Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα κυπριακή. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα κυπριακή. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5/3/26

Ο Φοίβος Παναγιωτίδης για την επιστήμη, το TikTok και την εποχή του «χαμού»

Συνέντευξη στη Γαβριέλλα Δαυίδ που δημοσιεύτηκε στο Business Status Blog.

1. Γιατί απαιτούμε από κάθε επιστήμη άμεση χρησιμότητα; Και μήπως αυτή η απαίτηση λέει περισσότερα για το σύστημα που ζούμε παρά για την ίδια την επιστήμη;

Η ερώτησή σου περιέχει εν μέρει την απάντηση. 


Το ενδιαφέρον πάντως είναι ότι ενώ το κίνητρο της επιστήμης είναι πολλές φορές η περιέργεια, ακόμα και η θεωρητική έρευνα καταλήγει τελικά να φανεί πάρα πολύ χρήσιμη — με τρόπους που μόνο πολύ αργότερα μπορούμε να καταλάβουμε. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι εξισώσεις του Μάξουελ, που στην εποχή τους αντιμετωπίστηκαν ως μία διανοητική άσκηση και οι οποίες ωστόσο περιγράφουν τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα, χωρίς την κατανόηση των οποίων ο σύγχρονος τεχνικός πολιτισμός είναι αδιανόητος.


2. Γιατί αλλάζουμε γλωσσικό ύφος ανάλογα με το πλαίσιο; Και γιατί το «καλαμάρισμα» μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό σε ένα επίσημο περιβάλλον αλλά αστείο ή ειρωνικό μεταξύ Κυπρίων;


Αυτή την ερώτηση θα την απαντούσαν καλύτερα συνάδελφοι και συναδέλφισσες που κάνουν Κοινωνιογλωσσολογία. Σε γενικές γραμμές, σε κάθε γλώσσα οι ομιλήτριες και ομιλητές παίζουν με διαφορετικά επίπεδα χρήσης, δηλαδή με διαφορετικά λεξιλόγια και διαφορετικές γραμματικές επιλογές, ανάλογα με το σε ποιον απευθύνονται, τι θέλουν να πούνε και ποια είναι η κοινωνική περίσταση. Στην περίπτωση της Κύπρου, οι Ελληνοκύπριοι και Ελληνοκύπριες έχουν στη διάθεσή τους περισσότερα επίπεδα χρήσης, αυτά τα οποία τους παρέχει η κυπριακή ελληνική. Συνεπώς έχουν τη δυνατότητα να παίξουν περισσότερο με τον τρόπο που απευθύνονται στους άλλους.


3. Αν έπρεπε να διαλέξεις μία μόνο λέξη που περιγράφει αυτό που συμβαίνει σήμερα στην κοινωνία μας, ποια θα ήταν και γιατί;


Χαμός. Και με την καλή έννοια αλλά και με την πολύ πολύ κακή έννοια.


4. Για τους αναγνώστες μας που δεν τα έχουν ακόμη διαβάσει: τρία επίθετα για το Μίλα μου για γλώσσα, τρία για το Νόηση και φωνή και τρία για το Μέσα από τις λέξεις. Πώς θα τα χαρακτήριζες;


Σαν τις περιγραφές στο Νέτφλιξ! Χμμμ


Μίλα μου για γλώσσα: παιχνιδιάρικο, πολυθεματικό, παρεΐστικο

Μέσα από τις λέξεις: αποκαλυπτικό, απρόσμενο, φιλικό

Μεταξύ νόησης και φωνής: συστηματικό, προσιτό, χρήσιμο


5. Ποιο βιβλίο σε συγκίνησε περισσότερο όταν το έγραφες — κάτι που σου φάνηκε «όμορφο» ή «βαθύ» με έναν τρόπο που δεν θα περίμενες;


Ωραία ερώτηση. Με συγκίνησε πραγματικά η διαδικασία συγγραφής του Μεταξύ νόησης και φωνής, ακριβώς επειδή βασίζεται σε διαδικτυακό μάθημα και έπρεπε να μεταπλαστεί σε μία συστηματική, οργανωμένη αλλά και προσιτή εισαγωγή στη θεωρητική γλωσσολογία, κάτι που δεν ήταν εύκολο. Επίσης ήταν πολύ ωραίο που το συγκεκριμένο βιβλίο γράφτηκε σε συνεργασία με έναν λαμπρό διδακτορικό φοιτητή, τον Δημήτρη Κοτοπούλη, και συνεπώς υπήρχε δυνατότητα να δούμε μαζί τι πρέπει να πω και τι δεν πρέπει να πω και πώς πρέπει να πω αυτά που πρέπει να πω…


6. Φοίβο, δηλώνω φαν του TikTok σου — καθαρά επιμορφωτικό περιεχόμενο, με ένα μοντέρνο μέσο διάδοσης γνώσης.Ποιο θέμα από τα βίντεό σου προκάλεσε την πιο έντονη αντίδραση — και τι σε εξέπληξε στα σχόλια; Είναι πιο δύσκολο να μιλήσεις για γλωσσολογία σε 60 δευτερόλεπτα απ’ ό,τι σε ένα αμφιθέατρο;


Είναι πάρα πολύ δύσκολο γιατί απευθύνεσαι σε κανονικούς ανθρώπους (συνήθως, έτσι; ) που ίσως δεν ξέρουν καν τι είναι γλωσσολογία και βέβαια πρέπει να εξηγήσεις σύντομα πολύ σημαντικά και πολύπλοκα προβλήματα, που ίσως να μη μοιάζουν καν προβλήματα, χωρίς όμως να μπορείς να χρησιμοποιήσεις ορολογία και χωρίς να περιμένεις ότι το κοινό σου στο τικ τοκ καταλαβαίνει τις μεθόδους ή έστω κάποια βασικά πράγματα για τη γλώσσα και τη γλωσσολογία. Remember to like and subscribe.

1/6/24

Η Γλώσσα μάς κάνει ανθρώπους


Ο κ. Παναγιωτίδης είναι συγγραφέας των μονογραφιών Categorial Features (2015) και Pronouns, Clitics and Empty Nouns (2002), έχει επίσης δημοσιεύσει πλήθος άρθρων σε διεθνή περιοδικά και σε συλλογικούς τόμους.

Έχει παρουσιάσει πάνω από 210 ανακοινώσεις και ομιλίες σε μια ευρεία γκάμμα θεμάτων που εκτείνεται από ζητήματα δομής της νοητικής γραμματικής, γραμματικών χαρακτηριστικών και ανάλυσης της ονοματικής φράσης μέχρι τη γλωσσική κατάκτηση, τη διαλεκτολογία και τη γλωσσική πολιτική.

Το εκλαϊκευτικό βιβλίο του «Μίλα μου για γλώσσα» εκδόθηκε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το 2013. Τον Φεβρουάριο του 2018 προσέφερε το ανοιχτό μάθημα «Τι είναι γλώσσα; Από τη νόηση στη φωνή» μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας Mathesis. Tο 2021 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Μέσα από τις λέξεις» από τις Εκδόσεις του 21ου. Πρόσφατα από τις Εκδόσεις Νήσος κυκλοφόρησε η εισαγωγή του στη γλωσσική θεωρία με τίτλο «Μεταξύ νόησης και φωνής».

1. Γιατί μας νοιάζει τόσο πολύ το πώς μιλάμε; Μήπως τελικά το κάνουμε μεγάλο θέμα;

Η γλώσσα αποτελεί ανθρώπινη ιδιομορφία κι ανθρώπινο προνόμιο, με τον τρόπο που η ύφανση ιστών είναι προνόμιο των αραχνών, το ραντάρ υπερήχων των νυχτερίδων και η χρησιμότατη προβοσκίδα είναι προνόμιο των ελεφάντων. Μπορούμε να πούμε ότι η γλώσσα χαρακτηρίζει το ανθρώπινο είδος όπως οι προβοσκίδες τους ελέφαντες και η ύφανση ιστών τις αράχνες.
Εκ των πραγμάτων λοιπόν η γλώσσα αφορά περισσότερο κόσμο απ’ ό,τι λ.χ. η νομική επιστήμη, αφού όλοι οι άνθρωποι διαθέτουμε γλώσσα, ομιλούμενη ή νοηματική, ενώ πάλι η ερμηνεία των νόμων ενδεχομένως να μην απασχολεί κάποιους από εμάς – δεν ξέρω πόσους. Είναι αναπόφευκτο ότι όλοι λοιπόν θα έχουν απόψεις και γνώμες για τη γλώσσα, όπως λ.χ. όλοι οι ελέφαντες θα είχαν άποψη για την προβοσκίδα, αν είχαν οι ελέφαντες απόψεις. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ακόμα πιο θαρραλέα ότι η γλώσσα είναι ακριβώς αυτό που μας κάνει ανθρώπους – και πάλι με τον τρόπο που ίσως ο ηχοεντοπισμός κάνει τις νυχτερίδες να είναι νυχτερίδες.

Η μέριμνα λοιπόν για τη γλώσσα δεν περιορίζεται μόνο σε αυτούς που δουλεύουν με τη γλώσσα, π.χ. φιλολόγους, συντάκτες, ποιητές, μεταφραστές, επιμελητές, κτλ. – κι αυτό είναι παραπάνω από αναμενόμενο. Θέλοντας και μη, μας αφορά όλες κι όλους η γλώσσα – και φαίνεται ακόμα και στην καθημερινή ζωή μας.

2. Τι σημαίνει μιλάω σωστά ελληνικά; Τα κυπριακά είναι γλώσσα ή διάλεκτος; Ποια είναι η διαφορά γλώσσας και διαλέκτου;

«Μιλάω σωστά ελληνικά» συνήθως πάει να πει ότι χρησιμοποιώ την πρότυπη γλώσσα, τη γλωσσική ποικιλία που η κοινωνία θεωρεί την ενδεδειγμένη για δημόσια έκφραση και επικοινωνία. Μάλιστα συνήθως η εντύπωση ότι κάποιος μιλάει σωστά μια γλώσσα δημιουργείται μόνο και μόνο επειδή μιλάει στην πρότυπη γλωσσική ποικιλία, στην ποικιλία που διαθέτει κύρος. Απεναντίας, αρκετές αντιδράσεις μας απέναντι σε «άθλια» ή «λάθος» ελληνικά πυροδοτούνται κυρίως από τη χρήση στοιχείων μιας στιγματισμένης γλωσσικής ποικιλίας, και μάλιστα μιας ποικιλίας ταυτισμένης με μια κοινωνική ομάδα που διακρίνεται για το χαμηλό κοινωνικό ή οικονομικό της στάτους. Γι’ αυτά τα ζητήματα έχουν πολλά και διαφωτιστικά να μας πουν οι κοινωνιογλωσσολόγοι.

Η κυπριακή ελληνική είναι διάλεκτος, ως γνωστόν. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για παραλλαγή της ελληνικής που λ.χ. μιλάω εγώ, αν και βεβαίως οι δυο ποικιλίες συγγενεύουν πάρα πάρα πολύ. Επίσης «διάλεκτος» δεν σημαίνει ελλιπής ή κολοβή γλωσσική ποικιλία: κάθε γλωσσική ποικιλία έχει τη δική της γραμματική και το δικό της λεξιλόγιο. Αυτά τα θέματα τα έχουν επιλύσει οι γλωσσικές επιστήμες εδώ και δεκαετίες.

Ακριβώς γι΄αυτό, η ειδοποιός διαφορά μεταξύ γλώσσας και διαλέκτου δεν είναι γραμματική ή λεξιλογική. Ο διαχωρισμός μεταξύ γλώσσας και διαλέκτου προέρχεται έξω από το γλωσσικό φαινόμενο: συνεπώς δεν υφίστανται γραμματικά ή λεξιλογικά κριτήρια για να «μετρήσουμε» τη διαφορά μεταξύ γλώσσας και διαλέκτου. Δεν ισχύει λοιπόν ότι, ξέρω ’γω, μικρές γραμματικές και λεξιλογικές διαφορές συνιστούν διαλεκτική διαφοροποίηση, ενώ μεγάλες γραμματικές και λεξιλογικές διαφορές συνιστούν γλωσσική διαφοροποίηση.

Το αν μια γλωσσική ποικιλία χαρακτηρίζεται έξωθεν ως γλώσσα ή ως διάλεκτος αποτελεί τελικά ζήτημα κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό. Αν μια κοινότητα Α (ή, όσοι τέλος πάντων την εκπροσωπούν) δεν θέλει να αποσυνδεθεί από την κοινότητα Β, θα αξιώνει ότι, ναι, μιλάει μια διάλεκτο της γλώσσας που μιλάει η κοινότητα Β – αρκεί οι δυο ποικιλίες (της κοινότητας Α και της κοινότητας Β) να έχουν κάποια ομοιότητα ή ιστορική συγγένεια: αυτή είναι η περίπτωση της κυπριακής ελληνικής. Το αντίστροφο συμβαίνει όταν ντόπιες ποικιλίες ανακηρύσσονται ή αναγνωρίζονται ως γλώσσες: η κοινότητα Α θέλει να χειραφετηθεί από την κοινότητα Β και αξιώνει πως η γλωσσική της ποικιλία είναι γλώσσα και όχι διάλεκτος της γλώσσας της κοινότητας Β — όπως έγινε στη Νορβηγία και στη δυτική Βαλκανική.

3. Έγινε τελικά ποτέ η ελληνική γλώσσα παγκόσμια/οικουμενική;

Βεβαίως, στην ανατολική Μεσόγειο, από την ελληνιστική εποχή μέχρι και τον 15ο αιώνα – οι ιστορικοί γλωσσολόγοι και οι ιστορικοί μας τα έχουν τεκμηριωμένα αυτά. Και τότε όμως η ελληνική ήταν διεθνής γλώσσα με υψηλό μεν κύρος αλλά ενταγμένη μέσα σε ένα περιβάλλον πολυγλωσσίας. Σε καμία περίπτωση δεν είχε εξελληνιστεί μονόγλωσσα όλη η περιοχή εκείνη του κόσμου όπου ομιλούνταν τα ελληνικά. Η κατάσταση θύμιζε λίγο τον ρόλο και τη χρήση της αγγλικής σήμερα.

4. Ζούμε σε μια εποχή όπου η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων είναι συχνά γραπτή (με sms, μηνύματα στα ΜΚΔ) και σχεδόν συνθηματική. Λίγες λέξεις, πολλά εικονίδια και συντομογραφίες. Πόσο ζημιά γίνεται με αυτήν την πρακτική που τόσο πρόθυμα υιοθετήσαμε;

Είναι μάλλον κουραστική η εμμονή των κοινωνιών της γραφής να συζητούν τη γλώσσα και τις εξελίξεις γύρω από τη γλώσσα με όρους κινδύνου και επικείμενων αφανισμών – στην πραγματικότητα οι κοινωνίες αυτές φοβούνται ότι τα κείμενά τους δεν θα τα καταλαβαίνουν οι επόμενες γενιές και θα τα ξεχάσουν. Αυτή η φοβική τάση ξεκίνησε από την αρχαία Αίγυπτο ενδεχομένως· πάντως έχουμε τον ηθικό πανικό στον Φαίδρο του Πλάτωνα ότι η γραφή θα καταστήσει τους ανθρώπους δοκησίσοφους και άρα αντικοινωνικούς, ενώ θα βλάψει την ικανότητά τους να απομνημονεύουν – κάτι μας θυμίζουν όλα αυτά...

Όσον αφορά την ερώτησή σας, αντιλαμβάνομαι πως οι επί δεκαετίες εκτενής χρήση του τηλεγραφήματος ως γρήγορου μέσου επικοινωνίας, όπου πλήρωνες με τη λέξη κι έπρεπε να είσαι λακωνικότατος, δεν έκανε ζημιά στη γλώσσα. Ακόμα παλιότερα, τίποτε δεν άλλαξε στα ελληνικά εξαιτίας της αντιγραφής βιβλίων με το χέρι, στα οποία οι αντιγραφείς χρησιμοποιούσαν αναρίθμητες συντομογραφίες για να μη γράφουν ξανά και ξανά τις ίδιες λέξεις ολόκληρες (π.χ. XPC αντί για «Χριστός» κ.τ.λ.). Γενικά, οι γλώσσες δεν αλλάζουν επειδή αλλάζουν κάποιες συμβάσεις στο πώς γράφονται. Πέραν τούτου, η γραφή ανέκαθεν συμβάδιζε με την εικονογράφηση.

