελληνική καταγωγή των τζότζιλ (της γλώσσας των Μάγια) και των ναχουάτλ (της γλώσσας των Ίνκα), και τους ζητάει να αξιολογήσουν απροκατάληπτα τη μέθοδο των ετυμολογήσεων που παρατίθενται εκεί. Ωστόσο, οι περισσότεροι από εμάς τους γλωσσολόγους απλώς αγνοούμε όλο αυτό το κίνημα εναντίον της γλωσσολογίας, περίπου όπως πολλοί γιατροί αγνοούν τους τσαρλατάνους που πουλάνε ελπίδα στους δυστυχισμένους.

Ε, και;

Βεβαίως τα γλωσσικά ληρήματα και η επίθεση εναντίον των γλωσσικών επιστημών δεν πρόκειται να βλάψουν την υγεία κανενός, σε αντίθεση με τη φραπελιά. Ωστόσο, ο πόλεμος κατά της επιστήμης και η διάδοση ψευδοεπιστημονικών ή αντιεπιστημονικών μύθων είναι επικίνδυνος κοινωνικά και πολιτικά. Θυμηθείτε την αδιάσειστη επιστημονικότητα του μαρξισμού-λενινισμού, την απολυταρχία του Λυσένκο που στραγγάλισε τη σοβιετική βιολογία, την ανθρωπολογική ανωτερότητα της λευκής ή της άριας φυλής, την παρανάγνωση του δαρβινισμού που κατέστησε τη φυσική επιλογή κοινωνιολογικό και πολιτικό επιχείρημα, την μπιχεβιοριστική αξίωση να ξεριζώσουμε το έγκλημα (και την ομοφυλοφιλία ή τον κομμουνισμό) δια της πλύσης εγκεφάλου – και ούτω καθεξής.

Στην περίπτωσή μας, η εδραίωση αντιλήψεων περί ανωτερότητας, παναρχαιότητας και τελειότητας της ελληνικής γλώσσας σε συνδυασμό με τη συκοφάντηση της γλωσσικής επιστήμης και την καλλιέργεια καχυποψίας απέναντί της θα μπορούσε να αναδυθεί μέχρι τη σφαίρα της λήψης αποφάσεων σε θέματα γλωσσικής, κοινωνικής και εκπαιδευτικής πολιτικής.

Ίσως λοιπόν χρειάζεται να δείξουμε λιγότερο χιούμορ.

Ευχαριστώ πολύ τον Γιώργο Σεργάκη για την πολύτιμη συμβολή του και τα σχόλιά του.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 5ης Απριλίου 2009]