Κάτι πιο ενδιαφέρον είναι ότι με τις νέες τεχνολογίες, ολοένα και περισσότερος κόσμος μπαίνει στη διαδικασία να γράφει: μηνύματα και αναρτήσεις στα ΜΚΔ, ενώ πιο πρόσφατα γράφει και περιγραφικά κείμενα για εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης που συνθέτουν εικόνες ή βίντεο… Σκεφτείτε ας πούμε ότι αυτό συμβαίνει σε αντίθεση με τη δική μου γενιά, όταν μπορούσε κανείς να επικοινωνεί αποκλειστικά με το τηλέφωνο και να αποφύγει εντελώς τη γραπτή έκφραση, αν ήθελε. Κάτι τέτοιο είναι πια είναι σχεδόν ακατόρθωτο.

5. Γιατί μας δυσκολεύουν οι ξένες γλώσσες;

Γιατί δεν είμαστε νήπια, είναι η σύντομη απάντηση. Τα νήπια υπερέχουν ξεκάθαρα στην κατάκτηση της γλώσσας. Αυτό είναι όντως παράδοξο, αφού οι ενήλικες είμαστε καλύτεροι από τα νήπια σε όλες σχεδόν τις δεξιότητες: από το να ντυνόμαστε, να πλενόμαστε και να τρώμε μόνοι μας μέχρι την κριτική και την αναλογική σκέψη, την απομνημόνευση, τα ομαδικά παιχνίδια, την κοινωνική συμπεριφορά κτλ.

Επίσης είναι ενδιαφέρον το πώς τα παιδιά κατακτούν τη μητρική τους γλώσσα (ή τις μητρικές τους γλώσσες) μέσα στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, ενώ καλά καλά δεν καταφέρνουν να δέσουν τα κορδόνια τους: όντως τα παιδιά αναπτύσσουν από μόνα τους και χωρίς διδασκαλία τέλεια γλωσσική ικανότητα, κατακτούν δηλαδή τους γραμματικούς κανόνες της μητρικής τους γλώσσας. Αντίθετα, ελάχιστα παιδάκια στην ίδια ηλικία εφαρμόζουν τον κανόνα του οφσάιντ ή του ροκέ στο σκάκι, ή την μπλόφα στα χαρτοπαίγνια.

Από την άλλη μεριά, οι ενήλικες που προσπαθούμε να μάθουμε γλώσσες παιδευόμαστε για πολλά χρόνια με ασκήσεις και μελέτη και κάθε λογής συστηματική παρουσίαση δεδομένων και κανόνων κτλ. Το αποτέλεσμα όμως όλης αυτής της προσπάθειας παραμένει ατελές: οι ενήλικες ποτέ δεν πιάνουμε το επίπεδο γλωσσικής ικανότητας των φυσικών ομιλητών, όσων δηλαδή κατακτούν μια γλώσσα από τη βρεφική τους ηλικία.

Η επιστημονική έρευνα συγκλίνει στο ότι τα ανθρώπινα όντα, από τη γέννησή τους και (πάνω- κάτω) μέχρι το πέμπτο έτος της ηλικίας τους, έχουν ενεργή τη βιολογική προδιάθεση να αναπτύξουν γλώσσα, η οποία σιγά-σιγά υποχωρεί για να ατονήσει μέχρι την εφηβεία. Στην περίοδο αυτή, που ονομάζεται κρίσιμη περίοδος, το παιδί θα απορροφήσει σαν σφουγγάρι όποια γλώσσα (ή όποιες γλώσσες) τυχαίνει να μιλιέται ή να νοηματίζεται γύρω του, χωρίς να χρειάζεται διδασκαλία ή ειδική εξάσκηση.

Η γλωσσική μας ικανότητα αποκρυσταλλώνεται λοιπόν ως μία ή περισσότερες μητρικές γλώσσες μέχρι το πέρας της κρίσιμης περιόδου. Μετά την ηλικία εκείνη, η γλωσσική ανάπτυξη, δηλαδή η εκμάθηση μιας «ξένης» γλώσσας, παίρνει ποιοτικά διαφορετικό χαρακτήρα και γίνεται και δυσκολότερη και με ατελή αποτελέσματα. Με αυτά τα ζητήματα καταπιάνονται οι γλωσσολόγοι που ασχολούνται με τη γλωσσική κατάκτηση και ανάπτυξη. Εγώ, αν και θεωρητικός γλωσσολόγος, συζητάω το ζήτημα με λεπτομέρειες στο δεύτερο κεφάλαιο του Μεταξύ νόησης και φωνής.

6. Τι ακριβώς λοιπόν είναι η θεωρητική γλωσσολογία;

Η θεωρητική γλωσσολογία μελετάει τη γλώσσα καθαυτή, ως φαινόμενο, και έχει αποστολή να την περιγράψει και να την ερμηνεύσει. Η θεωρητική γλωσσολογία ρωτάει τι είναι γλώσσα και πώς λειτουργεί. Από αυτή την άποψη, η θεωρητική γλωσσολογία πρέπει πρώτα πρώτα να ορίσει τη γλώσσα με ακρίβεια κι αυστηρότητα και να την ξεχωρίσει π.χ. από τον λόγο.

Γλώσσα είναι οι λέξεις και οι κανόνες της νοητικής γραμματικής, το γλωσσικό σύστημα, ενώ λόγος είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη γλώσσα για να υπηρετήσουμε τη σκέψη, ταυτόχρονα εκφράζοντάς την και διαμορφώνοντάς την. Λόγος είναι η χρήση της γλώσσας στην υπηρεσία του νοήματος: η παραγωγή γραπτών και προφορικών κειμένων τελικά.

Αντικείμενο της θεωρητικής γλωσσολογίας είναι λοιπόν η γλώσσα, που αμιγώς μελετάει την ικανότητα του ανθρώπου για γλώσσα. Από αυτή την άποψη η θεωρητική γλωσσολογία βρίσκεται στην καρδιά των γλωσσικών επιστημών: πρέπει να ξέρουμε τι είναι γλώσσα και πώς λειτουργεί προτού προσπαθήσουμε να καταλάβουμε π.χ πώς η γλώσσα αλλάζει με τον χρόνο (ιστορική γλωσσολογία) ή πώς διαμορφώνεται από την κοινωνία και διαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις (κοινωνιογλωσσολογία) ή πώς αλληλεπιδρά με την υπόλοιπη νόηση (ψυχογλωσσολογία και γνωσιακές επιστήμες) – και ούτω καθεξής.

7. Γιατί πριν είπατε ότι η γλώσσα είναι ανθρώπινο προνόμιο κι ανθρώπινη ιδιομορφία; Πείτε μας λίγο περισσότερα.

Συστήματα επικοινωνίας έχουν όλοι μα όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί, από τα βακτήρια και τους μύκητες μέχρι τα δελφίνια και τους χιμπατζήδες. Γλώσσα όμως έχουμε μόνον οι άνθρωποι. Άρα γλώσσα δεν είναι η επικοινωνία και σίγουρα η επικοινωνία δεν περιορίζεται στη γλωσσική επικοινωνία: όσοι κι όσες έχουμε χρησιμοποιήσει εμότζι ή απλώς έχουμε χειρονομήσει  θυμωμένοι το ξέρουμε καλά.

Επίσης η γλώσσα δεν ταυτίζεται με τη συμβολική σκέψη. Για παράδειγμα, το ότι ο πράσινος σταυρός σημαίνει φαρμακείο δεν έχει τίποτα να κάνει με τη γλώσσα. Επιπλέον αποτελεί καθαρά κοινωνική και πολιτισμική σύμβαση, όπως π.χ. το χρήμα, αφού ο πράσινος σταυρός δεν σηματοδοτεί τόπο χριστιανικής λατρείας, ενώ ταυτόχρονα δεν χρησιμοποιείται παγκοσμίως το συγκεκριμένο σύμβολο σε ταμπέλες φαρμακείων. Κατά πόσο ζώα όπως οι χιμπατζήδες, οι μπονόμπο ή τα δελφίνια διαθέτουν κάποιου είδους συμβολική σκέψη δεν το γνωρίζουμε. Σίγουρα πάντως δεν διαθέτουν γλώσσα.

Ενώ η γλώσσα διαθέτει σύμβολα, σημεία τα λέμε, δηλαδή τις λέξεις, το βασικό γνώρισμα της γλώσσας είναι η συνδυαστικότητα που δημιουργεί γραμματικές δομές. Να διευκρινίσω. Τα σύμβολα είναι αυθαίρετα όπως και οι συνδυασμοί τους, για παράδειγμα: πράσινος σταυρός = φαρμακείο, κόκκινος σταυρός = Ερυθρός Σταυρός, μπλε σταυρός = ιατρείο ή νοσοκομείο (αν κι όχι απαραίτητα). Η γλώσσα δεν λειτουργεί έτσι όμως. Η φράση «πράσινος παπαγάλος» σημαίνει κάτι που είναι παπαγάλος κι είναι πράσινο· η φράση «κόκκινος παπαγάλος» σημαίνει κάτι που είναι παπαγάλος κι είναι κόκκινο· η φράση «μπλε παπαγάλος» σημαίνει κάτι που είναι παπαγάλος κι είναι μπλε – και πάει λέγοντας. 

Αυτή η συνδυαστικότητα της γλώσσας μάς δίνει τη δυνατότητα να σχηματίσουμε άπειρες προτάσεις, κάθε μία από τις οποίες κατά κανόνα διατυπώνει μια εντελώς διαφορετική σκέψη. Αυτή ακριβώς είναι η ιδιομορφία της γλώσσας, η νοητική γραμματική, που καθιστά τη γλώσσα ανθρώπινο προνόμιο και απελευθερώνει τη δημιουργικότητα της ανθρώπινης σκέψης. Εδώ παραπέμπω για λεπτομέρειες στο πρώτο κεφάλαιο του Μεταξύ νόησης και φωνής και, κάπως πιο συνοπτικά, στο πρώτο κεφάλαιο του Μέσα από τις λέξεις.

8. Τι είναι όμως νοητική γραμματική;

Ο όρος γραμματική έχει πολλές διαφορετικές σημασίες – υπερβολικά πολλές σημασίες. Γι’ αυτό και μας μπερδεύει καμιά φορά. «Γραμματική» μπορεί να είναι η περιγραφή μιας γλώσσας, π.χ. όταν λέμε «μελετάω ισπανική γραμματική γιατί θα δώσω εξετάσεις», και σε αυτή της τη χρήση η λέξη «γραμματική» σημαίνει την περιγραφή της γλώσσας· μπορεί να σημαίνει το σχολικό μάθημα της γραμματικής, στο οποίο οι μαθητές εξοικειώνονται με το να περιγράφουν τους κανόνες μιας γλώσσας, συνήθως της πρότυπης γλώσσας· επίσης, στην ελληνική εκπαίδευση ο όρος «γραμματική» αναφέρεται στους κανόνες κλίσης των λέξεων, σε αντίθεση με τους συντακτικούς κανόνες που παραδοσιακά τους μελετάμε στο λεγόμενο συντακτικό.

Νοητική γραμματική όμως είναι οι υπόρρητοι γραμματικοί κανόνες, που είναι συνδυαστικοί κανόνες, και χτίζουν τις δομές της γλώσσας. Για να προλάβω τις ερωτήσεις σας, γιατί «κανόνες» και γιατί «υπόρρητοι». Αυτοί οι γραμματικοί κανόνες δεν είναι οι κανόνες που μαθαίνουμε στο σχολείο. Οι κανόνες της νοητικής γραμματικής είναι οι υπόρρητοι, οι υποσυνείδητοι κανόνες με τους οποίους συναρμόζουμε τα στοιχεία της γλώσσας για να φτιάξουμε μεγαλύτερες δομές. Γιατί υπόρρητοι; Γιατί υποσυνείδητοι; Επειδή κανένας φυσικός ομιλητής μιας γλώσσας δεν έχει συνειδητή αντίληψη, κανείς δεν κατανοεί συνειδητά τους κανόνες της γλώσσας που μιλάει. Παράδειγμα: μιλώντας ελληνικά βάζουμε το άρθρο πριν το ουσιαστικό, λέμε «το θέατρο» ενώ μιλώντας ρουμάνικα βάζουμε το άρθρο μετά το ουσιαστικό, π.χ. «teatrul» ― «teatru» είναι το θέατρο και -ul είναι το άρθρο. Αυτός δεν είναι κανόνας τον οποίο εφαρμόζουμε συνειδητά· είναι υπόρρητος, είναι υποσυνείδητος. Τέτοιοι κανόνες διέπουν το πώς προφέρουμε τη γλώσσα, πώς δομούμε τις λέξεις μας και πώς συντάσσουμε τις προτάσεις μας.

9. Αν, όπως λέτε, η γλώσσα είναι βιολογικό γνώρισμα του ανθρώπινου είδους κι όχι μια κοινωνική σύμβαση όπως το χρήμα και τα σήματα των φαρμακείων, γιατί διαφέρουν οι γλώσσες μεταξύ τους;

Πολύ ωραία ερώτηση. Η σύντομη απάντηση έχει ως εξής: η βιολογική βάση της γλώσσας δεν καθορίζει εξ ολοκλήρου τις επιμέρους γλώσσες που προκύπτουν, αφού οι γλώσσες αυτές είναι προϊόν αλληλεπίδρασης της βιολογικής ικανότητάς μας για γλώσσα και του περιβάλλοντος στο οποίο γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε. Να το πω κι αλλιώς: η βιολογική βάση της γλώσσας καθορίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να αποτελεί γλωσσικό κανόνα ή λέξη, δηλαδή επιβάλλει κάποιους περιορισμούς. Από εκεί και πέρα κάθε φορά που ένα παιδί κατακτά μία ή περισσότερες γλώσσες, εντός αυτών των περιορισμών και με τα υλικά που του δίνει το περιβάλλον του, φτιάχνει τη γλώσσα από την αρχή. Γι’ αυτό υπάρχει γλωσσική ποικιλότητα, γι’ αυτό προκύπτει και γλωσσική αλλαγή. Για όσες κι όσους ενδιαφέρονται, το ζήτημα της γλωσσικής ποικιλότητας το εξετάζουμε αναλυτικά στο τρίτο κεφάλαιο του Μεταξύ νόησης και φωνής…

10. Με αφορμή αυτό το τελευταίο, ας περάσουμε σε κάτι διαφορετικό. Μέσα σε μόλις δύο χρόνια εκδώσατε δύο βιβλία στα ελληνικά, βιβλία που δεν είναι τεχνικού χαρακτήρα: το «Μέσα από τις λέξεις» και το «Μεταξύ νόησης και φωνής». Γιατί δύο βιβλία; Τι διαφορά έχουν μεταξύ τους; Απευθύνονται στο ίδιο κοινό;

Νομίζουμε ότι τις λέξεις τις μαθαίνουμε μία μία κι όμως υπάρχουν γραμματικοί κανόνες που αφορούν το πώς δομούμε λέξεις – το είπαμε και πριν. Άρα και κατανοούμε λέξεις που δεν έχουμε ξανακούσει αλλά και πλάθουμε λέξεις με βάση κανόνες, αυθόρμητα πολλές φορές. Το Μέσα από τις λέξεις, του 2021, απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό αποφοίτων Λυκείου και ασχολείται ακριβώς με αυτό: πώς φτιάχνουμε λέξεις. Στο πρώτο μέρος συζητάει κάποια πιο γενικά θέματα, ενώ στο δεύτερο εισάγει το αναγνωστικό κοινό του στη γραμματική των λέξεων, στον κλάδο της θεωρητικής γλωσσολογίας που λέγεται μορφολογία.

Το Μεταξύ νόησης και φωνής είναι πιο σύνθετο βιβλίο αλλά παράλληλα είναι το πρώτο βιβλίο που εισάγει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό στη θεωρητική γλωσσολογία του 21ου αιώνα, στη γλωσσική θεωρία του τώρα. Απευθύνεται και σε φοιτητικά ακροατήρια, ως πανεπιστημιακό σύγγραμμα, αλλά και σε όποιους κι όποιες θέλουν να εμβαθύνουν στο τι γνωρίζαμε το 2023 για το γλωσσικό φαινόμενο καθαυτό. Ελπίζω ότι μέσα στο αναγνωστικό κοινό του Μεταξύ νόησης και φωνής θα βρίσκονται και μέλη της επιστημονικής κοινότητας, ιδίως σε συναφείς κλάδους και επιστημονικά πεδία: αν το Μέσα από τις λέξεις και το Μίλα μου για γλώσσα παλιότερα προσπάθησαν να μπάσουν τη γλωσσολογία στον δημόσιο λόγο για τη γλώσσα, το Μεταξύ νόησης και φωνής αποσκοπεί και στο να ενημερώσει επιστήμονες κι ερευνητές για το τι είναι η γλώσσα και για το πού βρίσκεται η μελέτη της σήμερα.

7/3/24

Συνέντευξη στη Φάρμα των ζώων

 Συζητάω με τον Θάνο Καμηλάλη και τον Κωνσταντίνο Πουλή για την κυπριακή εμπειρία από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια στο πόντκαστ τους «Η φάρμα των ζώων».



14/12/21

☆ Ο Φοίβος Παναγιωτίδης στο Εργαστήρι του συγγραφέα (επιστημονικής εκλαΐκευσης)

Ξεκινάμε από την αρχή: δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο να εκλαϊκεύεις πορίσματα της επιστημονικής έρευνας. Ισχύει μάλιστα το εξής παράδοξο, αν και αληθές: όσον αφορά την ίδια τη διαδικασία της γραφής, πιο εύκολα γράφει κανείς σύνθετα τεχνικά κείμενα για την επιστήμη του παρά κείμενα που αποσκοπούν στο να εξηγήσουν στο ευρύ κοινό τις ανακαλύψεις της επιστήμης του.

Με την εκλαΐκευση ασχολούμαι από το 2006 με δημοσιεύματα σε εφημερίδες και με δύο πλέον βιβλία. Δυστυχώς για εμένα, είμαι γλωσσολόγος. Γλωσσολογία είναι η επιστήμη που μελετάει τη γλώσσα και καθαυτή αλλά και σε σχέση με άλλα γνωστικά αντικείμενα. Γιατί λοιπόν «δυστυχώς»; Επειδή η γλωσσολογία, όσο κι αν δυσκολεύεται κανείς να το πιστέψει, είναι η μεγάλη απούσα στον δημόσιο λόγο για τη γλώσσα.

Το πρώτο μου βιβλίο για το ευρύ κοινό, Μίλα μου για γλώσσα (2013, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) ήταν αποτέλεσμα ανθολόγησης άρθρων μου στην κυπριακή εφημερίδα Πολίτης (2006-2010) και στην Καθημερινή (2009-2012), τα οποία βεβαίως αναθεωρήθηκαν, εμπλουτίστηκαν και ξαναδουλεύτηκαν. Αυτή η μέθοδος γραφής είχε το πλεονέκτημα ότι μου έδωσε την ευχέρεια και πολλές ευκαιρίες να εξασκήσω τη λεπτή αλλά απαιτητική τέχνη της εκλαΐκευσης σε μικρά επιμέρους θέματα κατ’ αρχάς. Επιπλέον, τα άρθρα γίνονταν αντικείμενο κριτικής και σχολιασμού, οπότε μπορούσα κι εγώ να ασκηθώ στη σαφήνεια, στην ακρίβεια και στην αμεσότητα ― αναγκαίες στην εκλαΐκευση κι οι τρεις τους.

Το αποτέλεσμα, το Μίλα μου για γλώσσα, προσέφερε μια σύντομη ξενάγηση στη Γλωσσολογία συζητώντας κάποια γλωσσικά φαινόμενα. Η ποικιλία θεμάτων που προσέφερε σε μικρές ποσότητες, απαραίτητες για να μη βαρεθεί το μη εξειδικευμένο αναγνωστικό κοινό, έκανε το βιβλίο δημοφιλές ενώ γράφοντάς το (ξανα)έμαθα ότι η τεχνική ορολογία είναι ο σκόπελος της εκλαΐκευσης. Οι τεχνικοί όροι, ακριβώς αυτοί που διευκολύνουν τη συνεννόηση μεταξύ ειδικών και τους γλυτώνουν από τον πλατειασμό, είναι τελικά αυτοί που δυσκολεύουν τους (ας πούμε) αμύητους.

Ήθελα όμως να πάω παραπέρα, να προχωρήσω σε κάτι πέρα από ένα ανθολόγιο θεμάτων στη γλωσσολογία. Επέλεξα λοιπόν το 2017 ένα θέμα που για τους περισσότερους μη γλωσσολόγους είναι η γλώσσα: τις λέξεις. Πιστός στο πνεύμα της επιστήμης (όχι μόνο της δικής μου) αποφάσισα να πατήσω σε απλά παραδείγματα για να δείξω αφενός ότι γλώσσα δεν είναι μόνον οι λέξεις και αφετέρου ότι και οι ίδιες οι λέξεις είναι διαρθρωμένες με βάση υπόρρητους γραμματικούς κανόνες. Αυτό το πρόγραμμα υλοποιήθηκε ως το καινούργιο μου βιβλίο, το Μέσα από τις λέξεις (2021, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου).

Ακολουθώντας τη μέθοδο συγγραφής του προηγούμενου βιβλίου, δημοσίευσα έντεκα κείμενα στο διαδικτυακό περιοδικό Bibliothèque μεταξύ 2018 και 2021. Προκειμένου να αποφύγω αυτή τη φορά τη φόρμα ανθολογίας και για να συγκροτήσω πιο συνεκτικά το Μέσα από τις λέξεις, πρόσθεσα άλλα έξι κεφάλαια στο βιβλίο, ώστε να εξασφαλιστούν αφενός (σχετική) πληρότητα κι αφετέρου ενότητα στη συζήτηση σχετικά με τις λέξεις και με το τι μας αποκαλύπτουν.

Υπήρχε βεβαίως το ζήτημα της ορολογίας. Όσο και αν προσπαθεί να κανείς να απαλείψει τεχνικές συζητήσεις ή (θεός φυλάξοι) εξισώσεις, τύπους και διαγράμματα, η ορολογία παραμένει καίρια: δεν μπορείς να λες κάθε φορά «οι υπόρρητοι κανόνες της νοητικής γραμματικής που αφορούν τον σχηματισμό των λέξεων», θα πεις «μορφολογία». Ναι αλλά τι να κάνουμε; Οι μεν υποσημειώσεις προγκάνε τους αναγνώστες, το μπρος-πίσω των σημειώσεων τέλους ή των γλωσσαρίων τους αποθαρρύνει. Κατέφυγα λοιπόν στα πλαίσια.

Επειδή το Μέσα από τις λέξεις απευθύνεται σε απόφοιτους Λυκείου, είναι απαραίτητο να επεξηγείται η τεχνική ορολογία με συντομία και σαφήνεια. Τα επεξηγηματικά κείμενα εγκιβωτίστηκαν σε πλαίσια, κατά την πρακτική πολλών διδακτικών εγχειριδίων και άλλων εκλαϊκευτικών βιβλίων. Και έτσι, αν κάποιος λ.χ. γνωρίζει τι είναι η μορφολογία και δεν θέλει να διασπαστεί ο ρυθμός της ανάγνωσης, μπορεί να προσπεράσει το πλαίσιο που εξηγεί τον όρο· αλλιώς μπορεί να τον διαβάσει.

Και τι άλλο; Μα φυσικά χρειάζονται τα κατάλληλα παραδείγματα. Νομίζω ότι το πιο δύσκολο σκέλος της εκλαϊκευτικής διαδικασίας είναι να ανεύρεις και να συζητήσεις τα κατάλληλα παραδείγματα. Αυτό ισχύει επειδή μπορεί κανείς να ξεχάσει τις λεπτομέρειες ενός φαινομένου ή της ερμηνείας του, αλλά τα παραδείγματα μένουν ως υπενθύμιση ότι ναι, υπάρχει ένα ζήτημα εκεί, ένα εμπειρικό ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί. Γι’ αυτό και στο Μέσα από τις λέξεις αφιερώνεται τόση προσοχή σε κλαρινογαμπρούς αλλά και βουλεύτριες, στο σάμαλι και το ραβανί αλλά και στο μπακλαβαδογλύκι (και σε άλλες ζαχαροπλαστικές), στο ψαρονέφρι και το ψαροκόκαλο, στη διακίνηση, στα σουβλάκια και τα τραπεζάκια – και πάει λέγοντας.

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal.

28/6/21

Κυπριακή τουρκομηρική;

Σχηματικά μιλώντας υπάρχουν δύο σχολές αντιμετώπισης των κυπριακών.Για τους μεν η κυπριακή ελληνική αποτελεί πάνω-κάτω μια ποικιλία παρεφθαρµένων ελληνικών, μια ακατέργαστη ντοπιολαλιά που προσήκει σε βραδύγλωσσους χωρικούς και ανελλήνιστους νεόπλουτους νησιώτες. Γεμάτη ξένες λέξεις, εξ ορισμού δεν προσφέρεται να καταστεί εργαλείο υψηλόφρονος έκφρασης, λογικού συλλογισμού και σύνθετου προβληματισμού.

Επίσης, οι ξενόφωνοι φθόγγοι της, επονείδιστη κληρονομιά ενός παρελθόντος δουλείας σε Φράγκους, Ενετούς, Τούρκους, δεν αξίζουν καν να απαθανατίζονται γραπτώς -παρά μόνο για πλάκα- ενώ η αλλόκοτη βαρβαρική χροιά τους σίγουρα θα συντελέσει «στη διά παντός αποκοπή μας από το σώμα του ελληνισμού».

Για τους δε τα πράγματα είναι εξίσου απλά, αλλά από την ανάποδη: η κυπριακή ελληνική (ή «ομηρική») αποτελεί ανόθευτη και γνήσια γλωσσική ποικιλία, αρχαϊκή και πολύ ελληνική· η κυπριακή διαθέτει ποίηση και ομορφιά και επειδή είναι ελληνικότερη και αρχαιότερη της κοινής νεοελληνικής (των καλαμαρίστικων, ντε): πρόκειται για «αρχαία ελληνικά». Δεν είναι τυχαίο, λεν οι υποστηρικτές της γλωσσικής αρχαιοπρέπειας των κυπριακών, που η λέξη θάλασσα έχει διπλό σίγμα στην κυπριακή.

Κανονικά αυτή η συζήτηση θα έπρεπε να έχει λήξει το αργότερο πριν από μια δεκαετία. Όταν κατέφθασα στη Λευκωσία το 2002 υπήρχαν λίγες μόνο μελέτες για τη διάλεκτο, τώρα πια η συναρπαστική γλωσσική κατάσταση στην Κύπρο μελετάται από πλήθος συναδέλφων γλωσσολόγων.

Αλλά ας δούμε κάποια παραδείγματα.

Γιατί η «θάλασσα» έχει δύο σίγμα στα κυπριακά; Όχι γιατί συρίζει μέσα στα βότσαλα της Πάφου με περισσότερη ευφράδεια, αλλά διότι, όντως, η λέξη διατήρησε την αρχαία προφορά. Γιατί όμως το «σήμμερα» και το «σ̆σ̆ύλλος» έχουν, επίσης, δύο μι και δύο λάμδα αντίστοιχα; Όχι γιατί διατήρησαν την αρχαία προφορά, αφού τότε θα είχαν ένα μι και ένα λάμδα, αλλά γιατί η διάλεκτος νεωτέρισε, ήδη από την Ελληνιστική εποχή (πολύ μετά τον Όμηρο). Στη σημερινή μορφή της, η κυπριακή ελληνική έχει αρκετές φορές διπλά σύμφωνα εκεί που αρχαία δεν είχε για λόγους που η έρευνα ακόμη προσπαθεί να εξηγήσει. Η αλήθεια λοιπόν είναι πιο συναρπαστική από την ιδέα μιας γλωσσικής ποικιλίας κολλημένης στο 900 π.Χ.

Τι συμβαίνει όμως με τις αρχαίες λέξεις της διαλέκτου; Πράγματι, υπάρχουν στην κυπριακή πολλές αρχαιότατες ελληνικές λέξεις. Κάποιες είναι γνήσια επιβιώµατα, κάποιες όμως επανεισήχθηκαν από καθαρευουσιάνους λογίους του 19ου αιώνα. Αρχαίες ελληνικές λέξεις όμως υπάρχουν σε όλες τις ελληνικές ποικιλίες καθώς και σε γλώσσες που έχουν δανειστεί εκτενώς από τα ελληνικά (αλβανικά, τουρκικά, σλαβομακεδονικά, βλάχικα κ.ο.κ.) ακόµα και, επιλεκτικά, στα αγγλικά (π.χ. το ομηρικό «kudos»).

Ωστόσο, σε όλες τις ελληνικές διαλέκτους για κάθε αρχαία λέξη υπάρχει (τουλάχιστον) μία «εισαγωγής»· στην Κύπρο για κάθε «άλας», «κανεί» και «λούμαν» υπάρχει κι ένα «μούχτιν», ένα «σάτžη» και ένα «μάππα». Η πεζή αλήθεια είναι πως όλες οι ελληνικές διάλεκτοι (και η Κοινή) διατηρούν κάτι από τις παλιότερες μορφές της γλώσσας· αλλού νεωτερίζουν· άλλοτε δανείζονται - η καθεμιά σε διαφορετικό σημείο όμως.

Τα παραπάνω ισχύουν, φυσικά, και για τους εχθρούς των διαλέκτων, και της κυπριακής πιο συγκεκριμένα. Αναλογιζόμενοι όπως εκείνοι «τι θα έλεγαν οι αρχαίοι ημών για την κυπριακή ελληνική» υπενθυμίζω πως για τους αρχαίους Έλληνες, το «τσ̆» στο κυπριακό «τσ̆άιν» θα ακούγονταν τόσο ξενόφωνα όσο το «τσ» στο καλαμαρίστικο «τσάι»· το τσιτακισμένο «κ» στο κρητικό «τσ̑αι» και στο κυπριακό «τžαι» θα ακουγόταν τόσο αλλόκοτο όσο και το ουρανικοποιημένο «κ» στα υπόλοιπα «και»· οι Αρχαίοι πιθανότατα θα χλεύαζαν το «θ» στο «θεά» επίσης. Πάω τέλος στοίχημα πως θα τους ενοχλούσε η λεγόμενη τραγουδιστή προφορά των Κυπρίων και των Κερκυραίων όσο και το δικό μου μονότονο στακάτο. Και πάει λέγοντας.

Δημοσιεύτηκε στη στήλη Γλωσσοεπιστήμη της εφημερίδας Πολίτης.

19/11/12

Δάσκαλοι πολυτελείας;

Η δημιουργία από το μηδέν και ανάπτυξη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στον τόπο τις τελευταίες δύο δεκαετίες αποτελούν σταθμό στην ιστορία της Κύπρου. Ειδικότερα, με την ίδρυση και λειτουργία του, το Πανεπιστήμιο Κύπρου συνέβαλε στο να πάρουν μορφή και να αναπτυχθούν η πανεπιστημιακή ζωή και κοινότητα, υπηρετώντας για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου την επιστήμη και την ανώτατη παιδεία και συμβάλλοντας παράλληλα στην δημιουργία εγχώριου πολιτισμού και εμπειρογνωμοσύνης.

Τι γνωρίζει όμως η κοινωνία για το έργο των πανεπιστημιακών δασκάλων; Συχνά υπάρχει η εντύπωση ότι ένα μέρος της κοινωνίας έχει μάλλον ελλιπή εικόνα για τα καθήκοντα των πανεπιστημιακών, ενώ κυκλοφορεί η άποψη ότι οι πανεπιστημιακοί δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αναβαθμισμένη εκδοχή των λειτουργών της Μέσης Εκπαίδευσης. Ποια όμως είναι τα πραγματικά καθήκοντα των πανεπιστημιακών; Σε πόσα επίπεδα καλούνται καθημερινά να λειτουργήσουν;

Μέρος της καθημερινού φόρτου εργασίας ενός πανεπιστημιακού δασκάλου είναι τα διοικητικά καθήκοντα. Αυτά περιλαμβάνουν α) γραμματειακή δουλειά (ετοιμασία εσωτερικών σημειωμάτων, αλληλογραφία με υπηρεσίες και άλλα ιδρύματα κι οργανισμούς, επιμέλεια κειμένων, συλλογή πληροφοριών και παρουσίασή τους), β) την αναπόφευκτη συμμετοχή σε επιτροπές και διοικητικά όργανα και συμβούλια, γ) τον επωμισμό ευθυνών όπως ο συντονισμός τομέα, η προεδρία τμήματος, η δημιουργία και ο συντονισμός προγραμμάτων σπουδών. Παράλληλα, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι αναλαμβάνουμε έναν αριθμό φοιτητών τους οποίους συμβουλεύουμε, καθοδηγούμε και στηρίζουμε ως ακαδημαϊκοί σύμβουλοι.

Από τα παραπάνω καθήκοντα δεν εξαιρείται κανείς, σε όποια βαθμίδα και αν βρίσκεται. Μάλιστα, την πληθώρα διοικητικών καθηκόντων του ειδικού διδακτικού προσωπικού, των λεκτόρων και των επίκουρων καθηγητών αντισταθμίζει η σοβαρότητα και ο χρονοβόρος χαρακτήρας των καθηκόντων που ανατίθενται σε αναπληρωτές και τακτικούς καθηγητές. Επιπλέον κανένας δεν αμείβεται παραπάνω για την εκτέλεση διοικητικών καθηκόντων, συμπεριλαμβανομένης και της υπεύθυνης και απαιτητικής συμμετοχής στη Σύγκλητο: μόνον οι πρόεδροι τμημάτων και οι κοσμήτορες σχολών δικαιούνται μείωση στις ώρες διδασκαλίας.

Σε καμμία περίπτωση η εκτέλεση των διοικητικών καθηκόντων δεν περιορίζεται, βεβαίως, στις τυπικά εργάσιμες ώρες και ημέρες. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι ευθύνες που συνεπάγονται πολλά από τα διοικητικά καθήκοντα των πανεπιστημιακών είναι σημαντικές και με σοβαρές συνέπειες: τα διοικητικά κάθε άλλο παρά τυπικά ή αυτοματοποιημένα καθήκοντα είναι.

Και περνάμε στην έρευνα η οποία, σε επίπεδο αρχής τουλάχιστον, αποτελεί το πρώτιστο καθήκον των πανεπιστημιακών. Άλλωστε με βάση την έρευνα κατά κύριο λόγο αξιολογούνται και κρίνονται για το κατά πόσον θα προαχθούν στην επόμενη βαθμίδα ή όχι. Η έρευνα, είτε θεωρητική, είτε πειραματική, είτε εφαρμοσμένη, δεν είναι σε καμμία περίπτωση εύκολη υπόθεση. Χρειάζεται στην πράξη άπλετο χρόνο: τον χρόνο που απομένει από την προετοιμασία της διδασκαλίας, τα διοικητικά, τον ύπνο και την όποια προσωπική ζωή του πανεπιστημιακού. Επιπλέον, η έρευνα απαιτεί διαρκή ενημέρωση και παρακολούθηση όχι μόνον του κλάδου στον οποίο εξειδικεύεται ο πανεπιστημιακός ερευνητής αλλά και στους συναφείς κλάδους. Και, οπωσδήποτε, η έρευνα κάθε πανεπιστημιακού δεν αξιολογείται μόνο για σκοπούς ακαδημαϊκής ανέλιξης, παρά διαρκώς. Έτσι η αξιολόγησή της από συναδέλφους (peer reviewing) αποτελεί μέρος της ερευνητικής διαδικασίας, αξιολόγησή που κρίνει εάν θα δημοσιοποιηθεί και θα δημοσιευθεί ή όχι το προϊόν της έρευνας.

Η πειραματική και η εφαρμοσμένη έρευνα είναι εύκολο να γίνει κατανοητό γιατί αποτελούν πολύπλοκες και χρονοβόρες διεργασίες. Η θεωρητική έρευνα, αν και δε χρειάζεται εργαστήρια και πολύ τεχνικό εξοπλισμό, απαιτεί ωστόσο μελέτη και εξονυχιστική προσοχή και στη λεπτομέρεια αλλά και στο πώς το ερευνητικό έργο που παράγεται εντάσσεται στον κλάδο του. Πιο απλά: κανείς δεν πρόκειται να ακούσει μια ανακοίνωση ή να διαβάσει ένα άρθρο το οποίο απλώς διατυπώνει μια ενδιαφέρουσα ιδέα, εάν αυτή η ιδέα δεν ερμηνεύει ένα πραγματικό φαινόμενο, αν δεν είναι θεμελιωμένη λογικά και θεωρητικά και αν δε σχετίζεται με την υπόλοιπη έρευνα στον χώρο: αν δεν πάει την έρευνα, την επιστήμη και τη σκέψη λίγο παραπέρα, έστω και λίγο παραπέρα.

Ένα πανεπιστήμιο χωρίς φοιτητές δεν έχει λόγο ύπαρξης. Και οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι αντιλαμβάνονται ότι παραμένουν δάσκαλοι που απευθύνονται σε σπουδαστές ανώτατου επιπέδου, παρά την ποικιλία και σοβαρότητα των πολυσχιδών καθηκόντων τους. Αυτό ακριβώς αποτελεί κι έναν λόγο για τον οποίο η σύγκριση των ωρών διδασκαλίας ενός πανεπιστημιακού με αυτές των συναδέλφων τους που υπηρετούν στις άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης είναι άνευ περιεχομένου: ο πανεπιστημιακός δάσκαλος πρέπει να παραμένει ενεργός ερευνητής, διδασκαλία και έρευνα πρέπει να παραμένουν συγκοινωνούντα δοχεία. Επίσης, τα μαθήματα που διδάσκει ο πανεπιστημιακός πρέπει να ανανεώνονται διαρκώς. Αυτό συνεπάγεται ότι προϊόν της διδασκαλίας δεν είναι το γνωστό σε πολλούς εγχειρίδιο ή βιβλίο ή οποιαδήποτε μεμονωμένη πηγή γνώσης. Απεναντίας, αντικείμενο της πανεπιστημιακής διδασκαλίας είναι η γνώση που προκύπτει από την ίδια την έρευνα του δασκάλου-ερευνητή καθώς και η δυνατότητά του να μελετά συνεχώς την καινούργια γνώση που παράγεται διεθνώς στο αντικείμενο του. Για πολλούς πανεπιστημιακούς δασκάλους, εργαστήριο και διδασκαλία είναι μη διακριτοί χώροι καθώς συχνά αυτό που διδάσκεται είναι αυτό που παράγεται στο εργαστήριο αλλά και αντίστροφα. Έτσι, η διαλεκτική σχέση του πανεπιστημιακού δασκάλου με τους φοιτητές συχνά οδηγεί στην παραγωγή έρευνας της οποίας η ιδέα προκύπτει μέσα από την διδασκαλία.

Σε τελική ανάλυση, στόχος κάθε πανεπιστημιακού δασκάλου δεν είναι μόνο να μεταδώσει γνώσεις αλλά κυρίως να δώσει εργαλεία στους φοιτητές που θα τους επιτρέψουν να δημιουργήσουν τις δικές τους γνώσεις και να σταθούν κριτικά απέναντι σε αυτές. Αυτό το πολύπλοκο εκπαιδευτικό προϊόν, που αποτελεί ιδιαιτερότητα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, δεν μπορεί να προκύψει εάν από την ιδιότητα του πανεπιστημιακού δασκάλου αφαιρέσει κανείς της ιδιότητα του πανεπιστημιακού ερευνητή.

Τα πανεπιστήμια τέλος δεν είναι και δεν μπορούν να είναι οργανισμοί αποξενωμένοι από την κοινωνία. Ιδιαίτερα τα δημόσια πανεπιστήμια έχουν στον πυρήνα της ταυτότητάς τους την προϋπόθεση ότι προκύπτουν από την κοινωνία και προορίζονται για την κοινωνία. Είναι φυσικά θεμιτή η κριτική που ασκείται από πολίτες και φορείς ενός τόπου, ειδικά όταν η κοινωνία διψά για τεκμηριωμένες, επιστημονικές παρεμβάσεις των πανεπιστημιακών δασκάλων ήδη από τα πρώτα κιόλας στάδια της δημιουργίας του δημόσιου πανεπιστημίου. Καθώς όμως τα δημόσια πανεπιστήμια του τόπου οδεύουν προς την ενηλικίωση τους και στη δημιουργία μιας κρίσιμης μάζας, μιας κοινότητας αποφοίτων, δασκάλων κι επιστημόνων, η κοινωνία ολοένα και περισσότερο γεύεται την έκφραση πανεπιστημιακού λόγου και τη συμμετοχή των πανεπιστημιακών στα κοινά: με διαλέξεις στα ελεύθερα πανεπιστήμια του τόπου, με συμμετοχή πανεπιστημιακών σε τεχνοκρατικές επιτροπές, με διοργάνωση υψηλού επιπέδου επιστημονικών συνεδρίων, με αξιοποίηση ακαδημαϊκών σε πολιτειακά αξιώματα, με παραγωγή πρωτογενούς πολιτισμού και πολιτιστικού προϊόντος, με αρθρογραφία στον τύπο και με δημόσια έκφραση κριτικής και απόψεων για σημαντικά ζητήματα του τόπου. Ορθά η κοινωνία έχει θέσει ψηλά τον πήχη για την σχέση μεταξύ πανεπιστημίου και κοινωνίας. Και οι πανεπιστημιακοί του τόπου μας ανταποκρίνονται σε αυτό το κάλεσμα κατανοώντας τις προσδοκίες αυτές.

Κανείς πανεπιστημιακός δάσκαλος δε θα παραπονιόταν στον καρδιολόγο του ότι για μια εξέταση μισής ώρας και τη συνακόλουθη διάγνωση τον χρεώνει όσα ο ίδιος βγάζει σε 1-2 μέρες. Ο γιατρός είναι φορέας γνώσης και εξειδίκευσης, ενώ σπούδασε πολλά χρόνια ώστε να βρεθεί σε θέση να κάνει τη διάγνωσή του. Αντίστοιχα, μια κοινωνία η οποία για περίπου τρεις δεκαετίες αφότου απαλλάχθηκε από τον αποικιακό ζυγό στερήθηκε την παρουσία και τη λειτουργία ενός εγχώριου πανεπιστημίου, πρέπει να έχει επίγνωση ότι οι εργάτες του, εργάτες του ευ ζην, δάσκαλοι και ερευνητές, εργάζονται χωρίς ωράριο και χωρίς αργίες για την προκοπή της κοινωνίας αυτής και για την ανάδειξή της σε όσα κάνουν τους ανθρώπους και τις κοινωνίες να ξεχωρίζουν.

Ταυτόχρονα, η κυπριακή κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να απαιτεί υψηλά επίπεδα λειτουργίας των δημόσιων πανεπιστημίων της χώρας. Άλλωστε, αποτελούν περιουσία και επένδυση της ίδιας της κοινωνίας, των φορολογούμενων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Την ίδια στιγμή όμως, όπως συχνά επιβεβαιώνουν διεθνείς αξιολογητές, κριτές επιστημονικών επιθεωρήσεων, ακαδημαϊκοί σημαντικών πανεπιστημίων του εξωτερικού και ευρωπαϊκοί μηχανισμοί χρηματοδότησης, οι Κύπριοι φορολογούμενοι μπορούν να είναι και υπερήφανοι για το πρώτο δημόσιο πανεπιστήμιο της χώρας.

[Γραμμένο μαζί με τον Παναγιώτη Σταυρινίδη. Δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο της 18ης Νοεμβρίου 2012]   

17/1/10

Η μελλοντική γλωσσική κατάσταση στην Κύπρο

Κατακλυσμός και ξηρασία

Μια από τις προσφιλείς προφητείες κάθε λογής γλωσσαμυντόρων και κινδυνολόγων είναι ότι η εκάστοτε γλώσσα, η ελληνική στην περίπτωσή μας, κινδυνεύει με αλλοίωση ή και εξαφάνιση (δείτε και το άρθρο ‘Κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα;’ της 3ης Ιουνίου 2007). Μια εκδοχή αυτού του φόβου είναι και ότι απειλείται με εξαφάνιση η ελληνική γλώσσα στην Κύπρο. Ειλικρινά δεν ξέρω πού βασίζονται. Αν έχουν κατά νου κάποια κατακλυσμιαία αλλαγή ή την επερχόμενη ερημοποίηση του νησιού σε βαθμό που θα το έκανε ακατοίκητο, τότε μαζί με την ελληνική γλώσσα θα χαθούν και άλλα πολλά και πολύτιμα, έτσι κι αλλιώς.

Κοινή και κυπριακή

Υπάρχουν βεβαιως πιο ενδιαφέρουσες παραλλαγές αυτής της θέσης: μία από αυτές προβλέπει ότι η κυπριακή ελληνική θα αντικαταστήσει την κοινή ελληνική στο νησί, και επισήμως. Σαν σενάριο δε μου φαίνεται καθόλου πιθανό κάτι τέτοιο αλλά και να υλοποιούνταν, δε θα άλλαζαν και πολλά: ο ελληνισμός της Κύπρου (ή ‘οι ελληνόφωνοι χριστιανοί’ της) υπήρχε στην Κύπρο και μια χαρά πορευόταν με τα κυπριακά πολύ πριν συμπηχθεί και διαδοθεί η κοινή νεοελληνική ως ‘δημοτική’ στα μέσα του 19ου αιώνα.

Τεχνική ορολογία

Μια δεύτερη παραλλαγή φοβάται ότι τα ελληνικά θα πάψουνε σύντομα να χρησιμοποιούνται στο νησί για πολλά σύνθετα θέματα που απαιτούν εξειδικευμένο λεξιλόγιο, λ.χ. επιστήμες, ιατρική, τεχνολογία, φιλοσοφία, κοινωνικές σπουδές, αρχιτεκτονική κτλ. Υπάρχει μάλιστα η αντίληψη ότι ήδη οι μορφωμένοι ελληνοκύπριοι είναι πιο εξοικειωμένοι με τους αγγλικούς τεχνικούς όρους παρά με τους ελληνικούς σε πολλά γνωστικά πεδία. Αυτή η κατάσταση είναι γνώριμη και σε πολλές άλλες μεταποικιακές κοινωνίες, όπως λ.χ. η ινδική ή οι δυτικοαφρικανικές. Δεν οδηγεί όμως πάντοτε και απαρέκκλιτα στον αποκλεισμό των τοπικών γλωσσών από τον λόγο της επιστήμης και της διανόησης. Φρονώ μάλιστα ότι η ύπαρξη και λειτουργία του κυρίως ελληνόφωνου Πανεπιστημίου Κύπρου θα αναστρέψει μακροπρόθεσμα αυτήν την τάση εξαγγλισμού του τεχνικού λεξιλογίου στην Κύπρο – εάν βεβαίως η κοινωνιογλωσσική έρευνα δείξει ότι όντως υπάρχει τέτοια τάση (να ένα ωραίο θέμα για διπλωματικές εργασίες!).

Παρότι μέχρι τώρα υπήρξα μάλλον καθησυχαστικός, νομίζω ότι υπάρχει ένας τομέας στον οποίο ενδέχεται να υποχωρήσει η ελληνική γλώσσα στο άμεσο μέλλον: ο δημόσιος βίος. Και αν κάτι τέτοιο συμβεί, θα βαρύνεται η γλωσσική και εκπαιδευτική πολιτική δεκατιών. Εξηγούμαι αμέσως.

Οι γλώσσες της Ομοσπονδίας

Σύμφωνα με την απόφαση 750 (1992) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η οποία με τη σειρά της βασίζεται στις συμφωνίες Μακαρίου-Ντενκτάς και Κυπριανού-Ντενκτάς, η λύση του Κυπριακού θα έχει τη μορφή διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αυτά είναι γνωστά. Μία συνεπεια αυτής της μορφής λύσης είναι βεβαίως η ύπαρξη δύο ομόσπονδων κρατιδίων (ενός ελληνοκυπριακού κι ενός τουρκοκυπριακού) και μιας κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Καταλαβαίνουμε ποιες γλώσσες θα χρησιμοποιούν οι αρχές κάθε ομόσπονδου κρατιδίου. Ποια γλώσσα όμως θα χρησιμοποιούν οι ομοσπονδιακές αρχές;

Όπως συμβαίνει και σε άλλα ομοσπονδιακά συστήματα, επισήμως θα χρησιμοποιεί τις δύο γλώσσες της Δημοκρατίας. Στην πράξη όμως; Εάν οι δικοινοτικές επαφές και εκδηλώσεις αποτελούν πρόκριμα, το πιθανότερο είναι ότι οι ομοσπονδιακές αρχές θα χρησιμοποιούν τα αγγλικά για την εσωτερική επικοινωνία και αλληλογραφία τους (π.χ. υπομνήματα, σημειώματα, μνημόνια, επιστολές κτλ.) αλλά και στην επικοινωνία τους με τις αρχές των δύο ομόσπονδων κρατιδίων. Στα ομοσπονδιακά νομοθετικά και εκτελεστικά σώματα (αλλά και στα δικαστήρια) οι συζητήσεις και οι διαβουλεύσεις επίσης μάλλον θα γίνονται στα αγγλικά. Είναι λοιπόν πολύ σοβαρό το ενδεχόμενο να επιστρέψουμε σε μια de facto κυριαρχία των αγγλικών στον δημόσιο βίο, και δη σε μια χώρα με αποικιακό παρελθόν και όπου οι αποφάσεις των δικαστηρίων εκδίδονταν μέχρι το 1993 στα αγγλικά.

Πολιτικές του παρελθόντος, λύσεις του μέλλοντος

Είναι φανερό ότι την ευθύνη για αυτή την (αντιπατριωτική) ενδεχόμενη κατάσταση τη φέρουν οι κακώς νοούμενες πατριωτικές γλωσσικές και εκπαιδευτικές πολιτικές και στις δυο πλευρές της γραμμής αντιπαράταξης. Για να περιοριστώ στα από εδώ, εάν είχαμε καλλιεργήσει τη διδασκαλία και την εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας (της δεύτερης επίσημης του κράτους), το ενδεχόμενο να βρεθούν τα παιδιά μας πολίτες ενός de facto αγγλόφωνου κράτους δε θα ήταν τόσο άμεσο. Για όσους ενδιαφέρονται, συστηματική και λεπτομερή συζήτηση των γλωσσικών πολιτικών της Κυπριακής Δημοκρατίας θα βρει κανείς στο έργο της συναδέρφου Δήμητρας Καρουλλά-Βρίκκη.

Υπάρχουν λύσεις; Σίγουρα. Η μία είναι βραχυπρόθεσμη: σε περίπτωση λύσης, πρέπει να επενδυθούν αμέσως γενναία κονδύλια στη διερμηνεία και στην αυτόματη μετάφραση, ενώ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πρέπει να προσλάβει αμέσως μεταφραστές και να μην προσπαθήσει να εξοικονομήσει πόρους επαναπαυόμενη στην εύκολη λύση της αγγλικής. Η μακροπρόθεσμη λύση, όπως στο Βέλγιο και στην Ελβετία, είναι κάθε κοινότητα να καλλιεργήσει τη διδασκαλία και την εκμάθηση της γλώσσας της άλλης.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 17ης Ιανουαρίου 2010]

26/4/09

Συντακτικές αποκλίσεις: ποίηση και δημοσιογραφία

Το συντακτικό της ποίησης

Πριν λίγες εβδομάδες είχα τη χαρά να ξανακούσω τη Δήμητρα Θεοφανοπούλου-Κοντού σε μια ομιλία της στο 19ο Διεθνές Συνέδριο Θεωρητικής και Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας στη Θεσσαλονίκη. Λέω ‘ξανακούσω’ επειδή η Θεοφανοπούλου-Κοντού, ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εισηγήτρια της σύγχρονης συντακτικής θεωρίας στην Ελλάδα, δίδαξε γλωσσολογία σε πολυάριθμους γλωσσολόγους και φιλολόγους, ανάμεσα στους οποίους είχε την ευτυχία να συγκαταλέγεται και ο γράφων.

Η ομιλία της Θεοφανοπούλου-Κοντού είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αφού πραγματευόταν τη σχέση καθημερινού και ποιητικού λόγου. Αντίθετα όμως με το πώς προσεγγίζεται το ζήτημα συνήθως, και όπως θα ανέμενε κανείς με βάση την ειδίκευση της δασκάλας μου, η ανακοίνωσή της δεν επικεντρώθηκε σε θέματα λεξιλογίου αλλά σε θέματα δομής της πρότασης: στη συντακτική πλευρά του θέματος. Το συμπέρασμά της, βασισμένο σε ένα σώμα ποιητικών κειμένων του Οδυσσέα Ελύτη, του Μίλτου Σαχτούρη και άλλων νεοελλήνων ποιητών, είναι ότι από πλευράς δομής της πρότασης, η ποίηση μπορεί να φτάσει στα όριά τους τις δυνατότητες του γλωσσικού συστήματος και τις δομές που η νοητική γραμματική επιτρέπει, ωστόσο δεν τις παραβιάζει (σχεδόν) ποτέ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σύνταξη παραμένει αυτή που είναι, η γνωστή, ακόμα και σε μορφές ποίησης στις οποίες οι λέξεις ξεχαρβαλώνονται και όπου συναρμολογούνται νέες λέξεις εκ νέου με βάση τα δομικά συστατικά της γλώσσας. Θυμηθείτε π.χ. μια ακραία περίπτωση, το υπερλεξιστικό ποίημα του Λαπαθιώτη ‘Βάο Γάο Δάο’: «Ζινώντας αποβίδονο σαβίνι / κι απονιβώντας ερομιδαλιό […]».

Πέρα από την ποίηση;

Φυσικά, ακόμα κι όταν γνωρίζουμε τα όρια του συντακτικού μηχανισμού (της εκάστοτε γλώσσας) και τον έχουμε μελετήσει και κατανοήσει σε βάθος, μας επιφυλάσσονται εκπλήξεις. Ο φιλόλογος Χριστόδουλος Τζιονής, του οποίου η στήλη Γλωσσοσκόπιο μοιράζεται την ίδια σελίδα με αυτήν εδώ, επισήμανε πριν τρεις εβδομάδες (στο φύλλο της 5ης Απριλίου) κάποιες πολύ τρανταχτές παραβιάσεις συντακτικών περιορισμών, οι οποίες μάλιστα δεν προέρχονται από την ποίηση αλλά από τον κυπριακό ημερήσιο Τύπο. Έτσι, ο κ. Τζιονής εντοπίζει προτάσεις όπως ‘η σύλληψη (αντί για ‘τη σύλληψη’) ακολούθησε θύελλα αντιδράσεων’ και ‘η παροχή οικονομικής στήριξης (αντί για ‘την παροχή οικονομικής στήριξης’) συζήτησε ο Υπουργός Γεωργίας’. Για περισσότερες λεπτομέρειες, ο αναγνώστης παραπέμπεται στο Γλωσσοσκόπιο της 5ης Απριλίου.

Γιατί;

Βεβαίως ως γλωσσολόγοι προσπαθούμε να είμαστε περισσότερο φιλοπερίεργοι παρά επικριτικοί (όπως έγραφα στις 2 Νοεμβρίου, παραθέτοντας τον συνάδερφο Mark Liberman). Πριν αναθεματίσουμε λοιπόν το λάθος, που δε φαίνεται να είναι απλό lapsus ή ενέργεια του λεγόμενου δαίμονα του τυπογραφείου, πρέπει να το εξηγήσουμε και ίσως και να το ερμηνεύσουμε.

Γιατί λοιπόν να βάλει κάποιος το αντικείμενο σε ονομαστική (‘σύλληψη’ και ‘στήριξη’), κάτι που φαντάζει χονδροειδές και τερατώδες λάθος; Η απάντηση βρίσκεται σε δύο στοιχεία: Πρώτον, το αντικείμενο δεν απαντά στην κανονική του θέση μετά το ρήμα. Δεύτερον, ο συντάκτης είναι πιθανότατα ομιλητής και της κυπριακής ελληνικής. Εξηγούμαι:

Στην αριστερή άκρη της πρότασης

Επειδή το θέμα είναι δαιδαλώδες, ας πούμε απλώς ότι στα ελληνικά μπορούμε να προτάξουμε αντικείμενα, να τα μετακινήσουμε στην αριστερή άκρη της πρότασης, είτε για λόγους έμφασης (π.χ. ‘ΜΠΑΝΑΝΕΣ είπα να πάρεις, όχι ανανά!’), είτε (σπανιότερα) επειδή πρόκειται για ήδη γνωστή πληροφορία (π.χ. μιλώντας για κάποια δικαστική απόφαση: ‘την απόφαση σχολίασε η κυρία Χ…’ κτλ.). Και οι δύο προτάσεις που αναφέρει ο κ. Τζιονής εμπίπτουν στη δεύτερη περίπτωση.

Τώρα, από τη συντακτική θεωρία και έρευνα γνωρίζουμε ότι αυτά τα ‘εκτοπισμένα’ αντικείμενα διακρίνονται από μια σειρά ιδιομορφίες, οι οποίες μάλιστα είναι πολύπλευρες και διαφέρουν από διάλεκτο σε διάλεκτο. Στην περίπτωσή μας, η κυπριακή ελληνική επιτρέπει να έχουμε εκτοπισμένα αντικείμενα στην αριστερή άκρη της πρότασης σε ονομαστική, ιδίως αν έπεται μια μικρή παύση: ‘η σύλληψη [παύση] ακολούθησε θύελλα αντιδράσεων’. Αυτή νομίζω ότι είναι η πηγή των δύο επίμαχων διατυπώσεων. Ωστόσο, εκτοπισμένα αντικείμενα σε ονομαστική είναι αντιγραμματικά στην Κοινή Νεοελληνική, την οποία χρησιμοποιούμε όταν γράφουμε στον Τύπο.

Φιλόλογοι και γλωσσολόγοι

Βλέπουμε και πάλι ότι πολλές φορές η μητρική μας διάλεκτος, ιδίως όταν διαφέρει ανεπαίσθητα από την κοινή, τυποποιημένη γλώσσα, μας οδηγεί να εκφραζόμαστε αδόκιμα. Θυμηθείτε λ.χ. τις δικές μου δυσκολίες με κάποιες προστακτικές, όπως τις κατέγραψα στο άρθρο της 14ης Δεκεμβρίου.

Σε κάθε περίπτωση, ο φιλόλογος επισημαίνει τους αδόκιμους τύπους και κάποτε τους εκθειάζει, εάν δημιουργούν αισθητικό αποτέλεσμα, όπως στην ποίηση. Ο γλωσσολόγος όμως καλείται πάντοτε να τους κατανοήσει και να τους εξηγήσει.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 26ης Απριλίου 2009]

20/4/08

Και πάλι για τα κυπριακά

Στις 10 Απριλίου το καινούργιο περιοδικό 'Άποψη' δημοσίευσε ένα αφιέρωμα στην κυπριακή ελληνική, στο οποίο συμμετέχω και εγώ με ένα κείμενο για το πώς αντιλαμβάνονται τη διάλεκτο άσπονδοι εχθροί και φίλοι της. Στο αφιέρωμα φιλοξενήθηκαν διαφορετικές φωνές και οπτικές γωνίες, ενώ συζητήθηκαν πολλά και ενδιαφέροντα θέματα. Δύο από αυτά θα ήθελα να σχολιάσω εδώ, αφού θα μπορούσαν ίσως να γίνουν αφορμή ώστε να ξεκινήσει ένας (εποικοδομητικός, ελπίζω) δημόσιος διάλογος για την κυπριακή ελληνική.

Η ανάδυση της κυπριακής ελληνικής

Η Ιωάννα Χατζηκωστή, η Νίκη Μ. Χριστοδούλου και η συνάδερφος Μαριλένα Καρυολαίμου σκιαγραφούν στα κείμενά τους την ανάδυση της κυπριακής ελληνικής στη δημόσια σφαίρα, θέμα με το οποίο ασχοληθήκαμε κι εδώ επανειλημμένα. Έχουμε δει, για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια τηλεοπτικές σειρές στα κυπριακά που δεν έχουν φολκλορικό περιεχόμενο ή θεματική φαρσοκωμωδίας, παρά πραγματεύονται σοβαρές δραματικές καταστάσεις και διαδραματίζονται στη σύγχρονη κυπριακή πόλη. Όπως επισημαίνει η Καρυολαίμου, με την έκπτωση της καθαρεύουσας, η αυτοπεποίθηση του διαλεκτόφωνου ομιλητή σήμερα είναι σαφώς αυξημένη σε σχέση με τα προτελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα: πολύ περισσότεροι μιλάν τα κυπριακά πολύ περισσότερο και σε περισσότερα περιβάλλοντα και περιστάσεις. Ενδεχομένως (το ξανατονίζω: ενδεχομένως) αυτή η αναγέννηση της διαλέκτου (ή – ορθότερα – η επιβίωση και ανάδυσή της) να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας ελληνοκυπριακής ταυτότητας.

Διάλεκτος και πολλές ταυτότητες

Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Πολλοί απεχθάνονται την ιδέα μιας ελληνοκυπριακής ταυτότητας ξεχωριστής από αυτή του Έλληνα. Έτσι, πολλές φορές πολλοί πολεμούν τη διάλεκτο για να καταστείλουν μια υπό διαμόρφωση ελληνοκυπριακή ταυτότητα. Εμμέσως αυτόν τον κίνδυνο πολιτισμικής αυτονόμησης επικαλείται η Χατζηκωστή, βάζοντας στη συζήτηση την καταλανική (την οποία αστόχως αποκαλεί ‘διάλεκτο’: η καταλανική διαθέτει μακραίωνη ιστορία ενώ υπήρξε επίσημη γλώσσα της Αραγωνίας και γνώρισε μεγάλη ακμή και καλλιέργεια τον 15ο αιώνα). Ωστόσο, ολόκληρη η συλλογιστική αυτή περιέχει ένα σφάλμα: προϋποθέτει ότι μια πιθανή ελληνοκυπριακή ταυτότητα θα ήταν ασυμβίβαστη με την ελληνική ή και ότι θα την αντιστρατευόταν. Αυτό φυσικά δεν εξυπακούεται: υπάρχουν εκατοντάδες παραδείγματα από όλο τον κόσμο κοινοτήτων, μακριά από ζώνες κρίσεων και πολέμων, που αυτοπροσδιορίζονται με βάση δύο και τρεις ταυτότητες. Έτσι, οχτώ αιώνες καθολικισμού δεν έκαναν τους συριανούς και τους τηνιακούς λιγότερο Έλληνες, οι Βαυαροί είναι πρώτα Βαυαροί και μετά Γερμανοί (αλλά πάντα ‘βέροι Γερμανοί’...) – και ούτω καθεξής.

Τα παραπάνω φυσικά θα έχουνε κάποια σημασία όταν και εφόσον τελικά διαμορφωθεί μια αναγνωρίσιμη ελληνοκυπριακή ταυτότητα. Μέχρι τότε τι κάνουμε; Όπως επισημαίνει η Χριστοδούλου, σίγουρα δεν εγκαταλείπουμε τη διάλεκτο (μα δεν μπορούμε, άλλωστε): θα έπρεπε λοιπόν να γίνει η κυπριακή ελληνική μία από τις επίσημες γλώσσες της Κύπρου; Εδώ συναντούμε ακόμα μία παρανόηση. Αλλά ας το δούμε αυτό το θέμα από την αρχή.

Η διδασκαλία και καλλιέργεια της κυπριακής ελληνικής

Η Χριστοδούλου προτείνει, όχι παραλόγως κατά τη γνώμη μου, να διδάσκεται η Κοινή νεοελληνική (τα «καλαμαρίστικα» δηλαδή) στο σύνολό της στο ελληνοκυπριακό σχολείο, να διδάσκεται δηλαδή και η προφορά της καθώς και άλλα στοιχεία της φωνολογίας της. Βεβαίως, ως ξένος στην Κύπρο, ποτέ δεν είχα πρόβλημα να συνεννοηθώ ούτε εδώ ούτε στην Ελλάδα με ελληνοκύπριο που μου μίλαγε στην Κοινή.

Ωστόσο η πρόταση της Χριστοδούλου ανοίγει το θέμα της παράλληλης γλωσσικής διδασκαλίας στα σχολεία των δύο ποικιλιών, όπως συζητήθηκε εκτενώς στο συνέδριο για τη διδιαλεκτική εκπαίδευση προ διετίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Η παιδαγωγική έρευνα υποδεικνύει ότι οι ελληνοκύπριοι θα μπορούσαν να χειριστούν αποτελεσματικότερα και με μεγαλύτερη ευχέρεια την Κοινή εάν τη διδασκόντουσαν συγκριτικά και πλάι-πλάι με τη μητρική τους. Παράλληλα, η διδασκαλία της κυπριακής ελληνικής στα σχολεία θα βοηθούσε και στην καλλιέργειά της αλλά και στην αποτίμηση της πολιτισμικής αξίας της εκ μέρους πολύ περισσότερων Κύπριων. Έτσι, δε χρειάζεται να γίνει κάποια κίνηση για την επιβολή της κυπριακής ως επίσημης γλώσσας, ούτε άλλωστε όλες οι γλωσσικές ποικιλίες που καλλιεργούνται πρέπει σώνει και καλά να αποκτήσουν επίσημο στάτους.

Με άλλα λόγια, η καλλιέργεια και η διδασκαλία της κυπριακής ελληνικής φαίνεται ότι θα βοηθούσαν τον μέσο ελληνοκύπριο στη χρήση της Κοινής και ότι θα ενίσχυαν τη γλωσσική αυτοπεποίθησή του και στις δύο ποικιλίες. Άλλωστε οι τοπικές γλωσσικές ποικιλίες αποτελούν αντικείμενο σχολικής διδασκαλίας και καλλιέργειας σε ολόκληρη την Ευρώπη, από τη Νορβηγία έως τη Γερμανία και την Ισπανία (της οποίας η ενότητα δεν κινδυνεύει από τις γλωσσικές πολιτικές της, αλλά έχει τρωθεί από το φρανκικό παρελθόν της) και από τη Μάλτα μέχρι την Ιρλανδία. Το μόνο που χρειάζεται είναι μια γενναία (και οπωσδήποτε ιστορική) απόφαση του Υπουργείου Παιδείας.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 20ης Απριλίου 2008]

10/4/08

Κυπριακά

Το ζήτημα της γλώσσας στην ελληνόφωνη Κύπρο συζητιέται συνήθως είτε με όρους απαξίωσης και κινδυνολογίας, είτε με όρους μουσειακούς.

Συνήθως το ζήτημα αυτό επικεντρώνεται, δικαιολογημένα, στην τοπική διάλεκτο της ελληνικής. Για κάποιους η κυπριακή ελληνική αποτελεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια νοθευμένη και εκφραστικά περιορισμένη ντοπιολαλιά κατάλληλη για βραδύγλωσσους χωρικούς και ανελλήνιστους νεόπλουτους. Γι’ αυτούς, η διάλεκτος δεν προσφέρεται για υψηλόφρονα έκφραση, λογική επιχειρηματολογία και διατύπωση σοβαρών απόψεων. Η κυπριακή ελληνική (πρέπει να) είναι το στίγμα του Κυπραίου.

Για το απέναντι στρατόπεδο τα πράγματα είναι εξίσου υπεραπλουστευμένα, αλλά ακριβώς από την ανάποδη. Στην Κύπρο επιβιώνει ανόθευτη η αρχαία ελληνική γλώσσα, και μάλιστα η ομηρική ελληνική, κληρονομιά της εδώ αποβίβασης των Αχαιών προ χιλιετιών. Πρόκειται για κομμάτι της κληρονομιάς του νησιού, όπως τα αγιογραφημένα παρεκκλήσια του Τροόδους.

Έχει επισημανθεί πάρα πολλές φορές από πάρα πολλούς, γλωσσολόγους και μη, πόσο κωμικά σχηματικές και πόσο βαθιά εσφαλμένες είναι και οι δύο αυτές σκοπιές. Είναι ωστόσο χαρακτηριστικό ότι και οι δύο αυτές παρατάξεις παράγουν κινδυνολογικό λόγο.

Οι πολέμιοι της διαλέκτου θεωρούν τη διάλεκτο ως την ντόπια εκδοχή της θρυλούμενης ‘λεξιπενίας’, ενώ η επιβίωσή της και η (πολύ περιορισμένη) καλλιέργειά της θεωρούνται σημεία αφελληνισμού της Κύπρου και ενδιάμεσο στόχο ανθελληνικών και «νεοκυπριακών» συνωμοσιών: τα κυπριακά ωθούν τον κυπριακό ελληνισμό μακριά από την Ελλάδα.

Στο στρατόπεδο των ‘ομηριστών’, πάλι, επικρατεί η αντίληψη πως η (αρχαία) ελληνική της Κύπρου επιβιώνει µε δυσκολία και μετά βίας και ποιος ξέρει για πόσο ακόμα, στα χέρια (και στο στόμα) μιας άλαλης νεολαίας και μιας νεόπλουτης αγγλοθρεμμένης ελίτ. Η κυπριακή ελληνική, ένα μουσειακό στοιχείο της Παράδοσης, κινδυνεύει από την επέλαση ενός ανελλήνιστου, ανελέητου, παγκοσμιοποιημένου τρόπου ζωής και σκέψης.

Το ζητούμενο και στα δυο στρατόπεδα είναι τελικά και πάντα η υπεράσπιση του ελληνισμού των Ελληνοκυπρίων: είτε δια του κοραϊκού καθαρισμού της γλώσσας τους, κατά το σχήμα «κυπραίικα=τούρκικα/εγγλέζικα», είτε δια της ανάδειξης της γνησιότητας της γλώσσας τους, όπου «κυπριακή=ομηρική». Όσο ευγενές και δημοφιλές κι αν είναι όμως το ζητούμενο αυτό, η προώθησή του με βάση τους παραπάνω όρους ξεκινάει από παρανοήσεις ή και άγνοια γύρω από τρία βασικά θέματα:
  1. τι είναι γλώσσα και τι διάλεκτος – τελικά ζήτημα κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό,
  2. ποια είναι τα λεξιλογικά και γραμματικά χαρακτηριστικά της κυπριακής ελληνικής, μιας ζωντανής γλωσσικής ποικιλίας που αλλού αρχαϊζει κι αλλού νεωτερίζει, όπως όλες,
  3. ποια είναι η πραγματική κοινωνιογλωσσική κατάσταση στην ελληνόφωνη Κύπρο, θέμα για το οποίο υπάρχει εκτενέστατη έρευνα.
Κλείνοντας, μια υπενθύμιση: η κυπριακή θεωρείται «διάλεκτος» της ελληνικής «γλώσσας». Ωστόσο, η «ελληνική» «γλώσσα» αποτελεί με τη σειρά της σύνθεση της μοραΐτικης, της κρητικής, της επτανησιακής και – φυσικά – της καθαρεύουσας. Αυτό το συγκεκριμένο «κράμα» τυγχάνει να είναι η επίσημη και κοινή γλώσσα που ομιλείται και καλλιεργείται στην Ελλάδα, στην Κύπρο και στις ελληνικές παροικίες λόγω ενός ιστορικού «ατυχήματος»: του ότι το ελληνικό κράτος ιδρύθηκε όχι στην Κύπρο, στην Τραπεζούντα ή στη Θεσσαλονίκη αλλά στη Νότια Βαλκανική το 1830 –από όπου και επεκτάθηκε.

[Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Απριλίου 2008 του περιοδικού Άποψη]

7/10/07

Η μαγική εικόνα

Ένας γνωστός μου από την Ελλάδα που επισκέφτηκε την Κύπρο τον Ιούλιο με ρώτησε τι σημαίνει η πινακίδα «Απαγορεύεται η διακίνηση πεζών στον αυτοκινητόδρομο». Παρότι είναι φυσικός ομιλητής της ελληνικής, δεν ήταν εξοικειωμένος με τα ελληνικά της Κύπρου. Και δεν εννοώ την κυπριακή ελληνική διάλεκτο, παρά τα ντόπια επίσημα ελληνικά, τα ντόπια ‘καλαμαρίστικα’, δηλαδή αυτά που χρησιμοποιεί το κυπριακό κράτος και τα κυπριακά μέσα ενημέρωσης.

Διακίνηση, με και χωρίς διακινητή

Για ποιον λόγο τράβηξε η συγκεκριμένη πινακίδα την προσοχή του Γιώργου; (ο γνωστός μου, που λέγαμε). Η απάντηση είναι ότι στην κοινή νεοελληνική όπως μιλιέται στην Ελλάδα, το ουσιαστικό ‘διακίνηση’ προϋποθέτει την ύπαρξη ενός εξωτερικού δράστη, κάποιου που κάνει τη διακίνηση – ενός ‘διακινητή’, σαν να λέμε. Αναφερόμαστε λοιπόν στη ‘διακίνηση ναρκωτικών’ επειδή κάποιος μεσάζοντας, ο διακινητής, τα μεταφέρει και τα προωθεί από την παραγωγή στην κατανάλωση. Μιλάμε για (ελεύθερη ή απρόσκοπτη) διακίνηση ιδεών επειδή κάποιος διακινητής, ο δημοσιογράφος, συγγραφέας ή ακτιβιστής, τις κυκλοφορεί. Για τους ομιλητές της νεοελληνικής γλωσσικής ποικιλίας όπως μιλιέται στην Ελλάδα, η ‘διακίνηση πεζών’ ή η ‘διακίνηση σκύλων’ θα εξυπάκουε οπωσδήποτε κάποιον διακινητή, ο οποίος θα μετέφερε τους πεζούς ή τους σκύλους – πράγμα παραδοξολογικό. Σε αυτή τη γλωσσική ποικιλία όταν ο εξωτερικός δράστης, ο ‘διακινητής’, δεν υπάρχει ή δε χρειάζεται, θα χρησιμοποιούνταν το ουσιαστικό ‘διέλευση’, ‘κυκλοφορία’ ή κάποιο παρόμοιο – τέλος πάντων, ένα ουσιαστικό που δε θα υπαινίσσεται την παρουσία εξωτερικού δράστη.

Σήμερα όμως η πρόθεσή μου δεν είναι να επισημάνω ένα γλωσσικό λάθος, όπως έκανα στηλιτεύοντας τα σχεδόν κορακίστικα ‘να δεκτώ’ και ‘δέκτηκε’ στο άρθρο μου στις 22 Ιουλίου. Απεναντίας, θέλω να επιστήσω την προσοχή σας σε ένα πολύ σημαντικό αλλά παραγνωρισμένο θέμα: στο γλωσσικό τοπίο της ελληνόφωνης Κύπρου και στη μελέτη του. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ο λόγος που το ‘διακίνηση πεζών’ είναι αποδεκτό στην κοινή νεοελληνική όπως χρησιμοποιείται στην Κύπρο (μια ποικιλία που έχουνε περιγράψει και μελετήσει οι Α. Παναγιώτου, Α. Αρβανίτη και Μ. Καρυολαίμου) είναι γιατί το ‘διακίνηση’ δεν εξυπακούει εξωτερικό δράστη, ‘διακινητή’, αντίθετα με την κοινή νεοελληνική όπως χρησιμοποιείται στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια απλή διαφορά στο λεξιλογικό ρεπερτόριο των δύο ποικιλιών. Άλλες διαφορές εντοπίζονται στη χρήση του παρακειμένου, σε κάποιες προφορές, και σε πολλούς όρους όπως ‘αφυπηρετώ’ και ‘συνταξιοδοτούμαι’, ‘φώτα (τροχαίας)’ και ‘φανάρια’, ‘έντιμος (υπουργός)’ και ‘αξιότιμος (υπουργός)’ και άλλα πολλά. Τονίζω για άλλη μια φορά ότι εδώ δε συζητάμε τις διαφορές μεταξύ της κυπριακής ελληνικής (της διαλέκτου) και της κοινής, αλλά για διαφορές μεταξύ της κοινής της Κύπρου (όπου ανήκει λ.χ. το ‘αφυπηρετώ’) και της Ελλάδας (όπου θα λέγαμε ‘συνταξιοδοτούμαι’).

Γλωσσική διτυπία;

Η διαφορές μεταξύ λέξεων όπως ‘διακίνηση’ (Ελλάδας) και ‘διακίνηση’ (Κύπρου) αποτελούν απλώς πινελιές σε μια εικόνα πολύ σύνθετη, τη γλωσσική εικόνα της ελληνόφωνης Κύπρου. Πρόκειται για ένα ζήτημα με το οποίο έχουν ασχοληθεί εκτενώς και συστηματικά οι περισσότεροι γλωσσολόγοι που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο, φωτίζοντας σε βάθος τη γλωσσική κατάσταση στο νησί. Αλλά ας εξετάσουμε την εικόνα αυτή από την αρχή, προσπαθώντας να διακρίνουμε τα βασικά της χαρακτηριστικά, τις αδρές γραμμές της.

Για τους περισσότερους μη ειδικούς, η κυπριακή διάλεκτος της ελληνικής, τα κυπραίικα, απλώς κείται αντιθετικά προς την κοινή νεολληνική, τα καλαμαρίστικα. Όταν λέω «αντιθετικά», το εννοώ με δύο τρόπους: Πρώτον, ότι η κυπριακή και η κοινή υπάρχουν δομικά και λεξιλογικά ως δύο γλωσσικές ποικιλίες ξεχωριστές και ξεκάθαρα διαφορετικές – όπως τα ιταλικά και τα ισπανικά, λόγου χάρη. Έτσι, ο μέσος Ελληνοκύπριος αντιλαμβάνεται ότι το ‘δε(ν) θα το πάρω’ και το ‘τα έφεραν / τα φέραν(ε)’ είναι καλαμαρίστικα, ενώ το ‘έθθα το πκιά(σ)ω’ και το ‘εφέραν τα’ είναι κυπραίικα. Δεύτερον, οι δύο ποικιλίες γίνονται αντιληπτές από τους ομιλητές σαν να επιτελούν εντελώς διαφορετικές λειτουργίες και σαν να χρησιμοποιούνται για τελείως διαφορετικούς σκοπούς και σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Στην κοινωνιογλωσσολογία λέμε σε αυτές τις περιπτώσεις ότι επικρατεί ένα καθεστώς διτυπίας ή διφυίας (diglossia), όπως ίσχυε στην Ελλάδα τον καιρό που η καθαρεύουσα είχε τον χαρακτήρα επίσημης γλώσσας. Συνεπώς, ο μέσος Ελληνοκύπριος φρονεί πως τα καλαμαρίστικα χρησιμοποιούνται σε δημόσια, επίσημα και ‘σοβαρά’ περιβάλλοντα ενώ τα κυπραίικα σε ιδιωτικές, ανεπίσημες και πιο οικείες περιστάσεις.

Την αντίληψη ότι στην Κύπρο επικρατεί διτυπία / διφυία τροφοδοτεί και η στάση της κρατούσας ιδεολογίας απέναντι στη χρήση αλλά και την ίδια την ύπαρξη της διαλέκτου. Αυτή η στάση κυμαίνεται από επεικώς αμήχανη, όπως στο ζήτημα της τυποποίησης των τοπωνυμίων της Κύπρου, έως και εχθρική, όπως όταν απαγορεύει κάθε χρήση της διαλέκτου μέσα στη σχολική τάξη – ενδεχομένως γιατί η χρήση θα προκαλούσε σύγχυση στους μαθητές κατά τη γνώμη κάποιων ιθυνόντων, ίσως άμοιρων γλωσσολογικής ή ψυχολογικής παίδευσης. Εν πάση περιπτώσει, και για ιδεολογικούς λόγους, οι δυο ποικιλίες γίνονται τελικά αντιληπτές ως ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Σχετικά υπενθυμίζω ότι στο πρώτο άρθρο που έγραψα ειδικά για αυτή τη στήλη, τον Μάιο του 2006, παρέθεσα τη γνώμη ντόπιου λογίου ότι πρέπει «να περιορίζεται η χρήση της [διαλέκτου] ώστε σε εκατό, ας πούμε, χρόνια να έχει απομείνει μόνο μια ντόπια χαρακτηριστική προφορά» ώστε να αποφευχθεί η «δια παντός αποκοπή των Κυπρίων από το σώμα του Ελληνισμού». Αναρωτιέται πάντως κανείς εάν το ενδεχόμενο αυτής της «αποκοπής» έχει πια νόημα ή και εάν η «αποκοπή» αυτή είναι πια εφικτή.

Οι πολλές γλωσσικές ποικιλίες της Κύπρου

Αυτό το αυστηρό αντιθετικό σχήμα διτυπίας / διφυίας με την κοινή (τα καλαμαρίστικα) από τη μια μεριά και τη διάλεκτο (τα κυπραίικα) από την άλλη υπονομεύεται αμέσως από την ύπαρξη μιας κοινής νεοελληνικής στην Κύπρο ελαφρώς διαφορετικής από αυτήν της Ελλάδας. Όπως επισημαίνει η γλωσσολόγος Μαριλένα Καρυολαίμου, η κατάσταση αυτή μάς φέρνει στον νου την πολυκεντρική κατάσταση που επικρατεί με την αγγλική γλώσσα, η οποία διαθέτει διάφορες επίσημες εκδοχές: την αμερικανική, τη βρετανική, την αυστραλιανή κ.ο.κ.

Ακόμα περισσότερο, η αντίληψη ότι στην Κύπρο επικρατεί διτυπία / διφυία διαψεύδεται και από τις γλωσσικές πρακτικές των ίδιων των ομιλητών. Όποιες και αν είναι οι στάσεις και γνώμες τους για το θέμα, η μεγάλη πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων αναμιγνύει στην καθημερινή χρήση τις ποικιλίες. Σε επίπεδο λιανικής, όπως διαπίστωσε σε πρόσφατη έρευνά της η γλωσσολόγος Σταυρούλα Τσιπλάκου, κοντά στα «αμιγή» ‘έθθα το πκιά(σ)ω’ και ‘εφέρασιν τα’ ακούγονται και πολλά ενδιάμεσα όπως ‘δε θα το πκιάσω’, ‘τα εφέρασι’ και ούτω καθεξής. Επιπλέον, περνώντας στην χοντρική, κάθε άλλο παρά σαφή διαχωριστικά όρια υπάρχουν στις χρήσεις (ντόπιας) κοινής και διαλέκτου: έχω συμμετάσχει σε επίσημες συσκέψεις σχεδιασμού προγραμμάτων που «έλαβαν χώρα» αποκλειστικά σε ένα αγγλο-ελληνοκυπριακό ιδίωμα και έχω ακούσει συζητήσεις σε διπλανά τραπέζια σε γνωστό καφέ μεταξύ δημοσίων (εννοώ «κυβερνητικών») υπαλλήλων σε άπταιστη ντόπια κοινή (για αυτά τα θέματα υπάρχει και η σημαντική έρευνα της Ελισάβετ Σίβας). Τέλος, έχω διανοούμενους διαλεκτόφωνους γνωστούς που δε θυμάμαι να έχουνε καλαμαρίσει ποτέ...

Αυτή η ανάμιξη των ποικιλιών, λιανική και χοντρική, δε συνεπάγεται φυσικά την ύπαρξη μιας γλωσσικής σούπας στην ελληνόφωνη Κύπρο. Οπωσδήποτε υφίσταται η λεγόμενη «αστική κυπριακή», η μορφή της κυπριακής διαλέκτου σε χρήση από τους κατοίκους κυρίως των πόλεων και όπως διαμορφώθηκε μετά το 1974. Υπάρχουν ακόμα οι ντόπιες ποικιλίες της κυπριακής ελληνικής διαλέκτου (π.χ. Πάφου, Κοκκινοχωρίων, Καρπασίας) και οι ομιλητές τους. Είδαμε πώς μαρτυρείται και η χρήση μιας ντόπιας εκδοχής της κοινής νεοελληνικής. Με άλλα λόγια, ακόμα κι αν δε μετρήσει κανείς τις υπό διαμόρφωση ποικιλίες των Ποντίων και άλλων μεταναστών, η εικόνα που σχηματίζεται μπροστά στα μάτια μας είναι τωόντι πιο σύνθετη από μια ξεκάθαρη διτυπική κατάσταση όπου κοινή και διάλεκτος συνυπάρχουν πλάι-πλάι και με σαφώς καθορισμένες λειτουργίες η καθεμία.

Οι Ελληνοκύπριοι ομιλητές σε πραγματικές συνθήκες επικοινωνίας επιλέγουν ανά πάσα στιγμή, μέσα από μια υποσυνείδητη δημιουργική διαδικασία, προφορές, τύπους, δομές και λέξεις από όλες τις ποικιλίες που τυχαίνει να γνωρίζουν: την κοινή της Κύπρου, την αστική κυπριακή ή και κάποια τοπική ποικιλία, αλλά και τα αγγλικά ή και την κοινή της Ελλάδας, και παράγουν προφορικά (κυρίως) κείμενα τα οποία με δυσκολία θα μπορούσαν να ταξινομηθούν αυστηρά σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες.

Βλέποντας αυτή την εικόνα αλλιώς, χάρη στην πρόσβαση του μέσου Ελληνοκύπριου σε παραπάνω από μία νοητική γραμματική, σε κάθε επικοινωνιακό γεγονός παράγει δυναμικά λόγο με χαρακτηριστικά που δεν ανήκουν αποκλειστικά σε καμμιά από αυτές, παρά σε όλες τους.

(Ευχαριστώ θερμά τη Μαριλένα Καρυολαίμου για την πολύτιμη συνεισφορά της στο σημερινό άρθρο).

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 7ης Οκτωβρίου 2007]

1/4/07

Γράφονται τα κυπριακά;

Σε μια πρόσφατη τηλεοπτική συζήτηση κατά τη διάρκεια μιας ειδησεογραφικής-ενημερωτικής εκπομπής, ο παρουσιαστής ρωτούσε την καλεσμένη του αν γράφονται τα κυπριακά, βεβαιώνοντάς την παράλληλα ότι δε γράφονται και ότι είναι μια καθομιλουμένη διάλεκτος και μόνο. Είναι όμως αλήθεια ότι δε γράφονται τα κυπριακά; Γιατί όχι;

Η γραπτή μορφή

Το αν πρέπει να γράφεται μια γλωσσική ποικιλία καθώς και πώς πρέπει να γράφεται, δηλαδή με ποιο σύστημα γραφής, αποτελεί πολύ σημαντικό ζήτημα για πάρα πολλές γλώσσες, και μάλιστα όσες δεν έχουν επίσημο χαρακτήρα ή νομοθετική κατοχύρωση. Στην Τουρκία ισχύει ακόμη γενική απαγόρευση χρήσης των γραμμάτων q, w και x με το πρόσχημα ότι δεν υπάρχουν στην τουρκική γλώσσα (βεβαίως ‘τυχαίνει’ να χρησιμοποιούνται στη γραφή της κουρδικής). Τα παιχνίδια της ελληνικής κυβέρνησης με το σλαβομακεδονικό αλφαβητάριο τη δεκαετία του 1920 τα είδαμε συνοπτικά παλιότερα. Οι ομιλητές της αρβανίτικης και της αρωμουνικής (βλάχικης) για δεκαετίες ταλαντεύθηκαν ανάμεσα στο ελληνικό και το λατινικό αλφάβητο: το μεν ελληνικό απηχεί τις εθνικές και πολιτικές επιλογές αυτών των κοινοτήτων αλλά αποδίδει ελλιπώς τους φθόγγους των γλωσσών τους, το δε λατινικό αποδίδει καλύτερα τους φθόγγους αλλά παραπέμπει σε ανεπιθύμητα συγγενικές με τα αρβανίτικα και τα αρωμουνικά γλώσσες: την αλβανική και τη ρουμανική. Σήμερα πάντως η αρβανίτικη και η αρωμουνική γενικά δε γράφονται, εν μέρει και λόγω των διλημμάτων αυτών. Τέλος, η χίντι και η ούρντου, εξαιρετικά κοντινές μεταξύ τους γλώσσες της ινδικής υποηπείρου που κατάγονται από τη σανσκριτική, γράφονται με τελείως διαφορετικά συστήματα: η χίντι γράφεται με το συλλαβικό αλφάβητο ντεβανάγκαρι ενώ για την ούρντου χρησιμοποιείται τροποποιημένο το αραβικό αλφάβητο ώστε να γίνεται και οπτικά σαφής η πίστη των ομιλητών της ούρντου στο Ισλάμ.

Τα παραπάνω τα αναφέρω για να υπογραμμίσω ότι το αν θα γράφεται μια γλωσσική ποικιλία και πώς θα γράφεται είναι για άλλη μια φορά ζήτημα πολιτισμικό, πολιτικό και κοινωνικό – όχι γλωσσικό. Με άλλα λόγια, οποιαδήποτε γλώσσα μπορεί να γραφτεί: άλλωστε έχουν προταθεί συστήματα γραφής ακόμα και για τις νοηματικές γλώσσες, στις οποίες οι λέξεις δεν αρθρώνονται γραμμικά, όπως στις ομιλούμενες, αλλά πολλές φορές ταυτόχρονα η μία με την άλλη.

(Πώς) γράφεται η κυπριακή ελληνική;

Η απάντηση, για όποιον έχει περάσει από το κυπριακό σχολείο, είναι βεβαίως γνωστή. Η νεοελληνική διάλεκτος της Κύπρου γράφεται εδώ και αιώνες, πρόκειται μάλιστα για μία από τις πρώτες νεοελληνικές διαλέκτους από τις οποίες έχουμε γραπτά μνημεία. Αρκεί κανείς να θυμηθεί τις απαρχές, τα πετραρχικής εμπνεύσεως ερωτικά ποιήματα του 16ου αιώνα, και όλη τη συνακόλουθη γραμματεία, διερευνημένη ή μη, όπως συνεχίζεται τον 19ο αιώνα μέσω των Βασίλη Μιχαηλίδη, Δημήτρη Λιπέρτη – αλλά και άλλων πολλών – μέχρι και σήμερα, αναφέροντας δειγματοληπτικά τον ποιητή Κώστα Βασιλείου ή τα βιβλία του χαράκτη Χαμπή. Η κυπριακή ελληνική γράφεται λοιπόν εδώ και αιώνες.

Το ελληνικό σύστημα γραφής παγιώθηκε, όπως και η ιστορική ορθογραφία της ελληνικής γλώσσας, σε μια εποχή κατά την οποία η προφορά της γλώσσας μας ήταν πολύ διαφορετική από σήμερα. Έκτοτε η προφορά όλων των ελληνικών ποικιλιών έχει μεταβληθεί αισθητά. Χαρακτηριστικά αξίζει να θυμηθεί κανείς ότι έχουμε έξι τρόπους για να αποδώσουμε τον φθόγγο /i/ στη γραφή της νέας ελληνικής – με τα γράμματα ιώτα, ήτα και ύψιλον καθώς και με τα δίψηφα ‘ει’, ‘οι’ και ‘υι’ – ενώ καθένας από αυτούς τους τρόπους απέδιδε διαφορετικούς φθόγγους όταν παγιώθηκε η ορθογραφία. Η φωνολογική αυτή μεταβολή μοιραία οδήγησε στο να επινοηθούν νέοι τρόποι απόδοσης των «καινούργιων» φθόγγων. Έτσι, από την εποχή που το γράμμα δέλτα χρησιμοποιείται για να αποδώσει τον τριβόμενο φθόγγο στην αρχή του ‘δέμα’, στις περισσότερες ελληνικές διαλέκτους ο φθόγγος που απέδιδε παλιότερα σημειώνεται πλέον με ‘ντ’, ακόμα κι όταν δεν ακούγεται το νι, όπως λόγου χάρη στην ηχοποίητη λέξη ‘ντριν’ (τουλάχιστον στη διάλεκτο του γράφοντος).

Τώρα, μερικές διάλεκτοι (κάποιες βόρειες και μοραΐτικες διάλεκτοι και τα κυπριακά) ανέπτυξαν με το πέρασμα του χρόνου ένα φατνιακό συριστικό σύμφωνο, όπως στην αρχή του ‘σιύλλος’. Όταν γράφουμε τα κυπριακά, μπορούμε είτε να το αποδώσουμε με ‘σι’ (όπως έπραξα εδώ), είτε με κάποιο διακριτικό σημάδι πάνω από το σίγμα, όπως πράττουν πολλοί εδώ και δεκαετίες. Η επιλογή ανάμεσα στους δύο τρόπους ορθογράφησης μπορεί να αφεθεί και ελεύθερη, όμως επικρατεί η αντίληψη ότι η ορθογραφική ελευθερία, να γράφει δηλαδή ο καθένας όπως θέλει, προκαλεί σύγχυση και δυσχέρειες στη γραπτή επικοινωνία. Μια τέτοια δυσχέρεια οξύνεται μάλιστα εάν, όπως στην περίπτωση του φατνιακού συριστικού, ένας από τους δύο τρόπους θα απαιτούσε την εισαγωγή στη γραφή (και στην τυπογραφία) ενός καινούργιου διακριτικού σημαδιού. Η τελική απόφαση για αυτό και για άλλα ζητήματα ορθογράφησης ανήκει φυσικά στους χρήστες της κυπριακής ελληνικής.

Προσωπική μου πεποίθηση είναι ότι η τυποποίηση της ορθογραφίας της κυπριακής ελληνικής αποτελεί καθήκον του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, του οποίου άλλωστε ο ρόλος περιλαμβάνει και την προστασία και καλλιέργεια της ελληνικής κληρονομιάς στο νησί. Αυτό βεβαίως πρέπει να γίνει μετά από διάλογο και με τη συνδρομή φιλολόγων και ιστορικών γλωσσολόγων, καθώς και τεχνοκρατών που θα αποφανθούν κατά πόσο τα προτεινόμενα είναι εύχρηστα και εφαρμόσιμα. Γενικότερα, πρέπει να ανοίξει δημόσιος διάλογος στην Κύπρο για την καλλιέργεια και περαιτέρω ανάδειξη της ελληνικής κυπριακής ως εκφραστικού μέσου. Αυτό φυσικά αποτελεί έργο εθνικό το οποίο θα διαμορφωθεί και από την αναντικατάστατη συνδρομή των ειδικών και το οποίο θα κριθεί στην εφαρμογή του. Πάντως, σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί η τυποποίηση της ορθογραφίας της κυπριακής ή και η (επιθυμητή και δυνητικά πολλαπλώς ευεργετική) παράλληλη διδασκαλία της γραμματικής της κυπριακής ελληνικής δίπλα σε αυτήν της κοινής νεοελληνικής, να προκύψει από εσωτερικές διεργασίες διοικητικού χαρακτήρα.

Η ουσία του ζητήματος: το προνόμιο της διμορφίας

«Διμορφία» (diglossia) είναι ένας όρος που χοντρικά περιγράφει τη χρήση δύο γλώσσικών ποικιλιών σε μια γλωσσική κοινότητα με σχετικά διακριτούς ρόλους και πρόκειται για μια κατάσταση εξαιρετικά διαδεδομένη παγκοσμίως. Οι δύο ποικιλίες στην περίπτωση της ελληνοκυπριακής κοινότητας είναι, βεβαίως, η κοινή νεοελληνική και η κυπριακή ελληνική. Ο πραγματικός λόγος που τα κυπριακά δε γράφονται τόσο εκτενώς όσο θα ήτανε δυνατόν είναι επειδή επικρατεί η αντίληψη ότι η χρήση της κοινής για τη γραπτή επικοινωνία είναι αρκετή. Αυτός ο διακανονισμός σε πολύ γενικές γραμμές φαίνεται να λειτουργεί, ωστόσο αποστερεί από τον μέσο Ελληνοκύπριο τη δυνατότητα να εκφράζεται και γραπτώς στη μητρική γλωσσική ποικιλία του, με ό,τι συνέπειες μπορεί αυτό να έχει για τον γραμματισμό και την επαφή με τη γραφή και την ανάγνωση, είτε στο χαρτί είτε ηλεκτρονικώς.

Ας όμως δούμε τι συμβαίνει σε μια άλλη κοινωνία όπου επικρατεί γλωσσική διμορφία. Στη γερμανόφωνη Ελβετία βρίσκεται σε χρήση η επίσημη γερμανική και η καθομιλουμένη γερμανοελβετική. Όπως στην Κύπρο, στα κρατικά έγγραφα, ομοσπονδιακά και τοπικά, καθώς και για τις πιο τυπικές περιστάσεις χρησιμοποιείται η επίσημη γερμανική. Ωστόσο, η χρήση της γερμανοελβετικής είναι σαφώς εκτενέστερη από αυτή της κυπριακής ελληνικής στην Κύπρο, αφού χρησιμοποιείται και γράφεται ευρέως στα γερμανόφωνα μέσα ενημέρωσης της Ελβετίας. Έτσι, για παράδειγμα, ενώ οι πολιτικές και οικονομικές στήλες σε μια εφημερίδα είναι στην επίσημη γερμανική, οι στήλες που αφορούν την καθημερινή ζωή είναι στα γερμανοελβετικά. Το τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων εκφωνείται στην επίσημη γερμανική αλλά το δελτίο καιρού στα γερμανοελβετικά. Στην Κύπρο αρχίσε να διαφαίνεται ότι διαμορφώνεται μια ομόλογη κατάσταση πριν λίγα χρόνια, όταν τα κυπριακά δραπέτευσαν από τη μάντρα του φολκλόρ και της φαρσοκωμωδίας και πέρασαν σε ‘σοβαρές’ δραματικές σειρές που διαδραματίζονται στη σύγχρονη κυπριακή κοινωνία. Ταυτόχρονα, στο διαδίκτυο παρατηρείται άνθηση στα κυπριακά ιστολόγια όπου η ελληνική κυπριακή χρησιμοποιείται όχι μόνο για σάτιρα (παραδοσιακό ‘χώρο’ των διαλέκτων) αλλά και εκμυστηρεύσεις, πολιτικές αναλύσεις, αφηγήματα καθώς και διάλογο πάνω σε σύνθετα ζητήματα.

Για να κλείσω με μια μεταφορά, φρονώ πως αξίζει να προσβλέπουμε σε μια ελληνοκυπριακή κοινωνία όπου οι ομιλητές θα αισθάνονται άνετοι να ανοίξουν το «σπίτι τους» (τη μητρική κυπριακή ελληνική) σε περισσότερες χρήσεις, προφορικές και γραπτές, αλλά και επαρκώς καταρτισμένοι να κυκλοφορούν στο «δημόσιο χώρο» (την κοινή ελληνική).

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 1ης Απριλίου 2007]

26/11/06

Γλωσσολόγοι-Νήπια 0-1 (ή «Τα μυστικά της γραμματικής»)

Σήμερα θα μιλήσουμε για τη γραμματική. Φαντάζομαι αμέσως τις αντιδράσεις. Άλλωστε, η σχολική γραμματική για πολλούς πρώην και νυν μαθητές αποτελεί απλώς έναν μακρύ κατάλογο εξαιρέσεων, ένα πληκτικό και άχαρο νοητικό γύμνασμα. Για άλλους δεν είναι παρά ένας μπελάς, ένα γνωστικό αντικείμενο στο οποίο δύσχρηστη ορολογία, σχολαστική ταξινόμηση και συστηματική απομνημόνευση συναντιούνται μοναδικά κι ανελέητα. Αυτή η κατάσταση οφείλεται εν μέρει σε περιορισμούς και σφάλματα της παραδοσιακής γραμματικής περιγραφής, εν μέρει σε κάποιες (μάλλον ατελέσφορες) παιδαγωγικές επιλογές και τακτικές. Ευτυχώς στη γλωσσολογία ο όρος ‘γραμματική’ έχει απλώς την έννοια της δομής της γλώσσας, του ‘σχεδίου της γλώσσας’ που λέγαμε και από αυτή τη στήλη. ‘Γραμματική’ δηλαδή σημαίνει τους κανόνες με τους οποίους προφέρουμε τη γλώσσα (φωνολογία), φτιάχνουμε λέξεις (μορφολογία) και σχηματίζουμε προτάσεις (σύνταξη).

Η επόμενη ερώτηση, βεβαίως, είναι πού βρίσκονται αυτοί οι κανόνες (αν όχι μέσα σε βιβλία), τι σόι κανόνες είναι και πώς λειτουργούν.

Οι κανόνες της μητρικής μας γλώσσας βρίσκονται μέσα στον νου μας, ο οποίος – με έναν τρόπο κάθε άλλο παρά ξεκάθαρο – εδράζεται στον εγκέφαλό μας. Γι’ αυτό και το σύνολο των κανόνων της μητρικής μας γλώσσας (ή των μητρικών μας γλωσσών) ονομάζεται ‘νοητική γραμματική’. Αυτούς τους κανόνες, τη νοητική γραμματική, τους κατακτούμε, δεν τους μαθαίνουμε, μέσα στα πρώτα τέσσερα με πέντε περίπου χρόνια της ζωής μας, όπως είδαμε πριν δύο εβδομάδες. Εννοείται ότι η γνώση αυτών των κανόνων είναι επίσης υποσυνείδητη: όταν παράγουμε ή όταν προσλαμβάνουμε λόγο δεν έχουμε επίγνωση του ποια μορφή πρέπει να έχει το άρθρο (ή γιατί), πώς θα σχηματίσουμε μια δευτερεύουσα πρόταση ή ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος...

Φυσικά, το εύλογο ερώτημα είναι γιατί χρειαζόμαστε ενδιάθετους γλωσσικούς κανόνες που τους ρουφάμε σα σφουγγάρια όταν είμαστε νήπια. Γιατί, λόγου χάρη, δεν μπορούμε να πούμε ότι μαθαίνουμε τη γλώσσα κάνοντας κάποιες γενικεύσεις με βάση τη γλώσσα που ακούμε ως μικροί ομιλητές (ή που βλέπουμε, αν είμαστε μικροί νοηματιστές); Άλλωστε, μεγάλο μέρος της μάθησης βασίζεται στην αναλογία και στη γενίκευση: έτσι, αν δούμε να ξεβιδώνουν ένα καπάκι βάζου, μπορούμε να γενικεύσουμε αυτή την κίνηση και σύντομα να ξεβιδώνουμε κι εμείς καπάκια βάζων ή μπουκαλιών. Αντί να παραθέσω θεωρητικά επιχειρήματα κατά μιας τέτοιας αντίληψης σχετικά με το πώς καταλήγουμε στη γραμματική γνώση, θα φέρω δύο μόνο παραδείγματα φαινομενικά απλών γραμματικών δομών. Θα δείξω πως αυτές οι δομές μπορούν να αναλυθούν και να εξηγηθούν μόνο με επίκληση σε πολύ εξειδικευμένους και σύνθετους κανόνες και όχι σε αναλογικές γενικεύσεις.

Ας ξεκινήσουμε πρώτα από τα μπουκάλια, μια και τα αναφέραμε. Ένας απλός (φαινομενικά) γραμματικός κανόνας της ελληνικής είναι αυτός που έχει να κάνει με το πώς βάζουμε δύο ουσιαστικά μαζί. Επίσης πρόκειται για έναν κανόνα που κανείς ποτέ δε μας διδάσκει αναλυτικά, στη σχολική γραμματική ή αλλού. Ας πούμε λοιπόν ότι μεγαλώνετε ακούγοντας ελληνικά γύρω σας. Ακούτε φρασεις όπως ‘λάδι ελιάς’, ‘γυαλιά μυωπίας’, ‘ξύλο κερασιάς’. Ας υποθέσουμε ότι με βάση τα παραπάνω κάνετε μια γενίκευση: «ουσιαστικό που ακολουθεί ουσιαστικό είναι στη γενική», αφήνοντας κατά μέρος πώς αναγνωρίζετε τι είναι ‘ουσιαστικό’ ή ‘γενική’ (διόλου ευκαταφρόνητος άθλος). Ας πούμε τώρα ότι ταυτόχρονα ακούτε και φράσεις όπως ‘μπουκάλι μπύρα’, ‘ποτήρι κρασί’, ‘πιάτο σούπα’, ‘καφάσι μήλα’. Ας υποθέσουμε ότι με βάση τα νέα αυτά δεδομένα κάνετε ακόμα μια γενίκευση: «ουσιαστικό που ακολουθεί ουσιαστικό είναι στην ονομαστική», αφήνοντας κατά μέρος πώς αναγνωρίζετε τι είναι ‘ονομαστική’ (επίσης διόλου ευκαταφρόνητος άθλος).

Τι γίνεται τώρα; Έχουμε δύο γενικεύσεις: «ουσιαστικό που ακολουθεί ουσιαστικό είναι στη γενική» και «ουσιαστικό που ακολουθεί ουσιαστικό είναι στην ονομαστική». Αν χρησιμοποιούσαμε μόνο φράσεις και προτάσεις που έχουμε ξανακούσει, θα είχαμε απλώς δύο γενικεύσεις στα χέρια μας και η ιστορία θα τελείωνε εδώ. Ωστόσο, ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της γραμματικής μας ικανότητας είναι ότι μας επιτρέπει να σχηματίζουμε και να κατανοούμε λέξεις και προτάσεις που δεν έχουμε ξανακούσει ποτέ. Άρα γίνεται να χρησιμοποιήσουμε τις δύο μας γενικεύσεις ώστε, αναλογικά, να φτιάξουμε καινούργιες φράσεις που να αποτελούνται από δύο ουσιαστικά; Αρχικά φαίνεται καλή ιδέα: παίρνοντας τα ουσιαστικά ‘ποτήρι’ και ‘κρασί’ κι εφαρμόζοντας τη γενίκευση ‘ουσιαστικό + ουσιαστικό στην ονομαστική’, έχουμε ‘ποτήρι κρασί’. Παίρνοντας τα ίδια ουσιαστικά κι εφαρμόζοντας τη γενίκευση ‘ουσιαστικό + ουσιαστικό στη γενική’, έχουμε ‘ποτήρι κρασιού’. Το ίδιο και με τα ουσιαστικά ‘μπουκάλι’ και ‘μπύρα’, και ούτω καθεξής.

Αμέσως όμως αρχίζουν τα προβλήματα. Πρώτα πρώτα, η γενίκευση ‘ουσιαστικό + ουσιαστικό στην ονομαστική’ δίνει πάμπολλες εντελώς αντιγραμματικές φράσεις (στη γλωσσολογία, τις σημειώνουμε με αστερίσκο): *λάδι ελιά, *γυαλιά μυωπία, *ξύλο κερασιά και ούτω καθεξής. Επιπλέον, ‘ποτήρι κρασί’ σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό από ‘ποτήρι κρασιού’: μπορούμε να πιούμε το πρώτο και να σπάσουμε το δεύτερο – όχι όμως αντίστροφα. Μπορούμε να φάμε ένα πιάτο σούπα αλλά συνήθως όχι ένα πιάτο σούπας. Παρομοίως, αν μας ρίξουν ένα μπουκάλι μπύρα, θα βραχούμε, αν μας ρίξουν ένα μπουκάλι μπύρας, μπορεί να βρεθούμε στο νοσοκομείο: στην πρώτη περίπτωση μας ρίχνουν το περιεχόμενο του μπουκαλιού, στη δεύτερη το ίδιο το μπουκάλι. Εδώ λοιπόν χρειάζεται ένας κανόνας που το παιδί θα κατακτήσει αβίαστα και ο οποίος θα προσδιορίζει ότι ‘ουσιαστικό + ουσιαστικό στην ονομαστική’ χοντρικά σημαίνει «περιεχόμενο», ένας κανόνας που δεν μπορεί να προκύψει μέσω γενίκευσης και αναλογίας.

Οι φυσικοί ομιλητές μιας γλώσσας γνωρίζουν όμως ακόμα πιο λεπτοφυώς διαμορφωμένους και πιο σύνθετους γραμματικούς κανόνες, αφηρημένους κανόνες. Ένα σχετικό παράδειγμα είναι και η θέση των κλιτικών αντωνυμιών στην κυπριακή ελληνική, παράδειγμα που έκλεψα από τη συνάδελφο Γεωργία Αγγουράκη, η οποία έχει ερευνήσει εκτενώς το εν λόγω θέμα. Και πάλι, πρόκειται για έναν κανόνα που κανείς ποτέ δε μας διδάσκει, στη σχολική γραμματική ή αλλού. Άλλωστε, αν περίμεναν οι ομιλητές να μάθουνε τους πραγματικά σημαντικούς γραμματικούς κανόνες στο σχολείο, μάλλον θα τους αποθάρρυνε η πολυπλοκότητά τους και ο αφηρημένος χαρακτήρας τους. Δείτε και μόνοι σας:

Στην κυπριακή ελληνική οι κλιτικές αντωνυμίες κατ’ αρχήν ακολουθούν το ρήμα: π.χ. ‘είδα το’. Και πάλι, αφήνουμε κατά μέρος τα καθόλου ευκαταφρόνητα: πώς αναγνωρίζει κανείς τι είναι ‘ρήμα’ ή ‘κλιτική αντωνυμία’. Εν πάση περιπτώσει, προχωρούμε. Αν, τώρα, μπροστά από το ρήμα βρίσκεται κάτι σχετικό με αυτό, η κλιτική αντωνυμία προηγείται του ρήματος: «εν το είδα», «μεν το δεις» (άρνηση), «(εν)να το δω» (υποτακτική ή μέλλοντας), «έθθα το δω» (άρνηση και μέλλοντας). Φυσικά, η διατύπωση που χρησιμοποίησα («κάτι σχετικό» με το ρήμα) είναι ανακριβέστατη: ενώ με τα παραπάνω στοιχεία (‘να’, ‘εν’ κτλ.) και τις ερωτηματικές λέξεις η κλιτική αντωνυμία προηγείται του ρήματος – π.χ. «πκοιος (έμπου) το είδε;» ή «πού (έμπου) το είδε;» – δε συμβαίνει το ίδιο με τα υποκείμενα του ρήματος: έτσι, το γραμματικό είναι «ο Γιώρκος είδε το» ή «ο Γιώρκος είδε το;» όχι *ο Γιώρκος το είδε. Επίσης, και ο σύνδεσμος ‘που’ συμπεριφέρεται όπως η άρνηση, το ‘να’ και οι ερωτηματικές λέξεις: «εν ο Γιώρκος που το είδε», όχι *εν ο Γιώρκος που είδε το. Οι γλωσσολόγοι, μετά από συστηματική έρευνα, έχουμε μια αντίληψη για το τι ενώνει όλα αυτά τα στοιχεία που προκαλούνε πρόκλιση, την εμφάνιση δηλαδή της κλιτικής αντωνυμίας πριν το ρήμα. Πληροφοριακά, η κυπριακή ελληνική συμπεριφέρεται σε αυτό το θέμα όπως η ποντιακή αλλά, κυρίως, όπως τα πορτογαλικά!

Για να μη δώσω την εντύπωση πως έχουμε φωτίσει όλους τους ενδιάθετους γραμματικούς κανόνες (απέχουμε πάρα πολύ από κάτι τέτοιο) ή ότι έχουμε ολοκληρωμένη κατανόηση του τόσο πολύπλοκου γραμματικού και θαυμαστού συστήματος που έχει ο καθένας μας μέσα στο κεφάλι του, να αναφέρω απλώς ένα άλυτο πρόβλημα, και πάλι από την κυπριακή ελληνική και τις κλιτικές αντωνυμίες της: ενώ η άρνηση προκαλεί πρόκλιση, θυμηθείτε το «εν το είδα», αν προσθέσουμε το «τζαι» μετά από αυτήν, το σκηνικό αλλάζει: «εν τζαι είδα το». Γιατί; Δεν ξέρουμε.

Τα παραπάνω δε σκιαγραφούνε μόνο την πολυπλοκότητα και την εξειδίκευση της ενδιάθετης γραμματικής γνώσης μας, της νοητικής γραμματικής. Φέρνουν επίσης στην επιφάνεια μια παραγνωρισμένη αλήθεια: η γλωσσική ικανότητα, κληρονομιά του καθενός από εμάς, αναλφάβητου ή μορφωμένου, είναι σαφώς συνθετότερη από όσο νομίζουμε συνήθως. Η πληρότητα της υποσυνείδητης γνώσης αυτού του συστήματος κανόνων είναι πραγματικά θαυμαστή και ξεπερνάει τις δυνατότητές μας να το κατανοήσουμε επαρκώς. Προς το παρόν τα νήπια, κατακτώντας τέλεια και αβίαστα ένα σύνολο σύνθετων γραμματικών κανόνων, έχουνε το πάνω χέρι έναντι των γλωσσολόγων, που δυσκολεύονται να το περιγράψουν στην πληρότητά του και να το αναλύσουν ικανοποιητικά.

[Δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο Πολίτη της 26ης Νοεμβρίου 2006]